lathos

Το προπερασμένο Σάββατο συμμετείχα σε μια ωραία εκδήλωση με θέμα «Ποίηση και πραγματικότητα», οργανωμένη από τον Κύκλο Ποιητών στο αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Μεσημέρι μιας δραστήριας μέρας, προορισμένης για εξωτερικές δουλειές και βόλτα, με δοξαστική λιακάδα άνοιξης αττικής, σε μια από τις ωραιότερες αίθουσες των Αθηνών, περιστοιχισμένοι από μνημεία πολιτισμού, οι Ελληνες της κρίσης συγκεντρώθηκαν για να ακούσουν ομιλίες και απαγγελίες ποιημάτων. Ηταν μια εμπειρία εγκαρδιωτική. Εμπειρία αισθητική κατ’ αρχάς, αλλά και πνευματική και ψυχική: η ποίηση δρα παρηγορητικά και εξυψωτικά. Δεν σε αλλάζει, αλλά τουλάχιστον σε βοηθά να αντέχεις· να ξαναπιάνεις το νήμα της μεγάλης παράδοσης, να βλέπεις για λίγο τον κόσμο μέσα απ’ τις στοχαστικές προσαρμογές των ποιητών, να βρίσκεις τον λυρισμό κρυμμένο μες στην καθημερινή ζωή.

Προτού μπεις όμως στη μεγαλοπρεπή αίθουσα με τον γυάλινο ουρανό, πρέπει να περάσεις μέσα από τα φίλτρα της πραγματικότητας. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως του Μαρτίου, στην καρδιά της πόλης, η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της στο κατώφλι ήδη της Βιβλιοθήκης: στις σκιερές παρυφές της ελικοειδούς μαρμάρινης κλίμακας οι τοξικοεξαρτημένοι δοκίμαζαν τις δικές τους εμπειρίες, τις δικές τους αποδράσεις. Υπό το φως της ημέρας. Υπό τα όμματα των ανερχομένων την κλίμακα προς την ποίηση. Υπό το άγρυπνο όμμα των Αφρικανών ντίλερ με τα κινητά στην οδό Ιπποκράτους.

Η πραγματικότητα έξω από τη Βιβλιοθήκη, προτού καν ανέβεις το υπερυψωμένο πεζοδρόμιο, δεν ήταν ούτε μία ούτε ομοούσια: ήταν αμέριμνη, ανυποψίαστη, σκυθρωπή, χαρωπή, βιαστική, σκεφτική, αφηρημένη, αναλόγως του τι πρόσωπα αντίκριζες. Οταν ανέβαινες όμως το πεζοδρόμιο και πλησίαζες τη μεγαλοπρεπή σκάλα, η πραγματικότητα σχιζόταν στα δύο: από τη μια, το δυστοπικό έξω, οι ανθρώπινες σκιές να αναζητούν φλέβα με τη βελόνα στο χέρι· από την άλλη, οι φιλομαθείς και φιλόκαλοι ανέβαιναν τη σκάλα και προσήρχοντο στο ευτοπικό μέσα, με την προσδοκία της ευφροσύνης. Σκοτάδι και φως. Οπου οι μεν αγνοούν τους δε: πράγματι, όσοι ανέβαιναν από τον άπω κλάδο της διπλής σκάλας, δεν αντιλαμβάνονταν απολύτως τίποτε απ’ όσα συνέβαιναν κάτω από τον εγγύς κλάδο, λίγα μέτρα πιο πέρα, στη σκιά. Ασύμπτωτοι κόσμοι.

Ακαριαία σκέφτηκα ότι, πριν καν μπω στη Βιβλιοθήκη, μου φανερωνόταν ο ένας από τους δύο θεματικούς όρους της εκδήλωσης, η πραγματικότητα, με τα πολλά της πρόσωπα. Και ταυτόχρονα ετίθετο σαν δυσεπίλυτο πρόβλημα η σχέση ανάμεσα στους δύο όρους: πώς συνυπάρχουν ποίηση και πραγματικότητα. Ή: πώς μιλάει η ποίηση γι’ αυτή την πραγματικότητα; Διαλέγει ο ποιητής για ποια πραγματικότητα να μιλήσει; Αραγε, υπάρχει κάποια πραγματικότητα πιο ποιητική, πιο συμβατή με την ποίηση; Ενα κουβάρι ερωτήματα και απορίες με τύλιξε και με μπέρδεψε, με απέσπασε από την αρχική πραγμάτευση του θέματος, παρότι θεωρούσα ότι κάπως τολμηρά είχα προσπαθήσει να το προσεγγίσω.

Δεν μπόρεσα να ενσωματώσω αυτή την αποκαλυπτική εμπειρία στην ομιλία μου. Το ανέφερα, αλλά μέχρις εκεί. Μίλησα για ό,τι θεωρώ ποιήματα στον καιρό μας, για δυο χειρονομίες, λεκτικές και οπτικές, που σφραγίζουν το αστικό τοπίο, σε σημεία κενά ή τυφλά: τα γκράφιτι «βασανίζομαι» και «λάθως». Τα θεωρώ από τα πιο δραστικά έργα τέχνης των τελευταίων χρόνων, πυκνές εκφράσεις της διάχυτης συλλογικής δυσθυμίας αλλά και εκφράσεις μιας φιλόσοφης στάσης, τα οποία παρά την όποια σημασιολογική αφετηρία τους καταλήγουν σε κάτι πολύ βαθύτερο και πλούσιο, κάτι που υπερβαίνει ενδεχομένως και τις προθέσεις του δημιουργού.

Οταν ξαναβγήκα στο ηλιόφως, οι τοξικομανείς είχαν χαθεί. Σκέφτηκα τότε ότι η ανάλυση των «βασανίζομαι» και «λάθως» ήταν φορμαλιστική, εκτός πεδίου. Μερικές μέρες αργότερα άλλαξα γνώμη: τα τρεμάμενα γκράφιτι εξέφραζαν επακριβώς την αντινομία και τους παράλληλους ασύμπτωτους κόσμους. Περιέγραφαν το «βασανίζομαι» αυτών των ανθρώπων, που ήρθαν και αποσύρθηκαν σαν σκιές. Περιέγραφαν και το «λάθως» της ζωής τους; Ποιος μπορεί να το πει; Πάντως, όσα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ανατρέπουν τις βεβαιότητες, τα δείχνουν όλα λάθως. Περιέγραφαν και τη δική μου βάσανο: Πόσο αβασάνιστα κρίνω αυτούς τους παρίες της δικής μου ορθής πραγματικότητας; Πόσο «λάθως» ήμουν άραγε μες στην αυταρέσκεια και την καλλιλογία της ποιήσεως, στην προστατευμένη αίθουσα με τα βιβλία; Και ούτω καθεξής.

Ολοι μας ζούμε την πραγματικότητα σαν βάσανο και σαν λάθως.

Advertisements