You are currently browsing the category archive for the ‘art links’ category.

Υγρός και κρύος άνεμος ράπιζε το πρόσωπο στη λεωφόρο, έσπρωξε δάκρυα στα μάτια και τα δάκρυα κρυστάλλωσαν και διαθλούσαν φώτα, φώτα λευκά και κόκκινα, πράσινα φώτα, κίτρινα, χρυσά, φανοί πορείας, φλας και στολίδια πάσχιζαν να δώσουν χρώμα εορταστικό στον παγωμένο δρόμο, στην μουδιασμένη πόλη, στους κατηφείς ανθρώπους. Πάλευαν τα φώτα να σχίσουν το υγρό σκοτάδι, να αραιώσουν την πυκνή θλίψη που τύλιγε την πόλη, πάλευαν σιωπηλά, όπως κάθε χρόνο, μα τώρα διαφορετικά.

Τα Χριστούγεννα είναι τα φώτα τους, είναι αστέρια, καμπάνες και γιρλάντες, στέφουν τους δρόμους, αναστατώνουν πλατείες, τυλίγονται σε δέντρα, αναβοσβήνουν μουσικά σε οικιακά μπαλκόνια, σημαίνουν κρυφές χαρές πίσω από γερτές κουρτίνες. Βλέπεις τα φώτα στις βεράντες και ακούς παλμούς ενοίκων, αφουγκράζεσαι ψυχές απόντων κεκοιμημένων που ‘ρχονται φωτεινές και πεταρίζουν γύρω από κάγκελα και γλάστρες φυλλοβόλες, χτυπούν ανεπαισθήτως τον υαλοπίνακα, χνωτίζουν φευγαλέα, τόσο που να τις δουν μάτια παιδιού αθώα, σκορπούν μνήμη χρυσόσκονη και παίρνουν στεναγμούς. Τα σπίτια, η πόλη, οι άνθρωποι είναι τα φώτα τους.

Λϊγα είναι φέτος. Κι άργησαν. Τα μπαλκόνια στέκουνε βουβά, χωρίς σφυγμό, τι να μαντέψεις; Χωρίς δέντρα. Με μαδημένες γλάστρες του Δεκέμβρη. Πολλές αναχωρήσεις, παλικάρια γέροντες μεσήλικες πεταρίζουν ολοχείμωνα χλωμές φωτίτσες να συντροφεύουν και να παρηγορούν. Να σχίζουν τη σκια.

«Do not go gentle into that good night. / Rage, rage against the dying of the light.» Ο Ντύλαν Τόμας φωτίζει τις νύχτες μας, η βιβλική φωνή του έρχεται από το 1953 σ’ ένα μικρόφωνο του BBC: «Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή. / Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.» (μεταφρ. Νίκος Ράπτης).

Σαν οιακισμός κεραυνού έρχεται ο ποιητής, αιφνίδιος, συνταρακτικός, με γράμμα φίλου, με μια σελίδα του Δικτύου, και καλεί τον πατέρα να μείνει εν οργή κόντρα στο σβήσιμο, να μη χαθεί αβρός, να φύγει μαινόμενος και όρθιος. Δώσ’ μας κουράγιο ποιητή, δώσε φωνή στη νύχτα:

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,

Δώσ’ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.


Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Διαπλέεις την πόλη με μια σιγαλή μοτοσικλέτα, λούζεσαι φώτα, ακούς φωνές ζώντων και νεκρών, όλοι είναι παρόντες τούτη τη νύχτα, ο πατέρας του Ντύλαν Τόμας, ο πατέρας του Γκανά σαν τον δικό μου (Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά / πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε / σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά / εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο / στις πλάτες του ν’ αχνίζει), ο Διόνυσος-Αδης παραστάτης του Σικελιανού, διαλύουν το ζόφο, τινάζουν τη θλίψη απ’ τις καρδιές, φωτίζουν τα βαριά Χριστούγεννα του 2011, θα τα θυμόμαστε τούτα τα Χριστούγεννα πάντα, σαν φώτα απ’ τα μελλούμενα.

«Ω Διόνυσε-Αδη, θείε μας παραστάτη·
συγκράτα τις καρδιές μας με το μαύρο
του πόνου σου κρασί· δυνάμωνέ τις·
προφύλαξέ τις άγγιχτες, για κείνη
την ώρα, π’ αναπάντεχα η κραυγή σου,
πιο από σεισμού βοή, θα μας σηκώσει,
με τους νεκρούς μαζί, στο θείο γιουρούσι!»

ζωγραφική: Σπύρος Παπαλουκάς

Η Σταδίου γέμιζε από διαδηλωτές, υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ απλώνονταν προς το Σύνταγμα, άλλοι ανέβαιναν κόντρα την Πανεπιστημίου με ίδιο προορισμό. Το φθινοπωρινό φως, υπέροχο, αττικό, πλαισίωνε με απίστευτη διαύγεια κάθε κίνηση, κάθε σιλουέτα. Αντάλλαξα μερικές κουβέντες μ’ έναν Εγγλέζο δημοσιογράφο που δούλευε για την κινεζική τηλεόραση και μ’ έναν νεαρό φίλο διεθνολόγο. Δεν είχα δυνάμεις για άλλη ορθοστασία και κατηφόρισα: Καραγεώργη Σερβίας, Περικλέους, Αγίας Ειρήνης.

Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Kαι άδεια. Αδεια τα ρολογάδικα και κοσμηματοπωλεία της Περικλέους, άδεια τα υφάσματα, κομβία, φόδρες, είδη προικός. Μόνο τα καφενεία είχαν κόσμο: άνεργοι, άεργοι, αργόσχολοι, συνταξιούχοι, δεν ξέρω τι, ρουφούσαν ήλιο και εσπρέσο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, μια προστατευμένη φυσαλίδα, μια ιταλική πλατεία, σαν σκηνή θεάτρου. Καφές με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο ηλιόφως, και τα γκαρσόνια να απομακρύνουν σθεναρά τους ζητιάνους. Ιδια η δράση και στον ήμερο πεζόδρομο της Αιόλου, δηλαδή απουσία δράσης: οι άνθρωποι κινούνται μαλακά, σχεδόν ακροποδητί.

Εξακολουθώ να ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα στα μαγαζιά, πίσω από χτυπητές επιγραφές “Προσφορές”, “Μισοτιμής”. Οι εμποροϋπάλληλοι στέκονται αδρανείς, απαθείς, μερικοί βρίσκονται στο δρόμο και λιάζονται. Ο,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ας συμβεί. Ενα εγκαταλειμμένο μαγαζί πάνω στην παλαίφατο Αιόλου έχει μισάνοιχτη πόρτα, κοιτάω μέσα: σκοτεινή αποθήκη, με τόπια υφάσματα απιθωμένα πρόχειρα, όρθια, ακουμπιστά σε σκελετούς ντέξιον.

Αντέχει ακόμη η Αιόλου, κρατάνε ακόμη οι μαζικές ανακαινίσεις μιας δεκαετίας, την κρατάει η νοικοκυροσύνη των εμπόρων. Ωστόσο κι εδώ πληθαίνουν οι μαύρες οπές των κλειστών, των ξενοίκιαστων, των φαλιρισμένων. Πληθαίνουν και τα καφενεία: φύτρωναν σαν μανιτάρια για τους σουλατσαδόρους, τις φυλές του φραπέ και του φρέντο, τώρα ποιους θα υποδέχονται; Τα βράδια ποιοι γεμίζουν τα μπαράκια που εποίκισαν την Πλατεία Καρύτση, τη Ρόμβης, την Κλειτίου, τη Βουλής, την Κολοκοτρώνη; Ποιοι ξοδεύουν οκτάευρα για μια μεζούρα αμφίβολου αλκοοόλ; Σαν νυχτοπεταλούδες μαζεύονται γύρω απ’ τη λάμπα του μπαρ, για εμβάπτιση στην κοινωνικότητα της μουσικής μες στο δρόμο, για να ξεχαστούν από τη σκληρή μέρα. Ποιος ξέρει…

Τούτη η ζώνη του άστεως έχει μεταπέσει από την ζωηρότητα, το νεύρο του εμπορίου, από τον μετρημένο χρόνο των χειροτεχνών και των μαστόρων, στη νωχέλεια του καφενείου, στη σκηνοθετημένο σπιντ του μπαρ. Η αλλαγή συντελέσθηκε πριν απ’ την κρίση· αλλά μήπως αυτή ακριβώς η μετάπτωση ήταν ένα σημάδι για την επερχόμενη κρίση; Μήπως ήταν ένα σημάδι για την απονεύρωση του παραγωγικού ιστού έως την εξάχνωσή του; Ενα σημάδι για την μετάβαση από τον έμπορο, επιχειρηματία, επαγγελματία, μαγαζάτορα, μάστορα, αρτιζάνο, στον υπάλληλο, τον εξαρτώμενο, τον ουσιαστικά ανειδίκευτο χαρτογιακά, τον έχοντα θέση εργασίας αλλά μη έχοντα επάγγελμα;

Στην Πραξιτέλους, ρωτάω τον καφεκόπτη τι είδους εσπρέσο έχει. Είναι τρίτη γενιά τεχνίτης και έμπορος, περιγράφει κάθε χαρμάνι με την προέλευσή του, το καβούρδισμα, το άρωμα, την τιμή. Ρωτάω το ίδιο σε ένα κατάστημα αλυσίδας franchise: η κοπέλα πρόθυμα μου αναφέρει ότι έχουν τον κλασικό και τον σπέσιαλ, ναι, αράμπικα νομίζει… Δεν ξέρει τι εμπορεύεται, γιατί βρίσκεται εκεί, αλλού θα ήθελε να βρίσκεται.

Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε ο κόσμος στο εμπορικό καρτιέ: Από την τέχνη και τη γνώση, στην άγνοια και την κατανάλωση. Από τον βιωμένο χρόνο στον ξοδεμένο χρόνο, από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της κατανάλωσης, από την αυτονομία του παραγωγού και εμπόρου, του ελεύθερου επαγγελματία, στην εξάρτηση του υπάλληλου μιας μεγαλοεγχώριας ή πολυεθνικής εταιρείας. Η συγκέντρωση κεφαλαίου και εργασίας έπνιξε παραγωγούς, τεχνίτες, εμπόρους, τα καφενεία και τα ποτάδικα αντικατέστησαν τα υφασματάδικα και τα εργαστήρια. Η συγκέντρωση έφερε τη φούσκα, την κρίση, τη διάλυση. Τώρα διαλύονται και οι εξαρτημένοι, οι προνομιούχοι των ΔΕΚΟ, οι μικρογιάππηδες και οι white collars, τα στελεχάκια, οι μαστερούχοι με εξωτικές αγγλοειδικότητες στις επαγγελματικές κάρτες. Ολα ρευστοποιούνται, παλαιά και νέα και νεότατα.

Ξανακοιτώ με άλλο μάτι τους νωχελικούς θαμώνες των καφενείων στους πεζόδρομους του εμπορικού καρτιέ. Θα μπορούσαν να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα για πετσοκομμένους μισθούς, μαζικές απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία; Ισως. Εχουν σίγουρη δουλειά, σίγουρο εισόδημα, και δεν νοιάζονται; Μπορεί. Ή μήπως δεν έχουν τίποτε και ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτε να χάσουν πια, λιάζονται αδρανείς και ολιγαρκείς; Πιθανό κι αυτό.

