Η ζωγραφική του Χρήστου Μαρκίδη

markidis

Οι κουλουριασμένες φιγούρες του Χρήστου Μαρκίδη είναι ελατήρια σφιγμένα στον υπέρτατο βαθμό, μια στιγμή προτού εκτιναχθούν. Η γραμμή του στροβιλίζεται, κλώθεται, συσπειρώνεται, χωνεύεται μες στη γραφή, σαν πινελιά απωανατολίτη καλλιγράφου, σαν σχέδιο γλύπτη που περικυκλώνει νοερά το περίοπτο άγαλμα, σαν πρόπλασμα βυζαντινής αγιογραφίας όπως θα το σκάρωνε ένας ζωγράφος, όχι αγιογράφος. Σαν ζωγραφιά που αφηγείται τον εαυτό της.

Ο πρώτος πειρασμός, σαν αντικρίσεις τις κουλουριασμένες μορφές του ΧΜ, είναι ο πειρασμός της ερμηνείας: ο άνθρωπος, σκέφτεσαι, σκύβει στη γη, ένα με το χώμα, δεόμενος, ταπεινός, συντετριμμένος ίσως. Είναι, σκέφτεσαι, ένας άνθρωπος έξω από τη δυτική παράδοση, στην οποία ο άνθρωπος εικονίζεται όρθιος, ξαπλωτός, τέλος πάντων ευθειασμένος ή σε μια εύλογη γωνία. Πολλώ μάλλον στη βυζαντινή εικονογραφία: εκεί η φιγούρα είναι κατά κανόνα ιερουργικά όρθια, πλην της Θεοτόκου που αγκαλιάζει τον Υιό, και γέρνει ενώπιον του Πάθους. Ο Μαρκίδης επιχειρεί πράγματι να σχεδιάσει μια τέτοια Οδηγήτρια.

Αλλά άνθρωπος κουλουριασμένος και χάμω; Αυτή η εικόνιση δείχνει τον ζωγράφο μας κουλουριασμένο στη νεωτερικότητα, στο δράμα της.

Αφήνομαι στον πειρασμό της ερμηνείας: ο ζωγράφος μυρίζει το χώμα μαζί με τον ζωγραφιζόμενο, δείχνει τον κόπο και την αναζήτησή του, τον αγώνα του να επανακτήσει τις μορφές και την αφήγηση σε ριζικά νέο context· δείχνει ταπείνωση, μα δεν βάζει υπακοή.

Η αγωνία του Μαρκίδη είναι αγωνία ζωγράφου· μεταφυσική, ναι, αλλά όχι ιερή· ριζώνει στον κόσμο, όχι στο επέκεινα.

Το λέω αυτό, έχοντας στα μάτια την τελευταία ―ανέκδοτη― δουλειά του: ανθρώπινες φιγούρες σε φυσικό μεγεθος, στέκονται όρθιες, μετωπικά, και κοιτούν κατάματα τον θεατή, στο ύψος των ματιών, σαν εικόνες του Φαγιούμ, σαν εικονίσματα. Σαν: μοιάζουν με τις επιτύμβιες ή τις λατρευτικές εικόνες, αλλά τούτες είναι ζωγραφιές: άνθρωπος αφηγείται τον άνθρωπο. Εξ ου και η όρθια στάση: το ελατήριο έχει τιναχτεί.

περιοδ. ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, αριθ. 71, χειμώνας 2006 

Advertisements