You are currently browsing the tag archive for the ‘flâneur’ tag.

belezza_roma

Παρακολουθούσα λαίμαργα την Grande Belezza (Μεγάλη ομορφιά) του Σορεντίνο, ρουφούσα εικόνες, κιαροσκούρα, φόρμες, αστραφτερά πεζοδρόμια και περίτεχνα δάπεδα, αδριάντες, κρήνες, κήπους, ταράτσες, τα ρωμαϊκά πεύκα να περιγράφουν τον ορίζοντα, μπαρόκ παλάτσα, εκθαμβωτικά μπλέιζερ, τη γιγαντοδιαφήμιση Martini, τον flâneur Τζεπ με ένα νεγκρόνι στο χέρι να ακούει μυστικά τον Αμνό του Τάβενερ και φανερά τα μπιτ της eurotrash. Κατάδυση στον κινηματογράφο και εμβάπτιση στην Αιωνία Πόλη, από εκεί που την άφησαν ο Φελίνι, ο Σκόλα και ο Ροσελίνι, μισό αιώνα μετά, από τα χρόνια της ανοικοδόμησης και της ευφορίας, της λιτής κομψότητας, της ματιάς προς το μέλλον.

Το μέγα κάλλος της ταινίας είναι η Ρώμη, αναμφίβολα· αλλά ο αφηγηματικός της πυρήνας είναι ένας επιτάφιος για την γηραιά Ευρώπη, την ελληνορωμαιοχριστιανική. Οι τελειωμένοι αριστοκράτες, οι φθαρμένοι ηδονιστές, οι ματαιωμένοι επήλυδες, οι στείροι καλλιτέχνες, οι ακηδείς πλούσιοι, οι προλετάριοι απ’ τη χαραμάδα, όλοι πεθαίνουν και σβήνουν εν ηδοναίς προσθέτοντας επιδερμίδα και ρουφώντας σκόνες. Η πόλη είναι ένα αρχαίο πολυστρωματικό μνημείο που τυλίγει με ομορφιά και μεγαλείο τους ανθρώπους, μα τους τυλίγει νεκρικά, τους κρατάει διαρκώς στον κόσμο των νεκρών.

H μονόχρωμη τοιχογραφία της Dolce Vita έχει εν τω μεταξύ μετασχηματιστεί σε μια μπαρόκ ελαιογραφία υπερκορεσμένου χρώματος και ακραίου κιαροσκούρο, με ένα θέμα: τη ματαιότητα, τη vanitas, με τυπωμένη σε κάθε γωνιά την υπόμνηση memento mori, τυπικά ρωμαϊκή. Η αρμονία, το μέτρο, η χάρις, έχουν ταφεί στα σκοτεινά βάθη των παλάτσων, όπως η ραφαελική Fornarina, η πεμπτουσία της sprezzatura: είναι μόνο μια φευγαλέα υπόμνηση του απωλεσθέντος ιδεώδους, ένα φάντασμα, το φάντασμα της Ελίζα, μια έλλαμψη από το μυητήριο πρόσωπο της νιότης που είναι πια νεκρό.

Ρουφώντας τη Ρώμη μέσα από το ρέκβιεμ του Σορεντίνο, σκεφτόμουν διαρκώς ότι να ζεις σε μια τέτοια πόλη-μνημείο, σε ένα απέραντο κενοτάφιο ιστορίας, είναι ευλογία και κατάρα. Ευλογία διότι ζώντας εκεί, δεν χρειάζεσαι τίποτε άλλο· τα έχεις δει, τα έχεις ζήσει όλα. Και κατάρα, διότι ζεις πλακωμένος από το βάρος αιώνων και γιγάντων, κι όσο κι αν δίνεσαι της ζωής, πάντα θα βουλιάζεις στην ιστορία, πάντα θα βαραίνει η σύγκριση με τα έργα και το πνεύμα των προγόνων. Με αυτούς συνομιλούν ο Φελλίνι και ο Παζολίνι, από αυτούς αναβλύζουν και εκεί επιστρέφουν.

Σαν να ζεις στην Αθήνα. Πλακωμένος από τη σκιά της Ακροπόλεως, από τερατώδεις σκιές σε κάθε άλσος, εδώ η σκιά του Πλάτωνος, εκεί του Αριστοτέλη, παραπέρα του Περικλή και του Θεμιστοκλή, εκεί ο Σωκράτης συνομιλούσε με τον Φαίδρο. Ξασπρισμένα μαρμάρινα μέλη από τη δημοκρατία, θύλακοι χριστιανικού μεσαίωνα από την αυτοκρατορία, με πλίνθους και κουρασάνι, ένα σπάραγμα οθωμανικό, νεοκλασικισμός σαν του Κανόβα στη Ρώμη, η θάλασσα να λάμπει διαρκώς στο βάθος, μια βιασμένη ενδοχώρα νυμφών και αττικών θαυμάτων.