Ολα είναι πιθανά. Ολα μπορείς να τα δεις, όλα μπορούν να συμβούν στην ηλιοστεφανωμένη Αθήνα, αυτό το ιστορικό φθινόπωρο του 2011.

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.


Το τεράστιο γιοτ του Αμπράμοβιτς, Luna, δεσπόζει στην κεντρική αποβάθρα της Βενετίας, λίγο μετά τα Τζαρντίνι της Μπιενάλε, λίγο πριν από τον Σαν Μάρκο. Ενα υπέρκομψο σκούρο κήτος, 115 μέτρα, μια τεχνητή όρκα από μέταλλο και υαλονήματα, με ελικόπτερο πάνω απ’ τη γέφυρα και Star Wars ραντάρ. Η αποβάθρα, σε αυτό το σημείο, είναι κλεισμένη με κάγκελα και φυλάσσεται από ιδιωτική ασφάλεια. Ενας μανάβης υποβάλλει σε έλεγχο τα φρούτα της τροφοδοσίας, όλοι είναι βλοσυροί και καλωδιωμένοι κάτω από τον καυτό ήλιο, οι μπιεναλίστες των τεχνών φωτογραφίζουν αμήχανοι την επιβλητική εγκατάσταση Luna a Venezia.

Στο ύψος της πρύμνης του Luna, πάνω στη riva, έχει στηθεί το καλλιτεχνικό περίπτερο της Αϊτής, μέσα σε δύο κοντέινερ. Η σεισμοπαθής Αϊτή δεν έχει λεφτά για νοικιάσει κτίριο. «Θάνατος και γονιμότητα» είναι ο τίτλος της έκθεσης των πιο φτωχών από τους φτωχούς της Καραϊβικής – μια εγκατάσταση με αποτροπαϊκές φιγούρες βουντού, φτιαγμένες από βιομηχανικά σκουπίδια. Οι Αϊτινοί ξορκίζουν με βουντού το απαστράπτον κήτος του Ρώσου ολιγάρχη, σαν να περιφρονούν και να εκλιπαρούν μαζί. Το φιλότεχνο πλήθος προσπερνάει ζαλισμένο από τη ζέστη και την υγρασία· νωρίτερα φωτογράφιζε σωματοφύλακες, πάνοπλες ειδικές δυνάμεις και βατραχανθρώπους στα κανάλια που επιτηρούσαν την επίσκεψη του προέδρου Σιμόν Πέρες στο περίπτερο του Ισραήλ.

Ολα συνυπάρχουν στην παλαιότατη Γαληνοτάτη Δημοκρατία: ζάπλουτοι, πένητες, επαίτες, μαζοτουρίστες, μαθητές, art crowd, βισκοντικά πάρτι σε υπερπολυτελείς σάλες, Γιαπωνέζες με δεκάδες τσάντες επώνυμα ψώνια, μαύροι πωλητές «μαϊμούδων» ακριβώς έξω από τα ορίτζιναλ, τις μπουτίκ Prada, Chanel, Luis Vuitton, Gucci, Hermes. Στην Dogana και στο Palazzo Grassi o μεγιστάνας των πολυτελών εμπορευμάτων Φρανσουά Πινό εκθέτει τμήματα της συλλογής του: επιβλητικά, μελαγχολικά ή αφελή έργα σύγχρονης τέχνης. Φθάνοντας στην πούντα, δεκάδες γιοτ λικνίζονται νωχελικά στα ρεμέτζα, έξω ακριβώς από τα πυρετικά έργα του ζωγράφου Ανσελμ Κίφερ και τα πονεμένα σχόλια των Αράβων καλλιτεχνών της διασποράς.

Εξωστρεφής, βαθύτατα ιστορική, πλούσια και αναχωνευτική, πλήρης λαών και φύλων, έμπειρη του πλούτου, της διπλωματίας και της κατάκτησης, η Serenissima αγκαλιάζει τα πάντα, χλιδή, ματαιοδοξία, νεωτερισμούς, μετασχηματισμούς, όλα λικνίζονται αιώνια στα θολά κανάλια και στη λαγκούνα με τρελή σοροκάδα.

Η σοροκάδα θυμίζει τις αλίπληκτες Κυκλάδες, τους στροβιλισμούς της αρμύρας, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη ναυτοσύνη, τις πολιτείες του νερού. Μοιραζόμαστε τούτη την ακαριαία αίσθηση με τον Γιώργο, λίγο προτού μας πάρει η θάλασσα της επιστροφής· από τη βενζινάκατο μάς φωνάζει σημαδιακά «Στον Τούρλο!» Ξάφνου όλα λιώνουν σαν αλάτι, τα μουράνο, τα μωσαϊκά, οι λέοντες, οι καθρέφτες, και βρισκόμαστε στο Αιγαίο, στη χώρα που αφήσαμε πίσω μες στην αβεβαιότητα, όλα μάς επιστρέφουν στην αλμυρή πατρίδα.

Ημέρα παθών, σε έτος παθών. Ημέρες οργής, που δεν ψάλλονται από χορωδίες ρομαντικές σε γοτθικούς ναούς, αλλά σιγοκαίνε βουβές στα λαρύγγια πλήθους νεόπτωχων, διαψευσμένων, χωρίς μάχη ηττημένων. Καθολικών του Βορρά, Ορθοδόξων και Καθολικών του Νότου. Στον κάθε τόπο άλλης τονικότητας δοξασία, αλλά το αποτέλεσμα ένα: ενοχοποίηση του πλήθους με κρίσιμους μετατονισμούς του ίδιου τροπαρίου: ”Μαζί τα φάγαμε”, ”εμείς φταίμε”, ”όλοι είμαστε ένοχοι”.

Μα είναι αληθές το τροπάριο; Κάθε τροπάριο περιέχει την αλήθεια του κυρίαρχου, του συνθέτη που το επιβάλλει ως κοινό άσμα και κοινή δόξα, ως μόνη αλήθεια. Μα ο κυρίαρχος είναι ο πρώτος που εγκαταλείπει το τροπάρι του, όταν δεν τον εξυπρετεί πια, και επιβάλλει νέο, νέα, πιο βολική αλήθεια.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, όσοι ωρύονται σήμερα κατά των τεμπέληδων, μαλθακών, κρατικοδίαιτων, βαθιά ένοχων Ελλήνων, είναι οι ίδοι που προς τη δύση της δεκαετίας του ’80 ευαγγελίζονταν την επανάσταση του λαϊφστάιλ, εισήγαγαν στο ΠΑΣΟΚ τις κουστουμιές Hugo Boss αναμίξ με Ηλία Ανδριόπουλο και Μπρους Γουίλις, ξεκοκκάλιζαν επιδοτήσεις και μισθάρες από προβληματικές. Είναι οι ίδιοι που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όμνυαν υπέρ της δημοκρατίας του Χρηματιστηρίου, υπέρ της αναδιανομής του πλούτου μέσω σορταρίσματος, υπέρ της ισχυρής Ελλάδας που σάρωνε τους ψοφοδεείς νοικοκυραίους και τους μετριοπαθείς.

Ναι, έγινε αναδιανομή του πλούτου, μεταφορά του από τον λεηλατημένο δημόσιο χώρο στις τσέπες ολίγων και εκείθεν εξαγωγή του σε φορολογικούς παράδεισους. Ναι, έγινε αναδιανομή εξουσίας, εν ονόματι του χάχα λαού, προς όφελος μιας οικογενειακής ολιγαρχίας, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής δημοκρατίας. Ναι, το τροπάρι ήταν πειστικό: νανούρισε, αποκοίμισε, ξεμυάλισε. Και παραμένει ίδιο, με ανάποδα λόγια, με άλλο τόνο, με ίδια απεύθυνση: για όλο το χαλασμό φταίει ο ίδιος πάντα αδύναμος, ο ποδηγετούμενος, ο θύτης του εαυτού του. Το θύμα πιστεύει τον εαυτό του ως θύτη, και μένει λυσσασμένο, ανίσχυρο, πνιγμένο στον αδιέξοδο θυμό.

Στο δρόμο προς τη σταύρωση, ακούμε διαρκώς: Το τροπάριο του Χρηματιστηρίου: από το κάγκελο στον κουβά. Το τροπάριο των Ολυμπιακών: από τη φενάκη στη διάψευση. Το τροπάριο του Μνημονίου: από τη διάψευση στην άβυσσο. Και ψιθυρίζουμε την προσευχή μιας απλής καρδιάς, τα λόγια του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου:

Κύριε ― άνθρωποι απλοί,
πουλούσαμε υφάσματα
(κ’ η ψυχή μας
ήταν το ύφασμά που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πηγή και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτια.
Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
― πιάνουνε στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα ―.

Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

(Στη Μεσόγειο πάντα πιστεύαμε την Ανάσταση.)

ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2011

Πόσο διαφορετικούς ανθρώπους άκουσα χθες να μου λένε σκασμένοι ότι τους σοκάρισε ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου, ότι έχασαν έναν δικό τους, έναν φίλο, ότι ένιωσαν να χάνουν κάτι από τη δική τους ζωή, ένα τραγούδι που τους σημάδεψε. Συμφώνησα με όλους. Κι εγώ έτσι ένιωθα: σαν να τέλειωνε μια εποχή, εποχή αθωότητας, αμεριμνησίας, ανθισμένων αισθημάτων.

Μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, που αποδήμησε πριν από σαράντα μέρες, και με κάποιους άλλους λιγοστούς καλλιτέχνες της γενιάς του, ο Παπάζογλου ανανέωσε το λαϊκό τραγούδι, το απενοχοποίησε, το πήγε ξανά προς τις πηγές του: ανανέωσε τον λυρισμό του, επαναφόρτισε το αίσθημα, πυρπόλησε τις καρδιές και όχι τα ορμέμφυτα, τραγούδησε τον πόνο με τη χαρά, υπενθύμισε τα μάταια και την ουσία. Ετσι, όταν άκουγες τη φωνή του στα λάιβ ή στα ράδια, λυγμική αλλά ποτέ κλαψιάρα, φωνή βυζαντινή, με ήθος κοινότητας και ύφος προσώπου, γείωνες κι εσύ μες στα χώματα της ζωής, αναγνώριζες τον εαυτό σου, όχι σαν μοναχοδαρμένο, αλλά σαν συνέχεια μιας παράδοσης, οργανικό μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων που έχουν παρόμοια ντέρτια μ’ εσένα, παρόμοιους φόβους, ίδια φθαρτότητα. Ο Αύγουστος είναι για όλους ίδιος· και πάντα ενώνει μες στην αβάσταχτη γλύκα του.

Στον αειθαλή Αύγουστο του Παπάζογλου, α καπέλα ή με μείξη ηλεκτρικής Fender και μπουζουκιού, ενώθηκαν γενιές: ρεμπέτες και ροκάδες, αριστεροί και αδιάφοροι, υποψιασμένοι και ελαφρούτσικοι, μπατίρια, πλούσιοι, ποδοσφαιρόφιλοι, ράπερ… Κι είχε αλήθεια αυτή η τυχαία συνεύρεση· όση είχε και η στερεοτυπική του αμφίεση επί σκηνής: δεν ήταν πόζα, ήταν η αληθειά του. Τζιν παντελόνι, τζιν ή τζεϊλχάουζ πουκάμισο, όλα θαλασσιά, και μια φλόγα στο λαιμό, η φωνή του, η άλικη μπαντάνα. Σαν ροκάς του αμερικανικού Νότου, ένας Ολμαν Μπράδερ ας πούμε, ή σαν Νιλ Γιανγκ, σαν Μπρους Σπρίνγκστιν. Μα τέτοιας αισθηματικής κλάσεως καλλιτέχνης ήταν, τέτοια ενέργεια σκόρπιζε στα μυθικά καλοκαιρινά του λάιβ, ζυγισμένα, μετρημένα, αλλά και απλόχερα.

Ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω την πάνδημη θλίψη που προκάλεσε η αναχώρησή του. Ηταν ένας άνθρωπος εκτός συστήματος, εκτός της βιομηχανίας ψυχαγωγίας, εκτός δημοσίων σχέσεων, εκτός νύχτας, εκτός μπίζνες. Αλλά ήταν εντός ζωής. Βαθιά μες στη ζωή. Χειροτέχνης, αυτοσχεδιαστής, αυτοδίδακτος· άνθρωπος της παρέας, των φίλων, της εργασίας, της συνέπειας, των αρχών. Αυτό του επέστρεφε ο κόσμος σαράντα τόσα χρόνια, αυτό λείπει τώρα από τον κόσμο, τον κόσμο που δάκρυσε μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι, ένα στιχάκι, έναν λυγμό του Παπάζογλου: Αυτή η αίσθηση για τη ζωή, δοξαστική και βαθιά, ερωτική και αφτιασίδωτη, γήινη, αυθεντική.

Μιλάνε για το τέλος της Μεταπολίτευσης, για την επιβλαβή κουλτούρα της και το ρέμπελο ήθος της. Ρηχά λόγια, ρηχές σκέψεις. Ο Παπάζογλου διαψεύδει τους αστοιχείωτους και τους στεγνούς, τους άνιωθους, με το ήθος της φωνής του, διηνεκώς: Ηταν ωραίος Ελληνας, καλός, άξιος, ουσιώδης, απ’ τους πολλούς καλούς της Μεταπολίτευσης, απ’ τους πολλούς καλούς κάθε εποχής. Γι’ αυτή την απώλεια κλαίμε.

Γυάλινες επιφάνειες, απ’ την άσφαλτο ώς τον ουρανό, γκόθικ και αρ ντεκό ουρανοξύστες, ατμοί στις κορφές και στα ρείθρα, σμήνη commuters στους σταθμούς, γκόλντεν μπόις για λαντς στο φαϊνάνσιαλ ντίστρικτ, εργατιά τριτοκοσμική στα παρασκήνια των ρεστωράν. Γνώριμα και οικεία. Κι αφήνεις τη Μητρόπολη, και μπαίνεις νύχτα στη suburbiana και στην academia: σαν ξημερώσει εμβαπτίζεσαι σε αναβιωμένο γκόθικ, νεοκλασικισμό, μοντερνισμό ma non troppo, στο κάμπους του Πρίνστον ανάμεσα σε νεαρούς με σορτς, μεσήλικες με τουίντ, γέροντες με ξεχειλωμένες ζακέτες, με φήμες για σαλούς επιστήμονες-ποιητές που επιβάλλουν συσκότιση στο Institute for Advanced Study, για να αναμετριόμαστε με τον έναστρο ουρανό, με το άπειρο και το κάλλος του. Ο θερμός οικοδεσπότης απαγγέλλει αρχαίες επιγραφές υπό τον έναστρο ουρανό.

Πίσω από κάθε μνημείο χρήματος και πολιτισμού, άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι. Αλλοτε συγκρατημένοι ευγενικοί, άλλοτε ζωηροί γοητευτικοί, άλλοτε μαγευτικοί μες στην ηρεμία της σοφίας τους. Πολλή ευφυΐα μαζεμένη, πολλή γνώση, κάποτε συνοδευόμενες από βαθύτερη καλλιέργεια, κάποτε περιβεβλημένες από αιδημοσύνη ή αφηρημάδα, λεπτή μελαγχολία ενίοτε, και μια αύρα ιδρυματισμού φυσά πότε πότε. Η academia δεν είναι αυτό που ήταν: διαβατήριο επαγγέλματος και ανόδου· παραμένει πάντα δύσκολη και ανταγωνιστική, αλλά με πολύ λιγότερα δώρα. Οι άνθρωποι όμως πάντα βρίσκουν μια χαραμάδα να λάμψουν, ιδίως αν είναι νέοι, ακόμη κι αν βλέπουν μια αναγκεμένη πατρίδα πίσω τους και μια χώρα υποδοχής σε κρίση μπροστά τους.

Οι είκοσι-κάτι είναι οι πιο εύθραυστοι και ευγενικοί, ευγενέστατοι, μα και πραγματιστές και μαχητές· έχουν περάσει από δυο-τρία-τέσσερα πανεπιστήμια ο καθείς και ατενίζουν το μέλλον χωρίς τρελές προσδοκίες αλλά με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση. Οι τριάντα-κάτι τρενάρουν σε post doc και έρευνες, χτυπάνε πόρτες, είναι πιο αγχωμένοι, έχουν ήδη απαιτήσεις ζωής, διαβάζουν τα έργα τέχνης με αναλυτικότητα αλλά και συγκίνηση. Ολοι έχουν πολιτική σκέψη εν εγρηγόρσει, ανεξαρτήτως αφετηρίας. Μιλώντας για την αγωνιώδη Ελλάδα του 2011, ακούνε τη γενιά τους, τη γενιά των γονιών τους, αφουγκράζονται τα επερχόμενα, ερμηνεύουν σαν πειθαρχημένοι ερμηνευτές. Κάποιοι ακούνε κι άλλες φωνές, αντηχήσεις του ’20 και του ’30. Συζητάμε με θέρμη, με ένταση, χρησιμοποιώντας ατάκτως ερμηνευτικά εργαλεία ανθρωπολογίας, φιλολογίας, ιστοριογραφίας, αισθητικής. Η θεωρητική υπερεξάρτυση δεν σκεπάζει την ειλικρίνεια, την ενσυναίσθηση, παρ’ όλ’ αυτά.

Ενας πρεσβύτης με παιδικό σπινθηροβόλο βλέμμα μάς πρόσφερε το καλύτερο μάθημα δημιουργικής ενόρασης, να βλέπουμε το παρόν μες στο παρελθόν, με συγγνωστούς αναχρονισμούς, βουτώντας ταυτοχρόνως στη ζωγραφική, τις λέξεις και τις φανερώσεις του καθημερινού. O Πίτερ Μπράουν, «πατέρας» της ιστοριογραφίας της Υστερης Αρχαιότητας. Με διαρκώς γελαστό βλέμμα, με άφθαστη φυσική ευγένεια («It’s great pleasure… It’s great honour…»), ο Miglior Fabbro των στοχαστικών προσαρμογών ανήγαγε τον Στέλιο Φαϊτάκη στον Φώτη Κόντογλου με θαυμασμό, προσθέσαμε την Neue Sachlichkeit και τον Οττο Ντιξ, κι ύστερα πρόβαλε τις νεανικές αντικουλτούρες και τη χειρονομιακότητα του Δεκέμβρη ’08 στον κόσμο των προφητών της ύστερης αρχαιότητας, της μακράς μετάβασης: Μιλούν για την «καινήν κτίσιν», είπε σε άψογα ελληνικά. Με τέσσερις-πέντε παρατηρήσεις ο μαιτρ άνοιγε δρόμους πολύπλευρης κατανόησης, πρισματικής ενσυναίσθησης του παρόντος. Ολη δική μου η τιμή που σας άκουσα, δάσκαλε και τεχνίτη. Είσθε ο δεύτερος σοφός που γνωρίζω στην Αμερική, μετά τον Σπύρο Βρυώνη – ιστορικός κι αυτός, πολύγλωσσος, γνώστης της Μεσογείου και της Ανατολής.

Ιδού τα κρυμμένα δώρα τούτης της academia. Η σοφία, και όχι μόνο η γνώση· τα επιχειρήματα, ο πυκνός λόγος, η ευκταία αλληλοτροφοδότηση ζωής και λογιοσύνης. Και το λευκό σπίτι Scheide Caldwel του ελληνικού πνεύματος στο Πρίνστον, αυτό ακριβώς: σπίτι, εστία, που γυρνάει σε βουλευτήριο, σεμινάριο και αισθαντικό σινεμά. Στο ίδιο σπίτι και οι εβραϊκές σπουδές.

Η Μητρόπολη κλείνει και επιστέφει. Βάζει τη σφραγίδα των μεγάλων και των έντονων: μεγάλα μουσεία, του μοντερνισμού και των επιστημών, του Μαξ Μπέκμαν, του Πόλοκ και του Βαν Γκογκ (ο έναστρος ουρανός του Institute for Advanced Study) · μεγάλο μπέιζ-μπολ (σαν αναπαράσταση των εποχών και της Οδύσσειας το περιγράφει ο φιλόλογος του Γιέιλ Bartlett Giamatti) με τις τρεις φονικές βολές του «γιάνκη» Μο Ριβιέρα και υπόκρουση Metallica· έντονα μιούζικαλ με τον οργισμένο ροκ American Idiot· μεγάλες πεζοπορίες σε μεγάλους δρόμους, μεγάλες αυτοκινητάδες νυχτερινές ώς την άκρη του νερού, έντονες συζητήσεις για τον μεγάλο καημό της Ελλάδας.

Κυματισμός, από το μεγάλο στο μικρό, από το γενικό στο ειδικό, από το τάνυσμα στη χάλαση, από τον νου στην καρδιά, από το Υψηλό στο Ποπ. Ολα οικεία. Με δοκιμασμένους φίλους. Με νέους φίλους. Ολα οικεία κι όλα διαρκώς άλλα, όλα απ’ την αρχή.

Στην ταινία Wasted Youth όλα συμβαίνουν καλοκαίρι. Ο 16χρονος Χάρης περιπλανιέται στην Αθήνα του καύσωνα πάνω στο σκέιτμπορντ, με τα ακουστικά του iPod στ’ αυτιά, και τη γεύση της αθανασίας στα χείλη. Βόρεια προάστια, συνοικίες, γειτονιές, πλατεία Συντάγματος, Φιλοπάππου, Μοναστηράκι, Γκάζι, Ζούμπερι… Οι φίλοι του είναι παιδιά από μικρομεσαίες οικογένειες, μετανάστες, έφηβοι που δουλεύουν, πηγαίνουν σχολείο χαλαρά, μοιράζονται ένα σουβλάκι και μια μπίρα, μοιράζονται τις εμπειρίες του φλερτ, μοιράζονται τον πελώριο χρόνο. Καθώς παρακολουθείς το παιχνίδι, το χασομέρι, τις επαφές τους, τίποτε δεν σου βάζει στο νου ότι αυτός ο χρόνος μπορεί να διαρραγεί. Οταν το κορίτσι λέει στον Χάρη να μη βιάζεται να προχωρήσει ερωτικά, γιατί “έχουν όλο τον χρόνο”, ο Χάρης απαντά χιλιαστικά: “Ποιο χρόνο; Το 2012 θα καταστραφούν όλα!”

Η “Σπαταλημένη νιότη” των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιαν Φόγκελ τυπικά είναι μια μυθοπλασία βασισμένη στον φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Βαθύτερα όμως είναι ένα δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ με πρωταγωνιστές τους έφηβους, τις μικρομεσαίες τους οικογένειες και την μητροπολτική Αθήνα. Είναι ένα υβρίδιο ηθογραφίας και road movie, στην οποία συναντιούνται οι μεγάλες πικρές αφηγήσεις για τη νεολαία, η ιχνογράφηση της σύγχρονης οικογένειας, ο νεορεαλισμός ― το Αmerican Graffiti του Τζ. Λούκας, τα σύγχρονα βραζιλιάνικα με την άγρια μητροπολιτική νεολαία, η ανθρωπολογία των ragazzi di vita του Παζολίνι. Η μοναξιά και η στέγνια αντάμα με την τρυφερότητα, την αθωότητα, τη δύσκολη αναζήτηση της αγάπης.

