You are currently browsing the tag archive for the ‘Χρήστος Βακαλόπουλος’ tag.

Στην Αθήνα, παραμονές του 2014, επάλληλα και ταυτοχρόνως: εσπρέσο Κεντρικής Αμερικής, νταούλια και ζουρνάδες ισλαμοβαλκάνια, συμφόρηση αυτοκινήτων, συζητήσεις για μέλλον Ευρώπης, θεολογία εικόνας, συναίρεση παράδοσης και συγχρονίας, αυθαίρετα άλματα από τον εβραϊκό μυστικισμό στη μεταμοντέρνα συνθήκη, περιδιαβάσεις στις μητροπόλεις του κόσμου, μικροανατομίες της οικογένειας και των προσωπικών προσδοκιών, διαρκείς επιστροφές στο ρευστό παρόν, στις τροπές του πολιτικού, στο έτος που ανατέλλει, πώς θα είμαστε, πώς ιστορούμε τις ζωές μας. Ολα συμβαίνουν ταυτοχρόνως, σε μια δίνη που νομίζουμε ότι την ορίζουμε εμείς, οι συνομιλητές, αλλά που ουσιαστικά την ορίζουν το περιβάλλον και ο καιρός, ο χώρος και ο χρόνος, σαν να μας αρπάζουν και μας βάζουν στην επιφάνεια ενός στίλβοντος δίσκου μπακιρένιου, κινούμενου γύρω από όλους τους άξονες. Κι εμείς παρ’ όλ’ αυτά ισορροπούμε, σαν ακροβάτες ασκημένοι μέσα από πόνους και αγωνία, εξωτερικά ήρεμοι αλλά με την καρδιά πάντα ν’ αγρυπνά.

Ιδιαίτερη χώρα, ιδιαίτεροι άνθρωποι. Με τον απόηχο του ζουρνά στ’ αυτιά διαβάζω τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να περιγράφει πώς συνέθεσε την πρώτη μεγάλη μελέτη του για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή, 1830-1922», τη διατριβή υπό την καθοδήγηση του Νίκου Σβορώνου: «Είχα προσπαθήσει να απαντήσω στο ερώτημα ‘πώς γίνεται η Ελλάδα να εμφανίζεται τόσο ιδιαίτερη’ ήδη τον 19ο αιώνα. […] Επιχειρούσα να εξηγήσω τις θεαματικές στατιστικές και αποκλίσεις της Ελλάδας σε σχέση τόσο με τις χώρες της Ευρώπης όσο και με τα Βαλκάνια και την εγγύς Ανατολή με απτά υλικούς όρους. Το απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων, ένας καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, μια χαρακτηριστική πολιτική σταθερότητα που συνάπτεται με τα πελατειακά συστήματα και κυρίως η εντελώς ιδιαίτερη εξέλιξη του νεοελληνικού Κράτους για έναν ολόκληρο αιώνα μου δημιουργούσαν απορίες». (Μορφές συνέχεια και ασυνέχειας. Από την ιστορική εθνεγερσία στην οικουμενική δυσφορία. Εκδ. Θεμέλιο.)

Η οιδιπόδεια περιέργεια του Τσουκαλά, που γέννησε αυτή τη μελέτη, παραμένει ακόρεστη και σήμερα, για τον ίδιο, για μας τους αναγνώστες του, σαράντα-τόσα χρόνια από τότε που πρωτοδιατυπώθηκε, πάνω στη ράχη της ασυνέχειας που βιώνουμε, και τώρα όχι πια μόνο με όρους εθνικούς αλλά και με όρους μιας παγκοσμιοποιημένης δυσφορίας. Από το αυτοβιογραφικό κείμενο του κοινωνιολόγου ωστόσο αυτό που κράτησα ήταν τρεις παρατηρήσεις ανθρωπολογικού-κοινωνιολογικού προσανατολισμού, με διαχρονική αξία, στα μάτια μου τουλάχιστον: πρώτον, το «απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων», δεύτερον, ο «καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα», τρίτον, το «πολυσθενές» κοινωνικό υποκείμενο, δηλαδή οι Ελληνες του ύστερου 20ού αιώνα που επιβιώνουν «ταυτόχρονα ως δημόσιοι υπάλληλοι, ως κληρούχοι αγρότες, ως ευκαιριακοί μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες και ως εποχιακοί επιχειρηματίες».

Ξαναθυμήθηκα όσα είχα διαβάσει στον Τσουκαλά και τους συνομηλίκους του, τον Κωστή Μοσκώφ, τον Κώστα Βεργόπουλο και άλλους, για τη συγκρότηση της νεοελληνικής κοινωνίας, του κράτους, της οικονομίας· όταν τα διάβαζα στη δεκαετία ’80, τα προσέγγιζα σαν αφηρημένα σχήματα, σαν θεωρία, σαν απορροφητέα ύλη· τώρα, μέσα απ’ τα χείλη του ιστορικού ρήγματος, τα βλέπω να αναδύονται πάλι σαν εμπειρικά επαληθευόμενη ανθρωπολογία, επικουρούμενα από τον εκπληρωμένο κασσανδρισμό του Παναγιώτη Κονδύλη, τις ποιητικές διεισδύσεις του Χρήστου Βακαλόπουλου, τις λοξές αναγνώσεις του Κωστή Παπαγιώργη, τέτοια σκόρπια και έκκεντρα, τέτοια που δεν προσφέρουν έναν ενιαίο μαγικό μίτο για να προσπελάσουμε την Ιστορία, αλλά πολλές επιμέρους αφηγήσεις, πολύτιμες η καθεμιά γι’ αυτό που ιστορούν, γι’ αυτό που ζωγραφίζουν, κι όλες μαζί να συνθέτουν έναν θραυσμένο πολυσχιδή ιστό με χάσματα και μισοκρυμμένα πατήματα.

Ό,τι βιώνουμε οδυνηρά ως ασυνέχεια, ό,τι καλούμε κρίση, μάς οδηγεί να σκεφτούμε την πορεία μας, τους εαυτούς μους, μέσα από μικρότερες αφηγήσεις, με πολλά μικρά ποτάμια αδύναμης σκέψης, χωρίς μια μεγάλη κεντρική πίστη, χωρίς ένα τέλος, έναν μεγάλο σκοπό. Ομως μια υπόγεια θέρμη μας παρακινεί διαρκώς σε εντοπισμό μερικών αληθειών, που μας επιτρέπουν να συντάσσουμε ευέλικτες στρατηγικές επιβίωσης, πολύτροπες, πολυμήχανες, ακόμη και αντινομικές, πάντα δραστικές, λυσιτελείς.

Αυτός ο πολύμιτος ιστός ο σχισμένος, με τα χάσματα και τις λαβές, τους παραπόταμους και τα φυκόγεντρα ρυάκια, είναι το παρ’ ημίν μεταίχμιο απ’ το οποίο θα κρατηθούμε για να του φύγουμε.

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

Εβλεπα την ταινία του Σταύρου Καπλανίδη “Play it again Χρήστο”, ένα πρωτότυπο υπαρξιακό ντοκυμαντέρ για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, μια ταινία γεμάτη λόγια φίλων, μνήμη, αισθήσεις, γεμάτη από την αύρα ενός ανθρώπου, την αύρα μιας εποχής. Δεν άλλαξα στάση στην πολυθρόνα, καθόμουνα άκρη, και κρεμόμουνα από το στόμα των ανθρώπων που μιλούσαν, από φωτογραφίες του ’70 και του ’80, από θραύσματα μουσικά, απ΄την Αθήνα και την Πάτμο, απ΄τη ζωή που έγνεφε γελαστικά, μελαγχολικά, φευγαλέα. Εμεινα στην ίδια στάση ώς τα γράμματα τέλους.

Γιατί στην ταινία δεν έβλεπα μόνο τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον κριτικό, τον γραφιά, τον κινηματογραφιστή, τον αισθητή των καφενείων, τον στοχαστή των αθηναϊκών οδών· τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά έβλεπα και ολόκληρη την εποχή, έβλεπα τους ανθρώπους της γενιάς μου, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις γενναιοδωρίες, τα λάθη, τις απώλειες, βουβά μποφόρ και ένδοξα ναυάγια. Οπως και το βιβλίο-κατόρθωμα του Κώστα Λιβιεράτου για τον Βακαλόπουλο, η «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», η ταινία του Καπλανίδη, σε άλλη κλίμακα, με άλλη γλώσσα, καταγράφει αφτιασίδωτα αλλά έμμορφα έναν άνθρωπο και την καιρό του, το ήθος και το χούι, τις μυστικές δονήσεις, τις ενοράσεις, τις διαψεύσεις, τις ήττες. Γι΄αυτό, τολμώ να αποκαλέσω αυτή την την ταινία, υπαρξιακό δοκίμιο και δραματικό τεκμήριο. Διότι ανασυστήνοντας το ίχνος του Βακαλόπουλου, δεν ανασυστήνει μόνο το γήινο ίχνος, το πνευματικό ίχνος, αλλά και τον μυστικό ίσκιο του, τον παπαδιαμαντικό διακαμό του.

Νά πώς: ο κινηματογραφιστής Νίκος Φατούρος αφηγείται τον φίλο του καθισμένος κατάχαμα, με το πανωκόρμι γυμνό, στην πλάτη του παίζουν σκηνές από ταινίες, η Αθήνα τρυπώνει από την μπαλκονόπορτα· κομπιάζει, γυρνάει σαν πρίγκηπας και λέει στην κάμερα: “Δώσε ένα τσιγάρο, κύριε Καπλανίδη…” Υστερα τραγουδάει ένα λαϊκό, in memoriam, βραχνά, σπασμένα, παράφωνα. Είναι δράμα, κι είναι τεκμήριο· είναι βραχνή αλήθεια.

Νά πώς: ο μάνατζερ Γιάννης Εξαρχος κομπιάζει, παύει, σαν να βουρκώνει· η ταινία βουβαίνεται και ακολουθεί τη σιωπή, διαδοχικά πέφτουν καρέ με όλους τους αφηγητές-φίλους σιωπηλούς, η σιωπή πήζει, σταλάζει βαριά. Είναι υπαρξιακό δράμα.

Νά πώς: Στην ταινία μυθολογείται η Κυψέλη, ένα αρχέτυπο στο συμβολικό σύμπαν του Β., ένας παν-τόπος, απ’ όπου γνωρίζει τους Kinks και τον Γκοντάρ και τα λαϊκά, και απ’ εκεί κατακτά τον κόσμο. Αυτή η μεταφορά συμπυκνώνει τον πιο βαθύ πνευματικό πυρήνα της γενιάς του ’70-’80, τη γλυκεία υπερβολή και τη διάψευση, όπως τόσο διαυγώς τα περιέγραψε ο ίδιος ο Β. στη “Γραμμή του ορίζοντος”, το 1991:

«Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Αυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη όπως συνέβαινε στην Ερση. Αν ήσουνα η ωραιότερη στην Ελλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Υφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ηταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ηταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί υπήρχε μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Ανάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, […] με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. […]

»Αργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Κυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Ερση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. […]
»Ηταν πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Κυψέλη, σε ήξεραν απ΄έξω κι ανακατωτά, σε αγαπούσαν επειδή ήσουνα αδύναμη, σε γούσταραν και χωρίς φωτογένεια. Τώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένα χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μία συνοικία, μία χώρα κι ένας παλνήτης. Πήγαιναν στην Ανάσταση, είχαν όλοι φωτογένεια, έβγαζαν κάτι λάμψεις, φίλαγαν σταυρωτά ο ένας τον άλλο μέσα στα πυροτεχνήματα. Μετά αποκαλύφθηκε η αλήθεια και τα ψέματα απέκτησαν φωτογένεια σε διάφορα θέρετρα».

Οι συνομήλικοι του Βακαλόπουλου, γεμάτοι φωτογένεια από τα περασμένα χρόνια, συνεχίζουμε την ιχνηλασία μες στη σκοτεινιά του 2010. Χωρίς φωτογένεια.

Ξεφυλλίζω ένα βιβλίο. Είναι μεγάλο, 700 και κάτι σελίδες, πυκνό, ενάντιο στο fast πνεύμα της εποχής. Περιέχει καμιά διακοσαριά κείμενα: άρθρα, επιφυλλίδες, κριτικές, σημειώματα, δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, το διάστημα 1980-93. Είναι μια συγκεντρωτική έκδοση των σκόρπιων γραπτών του Χρήστου Βακαλόπουλου (1956-1993), υπό τον εύστοχο τίτλο «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας». Τα γραπτά συνέλεξε, επιμελήθηκε και υπομνημάτισε υποδειγματικά ο Κώστας Λιβιεράτος – έργο εντυπωσιακής λογιοσύνης και οξυδέρκειας, και κυρίως προσφορά σε ένα πρόσωπο και μια γενιά.

Γιατί κάνω τούτη τη σχοινοτενή εισαγωγή; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 1 month ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 1 month ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 1 month ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.795 hits
Αρέσει σε %d bloggers: