Η αιφνιδιαστική αλλαγή στον τρόπο εκλογής των ευρωβουλευτών, πέρα από την κριτική για τον χρόνο αναγγελίας και τον εμπεριεχομένο τακτικισμό, προκαλεί μια ουσιώδη συζήτηση για την ουσία και τη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η λίστα, γνωρίζουμε πια, καταρτιζόταν με κριτήρια λιγότερο αξιοκρατικά και περισσότερο κομματικά. Στα ευρωψηφοδέλτια ο κάθε αρχηγός κόμματος προσπαθούσε να συγκεράσει χάρες, δοσίματα και πιέσεις, να διατηρήσει ισορροπίες, να επιβραβεύσει τους αξιωματούχους που ήταν ψηλά στην κομματικά επετηρίδα με πολλά ένσημα, και να βάλει και κάποιον ικανό ή φερέλπιδα για να εκπαιδευτεί στην υπερεθνική σκηνή. Συχνά, η αποστολή στο Ευρωκοινοβούλιο ήταν ένα είδος τιμητικής αποστρατείας με παχυλή σύνταξη· λιγότερο συχνά, ήταν μια μυητήρια τελετή με απώτερο στόχο την είσοδο στην εθνική πολιτική σκηνή.

Υπήρξαν βεβαίως και λαμπρές εξαιρέσεις, ικανών πολιτικών που διέπρεψαν εξίσου στο ευρωπαϊκό και στο εθνικό πεδίο, και λειτούργησαν σαν καλοί αγωγοί πολιτικής μεταξύ Στρασβούργου-Βρυξελλών και Αθήνας, με αμοιβαιότητα. Εξαιρέσεις πάντως.

Ο νέος τρόπος, η εκλογή με σταυροδοσία, τυπικά είναι πιο αντιπροσωπευτικός. Ο πολίτης επιλέγει μεταξύ των 44 υποψηφίων ενός ψηφοδελτίου· δηλαδή, επιλέγει κόμμα και επιπλέον επιλέγει πρόσωπα. Αυτό το διευρυμένο, προσωποιημένο ψηφοδέλτιο απαλλάσσει τον αρχηγό κόμματος από τον πονοκέφαλο της σφιχτής επιλογής των εκλόγιμων και των συμπληρωματικών, και ταυτοχρόνως μεταθέτει όλη σχεδόν την ευθύνη του πολιτικού παιγνίου στους ώμους των υποψηφίων και των εκλογέων.

Σε αυτή την εκδοχή, η λίστα θα είναι σαφώς λιγότερο κομματοκρατούμενη και επετηριδιακή-χαριστική, αλλά ελλοχεύει ένα άλλο ρίσκο: στη σταυροδοσία να επιπλεύσουν οι διαθέτοντες ισχυρούς προσωπικούς μηχανισμούς και οι αναγνωρίσιμοι από την εκλογική βάση. Δηλαδή, οι πελατειακά ή οικονομικά ισχυροί υποψήφιοι και οι μηντιακά προβεβλημένοι.

Το έχουμε δει πώς λειτουργεί αυτό το μοντέλο στις εθνικές εκλογές: στην πράξη, λειτουργεί σαν έμμεση φαλκίδευση της ισοπολιτείας και της αντιπροσωπευτικότητας ― δεν μιλάμε καν για αξιοκρατία. Διότι σε έναν μηντιοκρατούμενο, βαριά διαμεσολαβημένο δημόσιο βίο, η εικόνα μετράει πάνω από την ουσία, και η αναγνωρισιμότητα κερδίζεται με μύριους άλλους τρόπους πλην της πολιτικής επάρκειας, κερδίζεται στις λίγο-πολύ στημένες πίστες των μαζικών μέσων, της βιομηχανίας του θεάματος, της φάμπρικας των σελέμπριτι με ημερομηνία λήξεως.

Η μακιαβελική virtu, η αρετή του ηγέτη, η εκ των ουκ άνευ ικανότητα που τον οδηγεί σε μια ισορροπία μεταξύ του ηθικού και του πολιτικού, του δέοντος και του υπαρκτού, στη μηντιοκρατούμενη μαζική δημοκρατία υπερφαλαγγίζεται από το φαίνεσθαι, από την πληθωρικά κατασκευαζόμενη δημόσια έκθεση, από τον ετεροφωτισμό. Σαν να υπονομεύεται προκαταβολικώς η virtu έναντι της fortuna, η πολιτική-ηθική αρετή έναντι μιας τύχης που κατασκευάζεται, έναντι ενός θεαματικού καιροσκοπισμού. Υπό αυτούς τους όρους, η εκλογή μπορεί να αποβεί διαγωνισμός μεταξύ αναγνωρίσιμων, τηλεπαιχνίδι όπου το κοινό ψηφίζει το πιο λαμπρό αστέρι με κριτήρια ήκιστα πολιτικά.

Ανοιχτό επιμύθιο. Τυπικά ο λαός επί της κάλπης είναι ο υπέρτατος κριτής και η πηγή της εξουσίας· ασχέτως αν στη διαδρομή οι αλλεπάλληλες διαμεσολαβήσεις στρεβλώνουν, καναλιζάρουν και εξασθενούν τη γενική βούληση. Θα ψηφίσει σύμφωνα με ό,τι βλέπει, ότι ακούει και ό,τι ακτινοβολείται, κατά συνείδηση…