Είναι ντοκυμαντέρ και αυτοσχεδιασμός: η ταινία δείχνει σχεδόν τις ραφές της, δεν προσποιείται την μεγάλη παραγωγή, δεν εκπαιδεύει ηθοποιούς, η δραματουργία της είναι σχεδόν προσχηματική. Αυτή η τυπικά ρομαντική αφέλεια, αυτή η φρεσκάδα και η απλότητα, η ειλικρίνεια, συνιστούν τη γοητεία της.

Το Wasted Youth είναι μια ροκ ταινία που μιλάει για την Ελλάδα σήμερα, και φιλμάρει την Αθήνα σαν Λος Αντζελες της Μεσογείου, γυμνή, ακομπλάριστη· δείχνει την Αθήνα αυτή που είναι και λίγοι την καταλαβαίνουν: μια υπερμοντέρνα μητρόπολη, γεμάτη λιωμένα αισθήματα, γεμάτη αγάπη και ένταση, αλλά χωρίς στόχο, με σπασμένη τη ραχοκοκκαλιά, μια μάνα που φοράει κηδεμόνα.

Η σκηνή που επισκέπτεται ο Χάρης τη μάνα του στο νοσοκομείο κελαρύζοντας “γειά σου, μαμά” και αγκαλιάζονται και χαϊδεύονται καθώς της φοράει τον κηδεμόνα για τη σπονδυλική στήλη, είναι συνταρακτική κορύφωση τρυφερότητας μάνας-γιου και υπόκωφη αλληγορία για την ανάπηρη αγάπη που δεν μπορεί πια να μας στηρίξει ολοκληρωτικά. Ο Χάρης στηρίζει τη μάνα του και την περπατάει, την κοιτάει με λατρεία, ερωτικά, η μάνα του ανησυχεί, τον λέει συνεχώς “μωρό μου”. Υστερα τρώει ένα ζελέ στο νεκρικό κυλικείο, μόνος, εν σιωπή: Ο χρόνος πάλι αραιώνει, διαστέλλεται, στα μέτρα της απέραντης εφηβείας. Εχει προηγηθεί η αγκαλιά, το χαστούκι και ο καβγάς με τον πατέρα: η σχέση με τον πατέρα είναι σπασμένη.

Η πάσχουσα ραχοκοκκαλιά της μάνας, λοιπόν. Η θραυσμένη πυρηνική οικογένεια: Βουβοί τρώνε, βουβοί κοιμούνται στα διαμερίσματα. Ο οικογενειάρχης Βασίλης καπνίζει μανιασμένα με θέα τον ακάλυπτο· είναι ολόκληρος μια τεντωμένη χορδή που πορεύεται προς την έκρηξη αναπόδραστα. Η πολυεθνική παρέα των εφήβων, Ελληνες, Ουκρανοί, Αλβανοί, Αιγύπτιοι, Αρτούροι, Αμπντάλα και Ερμάλ, Χάρηδες και Σπόροι, μια φυλή φίλων, υποκατάστατο οικογένειας, όπου όλοι αποκαλούνται μυητικά “ρε φίλε”, “ρε μαλ..κα” και μοιράζονται όνειρα και φαντασιώσεις.

Το Wasted Youth, όπως και η Χώρα Προέλευσης του Σύλλα Τζουμέρκα, και τα άλλα πρόσφατα κινηματογραφικά έργα καλλιτεχνών ίδιας γενιάς και παρόμοιας ευαισθησίας, βυθίζονται στην ελληνική ζωή και φωτογραφίζουν φόβους, αισθήματα, σχέσεις, ελλείψεις, αγωνίες, ό,τι οδήγησε στον απωθημένο Δεκέμβρη του ’08 και στην παρούσα πολιτισμική-κοινωνική κρίση.

Καμία δημαγωγία, κανένα εύκολο συμπέρασμα, καμία διδακτικότητα ή ηθικολογία, ακόμη και σε ένα τόσο καυτό, φορτισμένο θέμα όπως ο χαμός ενός παιδιού. Το Wasted Youth δεν δικαιολογεί, δεν ερμηνεύει, δεν κοινωνιολογεί, δεν φιλολογεί, μόνο δείχνει: την πόλη λιωμένη στο φως του καταμεσήμερου, τη φαντασμαγορία της αστικής νύχτας, πρόσωπα και σώματα σε κοντινά.  Και αφουγκράζεται: τον ήχο του σκέιτμπορντ, μια κιθάρα indie, ένα κουρελάκι ραπ, ένα σκούτερ που αγκομαχάει, λόγια που τα παίρνει η σκόνη. Λεπτομέρειες, θραύσματα, φευγαλέες στιγμές, χωρίς κεντρικό νόημα. Ολα ειπωμένα παρατακτικά και επάλληλα, χωρίς μπρος-πίσω, σχεδόν αυτοσχέδια, με μια λάμπουσα εικονοποιϊα που αφηγείται χωρίς λόγια.

Το Wasted Youth, περισσότερο από μια καλή ταινία, είναι μια αυθεντική μαρτυρία για την εποχή μας, και μια προκαταβολή για τη σπουδαία τέχνη που πρέπει να περιμένουμε από τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων.

-Σίντυ: Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελες να κάνεις;
-Ντιν: Σαν τι;
-Σίντυ: Είσαι καλός σε πολλά, θα μπορούσες να κάνεις κάτι…
-Ντιν: Σαν τι; Να είμαι άντρας σου, να είμαι πατέρας της Φράνκι; Τι; Πώς με φαντάζεσαι;
-Σίντυ: Δεν ξέρω… Είσαι καλός σε τόσα πράγματα… Εχεις μεγάλη ικανότητα…
-Ντιν: Σε τι;
-Σίντυ: Ζωγραφίζεις, τραγουδάς, χορεύεις…
-Ντιν: Ποτέ δεν ήθελα να είμαι σύζυγος ή πατέρας ενός παιδιού… Αλλά τώρα είναι το μόνο που θέλω να κάνω. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Αυτό θέλω.
-Σίντυ: Θα ήθελα να ‘χεις μια δουλειά, που δεν θα ξεκινά από τις οκτώ το πρωί για να πιεις.
-Ντιν: Οχι, έχω μια δουλειά που μου επιτρέπει να πίνω από τις οκτώ το πρωί… Είναι πολυτέλεια. Ξυπνάω, πίνω μια μπίρα, πάω στη δουλειά, βάφω ένα σπίτι, τους αρέσει η δουλειά μου, γυρνάω σπίτι και είμαι μαζί σας. Αυτό είναι όνειρο!
-Σίντυ Και δεν νιώθεις ποτέ απογοητευμένος;
-Ντιν: Γιατί να νιώσω έτσι;
-Σίντυ: Που έχεις τόσες δυνατότητες και…
-Ντιν: Και λοιπόν; Κάνω αυτό που θέλω. Γιατί πρέπει δηλαδή να βγάζω λεφτά απ΄τις δυνατότητές μου;
-Σίντυ: Μα δεν σου λείπει;
-Ντιν: Μα τι εννοείς με τις δυνατότητες; Τι σημαίνει δυνατότητες; Δυνατότητες για τι; Να τις κάνω τι;

Ο Ντιν και η Σίντυ, το ζευγάρι της ταινίας “Blue Valentine”, είναι σχεδόν τελειωμένοι, στα τριάντα τους. O Nτιν, με αρχή φαλάκρας, φανελάκι και τατουάζ, είναι ένας νεοπρολετάριος με αισθητική indie και συμπεριφορά Μάρλον Μπράντο στο Λιμάνι της Αγωνίας και στο Λεωφορείον ο Πόθος. Ενας άντρας που τον στοιχειώνει η οικογένεια που δεν είχε. Και κουβαλάει την έλλειψη φιλοδοξίας, στα μάτια της συντρόφου του τουλάχιστον. Η Σίντυ είναι η νεοπρολετάρια που πήγε στο κολέγιο και έχει φιλοδοξίες, πιστεύει ακόμη στο όνειρο της ανόδου, της καριέρας. Ο έρωτας τους ένωσε και τους λαμπάδιασε για μια στιγμή, υπέροχα, μελοδραματικά, cool, χίππικα, σαν διαφήμιση της Apple. Αλλά τώρα, μερικά χρόνια αργότερα, ο έρωτας έχει σβήσει, και η αγάπη δεν πρόλαβε να τους δέσει· η ζωή, η ανάγκη, τα στερεότυπα, οι αποκλίνοντες χαρακτήρες, διαλύουν το εύθραυστο υποστύλωμα του νεανικού έρωτα των παιδιών της εργατικής τάξης. Μόνοι τους, ο καθείς με τους δαίμονές τους, με τον έρωτα σβησμένο, με την αγάπη λιγοστή, βλέπουν στον άλλο ένα εμπόδιο.

Και οι δύο διψούν για αυτοπραγμάτωση. Και οι δύο ζουν μόνοι μεταξύ ενός πλήθους μόνων. Η Σίντυ βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την πρόοδο, την προκοπή, την άνοδο, την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων· είχε ξεκινήσει σπουδές, πλησίασε το επόμενο σκαλί, προσπαθεί να το ξαναφτάσει· ο γκρίζος προλεταριακός βίος την καταθλίβει. Προσπαθεί να επανεκκινήσει, πριν να είναι αργά, οδηγημένη από ένστικτο επιβιωτή.

O Ντιν βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την αποδοχή μιας κατάστασης, την οποία δεν την επέλεξε καν: να είναι πατέρας ενός παιδιού που δεν του ανήκει, να κάνει δουλειές του ποδαριού, να χουζουρεύει σπίτι, να παίζει διαρκώς με το παιδί, σαν παιδί. Ο λαμπερός νέος με το γιουκαλίλι που φλερτάρει τη νύφη ερμηνεύοντας συνταρακτικά το ποπ στάνταρ “You Only Hurt the Ones You Love” (Πληγώνεις μόνο όσους αγαπάς), είναι ένας φθαρμένος γόης, που παίζει, μεθάει και θυμώνει. Η αποδοχή συνορεύει με την παραίτηση.

Βλέποντας την ταινία του Derek Gianfrance δεν έβλεπα μόνο τον πικρό ρεαλισμό μιας σχέσης. Εβλεπα τη βαθιά ψυχή της Αμερικής, της εργατικής της τάξης, με τα μικρά όνειρα, την αμεσότητα των αισθημάτων, την απλότητα των σχέσεων, την αδυναμία του ξεμοναχιασμένου ατόμου, το βάρος του American Dream. Ο αμόρφωτος Ντιν, με τα ακατέργαστα ταλέντα, θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: Κάνω αυτό που θέλω· γιατί πρέπει να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου; Το ερώτημά του είναι μια σπαρακτική αμφισβήτηση του American Dream, του Δυτικού Ονείρου, του υλιστικού μοντέλου ζωής, του πνιγηρού ντετερμινισμού της διαρκούς προόδου. Γιατί να μην είμαι απλώς αυτό που είμαι; Γιατί να είμαι κάτι παραπάνω, κάτι άλλο;

Τελειώνοντας την κασαβετική αυτή ταινία, με ανθρώπους τρυφερούς και τσαλακωμένους, αντιλήφθηκα ότι στο δράμα τους δεν έβλεπα μόνο εικόνες από την βαθιά Αμερική, αλλά κάτι πιο κοντινό: έβλεπα εικόνες της Ελλάδας σήμερα. Οι indies Ελληνες 20-30ρηδες που μπουσουλάνε στο άνυδρο παρόν έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέτοια ερωτήματα, μαχαίρια: Τι ζωή αξίζει να παλέψω; Να αποδεχτώ αυτό που είμαι ή να ματώσω για κάτι παραπάνω; Και τι είναι το παραπάνω; Τι είναι οι δυνατότητες;

Η Αθήνα συμμάχησε με τη φύση χθες το απόγευμα για να αποχαιρετίσει τον καλλιτέχνη. Ολα βρέθηκαν εν αρμονία στο Πρώτο Νεκροταφείο, όπως ταίριαζε σ’ έναν κορυφαίο της γενιάς του, όπως ταίριαζε στον ταλαντούχο ζωγράφο, στον αισθητή και μποέμ, στον μαιτρ του αχειροποίητου, τον Νίκο Αλεξίου. Ολα αιωρούνταν στη διαύγεια.

Ο αιθέρας: ψυχρός τεφρός ο ουρανός, και κρύο ξηρό. Το χρώμα: κάτω από τον ψυχρό ουρανό έλαμπαν διαυγείς οι τόνοι του πράσινου, του πεύκου, του κυπαρισσιού, του φοίνικα, τα υπόλευκα ρόδα, η πολυχρωμία των λουλουδιών. Ο ήχος: κελαϊδίσματα πουλιών, απόηχοι από την νεκρώσιμη ακολουθία, σπαράγματα του Ιωάννη Δαμασκηνού: «Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα… Ως άνθος μαραίνεται, και ως όναρ παρέρχεται… Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα…» Το ανθρωπογενές περιβάλλον: Σκουροντυμένοι, σιωπηλοί, ζωγράφοι συνομήλικοι πενηντάρηδες, και μεγαλύτεροι και νεότεροι, ηθοποιοί, συγγραφείς, εκδότες, θεατράνθρωποι, καλλιτέχνες ας πούμε όλοι, εδώ όμως χωρίς την αυταρέσκειά τους, χωρίς ναρκισσισμό· χλωμές, με ξέβαφες ρίζες οι γυναίκες, αξύριστοι, βλοσυροί οι άνδρες, με σκοτεινά παλτά, ψιθύριζαν διστακτικά και αγκαλιάζονταν όλοι αυθορμήτως και φιλιόντουσαν παρηγορητικά: κι είχε άφθαστη αλήθεια τούτη η ταπείνωση ενώπιον του τετελεσμένου, η γονυκλισία ενώπιον του πεπρωμένου.

Ραγισματιά μία: το παγωμένο πρόσωπο κατά τον ύστατο ασπασμό. Ραγισματιά δεύτερη: το μύρωμα και τα άνθη στο σώμα. «Και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ΄εικόνα θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον,  άδοξον, μη έχουσα είδος. Ω του θαύματος!»

Ο μεταστάς ενορχήστρωνε φως, χρώματα, ήχους, κείμενα και ανθρώπους, σαν να έστηνε το τελευταίο του μεγάλο έργο, σαν να επαναλάμβανε το μεγαλειώδες έργο του στην Μπιενάλε Βενετίας, προ τετραετίας, υπό τον προφητικό τίτλο: The End. Mια μονολόγιστος προσευχή τότε, με την άυλη απόδοση του μωσαϊκού δαπέδου της Μονής Ιβήρων· ένα συμφωνικό ποίημα χθες, ένας μακρύς αποχαιρετισμός, μια βαθιά υπόκλιση στο φινάλε. Με κοινό παρονομαστή το κάλλος.

Η εκδημία του πενηντάχρονου ζωγράφου σήμαινε χθες, με τον τρόπο της, το τέλος μιας εποχής· με τον τρόπο της: τον τρόπο του βίου του Νίκου Αλεξίου, βίο καλλιτέχνη και πλάνητα, μοναχικού και σπινθηροφόρου, ενός ρομαντικού της γενιάς της μεταπολίτευσης· και τον απότομο, βίαιο, απροσδόκητο τερματισμό αυτού του βίου ― όλα τελείωσαν μέσα σε έξι μήνες. Ετσι βίαια, απροσδόκητα, πικρά, τερματίζονται τώρα τα ωραιότερα πράγματα της περασμένης 30ετίας, τα κομψά και ανωφελή, τα υπερβατικά, οι γενναιόδωρες σπατάλες της νιότης, η εμπειρία και η γνώση της ωριμότητας. Μα το κάλλος της εκδημίας, που εποίησε ο καλλιτέχνης, έτσι όπως το νιώσαμε χθες, η αξιοπρέπεια και η γενναιότης της αναχώρησής του, είναι ήδη κληρονομιά παρηγορητική και ελπιδοφόρα. Και σημαίνει πολλά για τα μελλούμενά μας.

Κάλαντα στον radiobubble, φιλοξενούμενος του Βυτίου, συντροφιά με τον Sraosha.

Οδυσσέας Τσάκαλος, Δερβίσικο, 2010 (demo)

Εβλεπα την ταινία του Σταύρου Καπλανίδη “Play it again Χρήστο”, ένα πρωτότυπο υπαρξιακό ντοκυμαντέρ για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, μια ταινία γεμάτη λόγια φίλων, μνήμη, αισθήσεις, γεμάτη από την αύρα ενός ανθρώπου, την αύρα μιας εποχής. Δεν άλλαξα στάση στην πολυθρόνα, καθόμουνα άκρη, και κρεμόμουνα από το στόμα των ανθρώπων που μιλούσαν, από φωτογραφίες του ’70 και του ’80, από θραύσματα μουσικά, απ΄την Αθήνα και την Πάτμο, απ΄τη ζωή που έγνεφε γελαστικά, μελαγχολικά, φευγαλέα. Εμεινα στην ίδια στάση ώς τα γράμματα τέλους.

Γιατί στην ταινία δεν έβλεπα μόνο τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον κριτικό, τον γραφιά, τον κινηματογραφιστή, τον αισθητή των καφενείων, τον στοχαστή των αθηναϊκών οδών· τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά έβλεπα και ολόκληρη την εποχή, έβλεπα τους ανθρώπους της γενιάς μου, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις γενναιοδωρίες, τα λάθη, τις απώλειες, βουβά μποφόρ και ένδοξα ναυάγια. Οπως και το βιβλίο-κατόρθωμα του Κώστα Λιβιεράτου για τον Βακαλόπουλο, η «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», η ταινία του Καπλανίδη, σε άλλη κλίμακα, με άλλη γλώσσα, καταγράφει αφτιασίδωτα αλλά έμμορφα έναν άνθρωπο και την καιρό του, το ήθος και το χούι, τις μυστικές δονήσεις, τις ενοράσεις, τις διαψεύσεις, τις ήττες. Γι΄αυτό, τολμώ να αποκαλέσω αυτή την την ταινία, υπαρξιακό δοκίμιο και δραματικό τεκμήριο. Διότι ανασυστήνοντας το ίχνος του Βακαλόπουλου, δεν ανασυστήνει μόνο το γήινο ίχνος, το πνευματικό ίχνος, αλλά και τον μυστικό ίσκιο του, τον παπαδιαμαντικό διακαμό του.

Νά πώς: ο κινηματογραφιστής Νίκος Φατούρος αφηγείται τον φίλο του καθισμένος κατάχαμα, με το πανωκόρμι γυμνό, στην πλάτη του παίζουν σκηνές από ταινίες, η Αθήνα τρυπώνει από την μπαλκονόπορτα· κομπιάζει, γυρνάει σαν πρίγκηπας και λέει στην κάμερα: “Δώσε ένα τσιγάρο, κύριε Καπλανίδη…” Υστερα τραγουδάει ένα λαϊκό, in memoriam, βραχνά, σπασμένα, παράφωνα. Είναι δράμα, κι είναι τεκμήριο· είναι βραχνή αλήθεια.

Νά πώς: ο μάνατζερ Γιάννης Εξαρχος κομπιάζει, παύει, σαν να βουρκώνει· η ταινία βουβαίνεται και ακολουθεί τη σιωπή, διαδοχικά πέφτουν καρέ με όλους τους αφηγητές-φίλους σιωπηλούς, η σιωπή πήζει, σταλάζει βαριά. Είναι υπαρξιακό δράμα.

Νά πώς: Στην ταινία μυθολογείται η Κυψέλη, ένα αρχέτυπο στο συμβολικό σύμπαν του Β., ένας παν-τόπος, απ’ όπου γνωρίζει τους Kinks και τον Γκοντάρ και τα λαϊκά, και απ’ εκεί κατακτά τον κόσμο. Αυτή η μεταφορά συμπυκνώνει τον πιο βαθύ πνευματικό πυρήνα της γενιάς του ’70-’80, τη γλυκεία υπερβολή και τη διάψευση, όπως τόσο διαυγώς τα περιέγραψε ο ίδιος ο Β. στη “Γραμμή του ορίζοντος”, το 1991:

«Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Αυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη όπως συνέβαινε στην Ερση. Αν ήσουνα η ωραιότερη στην Ελλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Υφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ηταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ηταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί υπήρχε μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Ανάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, [...] με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. [...]

»Αργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Κυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Ερση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. [...]
»Ηταν πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Κυψέλη, σε ήξεραν απ΄έξω κι ανακατωτά, σε αγαπούσαν επειδή ήσουνα αδύναμη, σε γούσταραν και χωρίς φωτογένεια. Τώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένα χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μία συνοικία, μία χώρα κι ένας παλνήτης. Πήγαιναν στην Ανάσταση, είχαν όλοι φωτογένεια, έβγαζαν κάτι λάμψεις, φίλαγαν σταυρωτά ο ένας τον άλλο μέσα στα πυροτεχνήματα. Μετά αποκαλύφθηκε η αλήθεια και τα ψέματα απέκτησαν φωτογένεια σε διάφορα θέρετρα».

Οι συνομήλικοι του Βακαλόπουλου, γεμάτοι φωτογένεια από τα περασμένα χρόνια, συνεχίζουμε την ιχνηλασία μες στη σκοτεινιά του 2010. Χωρίς φωτογένεια.

Η «Βρετανή σύζυγος» κάθεται χαλαρή, στο πρωινό φως της Σχοινούσας, στο προαύλιο κυκλαδίτικου σπιτιού. Εχει μόλις τελειώσει το πρόγευμα, ο ήλιος ριγώνει το πρόσωπο και το σώμα της νέας γυναίκας με τα ξέμπλεκα μαλλιά και το μακό φανελάκι. Είναι καλοκαίρι και είναι Κυκλάδες, συμπύκνωση μακαριότητας και ανάλαφρου υλισμού. Η γυναίκα κοιτάει κατευθείαν τον φακό, με ένα υπομειδίαμα, που γράφεται περισσότερο στο βλέμμα, σαν αρχαιοελληνική κόρη. Κάτω από το φανελάκι, δεν φοράει τίποτε, είναι γυμνή.

Η φωτογραφία του Παναγιώτη Λάμπρου, υπό τον τίτλο «My British Wife», φιναλίστ στον διαγωνισμό φωτογραφικού πορτρέτου Taylor Wessing στη Μ. Βρετανία, έχει κερδίσει ήδη τη δημοσιότητα και πυροδοτεί, μάλλον γόνιμα, τη συζήτηση για το γυμνό, το άσεμνο, το ερωτικό και το ιδιωτικό στην τέχνη.

Η φωτογραφία του Λάμπρου δεν γέρνει με κανένα τρόπο προς την πορνογραφία ή την ηδονοβλεψία. Είναι μάλλον μια κομψή, ανεπιτήδευτη ελεγεία για τη θηλύτητα, μια υπόμνηση για την αυτοπεποίθηση του γυμνού σώματος προ πτώσεως και προ αμαρτήματος, αλλά και υπόμνηση για τον θαυμασμό του άρρενος προς το θήλυ· τέλος, υπόμνηση για τον κλασικό πίνακα του Γκυστάβ Κουρμπέ, «Η καταγωγή του κόσμου» (1866), ο οποίος ευρίσκετο στην κατοχή του μεγάλου ψυχαναλυτή και στοχαστή Ζακ Λακάν (σήμερα, στη συλλογή του Musee d’Orsay).

Είναι λοιπόν ηδονοβλεπτική ή άσεμνη η «Βρετανή σύζυγος» του Λάμπρου; Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο εντός ιστορίας: Οσο είναι ηδονοβλεπτική ή άσεμνη «Η καταγωγή του κόσμου», που εκτίθεται στο Μουσείο του Ορσέ· όσο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ηδονοβλεψία τον Λακάν, τον άνθρωπο που άλλαξε τον ρουν της ψυχανάλυσης και της σύγχρονης σκέψης.

Αλλη είναι η συζήτηση που εγείρεται: Πόσο έχει διαβρωθεί η αντίληψη που έχουμε για το γυμνό, για το φυσικό, το αδιαμεσολάβητο; Πόσο έχει ελαττωθεί η ανοχή μας για τα επιτρεπτά όρια απεικόνισης της τέχνης, εξαιτίας του κύματος πολιτικής ορθοφροσύνης και νεοσυντηρητισμού που σαρώνει τα τελευταία χρόνια τα μίντια, τον ακαδημαϊκό χώρο, την κομφορμιστική «προοδευτική» διανόηση, την φορμαλιστική Αριστερά; Την ελευθεριότητα και τον πανερωτισμό του ’60 – ’70 ακολούθησαν ο φονταμενταλισμός μερίδας του φεμινιστικού κινήματος, τα έμφοβα ’80s του AIDS, που ενοχοποίησε το σεξ και το σώμα, το pοlitical correct της εποχής Κλίντον, θύμα του οποίου έπεσε και ο ίδιος ο Κλίντον. Με λίγα λόγια: φαρισαϊσμός και υποκρισία, τυπολατρία, που διόλου δεν μείωσαν τις διακρίσεις φύλου και φυλής. Αντιθέτως, η μεν τέχνη του ’80 και του ’90 έγινε σκληρή και κυνική, ψυχρή, είδε το σώμα σαν φόρμα, σχεδόν με σαδομαζοχιστική διάθεση. Στα δε χρόνια του ’90 και του 2000 είδαμε παγκοσμίως, παραληρωματικά με την επιβαλλόμενη σεμνοτυφία, να φουντώνει η πορνογραφία και η πορνεία.

Η συζήτηση άρα για την «Βρετανή σύζυγο» θα έπρεπε να αφορά το βλέμμα του καλλιτέχνη, δηλαδή του ανθρώπου, για το γυμνό θήλυ· ένα βλέμμα που διατρέχει την ιστορία του πολιτισμού, από την προϊστορική Αφροδίτη του Βίλεντορφ και την κλασική Αφροδίτη της Μήλου, έως τον Τισιανό, τον Ρέμπραντ, τον Κουρμπέ, τον Πικάσο, τον Λούσιαν Φρόιντ, τον Ντ. Χόκνεϊ, τη Μαρλέν Ντιμάς. Kαι τον Παν. Λάμπρου.

This slideshow requires JavaScript.

Venus von Willendorf, Venus de Milo, Rembrandt, Tiziano, Gustave Courbet, Egon Schiele, Lucian Freud, Robert Mapplethorpe, David Hockney, Marlene Dumas, Betty Tompkins, Παναγιώτης Λάμπρου

Το ταξίδι του ’60 μες στο ‘70 ― sneak preview

May your wishes all come true,
May you always do for others
And let others do for you.
May you build a ladder to the stars
And climb on every rung,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

May you grow up to be righteous,
May you grow up to be true,
May you always know the truth
And see the light surrounding you.
May you always be courageous,
Stand upright and be strong,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

May your hands always be busy,
May your feet always be swift,
May you have a strong foundation
When the winds of changes shift.
May your heart always be joyful,
May your song always be sung,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

ένα: Sprezzatura

δύο: O ζωγράφος που μάς έμαθε να βλέπουμε

φωτ.: Μαργαρίτα Πουρνάρα

Πόσες Ελλάδες υπάρχουν; Oχι μία, ομοούσιος και αδιαίρετη. Είναι περισσότερες από μία, ζουν παράλληλα, συμπλέουν, διασταυρώνονται, εφάπτονται, συγκλίνουν ή αποκλίνουν, αφίστανται, συγκρούονται, μοιράζονται ή διεκδικούν ζωτικό χώρο.
Παρασκευή βράδυ, στο Μεταξουργείο, Θερμοπυλών και Μεγ. Αλεξάνδρου γωνία, στο μαλακό υπογάστριο των Αθηνών πολλών ταχυτήτων και διαστρωματώσεων. Καθαριστήριον ο Κρίνος, με παλαιά καλλιγραφία στα τζάμια. Κόσμος μπαινοβγαίνει, φωταψίες, στους τοίχους διακρίνονται μεγάλα κάδρα. Μια καλλιτέχνις φωτογράφος παρουσιάζει το λεύκωμά της και μερικές μεγάλες εικόνες. Στα πεζοδρόμια παρκαρισμένες μοτοσικλέτες. Διαβαίνουμε το κατώφλι.

Ο Κρίνος, φρεσκοασπρισμένος, καθαρισμένος, έχει μετατραπεί σε εντευκτήριο και γκαλερί. Στις ράγες της οροφής κρέμονται ακόμη κοστούμια και μαντώ, ξεχασμένα από την προηγούμενη ζωή του χώρου, σβησμένη τώρα πια. Στον κεντρικό πάγκο, λευκώματα και χαρτοκόπτες: οι επισκέπτες ξεφυλλίζουν. Τα βιβλία προσφέρονται πακεταρισμένα επιμελώς στο παλαιό χαρτί περιτυλίγματος, βεραμάν με κόκκινα γράμματα. Σε μια γωνιά, ο μπουφές: πίσω στο φόντο, ένα μικρούλι χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μπροστά, σε επάργυρα σκεύη αρχοντικού γούστου, προσφέρονται φαλάφελ και κούπες, ετοιμασμένα από τον Αιγύπτιο γείτονα καφετζή.

Γειτονιά. Η καλλιτέχνις γεννήθηκε εδώ, σε αυτή τη γειτονιά, εδώ κατοικεί ακόμη, όπως κι οι φίλοι της που ήρθαν να τη γιορτάσουν. O Κρίνος/Lilium ποτίζεται με σχέσεις γειτονίας, με φιλία, αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια, ταλέντο, μόρφωση. Και δίνει άνθη: έργα τέχνης, χειρονομίες, αγγίγματα, πειράγματα γύρω από ένα ποτήρι κρασί στο όρθιο, ουσιώδεις συνευρέσεις.
Στο Lilium του Μεταξουργείου συναντιέται γόνιμα η παλιά με τη νέα Ελλάδα: η γειτονιά της ηθογραφίας με την υπερμοντέρνα μητρόπολη· το λυκόφως μιας κοινωνίας νοικοκυραίων σμίγει με το λυκαυγές των νέων υποκειμένων.

Ανακαλώ αυτούς τους τριάντα-κάτι, σαράντα-παρά, που θαύμασα. Φέρουν αρετές των γονιών τους: αγαπούν τα γράμματα, εκτιμούν τη μόρφωση, μιλούν στον πληθυντικό και είναι οικείοι, εκπέμπουν θέρμη μεσογειακή. Και είναι μοντέρνοι, ταχείς, οξείς, κοσμοπολίτες, ακομπλάριστοι, τρυφεροί και ευάλωτοι, αγαπούν τη γειτονιά και την πατρίδα τους, είναι υπερήφανοι για ό,τι είναι, δεν τους ακούω να μυκτηρίζουν και να βαρηγκομούν, να φθονούν ό,τι δεν είναι. Εκπέμπουν ζεστασιά και ευθραστότητα, μαζί με μια σιγαλή, υπόκωφη δύναμη. Με εγκαρδιώνουν αυτά τα Ελληνόπουλα. Είναι η Ελλάδα που αξίζει να ζεις.

Παράλληλα φυτρώνουν μέσα μου άλλες εικόνες, από άλλες Ελλάδες. Ανθρωποι που μιλούν διαρκώς για μπίζνες και επενδύσεις, λεφτά, ακίνητα, που η πνευματικότερη συζήτησή τους ξεκινά και καταλήγει στο κουτσομπολιό, που κομπάζουν για την ισχύ και την επιρροή τους, που λοιδωρούν την πατρίδα τους την άξεστη και καθυστερημένη αναμασώντας αγγλολεβαντίνικα, αυτοί που νομίζουν ότι ο Κάλβος είναι ρεστωράν στα βόρεια προάστια, αυτοί που χτίζουν σπιταρώνες αισθητικής Ντουμπάι, αυτοί που οργίζονται με τους “προνομιούχους” δημοσίους υπαλλήλους ενώ κρύβουν τα πλούτη τους σε οφ-σορ.

Ασύμπτωτοι Ελληνες. Γυρνώ πάλι το βλέμμα μου, λαίμαργα, με προσδοκία, στους ανθρώπους της προκοπής και της μόρφωσης, της τέχνης και της δημιουργικότητας. Κουβαλούν μια υπερμοντέρνα Ελλάδα, ανήσυχη, κινητική, αγωνιώσα, φιλοπερίεργη, αισιόδοξη· τα έργα τους, η αισθητική τους, η παιδεία τους δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από ανάλογα του Μιλάνου, του Βερολίνου ή του Μανχάταν. Θα διέπρεπαν παντού. Επέλεξαν να είναι εδώ, σε αυτή τη λοιδωρούμενη πατρίδα, πατρίδα άνεργη και πτωχευμένη, πατρίδα ξιπασμένη και κουρελού. Γιατί; Δεν μπορώ εύκολα να πω γιατί. Κατά καιρούς, φίλοι της διασποράς, φίλοι του μέσα-έξω, μού απάντησαν φευγαλέα και μεταφυσικά, κάπως έτσι: Γιατί αυτό το “κάτι” που είμαστε εξακολουθεί να υπάρχει…Γιατί το φως, το εκτυφλωτικό φως πάνω απ’ όλα, ακόμα και πάνω από τη γλώσσα…Το φως και η φυσικότητα, η ευελιξία των σωμάτων στο χώρο…

Ξέρω, αυτά τα λόγια, ειπωμένα από στόμα ποιητή, δεν απαντούν πλήρως στο «γιατί εδώ;» Αλλά πάλι, μήπως αυτό που λείπει σήμερα, στη βαρύθυμη, αυτοπεριφρονούμενη και απαισιόδοξη Ελλάδα, μήπως λέω, είναι αυτό το ποιητικό πλήρες, το διαφεύγον “κάτι που είμαστε και εξακολουθεί να υπάρχει”; Το φως, η γλώσσα, η φυσικότητα, η συμφιλίωση με ό,τι είμαστε, τα χαμόγελα, τα ανυπόκριτα βλέμματα, η πανταχού παρούσα αύρα αγάπης, το sublime το ένυλο, το τόσο σωματικό και καθημερινό, όσα συνάντησα στο καθαριστήριον Κρίνος/Lilium, Θερμοπυλών και Μεγ. Αλεξάνδρου γωνία;

Αυτή η σιγαλή Ελλάδα μάς κουβαλά στους ώμους της.

φωτ.: Ανω, Ελισάβετ Μωράκη, κάτω, Μαρίτα Αμοργιανού

buzz it!

Στ�λιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρ�μπελων Αγίων   

Στέλιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρέμπελων Αγίων, mural, αρχές 21ου αι. μ.Χ.

 

Ανέβαινα την οδό Ακαδημίας. Λίγο πριν από την Χ. Τρικούπη είδα μικρομποτιλιάρισμα, άκουσα σφυρίγματα και τραγουδιστές φωνές, είδα και μια κίνηση ανθρώπων στο οδόστρωμα. Μπα; Τι γίνεται; Διαδηλώνουν οι δικήγοροι;

Σε λίγα λεπτά ήμουν εκεί. Επτά-οχτώ κορίτσια πιασμένα χέρι χέρι χόρευαν μπαλέτο στην άσφαλτο της Ακαδημίας, μπροστά από τη Λυρική. Δεν φορούσαν πουέντ και τούτου, μποτάκια και παντελόνια φορούσαν, και χοροπηδούσαν με χάρη στο οδόστρωμα, και έριχναν το κεφάλι πίσω ξεκαρδισμένες. Από την είσοδο της κατειλημμένης Λυρικής Σκηνής, ξεχυνόταν μουσική· μουσική μπαλέτου, που ακουγόταν απόκοσμα μες στη βουή του αθηναϊκού κέντρου, δεν ακουγόταν σαν τα ντάπα-ντούπα των διαφημιστικών σταντ στους πεζόδρομους, όχι, αυτό εδώ ήταν ένα ιλαρό έπος, που μεταμόρφωνε τον χώρο, τον έβγαζε από την γκριζάδα και το καυσαέριο, που εκτίνασσε τον χρόνο τον συμπιεσμένο και βιαστικό και μίζερο και τον έκανε χρόνο γιορτής αιφνίδιας, χρόνο αναποδογυρισμένο, χαρισμένο γενναιόδωρα από παιδιά που τον έχουν άφθονο προς όλους τους κατσούφηδες και τους αφηρημένους.

els_stencil_web

Εμείς η κατακραυγή της κοινωνίας, οι αλήτες, οι καταραμένοι, εμείς που μείναμε στην πρώτη πατρίδα, στο παιδί...

els_poem1

Εμείς τρελοί από έρωτα, Νεκροί από πόνο, Λυσσασμένοι από συνείδηση

 

Εχω δει πολλές περφόρμανς, σε μουσεία και γκαλερί, σε δημόσοιους χώρους. Ελάχιστες έχουν κατορθώσει αυτό το γόνιμο παραξένισμα, την εκτροπή του χωροχρόνου από τη ρουτινιάρικη κοίτη του, αυτό το αισθητηριακό και υπαρξιακό πετάρισμα που μετέδιδε ο κυκλοτερής χορός των κοριτσιών στις μύτες, τα γέλια, οι μουσικές, τα φέιγ βολάν, αυτή η εισβολή του ζωτικού καρναβαλιού στη σκηνή της ανίας και της αβίωτης καθημερινότητας.

Τα νεαρούδια που χόρευαν έξω από τη Λυρική, απέναντι απ’ τον Δικηγορικό Σύλλογο, μοίραζαν το ρομαντικό, παθιασμένο κείμενό τους για τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, μιλούσαν για εξεγερμένα μπαλέτα, για δωρεάν μαθήματα ακροβατικών, σύγχρονου χορού, ιστορίας τέχνης και παραδοσιακών πολεμικών τεχνών. Μιλούσαν για μια τέχνη αδιαμεσολάβητη, για ζωή δημιουργική, για την εναντίωσή τους στην τέχνη-θέαμα και στην παθητική κατανάλωση.

Και μιλούν για μικρές ομάδες, για μικρές συλλογικότητες που συναντιούνται με άλλες συλλογικότητες και φτιάχνουν πρόσκαιρα μια μεγαλύτερη. Μιλούν για συμβολικές «απελευθερώσεις» συμβολικών χώρων, για επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου.

Παπαγαλία; Δεν νομίζω. Ο λόγος αυτών των διάσπαρτων μικρών συλλογικοτήτων δεν είναι ένα ακόμη copy-paste του συρμού. Πίσω από τα γνωστά λεκτικά σχήματα, πίσω από έννοιες βαρυφορτωμένες και κουρασμένες ίσως, μπορείς να διακρίνεις γνήσια αγωνία για ριζική προσέγγιση της πολιτικής, για επαναφορά σε μια πολιτική δραστική και θεμελιώδη, ικανή να ταράζει συνειδήσεις και να αλλάζει ζωές.

Μετά τις φλόγες της πρώτης εβδομάδας του Δεκεμβρίου, τα νέα υποκείμενα, αβάφτιστα ακόμη, ξεπερνούν το θέαμα της βίας, και ανακαλύπτουν την άλλη όψη του Διονύσου. Στις αφίσες, στους τοίχους, σε δικτυακά και έντυπα κείμενα, ξεπροβάλλει διαρκώς μια νέα ποίηση, επίμονη, ορμητική, υποβλητική, ποίηση που ζητάει ζωή, έκφραση, δημιουργία, αυτοπραγμάτωση. Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε (Γιάννης Ρίτσος) ― έτσι περιγράφεται η δίψα για ζωή στην αφίσα, κάτω από μια εντυπωσιακή μοντερνοβυζαντινή ζωγραφιά του πιο ταλαντούχου ίσως ζωγράφου της γενιάς του, του ελευθεριακού, ρομαντικού Φαϊτάκη.

Η ποίηση είναι πολιτική. Οι ανώνυμοι και επώνυμοι γραφιάδες των τοίχων και των μπλογκ επαναδιατυπώνουν δημιουργικά την κληρονομιά του Λωτρεαμόν και του Σολωμού, του Γουίτμαν και του Κατσαρού, του Μπωντλαίρ και του Γκυστάβ Κουρμπέ, του Ζακ Λουί Νταβίντ και του Ντελακρουά, του Γκόγια και του Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ. Επαναδιατυπώνουν το ρομαντικό αίτημα για σύντηξη τέχνης και ζωής, για τη ζωή ως έργο τέχνης.

els_generalviewels_giorti_afisa

Σπόροι. Θραύσματα. Τροχιοδεικτικά. Ψίθυροι. Που μπορούν να γίνουν άνθη, φωτοχυσίες και τραγούδια. Τα νεαρούδια, οι έφηβοι, οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες, βηματίζουν θαρρετά, χορευτικά στην κεντρική σκηνή, αυτοοργανώνονται, αυτοσχεδιάζουν, αυτονομούνται· περιφρονούν τον παλιό πολιτικό κόσμο, την πελατειακή και χειραγωγούμενη μάζα, τον κόσμο του καταναλωτισμού και της ετερονομίας, αδιαφορούν για την λαχανιασμένη correct Αριστερά και τις αγκυλώσεις της.

Σπόροι. Ομάδες, παρέες, μικρές συλλογικότητες. Οργανώνονται σαν σμήνη, ενώνονται, μεγαλώνουν και απλώνονται, σαν φράκταλ, σαν ψαρόνια, με χαοτικές συμμετρίες. Σαν δίκτυα κυψελών.

Από αυτές τις γενιές, τα σμήνη των αυτόφωτων ρομαντικών υποκειμένων, με το θεμελιώδες αίτημα για καθολική ζωή, ίσως προέλθει αναγέννηση της πολιτικής. Τη χρειαζόμαστε so badly…

 

ψίθυρος τίτλων τέλους: Τρύπες – Γιορτή

Tη Μήδεια του Δημήτρη Παπαϊωάννου την έχω δει δύο φορές, μία το καλοκαίρι στην Πειραιώς, και μία πριν από καμια δεκαπενταριά χρόνια, με την Αγγελική Στελλάτου. Είναι ένα νεορομαντικό κομψοτέχνημα, που, χωρίς να χάνει σε δραματικότητα (πώς θα μπορούσε άλλωστε με τέτοιο μύθο;), αντισταθμίζει την απουσία του τραγικού λόγου με το ακραίο στυλιζάρισμα, με τεταμένη εικαστική ατμοσφαιρα, με έκδηλες διακειμενικές αναφορές, με φευγαλέα ειρωνεία, με ευανάγνωστα ταμπλώ βιβάν. Είναι το δημοφιλέστερο έργο του 44χρονου “εθνικού τελετάρχη”, το πιο πολυπαιγμένο.

Πήγα και την περασμένη Παρασκευή, στη πρεμιέρα του Παλλάς. Λίγο από περιέργεια· ήθελα να δω την κοινωνική ατμόσφαιρα σε αυτό το γεγονός, που το παραμιλούσε η πόλη. Κι ήθελα να δω πόσο πιο κουρδισμένη θα ήταν η παράσταση, μετά την έξοχη εντύπωση που μου ‘χε αφήσει η καλοκαιρινή πρώτη.

Πήγα. Και βγήκα με σκέψεις πέρα από το καθαυτό καλλιτεχνικό γεγονός. Εβλεπα στο φινάλε όλη την ομάδα των συντελεστών επί σκηνής, μια ομάδα τριαντάρηδων και σαραντάρηδων, εργατών, δημιουργών, ταμένους του vissi d’arte· κι έβλεπα από κάτω έναν κόσμο λίγο-πολύ κουρασμένο, συγκαταβατικό, χωρίς αγωνίες, χωρίς ερωτήματα, που σχεδόν έπληττε, και χειροκροτούσε τυπικά. Δύο ασύμπτωτοι κόσμοι, που συνέπιπταν εκεί.

Και σκέφτηκα ότι η Αθήνα είναι τυχερή που έχει αυτή την αίθουσα, με αυτή την παράσταση. Που απολαμβάνει αυτή την αντίφαση: την παλιά αβάνγκάρντ της Κατάληψης στα βελούδα του Παλλάς.

Γιατί το κοινό σπεύδει, και οι παραστάσεις του Παπαϊωάννου σπάνε ρεκόρ εισιτηρίων; Και στο Δύο πέρυσι και στη Μήδεια φέτος (που έχει ξεπουλήσει έως και τέλος Νοεμβρίου); Ολοι θέλουν να δουν τον εθνικό τελετάρχη, αυτόν που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους στις μεγάλες εξετάσεις του 2004· όλοι θέλουν να δουν υψηλή τέχνη σε ένα τόσο σικ περιβάλλον, στο πιο σικ οικοδομικό τετράγωνο του ιστορικού κέντρου· μα και όλοι δεν καταλαβαίνουν τι βλέπουν, ούτε όλοι το απολαμβάνουν. Μερικοί παραπονιούνται ότι η παράσταση διαρκεί πολύ, άλλοι λένε βιαστικά “καλό, καλό” και σπεύδουν στο ρεστωράν που έχουν ρεζερβάρει, οι περισσότεροι στην πρεμιέρα είναι άσχετοι, δεν έχουν ξαναφανταστεί τέτοιο θέαμα, και πρωτάκουσαν τον Παπαϊωάννου ως ολυμπιακή ατραξιόν το 2004.

Tι παράδοξο… Αυτός ο αστραφτερός ρηχός κόσμος της πρεμιέρας οφείλει να είναι εκεί, στο κόκκινο χαλί, να φωτογραφηθεί και να θεαθεί, μα είναι και υποχρεωμένος να παρακολουθήσει ένα έργο τέχνης που τον ξεπερνά ή τον αφήνει παγερά αδιάφορο, ενοχλημένο. Από τα μπουζούκια και τα ώπα, στα μπελκάντο σπαράγματα του δανδή Μπελλίνι και τα κολάζ θορύβου του Coti K· από τις ντιαζαϊνιές των μπουτίκ, στα μίνιμαλ πανιά και τα νερά του Νίκου Αλεξίου· από το σινεμά του ποπ-κορν, στον τσαρουχοπρεπή εκλεκτικισμό του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Από την ποπ στην αρτ. Δυσπεψία.
Στους κύκλους των σοφιστών, στον καλλιτεχνικό κόσμο, πολλοί ήδη από πέρυσι τον κακολογούν: ότι πρόδωσε την αγνή τέχνη όπως ήταν “τότε, παλιά”, στην Κατάληψη της Καλών Τεχνών με τα Τραγούδια (συγκλονιστική εμπειρία πράγματι), ότι ψήλωσε πολύ, είναι απρόσιτος, εμπορικός, συνομιλεί με το πλήθος των αδαών.

Ανοησίες. Ο καλλιτέχνης συνομιλεί και με τα πλήθη και με την ιστορία και με τον εαυτό του, αδιακρίτως. Κι όποιος συναντήσει τα μεγάλα ακροατήρια και την επιτυχία, δουλεύει για λογαριασμό όλου του σιναφιού· όλοι ψηλώνουν μαζί του, ζωγράφοι, χορευτές, σκηνοθέτες, μουσικοί, όλοι έρχονται πλησιέστερα στο κοινό, στους ακροατές τους, στον σκοπό τους. Ο Παπαϊωάννου έχει πετύχει τουλάχιστον αυτό: έφερε το κοινό πιο κοντά στην υψηλή τέχνη, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς υπεραπλουστεύσεις, κουβαλώντας τις εμμονές του και το σύμπαν του. Η επιτυχία του, καλλιτεχνική, εμπορική, κοινωνική, ανοίγει δρόμους και γι’ άλλους.

Το σύμπλοκο “Παπαϊωάννου-Παλλάς-Κοινό” ισορροπεί σε αντιφάσεις. Το κοινό είναι ανομοιογενές: αστές μεσήλικες και έφηβοι καταναλώνουν μαζί την γκέι αισθητική του Δύο και μαγνητίζονται για εντελώς διαφορετικούς λόγους, νεόπλουτοι και διανοούμενοι βλέπουν Μήδεια πλάι πλάι και ανέχονται αλλήλους· σε όλους αρέσει το αστικό μικροκλίμα της Βουκουρεστίου. Μετά το φινάλε δεν θα ξαναβρεθούν.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Παπαϊωάννου στο Παλλάς είναι αυτό το χωνευτήρι αντιφάσεων.

Καθημερινή 07.10.2008

buzz it!

H δημοπρασία των ρεκόρ του Ντέιμιεν Χιρστ μέσω Σοθμπις ήταν το μεγάλο θέμα των περασμένων ημερών· μαζί με την ίδρυση της γκαλερί Γκαράζ στη Μόσχα, από το κορίτσι του νεομεγιστάνα Αμπράμοβιτς· μαζί με το φαλιμέντο της Lehman Brothers, την κατάρρευση του ασφαλιστικού κολοσσού AIG και του χρηματοπιστωτικού γίγαντα Morgan Stanley, τον πανικό στα χρηματιστήρια και τον ιδρώτα Κραχ που λούζει κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και λαούς.

Tα υπερεκατό εκατομμύρια ευρώ που τζιράρισε ο Χιρστ, πουλώντας ταριχευμένους καρχαρίες, μοσχάρια και κατσίκες, κολάζ με πεταλούδες και μαζικά ταμπλώ με χρωματιστά πουά, αυτά τα τρελά λεφτά που σκορπάνε με άνεση οι επικεφαλής των hedge funds και οι νεοπροσήλυτοι συλλέκτες (ο κερδοσκόπος Στιβ Κοέν ξόδεψε 8 εκατ. δολάρια για έναν από τους μισοσάπιους καρχαρίες του Χιρστ), προέρχονται ακριβώς από το υπέδαφος της διεθνούς οικονομικής κρίσης.

Η βασική καινοτομία του Χιρστ ―και της δημοπρασίας― είναι ότι ποτέ ως τώρα καλλιτέχνης δεν εξέφρασε με τόση ενάργεια το πνεύμα των καιρών: την απληστία και την ξεδιάντροπη σώρευση πλούτου με κάθε μέσο. Αυτό εκφράζει η προπαγανδιστική, εντυπωσιοθηρική τέχνη του, αυτό εντυπωσίασε τον συλλέκτη Σαάτσι όταν τον χρηματοδοτούσε, αυτό συνήρπασε τα μίντια στα υλιστικά ‘90s. Και στα απόνερα αυτής της φρενιτιώδους απληστίας, που τώρα αφήνει πίσω της δημόσια συντρίμμια, χρέη, πτωχεύσεις, και πάμπλουτους μάνατζερ, ορθώνεται θρασύτατη, καινοφανής, η δημοπρασία καρχαριών και πεταλούδων του Χιρστ, πώληση “χωρίς μεσάζοντες” από έναν καλλιτέχνη-entrepreneur, όμοιο με τους πελάτες του.

Φυσικά ο Χιρστ, το κυνικότερο από τα παιδιά της μεταποπ Νέας Βρετανικής Σκηνής, δεν κομίζει τίποτε νέο στην τέχνη· τίποτε νεότερο απ’ όσα έχουν κομίσει εικονοκλάστες στοχαστές όπως ο Μαρσέλ Ντισάν και ο Πιέρο Μαντσόνι, ή ο ποπ εικονοποιός Αντι Γουόρχολ, πατριάρχης του μαζικού και του σειριακού, του πολλαπλού και του κοινότοπου. Ακόμη και ο 53χρονος ντίσνεϊλαντ-τσιτσιολίνα Τζεφ Κουνς έχει προηγηθεί του Χιρστ, στη χειραγώγηση των μίντια ως καλλιτεχνική δημιουργία.

Ο Ντισάν, το 1917 στη Νέα Υόρκη, αγόρασε έναν ουρητήρα, τον υπέγραψε ως R. Mutt, και προσπάθησε να τον εκθέσει. Η “Κρήνη” του δεν εκτέθηκε τότε, αλλά πυροδότησε τη συζήτηση για το τι είναι ready made, τι είναι αντικείμενο τέχνης, πώς υπερβαίνουμε το αντικείμενο. Ο είρων και ιδιοφυής Ντισάν ωστόσο, το 1964, ανασκευάζοντας-εκτρέποντας τη ρηξικέλευθη χειρονομία του, ξανάφτιαξε το παλιό του έργο σε σειρά από 8 ρέπλικες, με τυπωμένη υπογραφή R. Mutt, οι οποίες μοσχοπουλήθηκαν ως μνημεία-αντικείμενα… Παρόμοια ειρωνική, βιτριολική, ήταν η χειρονομία του Μαντσόνι το 1961 με τα 90 αριθμημένα κονσερβάκια του, υπό τον τίτλο “Merda d’artista” που περιείχαν 30 γραμμάρια “Κόπρανα του καλλιτέχνη”· ο καλλιτέχνης τιμολογούσε κάθε κονσερβάκι σε χρυσό βάρους 30 γραμμαρίων…

Ο σαρκασμός, η αυτοαναίρεση, η μελαγχολία, δημιουργών όπως ο Ντισάν, ο Μαντσόνι, ο Marcel Broodthaers, ακόμη και τα κυνικά ευφυολογήματα του Γουόρχολ που επινόησε τον εαυτό του ως σταρ-ζωγράφο, ελάχιστη σχέση έχουν με τον entrepreneur Χιρστ. O Bρετανός δεν ισορροπεί στην ανατομία του κοινότοπου, όπως ο Γουόρχολ, ή στην ποπ υπερβολή, όπως ο Τζεφ Κουνς, με μια έγνοια για τη φόρμα· αυτός υπερβάλλει πάνω στο όριο εντυπωσιολαγνείας, στην ωμή προφάνεια, οι καρχαρίες του κατάγονται από την τρομολαγνεία των διαφημίσεων του Ολιβιέρο Τοσκάνι για την Benetton. Αυτό είναι το νόημα στα ready mades του: πολλαπλά, πασπαλισμένα με διαμαντόσκονη, προκλητικά.

Από αυτή την άποψη, η δημοπρασία του Χιρστ, ένα rave party εκατομμυρίων και εγωτισμού, υπό τον καλοστημένο τίτλο “Beautiful Inside My Head Forever”, καθρεφτίζει επακριβώς τον ρευστό, δυσνόητο, δυσφορικό καιρό μας: οι καρχαρίες των hedge funds, των πυραμίδων στεγαστικών δανείων, του νεοασιατικού χρήματος, των μαφιόζικων πλυντηρίων, γλεντούν και ξοδεύουν, συλλέγουν έργα, αγοράζουν επαύλεις και ουρανοξύστες, “επενδύουν”, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες, τα κράτη, οι λαοί, ο κόσμος της εργασίας, πληρώνουν τα σπασμένα του πάρτυ, απορροφούν τις κολοσσιαίες ζημιές που αφήνουν πίσω τους οι μάνατζερ και οι καζινοεπιχειρηματίες, δηλαδή οι συλλέκτες που ψωνίζουν από το μαγαζί του Χιρστ σηπόμενους καρχαρίες και αγελάδες με χρυσές οπλές: οι συλλέκτες αναγνωρίζουν σε αυτά τους εαυτούς τους. Οι υπόλοιποι χάφτουν τον κουρνιαχτό της προπαγάνδας.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 21.09.2008

buzz it!

visit

Follow nikoxy on Twitter





BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @publicissue: Πολιτικό Βαρόμετρο 107, 2ο κύμα Μαΐου 2012 - publicissue.gr/2024 7 hours ago
  • RT @KaterinaSokou: Monti on #Greece: It must be humiliating... Europe should not ask so much so soon, "most Teutonic of Europeans" shoul ... 7 hours ago
  • RT @amna_news: Ε. Κουστουρίτσα: "Ο,τι συμβεί στην Ελλάδα θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου". amna.gr/articleview.ph… 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Citigroup: Εν αναμονή του μπαράζ υποβαθμίσεων στην Ευρώπη οι αγορές 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Σοκάρουν οι εκτιμήσεις του Σ. Ρομπόλη: Βιοτικό επίπεδο του '70 - Χωρίς δουλειά ένας στους τρεις μέχρι τα τέλη του έτους! 7 hours ago
  • H νέα ταξική διάκριση: αυτοί που σώζονται κι αιυτοί που βουλιάζουν, όσοι φοβούνται κι όσοι απελπίστηκαν goo.gl/wj2II 8 hours ago

RSS vlemma_notes

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 436,632 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 918 other followers