Το ερώτημα ετίθετο και παλαιότερα, αλλά η κρίση το παρόξυνε: Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη; Ετσι διατυπωμένο το ερώτημα προκαλεί σύγχυση, ενίοτε σκόπιμη: Ταυτίζει την Ευρώπη με την ευρωζώνη. Φυσικά δεν είναι έτσι. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανήκουν πολλά κράτη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Πολύ περισσότερο, στη γεωγραφικά και πολιτισμικά οριζόμενη Ευρώπη περιέχονται κράτη που δεν ανήκουν καν στην Ε.Ε.

Το παραπάνω ερώτημα τίθεται συνήθως εκτός ελληνικής επικράτειας. Στο εσωτερικό της χώρας το ερώτημα τίθεται διαφορετικά, περισσότερο με ανθρωπολογικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς όρους: Είναι οι Ελληνες Ευρωπαίοι; Στο πολύ πρόσφατο παρελθόν αδρά και κάποτε χοντροκομμένα σχήματα φιλοευρωπαϊσμού, ευρωσκεπτικισμού και αντιευρωπαϊσμού, χρησιμοποιήθηκαν σε έναν ιδιότυπο διχασμό ή τριχασμό της λαϊκής βούλησης και εθνικής αυτοαναγνώρισης, σχεδόν με οπαδικούς όρους· συχνά και για να συγκαλυφθεί η απουσία ουσιαστικής πολιτικής σκέψης και πράξης. Προφανώς: Ποιος Ελληνας δεν θα αυτοοριζόταν Ευρωπαίος; Μόνο οι καθυστερημένοι και οι νοσταλγοί του οθωμανισμού.

Η συζήτηση αυτή είχε ίσως κάποιο νόημα τη δεκαετία του ’70, εποχή Ψυχρού Πολέμου άλλωστε, όταν η σοβιετόφιλη Αριστερά και η τρικοκοσμίτικη κεντροαριστερά αντετίθεντο στο ΕΟΚ-και-ΝΑΤΟ-το-ίδιο-συνδικάτο, για τους δικούς τους λόγους. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ενταξιακής ευδαιμονίας, καθώς έρρεαν οι πόροι των πακέτων στήριξης· η οποία κορυφώθηκε στα χρόνια της ένταξης στην ΟΝΕ: εν τω μεταξύ ο ευρωπαϊσμός είχε γίνει μπλοκ εξουσίας, που εκμεταλλευόταν το χρήμα, έφτιαχνε απαράτ, έστηνε μπίζνες και καριέρες.

O παρ’ ημίν ευρωπαϊσμός ως μαγικός αλγόριθμος κάλυπτε αμήχανα, πλην αυτάρεσκα, την πραγματική έλλειψη μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής για την παραγωγή, τη διοίκηση του κράτους, την παιδεία: όσο βαθύτερα εισχωρούσε η χώρα στο ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα, τόσο λιγότερο παραγόταν αυτοτελής πολιτική, τόσο περισσότερο η κυρίαρχη ελίτ εγκατέλειπε την παραγωγή σκέψης και πράξης και αφοσιωνόταν στην αυτοναπαραγωγή της, πάντα εν ονόματι της Ευρώπης.

Εντούτοις, πολλοί Ελληνες επηρεάζονταν από την ευρωπαϊστική φενάκη, αυτοτοποθετούμενοι σε μια αφετηρία μειονεξίας, κι έτσι παραμελούσαν την ουσιώδη εμπλοκή τους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, κατανάλωναν ευρωπαϊσμό και δεν έβλεπαν την Ευρώπη ως ιστορικό πείραμα, ως πρωτοφανή πρόκληση για τα δημοκρατικά κράτη και τις πολιτικές κοινωνίες.

Σήμερα δεν έχει νόημα τέτοια συζήτηση, αν ο Ελληνας είναι ανατολίτης ή δυτικόφρων, τουλάχιστον με σκληρούς πολιτικούς όρους, διότι μετά την ευρωφενάκη του 2001, ήρθε η διεθνής κρίση του 2008, που κατέδειξε την ασύμμετρη, ελαττωματική αρχιτεκτονική του ευρώ και οδήγησε στη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Καθώς ξετυλίγεται μπροστά μας ένας μείζων ιστορικός μετασχηματισμός, μια σύγκρουση για την κυριαρχία, μεταξύ τάξεων, κοινωνικών ομάδων, εθνικών συνόλων, συστημάτων σκέψης, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται σε δημογραφική κάμψη και με μειωμένη ανταγωνιστικότητα έναντι των αναδυομένων δυνάμεων, τα ερωτήματα που τίθενται είναι διαφορετικά:

Τι εννοούμε σήμερα όταν λέμε Ευρώπη; Τι είναι και τι ήταν η Ε.Ε.; Πώς υπηρετεί το κοινό νόμισμα την πολιτική ένωση, την οικονομική ολοκλήρωση, την πολιτισμική σύνθεση; Ποιος ελέγχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Πάντως όχι οι πολίτες. Πώς υπόκειται η υπερεθνική εξουσία των Βρυξελών στη δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία; Με ανά πενταετία εκλογή ενός κοινοβουλίου λίαν περιορισμένων δυνατοτήτων. Πώς προστατεύεται και προωθείται η ίδια η δημοκρατία στο εσωτερικό των εθνών-κρατών; Οταν μάλιστα έχει εκχωρηθεί οικειοθελώς η η εθνική κυριαρχία·όταν όχι μόνο το νόμισμα, αλλά και ο προϋπολογισμός και οι φόροι, μέγα μέρος της νομοθεσίας ελέγχονται και εγκρίνονται υπερεθνικά. Οταν η ίδια η δομή του κράτους και της εθνικής οικονομίας μεταμορφώνονται ριζικά, για να ταιριάξουν στο κυρίαρχο δόγμα.

Στο φόντο τέτοιων θεμελιωδών ερωτημάτων διακρίνουμε ήδη κοινωνικά ερείπια, έκρηξη των ανισότητας, άνοδο της ακροδεξιάς, διαρκή εξασθένηση της δημοκρατίας και διαρκή παράκαμψη της λαϊκής βούλησης, βλέπουμε χώρες όπου η κρίση και η κατάσταση εξαίρεσης παγιώνονται, παίρνουν ενδημικά χαρακτηριστικά. Μια Ευρώπη, στην οποία η ηγεμονεύουσα ελίτ προσκομίζει «πολιτικό εξευτελισμό ολόκληρων λαών», «καταστροφή ολόκληρων γενεών και περιοχών», όπως πικρά είπε ο αφοσιωμένος Ευρωπαίος Γιούργκεν Χάμπερμας στους συγκυβερνώντες ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος πρόσφατα. Ο 84χρονος φιλόσοφος, όπως και ο πρώην καγκελάριος Χέλμουντ Σμιντ, εκπροσωπούν τους Ευρωπαίους που θυμούνται τη φρίκη του ευρωπαϊκού πολέμου και του ολοκληρωτισμού. Αυτοί θέτουν τα καίρια ερωτήματα για τη σχέση των Ελλήνων με την Ευρώπη, τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε.