O correct του λαού

«Με τραγούδια για τη φτώχεια και την ξενιτιά /
ρετιρέ παίρνει στην Κηφισιά…»

Το τραγούδι αυτό το άκουγα περί το 1974-75, μαθητής του εξατάξιου γυμνασίου. Οι στίχοι είναι του Μάνου Ελευθερίου, η μουσική του Σταύρου Κουγιουμτζή. Το τραγουδούσε ο Νταλάρας. Αν θυμάμαι καλά, δεν ήταν το σουξέ του δίσκου «Μικρές Πολιτείες» που το περιείχε.

Το θυμάμαι όμως ακόμη αυτό το τραγούδι. Ηταν ωραίο, δεν ήταν τυπικό λαϊκό, είχε έναν ελεγειακό τόνο, και οι στίχοι έφτιαχναν εικόνες ρευστές, έπιαναν τον σφυγμό ενός αναδυόμενου κόσμου, της Ελλάδας που έβγαινε από την επταετή δικτατορία και ψηλαφούσε το δυτικό μοντέλο, τη δημοκρατία, την ευμάρεια, την πολυτέλεια των ελεύθερων ιδεών.

Το θυμάμαι αυτό το τραγούδι σαν υπόκρουση σε μια τελετή μύησης στην ενήλικη ζωή – που έμελλε να διαρκέσει πολύ. Και σαν υπόκρουση στη μυθική Σύρο του ’60-’70, γύρω από την οποία συγκεντρώνεται η εφηβεία μου, ο στιχουργός του τραγουδιού και αργότερα και ο ίδιος ο τραγουδιστής.

Το θυμάμαι επίσης αυτό το τραγούδι σαν προφητεία για τα επόμενα χρόνια, του ’80 και του ’90, όταν στον αστερισμό του λαϊκισμού πλούτιζαν οι κάλπηδες και οι γόητες, εν ονόματι του καθαγιασμένου και βαυκαλισμένου λαού. Ο ποιητής έβλεπε από τότε την Κηφισίας να ανηφορίζει με Agora Βωβός Center, έβλεπε τα 4Χ4 με τον ήλιο του λαού στο παρμπρίζ και την 3η Σεεπτέμβρη της Μπέλλου να γίνεται ο παιάνας των λιπαρών με μούσι και ζιβάγκο.

Για χρόνια επίσης θεωρούσα αυτό το τραγούδι ενδεικτικό της πορείας του Νταλάρα. Από τραγουδιστής της φτώχειας και της ξενιτιάς, από τα ρεμπέτικα και τα μικρασιάτικα, από τους καημούς της αριστεράς, από την Κοκκινιά και τον Στελλάκη Περπινιάδη, στα ρετιρέ, στη Φιλοθέη, πλάι στη Γιάννα και τους μεγαλοπλούσιους. Είναι έτσι;

Η πρόσφατη αποπομπή του πρωθυπουργικού συμβούλου Γ. Παταγιά έφερε στην επιφάνεια και το όνομα του διάσημου τραγουδιστή. Γράφτηκε ότι ο πρώην πανίσχυρος σύμβουλος πίεσε την Εφορία να διακανονίσει ευνοϊκά μια εκκρεμότητα του Γιώργου Νταλάρα – όμως επισήμως αυτό ούτε επιβεβαιώθηκε ούτε διαψεύστηκε ρητώς. Αυτοί που «έδωσαν» τον Παταγιά μέσω Νταλάρα, δεν είχαν να προσθέσουν τίποτε δημοσίως.

Κατά τον θορυβώδη αποκεφαλισμό του συμβούλου ακούστηκαν επίσης διάφορα για τη παλαιά φιλία των δύο ανδρών από την Κοκκινιά, την ηρωϊκή Β’ Πειραιώς, όπου επιθυμεί να πολιτευθεί ο πρώην Μάξιμος. Αναδύθηκε λοιπόν εμμέσως και ένα άλλο μοτίβο της σύγχρονης Ελλάδας: τα παλικάρια των λαικών συνοικιών που ανέρχονται στα ρετιρέ της εξουσίας έως ότου κάποια άλλα ρετιρέ τους κόψουν τα πόδια.

Ο Παταγιάς εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Ο Νταλάρας όχι. Ο Π. εμφανίστηκε από το πουθενά, μεσουράνησε, και θα επιστρέψει εκεί όπου ανήκει. Ο Ντ. όμως δεν είναι Παταγιάς. Δεν είναι χθεσινός, δεν είναι κομήτης, σαλταδόρος, καιροσκόπος ή τυχεράκιας. Βρίσκεται στην πιάτσα από το 1965 και στην κορυφή από το 1968-70. Αυτή τη διάρκεια πόσοι δρώντες επώνυμοι μπορούν να ισχυρισθούν ότι την έχουν; Ελάχιστοι.

Διάρκεια. Τερατώδης διάρκεια στην κορυφή. Και αλλαγές, προσαρμογή στους καιρούς, μεταμορφώσεις. Και επιμονή, παροιμιώδης επαγγελματισμός, ποιότητα δουλειάς που την αναγνωρίζουν ορκισμένοι εχθροί του. Και λατρεία. Και διεθνής αναγνώριση. Και διαρκής αμφισβήτηση. Και φθόνος.

Ο Ντ. αναπτύσσεται εν χρόνω ολοένα και πιο εκτεθειμένος στη ανθρωποφάγο δημοσιότητα, σαν να του παίρνει το σταρ σύστεμ με τόκο ό,τι του έδωσε απλόχερα επί 35 χρόνια. Γιατί ο Ντ. είναι ο πρώτος σταρ του λαϊκού τραγουδιού την εποχή της βιομηχανοποίησής του. Είναι το πιο πετυχημένο δημιούργημα της Μinos, στην πρώτη και μοναδική εποχή που λειτούργησε το εγχώριο σταρ συστεμ: όταν ο Φίνος έφτιαχνε τον Κούρκουλο και τη Λάσκαρη, και λίγο αργότερα ο Μάτσας έφτιαχνε τον Νταλάρα και την Αλεξίου. Η κοινωνία ήταν ώριμη να δεχτεί τους δικούς της σταρ, η ντόπια βιομηχανία τους έφτιαξε. Και σταρ έγιναν τα παιδιά της λαϊκής ή μικροαστικής τάξης, που με το ταλέντο τους και τη σκληρή δουλειά υπεραναπλήρωναν τις προσδοκίες του πλήθους και ενσάρκωναν το Νew Greek Dream.

Ο Ντ. ξεκίνησε σαν παιδί-θαύμα με καρρέ μαλλί, καμπάνα παντελόνι και ακατέργαστο μέταλλο φωνής. Ο ίδιος λέει ότι σήμερα θυμώνει με τις τότε ηχογραφήσεις του και τη φωνή του. Μπήκε στη δισκογραφία 18χρονος, την ώρα που η δισκογραφία του λαϊκού έφευγε από το δισκάκι των 45 στροφών και γεννούσε το album 33 στρ.: κύκλοι τραγουδιών με θεματικό πυρήνα, ένα concept που είχε λιγο νωρίτερα επιβάλει η ποπ, με τους Βeatles, τον Ζappa, την ψυχεδέλεια κ.ά. Ηταν ίσως ο πιο έγκαιρος εκσυγχρονισμός στην ελληνική σκηνή. Ο Ντ. άνθησε μες στη χούντα με ένα ρεπερτόριο «έντεχνου λαϊκού», το οποίο η δισκογραφία το διέστειλε πέρα και από τον κορεσμό.

Ο Ντ., ένα λαϊκό παιδί τότε, με ταλέντο όμως και φιλοδοξία, αναπτύχθηκε καλλιτεχνικά στο περιβάλλον της δισκογραφίας, και πολύ λιγότερο στο περιβάλλον της νύχτας ή της μπουάτ, παρά την επιτυχία της Διαγωνίου. Ηταν ο τραγουδιστής του δίσκου, του ραδιοφώνου, της παλλαϊκής μετάδοσης· ο καλλιτέχνης στην εποχή του μαζικά αναπαραγώγιμου έργου τέχνης. Κάθε πικάπ και «Βυζαντινός Εσπερινός», κάθε κασετόφωνο και «Πουκάμισο θαλασσί».

Πολύ νωρίς είδε ότι δεν του πάει η πίστα και η νύχτα· του πάει το στούντιο ηχογραφήσεων και η ελεγχόμενη συναυλία. Οταν άρχισε να παρακμάζει η μπουάτ, ο Ντ. ήταν ήδη αλλού. Το λαϊκό παιδί με το καρρέ μαλλί και το ζιβάγκο είχε μεταμορφωθεί σε έναν ακάματο επαγγελματία, με φιλοδοξίες και σχέδιο, με αίσθηση των καιρών και με ένστικτο καριέρας. Το αστέρι της δισκογραφίας είχε κερδίσει πολλή φήμη, περισσότερη από όση του χρειαζόταν ίσως, και επέλεξε να μη μείνει στο ευκολοφάγωτο κεφάλαιο της νύχτας αλλά να επενδύσει στην εικόνα του ανεξάρτητου καλλιτέχνη. Κέρδισε.

Καθώς άλλαξαν οι καιροί ο εργασιομανής Ντ. όχι μονο προόδευσε μουσικά, μα άλλαξε και ρεπερτόριο: η «παλτουδιά» του ρεμπέτη έγινε φλαμένκο, λάτιν, ροκ, Μπρέγκοβιτς. Οπορτουνισμός; Μάλλον ένστικτο επιβίωσης. Ο Ντ. διαπλέει τον καιρό γεμίζοντας τις αίθουσες και τα στάδια, περιοδεύοντας ανά την υφήλιο, συμπράττοντας με διάσημους ή νεότερους, ανανεωνόμενος, και πάντα δουλεύοντας σκληρά, με μανία. Ηταν αρκετό;

Οχι.Το κοινό αρέσκεται στην ειδωλοφαγία. Ο Ντ. στην κορυφή μιας προσεκτικά επεξεργασμένης καριέρας, βρήκε μπροστά του κάτι απρόσμενο: την υπερβολική φήμη. Και την υπερβολική δραστηριότητα. Οι συχνές εμφανίσεις του, ιδίως οι συμμετοχές του σε συναυλίες για πολιτικούς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς, έγιναν στόχος κριτικής και ανελέητης σάτιρας. Ανεπαίσθητα, ο εθνικός τραγουδιστής, το υπεράνω κριτικής παιδί του λαού, έγινε καρικατούρα της επιθεώρησης.

Συνηθισμένος στον έπαινο και την αποδοχή, ο Ντ. αντέδρασε βίαια. Παλιότερα πήγε να χειροδικήσει εναντίον δημοσιογράφου που του άσκησε δυσμενή κριτική. Δεν το επανέλαβε. Ο Χάρυ Κλιν επίσης τον χρησιμοποίησε σε μια φράση που έμεινε παροιμιώδης. Δεν αντέδρασε φανερά. Οταν όμως ο Τζίμης Πανούσης τον εχλεύασε για τις «εθνικές» συναυλίες του και τον έδειξε να τραγουδά βγάζοντας λεφτά από το στόμα του, άρχισε τις αγωγές. Ο Πανούσης καταδικάστηκε να μην αναφέρει εφεξής το όνομα Νταλάρας, αλλιώς θα πλήρωνε πρόστιμο για κάθε αναφορά… Ακολούθησαν άλλες δημόσιες αντεγκλήσεις με τον Ακη Πάνου, τον Μανώλη Ρασούλη κ.ά. Ο σταρ Ντ. αμυνόταν, άκομψα, ζητώντας πίσω το παλιό αγνό του όνομα. Ηταν όμως πια αργά… Το όνομα είχε σκιασθεί. Φθόνος, κορεσμός, σάτιρα – δεν έχει σημασία. Ο σταρ βρέθηκε αμυνόμενος και επιτιθέμενος, ζητώντας από τον Πανούση ως ηθική αποζημίωση το σημαδιακό ποσόν των 100 εκατ. δρχ., όσα προσφάτως είπαν ότι πήγε να γλιτώσει από την Εφορία…

Τα μοτίβα του φαινομένου Ντ. είναι λίγο-πολύ ευδιάκριτα. Είναι ο αυτοδημιούργητος Ελληνας των λαϊκών στρωμάτων, που ανέβηκε από την Κοκκινιά στη Φιλοθέη, ναι. Αλλά δεν του χαρίστηκε τίποτε. Τα σκαλοπάτια της ανόδου του τα ανέβηκε δουλεύοντας πολύ σκληρά, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο συνάδελφο του καλλιτέχνη. Υπέταξε τη φιλοδοξία του σε ένα σχέδιο, οικονόμησε τον βίο του αναλόγως, δεν προκάλεσε ποτέ με την ιδιωτική του ζωή, δεν σκανδάλισε τον λαϊκό κόσμο που τον ακολουθούσε, έμεινε διακριτικά με την αριστερά όταν έπρεπε, πρόβαλε πατριώτης όταν έπρεπε, έμεινε παντού και πάντα correct. Kυρίως αυτό: έμεινε ακλόνητα correct. Είναι υπόδειγμα λαϊκού παιδιού που κερδίζει με την αξία του, και ραγίζει μόνο όταν μπουχτίζει το κοινό από το τόσο correct, ή όταν χάνει την ψυχραιμία του και εναντιώνεται στο πιο ακαταμάχητο όπλο: το χιούμορ… Για μερίδα του κοινού όμως, είναι πιο συμπαθής έτσι ραγισμένος και οργίλος, πιο αληθινός και ανθρώπινος, από το μετρημένο, δυσκοίλιο παιδί που μιλάει για όλα σαν παπαγάλος μαθητής. Τα τελευταία χρόνια γουστάρω αυτό τον απρόβλεπτο, «κακό» Νταλάρα…

Ο πειθαρχημένος Νταλάρας, το λαϊκό ίνδαλμα-και-καλό παιδί, έχει τελειώσει… Οχι γιατί ο Νταλάρας έπαψε να είναι αυτός που ήταν, παρότι και ο χρόνος βάζει τη σφραγίδα του στον μεσήλικα πια σταρ. Αλλά γιατί ο αδηφάγος καιρός μας δεν σηκώνει τα άοσμα καλά παιδιά, τους αδιάφθορους, τους υπεράνω. Θέλει να τα λερώσει λίγο, να τα πιτσιλίσει με λίγη κακία, να τους τσαλακώσει το ίματζ, να δει το καλό παιδί φοροφυγά και διαπλεκόμενο, να σκεπάζει το πρόσωπο από τους παπαράτσι… Ο καιρός θέλει να δει τον βάρδο της τσιμινιέρας της ΚΝΕ, της Κύπρου, της ομογένειας και της Διεθνούς Αμνηστίας, σταυρωμένο στις φυλλάδες, πλάι στη Μενεγάκη, τη Βανδή, τον Μπιγκ Μακ και τον ροζ αρχιμανδρίτη. Είναι σκληρός ο καιρός. Το λέει και το τραγούδι.

περιοδικό VIEW, Καθημερινή Μάρτιος 2003