You are currently browsing the tag archive for the ‘Clash’ tag.

jimi_hendrix

Tέτοιο καιρό, παλιά, στην αναλογική εποχή, δηλαδή πάρα πολύ παλιά, ετοιμάζαμε δυο-τρεις κασέτες για τις διακοπές. Εξηντάρες, διότι τις ενενηντάρες τις μάσαγαν τα στοιχειώδη κασετοφωνάκια. Στην εξηντάρα χωρούσαν έως είκοσι κομμάτια, μάξιμουμ, άρα η επιλογή έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική. Ο Ιούλιος μου τα θύμισε, και η νοσταλγία ξεχείλισε, όμως, ψυχρή, συμπαγής, με άλλοτε ακριβείς ενθυμήσεις κι άλλοτε τρεμουλιαστές ανάμεσα σε χρόνους και τόπους.

Σαράντα χρόνια μετά τις πρώτες μου κασέτες, σήμερα θα έφτιαχνα δυο-τρεις, σε φόλντερ με mp3 ή ακόμη και με λίστες YouTube για να τις χαρίσω σε συνομήλικους, που τις νιώθουν ίδια ψυχρά δραματικά με μένα, στον ΚΚΜ, τον Θας, τον Γιωργο Γ., ας πούμε, αλλά και σε πολύ νεότερους, έως και στην ηλικία των γιων μου, για να πορεύονται και να ευφραίνονται.

Θα ξεκινούσα από τα πρώτα εξώφυλλα δίσκων LP που είδα στο Παραντάιζ Μυκόνου, κάμπινγκ χίππηδων, το 1973. Pink Floyd το The Dark Side of the Moon, Frank Zappa το Hot Rats, Rolling Stones το Let it Bleed. Δούλευα σερβιτόρος γενικών καθηκόντων και συχνά ξέμενα βράδια, όταν έστηναν ηχητικά κι έπαιζαν τα βαριά αμερικάνικα βινύλια. Θυμάμαι σαν τώρα το Time και το Money, το ανεπανάληπτο Peaches en Regalia με το οποίο ξεκινούσε τις εκπομπές του ο Γιάννης Πετρίδης στο Δεύτερο, το Gimme Shelter που το ακούσαμε πολύ ωραίο και από τον Πουλικάκο στο ιστορικό crazy love Ζωγράφου το 1979. Και το μελαγχολικό You Can’t Always Get What You Want.

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους στο μικροσκοπικό κασετόφωνο Philips, το πρώτο μαζικό της εφευρέτριας του μέσου, έπαιζαν δύο κασέτες BASF, δώρο από Ελβετούς φίλους του καλοκαιριού. Περείχαν δύο ροκ ορόσημα και ένα σόουλ: Jimi Hendrix, Janis Joplin, Ike & Tina Turner. Μυητήρια τελετή στα μπλουζ, τον ηλεκτρισμό, την ψυχεδέλεια, το άπαν του ρωμαντισμού των σίξτις: κεραυνοβολημένος εισήλθα στην νεωτερικότητα της ποπ, και έκτοτε τίποτε δεν ήταν ίδιο. Συγκρατώ: Hey Joe, Purple Haze, Cry Baby, River Deep Mountain High.

Από τον χειμώνα 73-74 οι κασέτες γέμιζαν το σπίτι, ό,τι μπορούσε να βρεθεί στη στενόχωρη ελληνική αγορά. Λίγο αργότερα ήρθε ένα πορτοκαλί φορητό πικάπ Philips· πάνω του έπαιξαν ώρες χιλιάδες, δίσκοι δανεικοί φερμένοι απ’ έξω, από ναυτικούς: θυμάμαι το σοκ David Bowie και τους Genesis. Από τον Μπόουι κρατάω πρώτο το Lady Grinning Soul (She’ll come, she’ll go/ She’ll lay belief on you / Skin sweet with musky oil), που ήταν το τραγούδι της γυναίκας της ζωής μου χωρίς να το ξέρω τότε. Και από τους Genesis το I know what I like, and I like what I know ― δεν καταλάβαινα όλους τους στίχους, αλλά το ρεφρέν κάπως με εξέφρραζε.

