Ας το πάρουμε απόφαση: Πτωχεύσαμε. Η Ελλάδα πτώχευσε ως κράτος και μαζί της και οι Ελληνες. Το φοβόμασταν, το ξορκίζαμε, κλείσαμε τα μάτια, αλλά συνέβη. Δεν είναι η πρώτη φορά, δεν θα είναι η τελευταία. Κι όλοι πια γνωρίζουμε ότι τα ερχόμενα πολλά χρόνια θα είναι δύσκολα, έτσι που ούτε τα είχαμε διανοηθεί.

Το θέμα είναι τώρα τι λες. Τι κάνουμε τώρα, μετά την πτώχευση: Εχουμε στόχο; Εχουμε όραμα; Κι έχουμε σχέδιο; Αν είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε. Από τις πρώτες ώρες της οδυνηρής συνειδητοποίησης έως σήμερα, δεν υπήρξε αυτόχθον πρωτογενές σχέδιο διάσωσης της χώρας, χτισμένο σε δικές μας ιδέες και στηριζόμενο σε δικές μας δυνάμεις. Ο,τι συνέβη, μας συνέβη: πορευόμαστε αγόμενοι, φερόμενοι, ποδηγετούμενοι, πτυόμενοι από εταίρους και δανειστές. Για πολλούς λόγους, αλλά και διότι εμείς φανήκαμε αδύναμοι, στείροι, αιφνιδιασμένοι, αποσβολωμένοι ενώπιον τύχης χαλεπής, ανίκανοι να πάρουμε αυτή την τύχη στα χέρια μας. Κι αυτή γλίστρησε.

Συνέβη. Tώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το χρέος, με αριθμούς και σκληρούς πιστωτές, με το καλπάζον φάσμα της φτώχειας, με την ανάγκη, και κυρίως με τους εαυτούς μας. Τους εαυτούς μας πρώτα απ’ όλα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, αυτό είναι το χρέος, να σταθούμε στα πόδια μας, να πατήσουμε γερά στη γη, να μείνουμε όρθιοι. Αυτό προπάντων: όρθιοι. Υπερήφανοι και ταπεινοί ― μόνο έτσι θα είμαστε δυνατοί. Υπερήφανοι γι’ αυτό που είμαστε, όσο είμαστε· ταπεινοί για όσα δεν είμαστε, και πασχίζουμε να είμαστε.

Ετσι υπερήφανοι και ταπεινοί μπορούμε να κοιτάξουμε κατάματα τα παιδιά μας, και στα πρόσωπά τους να δούμε γονείς και προγόνους μαχητές και νοικοκυραίους, να δούμε υποχρεώσεις και ευθύνες, κληρονομιές και παράδοσεις, να δούμε το μέλλον ανοιχτό σαν διαρκή δυνατότητα. Το βαρύτερο χρέος είναι το πιο ευφρόσυνο, το χρέος στα παιδιά μας.

Advertisements