You are currently browsing the tag archive for the ‘χαρά’ tag.

Το Σαββατοκύριακο ήταν μια αναμονή. Με σημείο κορύφωσης την ενδεκάτη νυκτερινή, στο γύρισμα προς Δευτέρα. Η Αθήνα τυλίχτηκε απ’ τη σιγαλιά, καθώς πολλοί κάτοικοι σκόρπισαν στις παραλίες για ένα μπάνιο. Υπό όρους, η αναμονή θύμιζε το καλοκαίρι του 2004 ― μείον την αμεριμνησία, την αφέλεια εκείνης της εποχής, την ασυγκράτητη αισιοδοξία. Τώρα, ακόμη και η πρόκριση στους 16 του Μουντιάλ ζυγίστηκε και βρέθηκε ελλιπής· τώρα, ο εθνικός ενθουσιασμός δεν αρκεί για να σβήσει τις πολύμορφές πλην βαθιές πληγές στο σώμα της κοινωνίας. Ο,τι έχει παρεμβληθεί τα τελευταία χρόνια σαν κρίση, σαν σοκ, σαν ταπείνωση προσδοκιών, σαν ενδημική δυσπιστία, αυτό τέλος πάντων, μετριάζει και τις πιο απλές χαρές, τις απροσδόκητες, σαν να έχει αφήσει φαρμάκι στο στόμα. Η κρίση μάς έφτιαξε άλλους, μας φτιάχνει άλλους.

Μια αλλαγή: η διαρκής διάθεση για κατάκριση. Μια σοβαροφάνεια, ένας πραγματισμός, μια ξινίλα, μια τεχνοκρατίλα, που πασχίζουν να περάσουν σαν αντικειμενική επιστημονική γνώση, ακόμη κι αν αφορούν ένα παιχνίδι, μια τελετή εκτόνωσης. Το σκεφτόμουνα όση ώρα άκουγα τον τηλεσχολιαστή: επικριτικός, καχύποπτος, στυφός, σκοτεινός παντογνώστης, συγκαταβατικός στην καλύτερη περίπτωση, ακόμη κι όταν ο ιδρώτας μούσκευε το γκαζόν στο 120ό λεπτό. Και πόσες ελληνικούρες και σολοικισμοί, πόσες υπερβολές, για να υποστηριχθεί η διαρκής κατάκριση…

Τη σοβαροφάνεια μπορώ να την καταλάβω: υπερασπίζεται τη σπουδαιότητα της θέσης του. Αλλά προς τι η απαξίωση; Σκέφτομαι ότι η σύγχρονη μιντιοκρατία προσφέρει μια αίσθηση παντοδυναμίας στους λειτουργούς της, ενώ ταυτοχρόνως τους αφαιρεί την ικανότητα συμμετοχής στο κοινό αίσθημα. Οι δημοσιογράφοι συχνά αναπτύσσονται σ’ ένα θερμοκήπιο, όπουν θάλλουν η ορθοφροσύνη, η αυταρέσκεια, η εξουσιολαγνεία, η πολυπραγμοσύνη. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι διαπιστευμένοι ή οι αρμόδιοι συμπεριφέρονται, σκέφτονται, μιλούν σαν να είναι αυτό το αντικείμενο της δουλειάς τους. Σαν να είναι προπονητές, εκλέκτορες, σέντερ φορ, υπουργοί, πολιτικοί ηγέτες…

Παράλληλα, τα χρόνια της κρίσης επισώρευσαν ορισμένα νέα στοιχεία στον δημόσιο λόγο: μια ισχυρή ροπή για απόλυτες εκφράσεις, απόλυτες περιγραφές και ερμηνείες, μια μεγάλη ενίσχυση της τάσης για πολιτική ορθοφροσύνη και ηθικολογία, μια υποχώρηση του δαπανώμενου κόπου για κατανόηση και συμπόνια, για υπέρβαση και συγχώρεση. Παντού ένας ατομικισμός που διαιρεί και κατακρίνει. Συχνά, μάλιστα, όσο πιο ταπεινωμένος είναι κάποιος, τόσο πιο απαιτητικός γίνεται με τους άλλους, πιο επικριτικός. Σαν να ζει μόνος του, σε μια γυάλα, και παρατηρεί τους άλλους, χωρίς επαφές, χωρίς τριβές, χωρίς συγκρούσεις.

Την απάντηση στους σοφιστές την έδωσαν οι ποδοσφαιριστές, οι τυπικά ατομικιστές και σταρ, οι καλοπληρωμένοι. Ιδρωσαν, έλιωσαν, κυνήγησαν, δεν παραδόθηκαν, ξεπέρασαν τους εαυτούς τους. Ηξεραν ότι οι συμπολίτες τους χαιρόντουσαν. Κι όταν ο πρωθυπουργός τους συνεχάρη για την πρόκριση, δεν ζήτησαν πριμ και δώρα. Ζήτησαν ένα σπίτι για την εθνική ομάδα, ένα προπονητικό κέντρο.

Τότε συνειδητοποιήσαμε ότι η Εθνική, η τροπαιούχος και αγωνίστρια, μένει άστεγη: της κάνουν έξωση από τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά. Μαζί με τους εθνικάριους ποδοσφαιριστές άστεγοι μένουν όλοι οι αθλητές της εθνικής ομάδας στίβου, οι νεαροί πρωταθλητές που φιλοξενούνται στους ξενώνες, τα παιδιά που σηκώνουν τα κύπελλα και τα μετάλλια στις διεθνείς διοργανώσεις ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Ο Αγιος Κοσμάς πουλήθηκε μαζί με το Ελληνικό.

Αφεύκτως, θυμόμαστε πάλι το 2004 της μέθης του Euro και των Ολυμπιακών, όταν η Αθήνα ήταν ολόκληρη μια αθλητική εγκατάσταση.

aderfi

Την παραμονή του περασμένου Δεκαπενταύγουστου, μόλις είχα επιστρέψει από την θερινή άδεια, ειδοποιήθηκα για μια κηδεία. Είχε πεθάνει η αδελφή του φίλου Σταύρου Ζουμπουλάκη. Συννέφιασα. Η ψυχή μου κλονίστηκε από τον άλλο Δεκαπενταύγουστο, του προηγούμενου χρόνου, που έφερε το τρομερό μαντάτο για τον θάνατο του παιδιού, του ομήλικου του γιου μου, αυτό που θυμάμαι σχεδόν καθημερινά.

Στο νεκροταφείο Ζωγράφου αποχαιρετήσαμε τη Γιούλα Ζουμπουλάκη, ετών εξήντα. Φύγαμε.
Τον Δεκέμβριο του 2012, διαβάζω ένα βιβλίο του Στ. Ζουμπουλάκη με τίτλο η «Η αδερφή μου» (εκδ. Πόλις). Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μια οφειλή, μια μαρτυρία. Είναι. Αλλά καθώς ρουφάω γοργά τις σελίδες κατανοώ ότι δεν είναι μόνο αυτό· το βιβλίο δεν σώζει μόνο τη μνήμη της Γιούλας, το αγαπημένο πρόσωπο του εξωφύλλου, δεν καταγράφει το χρονικό μιας ασθένειας και μιας ζωής, τον πόνο και τη χαρά. Καθώς φτάνω στο τέλος νιώθω ότι γνωρίζω καλύτερα, σε βάθος, τον άνθρωπο που το ‘γραψε, κυρίως αυτόν· τις βαθύτερες σκέψεις του, τις πεποιθήσεις και τις αγωνίες του, το πώς σχηματίσθηκε διανοητικά και συναισθηματικά. Διαβάζοντας για την απελθούσα Γιούλα, έμαθα βαθύτερα τον Σταύρο.

Τι έμαθα; Οχι πολλά περισσότερα από όσα σποραδικά τον έχω ακούσει να λέει, δημόσια και ιδιωτικά· αλλά εδώ με πυκνότητα, ένταση και στόχευση μοναδικές. Το βιβλίο μιλάει για την αρρώστια, τον πόνο, την αγάπη, τη χαρά, το μυστήριο και την ψίχα της ζωής. Δεν κρύβει ούτε στιγμή τη θερμοκρασία των αισθημάτων, αλλά ούτε στιγμή δεν γέρνει προς τη συναισθηματολογία· μένει πάντα στο χώμα μιας ρωμαλέας αφήγησης και στο ύψος ενός ειλικρινούς γυμνού στοχασμού. Ξεκινάει βαριά προγραμματικά: «ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης», και «η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο». Και τελειώνει δείχνοντας τις ραφές του εγχειρήματός του: «Η ανάγκη να μιλήσω για την αδερφή μου, να μιλήσω θα έλεγα μαζί της, μου γεννήθηκε όταν γύρισα σπίτι, μετά την κηδεία». Γιατί; «Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν κι εκείνη, όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στον νου τους και το δικό της όνομά: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη».

Επέτυχε πολλαπλά ο Σταύρος. Διαβάζοντάς τον, όχι μόνο σχηματίζω τη μορφή της Γιούλας, μιας αγίας που τα έχει χάσει όλα και σκορπάει γύρω της χαρά, όχι μόνο ανασυγκροτώ το πρόσωπο του αδερφού της, αλλά μοιράζομαι τη μεταφυσική αγωνία, την επώδυνη αναζήτηση της αγάπης ως ουσίας ζωής, αναπλάθω την παρόμοια εμπειρία ζωής και βασάνων σε παρόμοιες οικογένειες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με παρόμοια μυστικά και πεπρωμένα, με ανθρώπους που κηδεύονται με φύλλα πικροδάφνης στα χείλη, κι άλλους που στέκουν όρθιοι και χαμογελούν καρτερικά μ’ όλες τις πίκρες. «Η αδερφή μου» ξετύλιξε μπροστά μου ζωές, αυλές, κάμαρες, βεγγέρες, διηγήσεις για απόντες και κεκοιμημένους, επισκέψεις σε θαλάμους νοσοκομείων, τη βέρα στο σκελετωμένο δάχτυλο της θείας ― σε όλους θα θυμίσει κάτι.

Ο ΣΖ κινείται από τη μαρτυρία στην εξομολόγηση, από τον τολμηρό θεολογικό στοχασμό ώς την πιο μύχια ηθογραφία, κι η πρόζα του μένει πάντα ρωμαλέα, λιτή, αρρενωπή, ακόμη κι όταν μουσκεύει στο κλάμα, «αυτή την προαιώνια προσευχή δίχως λόγια». Το κείμενο του ΣΖ μού θύμισε και την «Ιστορία του παππού μου» του Αγγελου Ελεφάντη, ένα βαρύτιμο κείμενο που θαύμασα και θαυμάζω, αντιδιαμετρικά: ο ΑΕ εκκινεί από την δρώσα απουσία του παππού, ο ΣΖ από την καυτή παρουσία της αδερφής, και οδεύουν προς την ιστορία ο ένας, προς την ύπαρξη ο άλλος.

Ανάμεσα στις ακριβείς εξιστορήσεις συμβάντων και την αγωνιώδη αναζήτηση μιας υπαρξιακής ανακούφισης, ανάμεσα στη Σιμόν Βέιλ, τον Λεβινάς και τον Καμύ, προεξέχουν παράτολμοι αφορισμοί, που ωστόσο τους αποδέχεσαι πάραυτα επειδή νιώθεις την ειλικρίνειά τους: «Οποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας». Και πάνω απ΄όλα η γραφή της γριάς μάνας: «Γιουλα περιμενε νά φίγω πρώτη καί μετά ερχεσαι καί εσή θα σε περιμένω θα στρωσο τριανταφιλα και αμιγδαλιες που σου αρεσουνε εκει δεν ηπαρχουν σπασμη δεν θα ηπαρχουν καυμη καί η δυο περναμε τόν ιδιο πόνο…» Δεν περίμενε.

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.030.003 hits