Μετά το ’74-’75, τα ορόσημα λιγοστεύουν, αλλά δεν λείπουν. Την ώρα, ας πούμε, που μεταδίδονταν ραδιοφωνικά τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, εγώ άκουγα The Clash και Sex Pistols σε σπίτι φίλων. Μας διέκοψαν για να μου πουν ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο, και συνεχίσαμε. Τον πρώτο φοιτητικό χρόνο ήρθε μια άλλη epiphany: καθόμουν καλοκαίρι βράδυ στο εργένικο δώμα και το Πρώτο Πρόγραμμα είχε την εκπομπή Η Παγκοσμιότητα της Τζαζ. Σάκης Παπαδημητρίου. Η τζαζ ήταν για μένα ένα μυστήριο, ένα απρόσιτο σύμπαν, σαν τη μουσική του Βάγκνερ. Επαιξε το Africa του John Coltrane και ώσπου να τελειώσει το 16λεπτο έπος της free είχα περιπέσει σε έκσταση. Θα το έβαζα μαζί με το My Favorite Τhings σε αλλεπάλληλες εκτελέσεις.

Θα έβαζα ουρά κανα-δυο του συνομήλικου Nick Cave, το Stranger than Kindness ανυπερθέτως και το Carny από τα Φτερά του Ερωτα του Βέντερς. Και διάφορα από τη στάγδην ενηλικίωση σε όλη τη διάρκεια του ’80, έως τον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Το Wild is the Wind και το Nature Boy σε όλες τις εκτελέσεις, το Suspicious Minds μόνο με τον Ελβις, ένα-δυο κοριτσίστικα μονοφωνικά του Phil Spector που τα έβαζε πάντα ο Σκορσέζε στις μαφιόζικες ηθογραφίες, to Il cielo in una Stanza της Μίνας, και κάπου ανάμεσα στα λυρικά το Δρόμοι Παλιοί, των Μίκη Θεοδωράκη – Μανώλη Αναγνωστάκη, σταθερή εμμονή από το εβδομήντα-κάτι.
Ετσι ακούστηκαν σαράντα χρόνια.

naked011

Τα χρόνια της Θάτσερ, οι Βρετανοί νέοι της γενιάς μου τα έζησαν ενάντιοι. Στο Λίβερπουλ, στο Μάντσεστερ, στη Γλασκώβη, στο Μπρίξτον, είδαν τους μεσήλικους άνεργους να βουλιάζουν στον αλκοολισμό και στην παραίτηση. Η θατσερική μεταρρύθμιση σάρωνε τους φτωχούς και ήταν αμείλικτη με τους αδύναμους. Οι πιο ευάλωτοι νέοι της εργατικής τάξης έπεφταν στα ναρκωτικά και στην αυτοκαταστροφή. Οι πιο ευαίσθητοι έκαναν τέχνη: τραγούδια, βιβλία, ταινίες.

Την ίδια περίοδο, οι Ελληνες συνομήλικοι βίωναν την εναντίωση ή και την απόγνωση των Βρετανών του θατσερισμού σαν καλλιτεχνική εμπειρία, αλλά και σαν μύηση στην ηθική και υπαρξιακή ουσία της πολιτικής. Clash, Crass, Morrissey, Elvis Costello, Robert Wyatt, Specials τραγουδούσαν στα πικάπ των σπιτιών και των μπαρ για την άλλη Αγγλία, των ονείρων και των αισθημάτων, καίριοι, λυρικοί, σκληροί, γοητευτικοί. Στις κινηματογραφικές αίθουσες ανακαλύπταμε το νέο βρετανικό σινεμά: Στίβεν Φρίαρς, Ντέρεκ Τζάρμαν, Νιλ Τζόρνταν, Μάικ Λι, Κεν Λόουτς. Υψηλή ποπ αισθητική, ρεαλισμός, απελευθερωτικές ηθογραφίες ή σκοτεινές καταδύσεις στην ανθρωπογεωγραφία του θατσερισμού: από τη δύσκολη ελπίδα του «My Beautiful Laundrete» έως το ντοστογιεφσκικό «Naked», τον αβάσταχτο ρεαλισμό του «Raining Stones» και το αιματηρό μελόδραμα «Crying Game».

Στο σινεμά, τουλάχιστον δύο Ελληνες κινηματογραφιστές που έζησαν τον θατσερισμό, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης και ο πρόωρα χαμένος Αλέξης Μπίστικας, έφεραν εδώ την αύρα ενός Ντέρεκ Τζάρμαν εκείνα τα χρόνια. Τέλη δεκαετίας ’80 με αρχές ’90, θυμάμαι το ασπρόμαυρο περιοδικό «Κοντροσόλ στο χάος», με Δημήτρη Παπαϊωάννου, Μπίστικα, Αβούρη, Ζάφο Ξαγοράρη, ζωγράφους, συγγραφείς και κομικσάδες, να μετακενώνει το γκέι πανκ πνεύμα στα Εξάρχεια με αισθητική νεορεαλιστική και μετατσαρούχεια.

Θατσερισμός και γιαπισμός, ατομικισμός και λαϊφστάιλ συγχέονταν αξεδιάλυτα στα κεφάλια των Ελλήνων της εποχής. Δεν μπορούσαμε να νιώσουμε πραγματικά τον πόνο της βρετανικής εργατικής τάξης, την απόγνωση των συνομηλίκων μας, τον ξέφρενο κυνισμό των γκόλντεν μπόις της Γουόλ Στριτ, έως μηδενισμού, όπως τα περιέγραφε ο Μπρετ Ιστον Ελις. Τα βλέπαμε ως έργα τέχνης, ως αισθητικές αποτιμήσεις. Κατά παράδοξο τρόπο, οι άνθρωποι χόρευαν με τους πολιτικούς Clash, με τους λυρικούς πλην κοινωνικά ευαίσθητους Morrissey και Costello, λικνίζονταν με το ζοφερό «Ghost Τοwn» των Specials και ταυτόχρονα διάβαζαν το «Κλικ» και εγαλουχούντο στην πόζα του νεοκυνικού. Κάπως έτσι. Αφαιρούσαμε τα έργα τέχνης από τη ζωτική τους σύμφραση διότι ζούσαμε σε άλλη χρονοσήραγγα: τη δεκαετία του ’80 είχε συμβεί μείζων αναδιανομή εισοδήματος και κοινωνική ανακατάταξη, ή έτσι νομίζαμε. Στο μεσουράνημα της Σιδηράς Θάτσερ και του ηθοποιού Ρέιγκαν, εμείς βλέπαμε εγγύτερα τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Φρανσουά Μιτεράν, τους τελευταίους σοσιαλιστές της Ευρώπης.

Πολύ περισσότερο, στην Ελλάδα μόνο μετά τη Μεταπολίτευση και μετά την Αλλαγή του ’81 υπήρξε χώρος για να εκδιπλωθεί και να αφομοιωθεί το νεανικό κίνημα του ’60-’70, ως νεορομαντισμός και υπαρξιακή αναζήτηση με φόντο τη σοσιαλδημοκρατία και μια ορισμένη αφθονία. Τον καιρό που στην Αγγλία κατεδαφιζόταν το κράτος πρόνοιας, στην Ελλάδα το οικοδομούσαμε, και στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν ακόμη κραταιό. Μόνο η Ιταλία, από τα τέλη του ’70 ήδη, είχε περάσει σε άλλη πίστα, πολιτικά και ανθρωπολογικά: αντί θατσερισμού, εκεί εγκαινιάστηκε η μεταμοντέρνα κοινωνία του θεάματος και της φαυλότητας, η Forza Italia του Μπερλουσκόνι.

Η πρώτη γεύση θατσερισμού ήταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά ήταν σχετικά βραχύβια και συνάντησε αντιστάσεις, διότι διετάρασσε την τάξη του πλιάτσικου· ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος από το Κανάλι 29 τον γκρέμισε ιδεολογικά και το πάρτι της θολούρας επανήλθε σε νέα ρότα. Οι φυλές του γενικευμένου «Κλικ» μεταλλάχθηκαν και γιγαντώθηκαν, ανακάλυψαν χαρούμενες το Χρηματιστήριο ως μηχανισμό αναδιανομής· ο θατσερισμός ξαναμπήκε παραλλαγμένος από την αριστερή πόρτα, μέσω Μπλερ: βαφτίστηκε εκσυγχρονισμός. Το κράτος πρόνοιας έπλεε αμέριμνο με δανεικά στη Ζώνη του Ευρώ.

Ισως φανεί ότι δεν ζήσαμε τον θατσερορεϊγκανισμό. Οχι. Τον ζήσαμε· καθυστερημένα, παράλληλα, διαθλασμένο, ενοφθαλισμένο στο μικροπεδίο μας, αλλά παρομοίως τον έζησε και μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Tο μείζον ιστορικό ρήγμα ήταν η πτώση του ανατολικού μπλοκ το ’89, και ό,τι ακολούθησε έκτοτε το ζήσαμε, το ζούμε στην ώρα του: πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, επανένωση Γερμανίας, μαζική μετανάστευση, κλονισμός Ευρωζώνης. Η μεταθατσερική Ευρώπη εδώ ξεκίνησε κι απλώνεται παντού. Τι ωραίο πλιάτσικο, που θα ’λεγε ο αντιθατσερικός Τζόναθαν Κόου.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 1 month ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 1 month ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 1 month ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.796 hits
Αρέσει σε %d bloggers: