O άνθρωπος στην πόλη δεν ακούει τραγούδια, περπατάει και στέκεται σε κυλιόμενα χαλιά ήχων και μουσικών φράσεων, βαπτίζεται σ’ ένα ηχητικό περιβάλλον, ξεχωρίζει ριπές Σατί και Ντεμπισί πάνω σε λούπες, εδώ κι εκεί σπιθίζει ο σκοτεινός λυρισμός ενός τραγουδιού, σαν χρώμα ο στίχος, σπαράγματα λέξεων, κι απ’ όλους τους στίχους επιπλέει ατόφιο το πιο αβάσταχτο μελό, μια υπόμνηση της μοναξιάς και της άδηλης μοίρας. Σαν ηχητικά θραύσματα από παλιό ραδιόφωνο, σαν τις μουσικές που περνάνε στο φόντο ασπρόμαυρης ταινίας.
Ο commuter με τα ακουστικά βιώνει ήδη μεταμορφωμένη την πόλη: σαν σκηνικό και σαν βουβή δράση.
Η πόλη βάζει τις εικόνες, ο αστός βάζει τους ήχους, μουσική και διαλόγους. Το mp3 player προμηθεύει τα πιο απίθανα κομμάτια, μεταφορτωμένα από τις απέραντες βιβλιοθήκες του ίντερνετ. Το κινητό συνεισφέρει διαλόγους, κάνει τις συνομιλίες ταχυδράματα παιζόμενα στον δημόσιο χώρο. Ιδού το Εργο: ρευστό θέατρο δρόμου και Gesamtkunstwerk.

Tι ακούνε οι άνθρωποι στο δρόμο από τα ακουστικά τους; Περιμένουν τηλεφώνημα ανάγκης; Παρακολουθούν ειδήσεις στο ραδιόφωνο; Ακούνε τα mp3 της ημέρας; ένα μουσικό mix που τους ετοίμασε πρόσωπο αγαπημένο; σουξέ της εποχής; μέταλα και ροκάκια; λαϊκοπόπ;

Προσπαθώ να ξεχωρίσω τη συσκευή από τα ακουστικά· είναι κινητό; είναι mp3 player; Δεν είναι εύκολο, και πολλά κινητά πια είναι και μουσικομηχανές. Ξεχωρίζω τα λευκά ακουστικά των iPod, τα μαύρα-πράσινα των SonyEricsson, το καλώδιο το καταπίνει πάντα μια τσέπη ή μια τσάντα.

ipod.jpg

Τι ακούει ο έφηβος με το μαλλί ριγμένο κάγκελο στο πρόσωπο και τα ζωγραφισμένα ολ-σταρ; Τι κλωθογυρίζει στ’ αυτιά του κοριτσιού με την γκόθικ φορεσιά, έτσι που λικνίζεται απαλά γύρω από τον μεταλικό στύλο του βαγονιού; Η μουσική τη συντόνισε με το υπνωτικό μπιτ του τρένου. Δεν μπορώ να φανταστώ τι ακούει η σαραντάρα με το ταλαιπωρημένο μανικιούρ, μπορώ να δω ότι είναι κουρασμένη απ’ το οκτάωρο, ίσως σκέφτεται τι θα φάνε τα παιδιά. Αινιγματικός ο γραβατοφορεμένος κύριος με την καμπαρντίνα και τα λευκά ακουστικά: iPod κι αυτός; Θυμάται τους Who ή τους Grateful Dead. Mυστήριο…

Νυσταγμένοι ταλαντεύονται οι συρμοί, νανουρίζουν, μετακενώνουν χορούς και λικνίσματα, μουρμουράνε το industrial τραγούδι τους σε όσους βγάζουν τ’ ακουστικά, σε όσους δεν έχουν τη συνήθεια των ακουστικών. Αλλά και σμίγει: σμίγει το χτύπημα στις ράγες με την electronica, ίδιοι χτύποι ανά λεπτό, 120 bpm. Οι λάμπες φθορισμού φωτίζουν τα πρόσωπα απόκοσμα, ψυχραίνουν τα πάντα, δείχνουν αχνές τις αυλακιές και τις ρυτίδες, αντανακλούν σε inox και δερμάτινα, παγώνουν τα ρούχα, το φθορίζον φως ψύχει τη ζωή επιτόπου και την κάνει βίντεο, εικόνα κορεσμένη, καμένη, υψηλού κοντράστ, με μονταρίσματα slow και freeze, κι ό ήχος απ’ όλα τα ακουστικά μιξάρεται κι αυτός και φτιάχνει μια μιγαδική μουσική, απ’ όλα δι’ όλους, τούμπες, τρομπόνια και ηλεκτρικά ριφ, λούπες και νταμπ, μπουζούκια, μαντολίνα, ένα ηχητικό βίντεο mix ατελεύτητο, διακόπτει στις στάσεις, και προσθαφαιρούνται ακουστικά λευκά και μαύρα, φρέσκοι ήχοι μιξάρονται, καινούργια πρόσωπα, κουρασμένα ή ζωηρά, πάνε στο σπίτι ή σε θορυβώδες ραντεβού με υποσχέσεις, προσδοκίες, κι όλα υφαίνονται στο σάουντρακ της αστικής ζωής.

O άνθρωπος στην πόλη δεν ακούει τραγούδια, περπατάει και στέκεται σε κυλιόμενα χαλιά ήχων και μουσικών φράσεων, βαπτίζεται σ’ ένα ηχητικό περιβάλλον, ξεχωρίζει ριπές Σατί και Ντεμπισί πάνω σε λούπες, εδώ κι εκεί σπιθίζει ο σκοτεινός λυρισμός ενός τραγουδιού, σαν χρώμα ο στίχος, σπαράγματα λέξεων, κι απ’ όλους τους στίχους επιπλέει ατόφιο το πιο αβάσταχτο μελό, μια υπόμνηση της μοναξιάς και της άδηλης μοίρας. Σαν ηχητικά θραύσματα από παλιό ραδιόφωνο, σαν τις μουσικές που περνάνε στο φόντο ασπρόμαυρης ταινίας.
Ο commuter με τα ακουστικά βιώνει ήδη μεταμορφωμένη την πόλη: σαν σκηνικό και σαν βουβή δράση.
Η πόλη βάζει τις εικόνες, ο αστός βάζει τους ήχους, μουσική και διαλόγους. Το mp3 player προμηθεύει τα πιο απίθανα κομμάτια, μεταφορτωμένα από τις απέραντες βιβλιοθήκες του ίντερνετ. Το κινητό συνεισφέρει διαλόγους, κάνει τις συνομιλίες ταχυδράματα παιζόμενα στον δημόσιο χώρο. Ιδού το Εργο: ρευστό θέατρο δρόμου και Gesamtkunstwerk.

Μικροδράματα και νευρώσεις, παρόμοια μα ποτέ ίδια ακριβώς, και άτομα που πεταλουδίζουν από λεωφορείο σε μετρό κι από ασανσέρ σε κυλιόμενη σκάλα, με το βλέμμα συγκρατημένα κενό, με βλέμμα εκπαιδευμένα ανεστίαστο. Ολοι κοιτούν έξω απ’ το παράθυρο, ίσια μπροστά, τις μύτες των παπουτσιών, το υποσχόμενο εκράν του τηλεφώνου.

Ιδιωτικότητες παράλληλες, ασύμπτωτες μοναξιές, ε; Ε, ναι. Που όμως συντήκονται σε αυτήν την αέναη εκδραμάτιση επί του δημόσιου πεδίου, όταν μουσικές, διάλογοι, στεναγμοί και ανεστίαστα βλέμματα, όλα τα samples, χύνονται πυρακτωμένα στο καλούπι του Ενός Μιγάδος, του Mix των Ολων. Και το καλούπι αλλάζει, μετασχηματίζεται με τον καιρό, άλλο το πρωί, άλλο τ’ απομεσήμερο, άλλο τη νύχτα, άλλο την κάθε εποχή.

Τα ακουστικά γλιστράνε από τα αυτιά μου. Πλάι μου ακούω ένα τσικ-τσικ-τσικ από τα ακουστικά του διπλανού μου νεαρού. Προσπαθώ να μαντέψω: Τι; Ποιος; Πού πάει; Ανώφελο, το ίδιο ακούμε. Φοράω πάλι τα ακουστικά.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21.01.07

Advertisements