Αυτή η αβάσταχτη Αθήνα, πρωτεϊκή και ελάχιστη, έλαμψε πάλαι ποτέ σαν Στέλλα, παθιασμένη για ελευθερία σε χωμάτινες αυλές και χαμοκέλες, έλαμψε άγρια σαν Ευδοκία καμένη από ήλιο, σκόνη και φτηνό κρασί. Περιμένει τώρα να λάμψει μητροπολιτική και περίπλοκη, σκοτεινή και πολυπρόσωπη, με σημάδια πολέμων στους τοίχους και μια ευδαιμονία που γυρνάει σε πένθος.

Κάτω από την επιφάνεια του καταθλιπτικού συβαριτισμού και των παλάτσων της Ρώμης, κάτω από το κατσουφιασμένο πρόσωπο του κλασικοαθηναϊκού ερειπιώνα, υπάρχει ένας βαθύς επιτάφιος θρήνος για τον κόσμο που απέρχεται, και ένα βλέμμα προς τον κόσμο που φτάνει· μάλλον, περισσότερα του ενός βλέμματα, προς διάφορες πιθανές ελεύσεις. Ασιάτες, Αραβες, τουρίστες, ας πούμε. Αλλά κυρίως παιδιά που αναζητούν μια διαδρομή στον λαβύρινθο του βίου, όπως έκαναν πάντα τα παιδιά· η έλευση της αγάπης· η αναζήτηση του στοιχειώδους, του θεμελιακού, κάποιος να σε νοιαστεί, κάποιος να σου αποκαλύψει το θαύμα, τη φύση, μια φεγγαρόλουστη νύχτα, μια απέραντη στιγμή αποκαλύψεως, τα επιφάνια και η χάρη.

Ανω και κάτω. Ανω: η ταράτσα, ρωμαϊκή, αθηναϊκή· πλάι στο Κολοσσαίο, πλάι στην Ακρόπολη· ο επιπολής κόσμος θεάται το γέρμα του πλονζέ. Κάτω: τα μνημεία τέχνης, οι τάφοι, ο Κεραμεικός, τα καταχωμένα ποτάμια, οι ψυχές. Ζούμε υπεράνω, αντλώντας παραδόξως δυνάμεις από κάτω, πάντα επιστρέφοντας σε μια Fornarina, μια σβησμένη Ελίζα, προ πάντων στη spretazzura της νιότης, στη θάλασσα.

Τις νύχτες η Αθήνα είναι σιωπηλή και αργόσυρτη, σχεδόν ακίνητη. Οι πιάτσες ταξί φυτρώνουν παντού, μικρές κίτρινες αποικίες. Παρ’ όλ’ αυτά, κίνηση βουβή, αραιή. Η άνοιξη καταφέρνει να ζωηρέψει την πόλη μόνο πέριξ του Σαββάτου, και μόνο στις ορισμένες ζώνες διασκέδασης. Πολλά μπαρ φτάνουν τη happy hour με φτηνά ποτά έως τις 9 και 10, για να πείσουν την πελατεία να κεραστεί κάτι· οι νεότεροι ψωνίζουν μπίρες και κρασιά χύμα από το περίπτερο, τα πίνουν σε σκαλάκια και παγκάκια, σε αστικά ξέφωτα.

Στις λεωφόρους έχουν ελαττώσει τις περατζάδες ακόμη και οι κάγκουρες, η πολυπληθής πλην ανομοιογενής φυλή των λαϊκών που ιππηλατούν στην πόλη πάνω σε παπιά με κομμένες εξατμίσεις ή σε πειραγμένα αυτοκινητάκια φορτωμένα μπάσα, με σαμπγούφερ που πιάνουν όλο το πορτμπαγκάζ. Στις αντλίες παραγγέλνουν βενζίνη τρία ή πέντε ευρώ, όσο για μια βόλτα το σαββατόβραδο.

Στις κεντρικές συνοικίες, ακόμη και στα θεματικά πάρκα της διακσέδασης, Γκάζι και Ψυρρή, το χρώμα και η αύρα έχουν αλλάξει, τα αλλάζει ραγδαία η κρίση και η φτώχεια. Μια βαλκανίλα τα σκεπάζει όλα, ημιορατή ακόμη, σαν τούλινος μαδύας, που όμως επιμένει και εντείνεται, σταθερά.

Δεν εννοώ μόνο τα μικρομπακάλικα και τα πρόχειρα στέκια φαγητού με τις εξωτικές αλλόγλωσες επιγραφές, τα πακιστάνικα κουρεία, τα τηλεφωνικά-ιντερνετικά μαγαζάκια. Είναι κι αυτά ασφαλώς, ανεπτυγμένα σε διάρκεια σχεδόν μιας εικοσαετίας. Εννοώ περισσότερο μια υποχώρηση του επιδεικνυόμενου πλούτου δυτικού τύπου, στα αυτοκίνητα, στα ρούχα, στα αξεσουάρ, στον τρόπο που ξεχώριζαν οι πολίτες ευρωζώνης από τους τριτοκοσμικούς και τους ανατολικοευρωπαίους. Τα διακριτικά γνωρίσματα συγχέονται, διότι η αγοραστική δύναμη των ανέργων είναι παντού ίδια, μηδαμινή. Η βαλκανική αύρα, ίσως και ανατολικομεσογειακή, απλώνεται πολύχρωμη, μελαγχολική, με υποβόσκουσα επιθετικότητα, πλανάται πάνω σε ρημαγμένες βιτρίνες και φαλιρισμένα μαγαζιά, σε θορυβώδη γκράφιτι και μαρκαρίσματα, σε καφενεία ανάγκης με φωναχτές επιγραφές «καφές 1€», σε φούρνους που ξεφυτρώνουν διαρκώς, στα κλειστά περίπτερα και τις πολλαπλασιαζόμενες τυφλές ζώνες του κέντρου. Ιδίως μετά το δειλινό, όταν τα χρώματα ξεβάφουν και τα φώτα είναι λιγοστά.

Η πτώχευση επιτάχυνε δραματικά την κατάρρευση του παλαιού εμποροβιοτεχνικού κόσμου, ήδη κλονισμένου, που κρατιόταν με τα δόντια μέχρι τη σύνταξη. Η βίαιη αποχώρηση των γηρασμένων παραγωγικών θυλάκων άλλαξε αναλόγως βίαια την ψυχογεωγραφία του άστεος: ολόκληρες πιάτσες επαγγελματιών και εμπορίου εξατμίζονται. Τα δέρματα και η υποδηματοποιΐα απ’ του Ψυρρή, τα υφάσματα και τα ραφεία στο ιστορικό τρίγωνο Αιόλου, Σταδίου, Αθηνάς, τα είδη υγιεινής στην Γ’ Σεπτεμβρίου, τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος, τα αστικά εμπορικά της Σταδίου, ακόμη και τα σιδηρικά της οδού Αθηνάς αραιώνουν. Σε όλα τα κτίρια γραφείων του κέντρου, στην είσοδο, κολημμένες ανακοινώσεις: το ασανσέρ δεν λειτουργεί λόγω απλήρωτου λογαριασμού, η ΔΕΗ έκανε διακανονισμό, πληρώστε τα κοινόχρηστα. Αντιστέκονται η Βαρβάκειος και δυο-τρία πολυκαταστήματα. Παντού αλλού, όπου δεν χάσκουν άδειες βιτρίνες, φυτρώνουν καφενεία για άεργους και ευκαιριακά φτηνομάγαζα ― η επιχειρηματικότητα της ανάγκης.

Στα καφενεία, στα μπαρ, στους δρόμους: τα ντυσίματα άλλαξαν, τα ρούχα είναι παλιά, κι είναι φτηνά. Πληθαίνουν τα τατουάζ και τα πιρς, σημάδια ενός διάχυτου, άμορφου κύματος νεοτριμπαλισμού: αναζητείται ταυτότητα. Η πτώχευση ήταν απότομη, δεν έχουν επινοηθεί ακόμη τρόποι να αποτυπωθεί αισθητικά και συμπεριφοριολογικά η νέα συνθήκη. Μια υπαρκτή διέξοδος: η γενίκευση της καγκουριάς, του χύμα, του λαϊκού flâneur που περιφέρεται με τα ελάχιστα, με τσιγάρα ρεφενέ, χωρίς ή με σποραδικό μεροκάματο, με θρυμματισμένη ή διακοπείσα μόρφωση, και καταλαμβάνει ό,τι διατίθεται ακόμη δωρεάν: τον δημόσιο χώρο. Με θόρυβο εξατμίσεων ή σούπερ μπάσα, ο κάγκουρας μαρκάρει προσωρινές ζώνες, όπου για λίγο αισθάνεται κυρίαρχος ή ανεκτός.

Οι μηδενικές προσδοκίες, το άνυδρο μέλλον, ο αποκλεισμός, οδηγούν σε εσωστρέφεια, αυατοναφορικότητα, ατυπική οργάνωση ανά αγέλες, προσκόλληση σε υποκουλτούρες. Το στυλ του κάγκουρα, αισθητικά και ανθρωπολογικά, εκφράζει τη νέα φτωχογειτονιά, αυτή που έως πρόσφατα πίστευε ότι ήταν μικροπλούσια. Ο κάγκουρας ήταν φτωχός, τώρα είναι πληβείος· είχε λιγοστό μέλλον, τώρα δεν έχει καθόλου. Δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε καινούργιο, έχει τους κώδικες, άλλωστε είναι εύκολοι και ρευστοί, του αρκούν για να αποικίσει το αστικό κενό. Είναι ήδη μια εκδοχή βίου, για πολλούς η μόνη.

video: DJ Mehdi – Signatune (via Sergios)

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 4 weeks ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 4 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.474 hits
Αρέσει σε %d bloggers: