You are currently browsing the tag archive for the ‘Χρηματιστήριο’ tag.

Τα αποτελέσματα των δοκιμασιών (stress tests) των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών, που διεξήγαγαν οι ΕΒΑ και ΕCB, παρουσιάζονται σαν μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι. Λόγου χάριν, διεθνή Μέσα και αναλυτές κάνουν λόγο για έντεχνο μακιγιάζ της πραγματικής κατάστασης των ευρωπαϊκών τραπεζών. Στην περίπτωση των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών που εξετάστηκαν, η συμβατική ανάγνωση των ξένων Μέσων είναι ότι τρεις τράπεζες δεν πέρασαν το στατικό σενάριο και ότι θα απαιτηθούν συνολικά περίπου 8,7 δισ. ευρώ πρόσθετα κεφάλαια, ενώ μία τράπεζα, η Eurobank, απέτυχε και στο δυναμικό σενάριο και μετά τη σχεδιαζόμενη κεφαλαιακή ενίσχυση.

Απεναντίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε: Με βάση την υπόθεση στατικού ισολογισμού, η Εθνική και η Eurobank παρουσιάζουν υστέρηση κεφαλαίων, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποίησαν το 2014. Ωστόσο, όπως αναφέρει η Συγκεντρωτική Εκθεση της Συνολικής Αξιολόγησης, βάσει του δυναμικού ισολογισμού, μία τράπεζα (Εθνική) δεν παρουσιάζει υστέρηση κεφαλαίων και ακόμη μία (Eurobank) στην ουσία δεν παρουσιάζει κεφαλαιακή υστέρηση. Σημειώνεται ότι από 3ης Νοεμβρίου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες περνούν στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ.

Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Οι συστημικές τράπεζες έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με περίπου 27,5 δισ. ευρώ απευθείας από το ελληνικό Δημόσιο, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. (Από το 2009, το τραπεζικό σύστημα έχει ενισχυθεί από το Δημόσιο με ροές 46,7 δισ. και εγγυήσεις 158 δισ. ευρώ.) Εν τω μεταξύ, με την είσοδο ιδιωτών επενδυτών στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, η συμμετοχή του ΤΧΣ στις τράπεζες μειώνεται διαρκώς ως μετοχικό ποσοστό, εφόσον αυτό δεν λαμβάνει μέρος στις αυξήσεις. Αλλά μειώνεται και ως αξία: στο τελευταίο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου, η αξία ήταν 18,5 δισ., ενώ πριν από επτά μήνες ήταν 25 δισ.

Το μίνι κραχ της προπερασμένης εβδομάδος απομείωσε το ελληνικό Χρηματιστήριο κατά περίπου 8 δισ., απώλεια η οποία εν τω μεταξύ ανακτάται βαθμιαία. Η μίνι θύελλα εντάθηκε εν μέρει όταν σημειώθηκαν μαζικές πωλήσεις τραπεζικών μετοχών και warrants, σε τιμές που θεωρούνται φουσκωμένες, σε σχέση με την εικόνα που έχουμε τώρα για τις τράπεζες. Οι πωλήσεις πυροδότησαν πανικό, με περαιτέρω πωλήσεις σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Είναι πιθανόν αυτοί που ξεφόρτωσαν τραπεζικούς τίτλους να υπέθεταν βάσιμα ότι μετά τα stress tests θα απαιτείτο περαιτέρω κεφαλαιακή ενίσχυση, η οποία θα εξανέμιζε τις θέσεις των υπαρχόντων μετόχων.

Σε κάθε περίπτωση, στις αναμενόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου θα αρχίσει να διαφαίνεται και το ποιος ελέγχει τις τράπεζες. Αγνωστο παραμένει τι θα πράξει το ΤΧΣ με τις μετοχές που κατέχει. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τράπεζα της Ελλάδος, εποπτεύουσα του ΤΧΣ, σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τις προειρηθείσες αξίες από τραπεζικές μετοχές, μαζί με το υπόλοιπο των 11,4 δισ. (το «μαξιλάρι»), σαν μαγιά για την πιστωτική γραμμή στη μεταμνημονιακή εποχή. Σε περίπτωση που αρνηθούν η ΕΚΤ και ο ESM τέτοια χρήση του «μαξιλαριού», όπως ήδη έχουν διαμηνύσει, τότε ίσως πωληθούν οι μετοχές του ΤΧΣ σε ιδιώτες, για να καταγράψει έσοδα το Δημόσιο.

Ερωτήματα: Πρώτον, θα καταφέρει το ΤΧΣ να πάρει πίσω, και σε ποιο χρόνο, τα κεφάλαια που έβαλε στις τράπεζες για τη διάσωσή τους; Δεύτερον, ποιοι θα ελέγχουν τις τράπεζες και με ποιο τίμημα θα τις έχουν αποκτήσει; Τρίτον, ίσως το σημαντικότερο: Πότε και πώς οι διασωθείσες με κρατικό χρήμα τράπεζες θα γίνουν μοχλοί ανάπτυξης, προσφέροντας ρευστότητα στην πραγματική οικονομία;

Advertisements

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

Aλλος με χειροπέδες προφυλακισμένος για χρέη προς το Δημόσιο, άλλος πουλάει το σπίτι του για να μην πάει φυλακή, άλλος λουφάζει και περιμένει τη σειρά του. Το λάιφστάιλ πέθανε, λένε. Δεν πέθανε τώρα, διορθώνω. Εχει πεθάνει από καιρό, τώρα εξαπολύθηκε η δυσωδία των πτωμάτων του.

Η εγχώρια βιοτεχνία του λαϊφστάιλ, εκδότες, μοντελίστ, δημοσιογράφοι, μοντέλες, γλάστρες, τηλεπερσόνες, πάρτι άνιμαλ, ντίλερ, κοθώνια, θύματα, γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άνθησε όσο κυκλοφορούσε ορμητική η δίψα της ανόδου, ο θαυμασμός για την αρπαχτή, και άφθονο μαύρο χρήμα. Εξέπνευσε όταν μαράθηκαν όλα αυτά. Παρήγαγε αέρα. Ηταν μια φούσκα, Η φούσκα, που μέσα της όμως περιείχε τον τοξικό αέρα του θράσους, του κυνισμού, την υπόσχεση της επιτυχίας, κι εντέλει τον αέρα της ματαίωσης και της διάψευσης.

Εξέφρασε το ήθος του μαύρου χρήματος, του χρήματος της αρπαχτής και του χρηματιστηρίου, δηλαδή τα χρυσά χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της ολυμπιακής ευφορίας. Εντουτοις η αναμφίλεκτη επιρροή του εφαρμοζόταν ενδοφλέβια στα λαϊκά πλήθη, στους πελάτες: σε αυτά το Κλικ και οι επίγονοι έκαναν ενέσεις μαγκιάς και σεξισμού. Τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες και τη διψαλέα επαρχία ρουφούσαν συνταγές ανόδου διατυπωμένες σε καλιαρντο-ποπ, τα λαϊκά παιδιά κατανάλωναν τα εγχειρίδια της καλής κατανάλωσης και πείθονταν ότι δεν ζούσαν στο Μπουρνάζι αλλά στη Σάντα Μόνικα ή στο Μανχάταν. Κι αυτά τα διαβουκολευμένα πλήθη προσγειώνονταν άτσαλα από τον κόσμο του Κλικ στον κόσμο του σκληρού μεροκάματου, κι από κει στον κόσμο της πικρής χρεοκοπίας.

Τώρα όλοι μυρίζουν τη δυσωδία των πτωμάτων. Στην 25ετία της τροχιάς τους όμως πολύ λίγοι διείδαν τη σχέση αυτού του αισθητικού και πενυματικού σκουπιδιού με την σαθρή κοινωνία που εξέφραζε. Οι εκδότες και σκουπιδογεννήτριες εκαλούντο στα τηλεπάνελ να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και την πολιτική σκηνή, εκαλούντο ως τιμητές της ελληνικής κοινωνίας, είχαν και έχουν στενές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, νυν και πρώην υπουργούς, έπαιρναν υπερδάνεια από τις «κουτές» τράπεζες, άντλησαν δισεκατομμύρια δρχ. από το Χρηματιστήριο, μπαινόβγαιναν στις επαύλεις του μεγάλου χρήματος, έκαναν μπίζνες και κολεγιές. Οι ισχυροί τούς χρησιμοποιούσαν, σαν διασκεδαστές, σαν πλυντήρια, σαν βαποράκια, σαν παπαγάλους. Αλλά και συναγελάζονταν, έπιναν και γελούσαν μαζί· διότι είχαν κοινό το έθος και την κουλτούρα. Μεγαλοπαράγοντες και φτωχοδιάβολοι μοιράζονταν τον ίδιο πολιτιστικό ορίζοντα, είχαν ίδιες αισθητικές ααναζητήσεις, ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αργά τη νύχτα, μετά το Μέγαρο των χορηγιών, μετά τα ακριβά ρεστωράν, όλοι κατέληγαν στον Μαζωνάκη και την Πέγκυ Ζήνα. Ολοι.

Ολοι, οι ίδιοι, συνωστίζονταν στα αριθμημένα και στα VIP των γηπέδων, γαύροι και βάζελοι, χειροκροτητές προέδρων και συνδαιτημόνες λαμογιών, περιστοιχισμένοι από μπράβους και νονούς. Ολοι, οι ίδιοι, έκαναν ρεζερβέ στα στέκια της Μυκόνου, κι αργότερα έχτιζαν φαραωνικές επαύλεις αυθαίρετες στις αλωθείσες Κυκλάδες. Οι ίδιοι που πηδούσαν από κότερο σε κότερο.

Την είχε καταλάβει ο Τσουκάτος τούτη τη γενετική σχέση, είχε δει ότι κι ο Γιώργος Παπανδρέου προτιμούσε το Κλικ για συνεντεύξεις περί αειφορίας και free μαριχουάνας, εξ ου και συμβούλευσε τον εκσυγχρονιστή Σημίτη να συνάξει το ΠΑΣΟΚ στο μοδάτο Βαρελάδικο ― όπερ και έπραξε ο καλβινιστής πρωθυπουργός. Ας είναι.

[edit: O K. Σημίτης την τελευταία του ουσιαστική συνέντευξη πριν τις εκλογές 2000 και την πρώτη μετεκλογική την παραχώρησε στο Nitro. Στο ίδιο έδωσε συνέντευξη και ο Κώστας Μητσοτάκης]

Ας ξύσουμε τη φτενή χρυσομπογιά, που γράφει κλικ, μαξ, φλας, νίτρο, φρι πρες, σταρ, δεν ξέρω γω τι. Ο τσίγκος, από κάτω, είναι χτυπημένος με τατουάζ «ΠΑΣΟΚ for ever», «χρήμα über alles», «σκυλοπόπ», «κλεπτοκρατία». H βιοτεχνία μεταποιούσε φτηνά υλικά και τα πουλούσε σαν Greek Dream. Η κλεπτοκρατία χρειαζόταν όργανα ιδεολογικής κυριαρχίας πολυδύναμα, πέρα από την επίσημη προπαγάνδα. Το λάιφστάιλ ήταν αυτό ακριβώς το όργανο υπόγειας, αθέατης, διαβρωτικής προπαγάνδας, όργανο εκμαυλισμού και κυριαρχίας: πλάσαρε την παράγκα για παλατάκι, κι ο φτωχοδιάβολος μες στην παράγκα χόρταινε την απληστία του με ηδονοβλεψία και ψευδαίσθηση: μπορούσε να ξοδέψει τρία μηνιάτικα ή ένα διακοποδάνειο για μια βδομάδα στη Μύκονο, να κολυμπήσει πλάι στα σελέμπριτι και να ψωνίσει Gavalas.

Πολλοί βιοτέχνες του λάιφστάιλ κυκλοφορούν ακόμη στα μήντια, ξεπουπουλιασμένοι, κυνηγώντας το μεροκάματο του κλόουν με το πλατινένιο ρινοδιάφραγμα, άλλοι ξεπλένονται ως δημοσιογράφοι αφού ξέπλυναν χρήμα, άλλοι υποδύονται τους ξινούς τιμητές και τις Αντουανέτες. Οι περισσότεροι ξέπεσαν. Η παράγκα κατέρρευσε, τα σελέμπριτι θρηνούν στο Μεταγωγών και στα πρωτοδικεία, ξεπουλάνε Ντόλτσε ε Καμπάνα, Καγιέν, Λέξους και σπίτια.Οι μαικήνες τους κάνουν ότι δεν τους ξέρουν, δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μαζί με την παράγκα όμως καταρρέει και η χώρα που τους ανέχθηκε, τους έθρεψε, τους μιμήθηκε και τους θαύμασε.

[ edit 2: 16 Μαΐου 2010 γράφαμε στην Καθημερινή κάτι παρόμοιο, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος: Lifestyle, η ζωή ήταν δανεική… ]

[ edit 3: Στις 22 Απριλίου 2001, στην Καθημερινή, Από το lifestyle στην άποψη ― βερεσέ ]

Ημέρα παθών, σε έτος παθών. Ημέρες οργής, που δεν ψάλλονται από χορωδίες ρομαντικές σε γοτθικούς ναούς, αλλά σιγοκαίνε βουβές στα λαρύγγια πλήθους νεόπτωχων, διαψευσμένων, χωρίς μάχη ηττημένων. Καθολικών του Βορρά, Ορθοδόξων και Καθολικών του Νότου. Στον κάθε τόπο άλλης τονικότητας δοξασία, αλλά το αποτέλεσμα ένα: ενοχοποίηση του πλήθους με κρίσιμους μετατονισμούς του ίδιου τροπαρίου: ”Μαζί τα φάγαμε”, ”εμείς φταίμε”, ”όλοι είμαστε ένοχοι”.

Μα είναι αληθές το τροπάριο; Κάθε τροπάριο περιέχει την αλήθεια του κυρίαρχου, του συνθέτη που το επιβάλλει ως κοινό άσμα και κοινή δόξα, ως μόνη αλήθεια. Μα ο κυρίαρχος είναι ο πρώτος που εγκαταλείπει το τροπάρι του, όταν δεν τον εξυπρετεί πια, και επιβάλλει νέο, νέα, πιο βολική αλήθεια.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, όσοι ωρύονται σήμερα κατά των τεμπέληδων, μαλθακών, κρατικοδίαιτων, βαθιά ένοχων Ελλήνων, είναι οι ίδοι που προς τη δύση της δεκαετίας του ’80 ευαγγελίζονταν την επανάσταση του λαϊφστάιλ, εισήγαγαν στο ΠΑΣΟΚ τις κουστουμιές Hugo Boss αναμίξ με Ηλία Ανδριόπουλο και Μπρους Γουίλις, ξεκοκκάλιζαν επιδοτήσεις και μισθάρες από προβληματικές. Είναι οι ίδιοι που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όμνυαν υπέρ της δημοκρατίας του Χρηματιστηρίου, υπέρ της αναδιανομής του πλούτου μέσω σορταρίσματος, υπέρ της ισχυρής Ελλάδας που σάρωνε τους ψοφοδεείς νοικοκυραίους και τους μετριοπαθείς.

Ναι, έγινε αναδιανομή του πλούτου, μεταφορά του από τον λεηλατημένο δημόσιο χώρο στις τσέπες ολίγων και εκείθεν εξαγωγή του σε φορολογικούς παράδεισους. Ναι, έγινε αναδιανομή εξουσίας, εν ονόματι του χάχα λαού, προς όφελος μιας οικογενειακής ολιγαρχίας, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής δημοκρατίας. Ναι, το τροπάρι ήταν πειστικό: νανούρισε, αποκοίμισε, ξεμυάλισε. Και παραμένει ίδιο, με ανάποδα λόγια, με άλλο τόνο, με ίδια απεύθυνση: για όλο το χαλασμό φταίει ο ίδιος πάντα αδύναμος, ο ποδηγετούμενος, ο θύτης του εαυτού του. Το θύμα πιστεύει τον εαυτό του ως θύτη, και μένει λυσσασμένο, ανίσχυρο, πνιγμένο στον αδιέξοδο θυμό.

Στο δρόμο προς τη σταύρωση, ακούμε διαρκώς: Το τροπάριο του Χρηματιστηρίου: από το κάγκελο στον κουβά. Το τροπάριο των Ολυμπιακών: από τη φενάκη στη διάψευση. Το τροπάριο του Μνημονίου: από τη διάψευση στην άβυσσο. Και ψιθυρίζουμε την προσευχή μιας απλής καρδιάς, τα λόγια του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου:

Κύριε ― άνθρωποι απλοί,
πουλούσαμε υφάσματα
(κ’ η ψυχή μας
ήταν το ύφασμά που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πηγή και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτια.
Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
― πιάνουνε στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα ―.

Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

(Στη Μεσόγειο πάντα πιστεύαμε την Ανάσταση.)

ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2011

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.268 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: