Παραγινωμένος μπέμπης

Ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι ΤΟ πρόσωπο της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, πιο πολύ κι από την κομητική Ρούλα Κορομηλά, πιο πολύ ακόμη κι από το μωσαϊκό της «Λάμψης». Η εικόνα του φρεσκοκουρεμένου, μακιγιαρισμένου, γραβατωμένου νέου άνδρα που απαγγέλλει ειδήσεις επειγόντως και με στόμφο, είναι η εικόνα της μακιγιαρισμένης, correct τηλεόρασης που σερβίρει αδιακρίτως ειδήσεις, σίριαλ και σκουπίδια, σε μια αδιάκοπη ομοιογενή ροή. Είναι κυρίως εικόνα μιας κοινωνίας που αντικρίζει στο γυαλί τον εαυτό της σαν Νίκο Χατζηνικολάου: σοβαρό, στομφώδη, clean, σίγουρο, χωρίς δισταγμούς, χωρίς επιπολής ραγισματιές. Και αυτό που βλέπει, της αρέσει. Γι’ αυτό το βλέπει επί δεκατέσσερα συναπτά έτη.

Ο τηλεοπτικός άνθρωπος ΝΧ φτιάχτηκε με κόπο. Παρότι είναι γόνος της Νέας Δημοκρατίας, παρότι θεωρείται το χαϊδεμένο ισχυρών οικογενειών και μιντιαρχών, παρότι βρήκε ανοιχτές πολλές κρίσιμες πόρτες, παρότι ανήλθε ταχύτατα, παρ’ όλ’ αυτά, ο ΝΧ έχει δουλέψει σκληρά για να φτάσει και να παραμείνει ψηλά. Δούλεψε για να επιπλεύσει πάνω από εξίσου ικανούς ή και πιο προικισμένους συναδέλφους του· δούλεψε για να κρατήσει ισορροπίες με τους ιδιοκτήτες του καναλιού· δούλεψε για να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα· δούλεψε για να φαίνεται στο γυαλί ικανός να χειριστεί έναν σκληροτράχηλο πολιτικό και μια ναζιάρα ντιζέζ.

Τι απέφερε η τόση σκληρή δουλειά;

Έχοντας επίγνωση των ελλείψεών του σε γνώσεις και υποδομή, προετοιμάζεται επιμελώς πριν από κάθε συνέντευξη, διαβάζοντας ό,τι σχετικό κυκλοφορεί. Όταν βγαίνει βέβαια στο γυαλί, δεν μπορεί πάντα να κρύψει την έλλειψη γνωστικού ή βιωματικού βάθους, παρότι διαβεβαιώνει με τρέμουσα φωνή ότι ανατράφηκε με τα τραγούδια του Σαββόπουλου και του Θεοδωράκη, με τις ταινίες του Αγγελόπουλου. Αντιθέτως, φαίνεται πιο πειστικός όταν συνομιλεί με τον Αντώνη Ρέμο και άλλα αστεράκια εποχής, της εποχής όπου ανήκει και ο ίδιος ο ΝΧ πολιτιστικά, ψυχικά και βιωματικά. Αυτές οι χαμαιλεόντειες μεταμορφώσεις του ΝΧ είναι όμως ό,τι αρέσει στο κοινό του, που αρέσκεται να συμφύρεται με Δασκάλους, ενζενί, λάλους πολιτικούς, αθλητές, λαϊκές αοιδούς, τηλε-κονφερανσιέ, και να τους φέρνει όλους στα μέτρα του, στο λίβινγκ ρουμ, να βρεθούν Ενώπιοι Ενωπίον στο ύψος του καναπέ.

Ο ΝΧ είναι ο άνθρωπος τους, αυτός που τους έφερε όλους, γίγαντες και νάνους, στο ύψος του μικροαστικού καναπέ, βιντεοσκοπώντας την ελληνική δεκαετία του ’90 σαν πινακοθήκη από μούρες και πόζες. Και με ένα υπόγειο, διαρκές feedback, το κοινό τον ανατροφοδοτεί με ό,τι θέλει να χαζέψει, να αγγίξει, να απομυθοποιήσει, να χλευάσει ή να κανιβαλίσει. Ο ΝΧ ακούει πάντα το κοινό, κι ακούει πάντα το γούστο του· και τα γούστα τους συμπίπτουν. Και ο ΝΧ, σαν άλλος Τζακ Μπάρον, δικτυωμένος με το μέσο γούστο, καλεί στο σαλονάκι του τους τύπους της Ανθρώπινης Κωμωδίας για να τους ακτινοσκοπήσει ανέμελα, επιπόλαια, ξένοιαστα· για να γεμίσει ο απύλωτος τηλεοπτικός χρόνος, και να μπουκώσει το ακόρεστο κοινό. Ο ήρωας του Νόρμαν Σπίνραντ, ο τηλεπαρουσιαστής Τζακ Μπάρον ασχολείται με τη Βαθεία Ψύξη και την αθανασία· ο ΝΧ ασχολείται με τη Βαθεία Πλήξη και την επιπολαιότητα.

Ο ανθεκτικότερος φροντ-μαν της ελληνικής τηλεόρασης ασφαλώς έχει προσόντα. Η εργατικότητά του ήδη αναφέρθηκε· ο τηλεθεατής τον φαντάζεται να περνά όλη την ημέρα του στο κανάλι. Η φιλοδοξία του είναι επίσης προφανής: ο ΝΧ ακτινοβολεί την πεποίθηση «Δεν υπάρχει άλλη θέση από την κορυφή». Προφανής είναι επίσης η ικανότητά του να απαλλάσσεται από ενοχλητικούς ανταγωνιστές μέσα στο «μαγαζί» του: η κορυφαία γυναίκα παρουσιάστρια της γενιάς του, η Μαρία Χούκλη, έφυγε· όπως έφυγε και ο χαρισματικός πολιτικός συντάκτης και σολίστ Παύλος Τσίμας. Έτσι, ο correct NX κατέκτησε μια διεθνή πρωτιά: να είναι ταυτοχρόνως o κεντρικός παρουσιαστής του δελτίου, να παρουσιάζει το κεντρικό τοκ σόου και να είναι και διευθυντής ειδήσεων και ενημέρωσης, δηλαδή να ελέγχει όλους τους άλλους συναδέλφους και δυνάμει ανταγωνιστές του… Σταδιακά, με αυτούς τους πολλαπλούς ρόλους, έφερε όλα τα τοκ σόου και τα δελτία στα μέτρα του, δηλαδή σε ένα μείγμα ελαφράς πολιτικής και λαϊκο-ποπ, όπου η πρεμιέρα στο μαγαζί της Άννας Βίσση είναι είδηση ισοδύναμη με την εισβολή τανκς στη Ραμάλα, και το κοζερί με τον Πλούταρχο είναι ισοδύναμο με μια συνέντευξη του Κώστα Γαβρά.

Βέβαια όλη η τηλεόραση, και τα περισσότερα μίντια, ισορροπούν σήμερα σε αυτό το ναδίρ. Ο ρόλος του ΝΧ είναι όμως κρίσιμος, διότι βρέθηκε επικεφαλής του μεγαλύτερου σταθμού, με ένα επίχρισμα εγκυρότητας, και έπαιξε το παιχνίδι με τους όρους των μικρών και κίτρινων. Και τους ξεπέρασε στην εντυπωσιοθηρία και στο λαϊκισμό. Νικητής στα σημεία. Ξεπερνώντας όμως τους επιθετικούς και κίτρινους μικρούς, υπέσκαψε όλο το οικοδόμημα του έγκυρου Mega, αλλάζοντάς του εικόνα, συγχέοντας τις ομάδες κοινού, υποσκάπτοντας εντέλει ακόμη και τη δική του εικόνα, του βροντόλαλου, correct με τα γυαλιά χωρίς σκελετό, που νανουρίζει κάθε βράδυ ειδησεογραφικά τη μεσαία Ελλάδα. Και τότε ο ΝΧ που έκανε τα πάντα για να βρεθεί μόνος στην κορυφή, βρέθηκε πράγματι μόνος, στη μέση μιας ήττας, στο πουθενά, βαλλόμενος από τα αφεντικά του…

Προτού βρεθεί στο επίκεντρο της φανερής κρίσης του Mega, πάντως, o NX είχε δώσει δείγματα της αδυναμίας του να χειριστεί αυτοδυνάμως πολιτικά ζητήματα πιο περίπλοκα από μια στημένη συνέντευξη όπως αυτή με τη Μαριάννα Βαρδινογιάννη. Όταν ακούστηκε ότι πιθανόν να ήταν υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας για τον Δήμο Αθηναίων, οι απαντήσεις του δεν ήταν πειστικές ούτε δημοσιογραφικά ούτε πολιτικά· απλώς κέρδιζε χρόνο μιζάροντας πάνω στη φημολογία. Ακόμη χειρότερα, όταν προκλήθηκε ανοιχτά από τον φαρμακερό Γιώργο Κύρτσο, σύρθηκε live, ενώπιον του κοινού του, να ομολογήσει ότι αυτός που τον συμβουλεύει πολιτικά είναι ο «σαν τον πατέρα μου» Βαρδής Βαρδινογιάννης.

Το outing από τον Κύρτσο περιείχε όλα τα στοιχεία ενός σύγχρονου τηλεδράματος: το ατσαλάκωτο αγόρι με το baby face, το αγόρι που η Μάνα Μήτση-Λαζόπουλου θα το ήθελε για γιο ή γαμπρό της, το παιδί της Δικής μας Τηλεόρασης, έλιωνε κάτω από τα ίδια φώτα που τον λάμπρυναν χρόνια τώρα· το μέικ απ έτρεχε, όλα ήταν ένα σκηνικό. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, ο ατσαλάκωτος, σίγουρος άνδρας, φάνηκε σαν παραγινωμένος μπέμπης που επεκαλείτο προγόνους και προστάτες… Κι έμεινε έτσι. Καλημέρα ζωή.

Εκείνη η εμφάνιση ήταν η αρχή του τέλους για τον ΝΧ· το τέλος της εικόνας του αντικειμενικού και αμερόληπτου, του αδέσμευτου επαγγελματία δημοσιογράφου ― τουλάχιστον για όσους επείθοντο με αυτή την παρασκευασμένη εικόνα. Τότε πολλοί θυμήθηκαν την πολιτική του καταγωγή: παιδί της ΔΑΠ στην Πάντειο, γιος βουλευτή και υπουργού της Ν.Δ., προστατευόμενος του Μ. Έβερτ στον 984, με δημοσιογραφικά δωράκια από όλους τους ηγέτες της Ν.Δ., χρυσό παιδί της Μεσημβρινής του Βαρδινογιάννη, επιλογή του Βαρδή για το Μega των πέντε εκδοτών.

Τώρα το κοινό άλλαξε στάση. Το κοινό που έβλεπε στον ΝΧ τον γιο που πρόκοψε, το πρότυπο επιτυχημένου, το role model του μηντιάνθρωπου, τώρα θα ήθελε να τον δει να τσαλακώνεται λιγάκι, να χαμηλώνει. Κοινό και Νίκος βάδισαν μαζί όλο τον δρόμο της τηλεοπτικής ενηλικίωσης· συλλάβισαν μαζί ειδήσεις, έκαναν εκλογές και συνεντεύξεις πρωθυπουργών, ξεκατινιάστηκαν με τραγουδίστριες και λαϊκά ινδάλματα. Παραγνωρίστηκαν. Ο καλός γιος φέρνει πλήξη πια, δεν έχει εκπλήξεις, δεν μπορεί καν να κιτρινίσει περισσότερο· στον πάτο κυριαρχούν άλλοι, χειρότεροι, πιο προκλητικοί. Το κοινό στρέφεται αλλού. Η αργόσυρτη, βαριά φωνή με την δασκαλίστικη άρθρωση σβήνει, ξεθωριάζει. Η εποχή της κυριαρχίας τελειώνει. Όχι γιατί ο ΝΧ είναι χειρότερος από πριν, αλλά γιατί η ανοχή του κοινού εξαντλήθηκε. Το κοινό βόσκει αλλού, καταβροχθίζει φρέσκους· γύρισε το κουμπί. Πολύ προτού τον αμφισβητήσουν τα αφεντικά του, ο ΝΧ είδε τη λήξη του στις θεαματικότητες. Σύντομα, απ’ αυτή την εποχή, θα θυμούνται τον ΝΧ σαν τον Διακογιάννη ή τον Φρέντυ Γερμανό, ένα TV relic, ένα τιμημένο τηλελείψανο που θα προσκαλείται στο «Κάτσε καλά» του μέλλοντος και θα αφηγείται Ετσι-Κάναμε-Τηλεόραση-Τότε.

περιοδικό «Κ», Καθημερινή Κυριακής, Αύγουστος 2003

Advertisements