You are currently browsing the tag archive for the ‘χρέος’ tag.

Ενώπιον των κεντρικών τραπεζιτών της Ευρώπης, στη Λουκέρνη, τον περασμένο Ιούνιο, ο διαπρεπής καθηγητής του Χάρβαρντ Benjamin Friedman περιγράφει το αδιέξοδο της Ευρώπης και υπενθυμίζει την ιστορία διαγραφών χρέους υπέρ της Γερμανίας στον 20ό αιώνα.
(Στο λινκ, το πλήρες κείμενο της ομιλίας του, από τον ιστότοπο της Bank of International Settlements)

A debt to history?

Tης Gillian Tett
Financial Times, 16.01.2015


As the crucial election looms in Greece later this month, newspapers have been full of pictures of demonstrations (or riots) in Athens. But there is another image hovering in my mind: an elegant dining hall on the shores of Lake Lucerne in Switzerland.

Last summer I found myself in that spot for a conference, having dinner with a collection of central bank governors. It was a gracious, majestic affair, peppered with high-minded conversation. And as coffee was served, in bone-china crockery (of course), Benjamin Friedman, the esteemed economic historian, stood up to give an after-dinner address.

The mandarins settled comfortably into their chairs, expecting a soothing intellectual discourse on esoteric monetary policy. But Friedman lobbed a grenade.

“We meet at an unsettled time in the economic and political trajectory of many parts of the world, Europe certainly included,” he began in a strikingly flat monotone (I quote from the version of his speech that is now posted online, since I wasn’t allowed to take notes then.) Carefully, he explained that he intended to read his speech from a script, verbatim, to ensure that he got every single word correct. Uneasily, the audience sat up.

For a couple of minutes Friedman then offered a brief review of western financial history, highlighting the unprecedented nature of Europe’s single currency experiment, and offering a description of sovereign and local government defaults in the 20th century. Then, with an edge to his voice, Friedman pointed out that one of the great beneficiaries of debt forgiveness throughout the last century was Germany: on multiple occasions (1924, 1929, 1932 and 1953), the western allies had restructured German debt.

So why couldn’t Germany do the same for others? “There is ample precedent within Europe for both debt relief and debt restructuring . . . There is no economic ground for Germany to be the only European country in modern times to be granted official debt relief on a massive scale and certainly no moral ground either.

“The supposed ability of today’s most heavily indebted European countries to reduce their obligations over time, even in relation to the scale of their economies, is likely yet another fiction,” he continued, warning of political unrest if this situation continued.

There was a frozen silence. Indeed, the room was so stunned that when the conference organisers asked for questions, barely anyone moved. Friedman did not name Greece in particular. But everyone knew what he meant. And while central bankers are normally a genteel, collegiate breed who go to great lengths to avoid causing any offence to each other, Friedman had exposed a deep divide.

To many of the Germans and representatives of other northern European nations present that night, it seemed outrageous — if not immoral — for anyone to suggest that Greece’s debts be written off. After all, they muttered over their coffee, Athens was mired in years of corruption and bureaucratic incompetence, if not fraud. “How can you forgive debt when a country has a retirement age of 50?” one official observed.

Officials from Europe’s periphery nations were even more indignant. To them, Germany faced a moral duty to help places such as Greece, given the aid that it had previously enjoyed (and which Friedman so obligingly listed). In any case, with a debt to GDP ratio reaching 175 per cent, it seemed impossible to see how the country could ever pay off its debts — even if it tried.

. . .

Either way, what became clear that night was that the question of how to handle Greece is a deeply emotional issue, not just a matter of economics — even (or especially) among central bankers. In one sense, that is no surprise.

As David Graeber noted in his seminal book Debt: The First 5,000 Years, credit is a social and political construct. And whenever societies have operated in the past with few constraints on how much credit they can create, this has invariably caused debt to spiral until it either triggered social implosions or the society has used rituals to forgive that debt. In the past, there have been many such safety valves, be it the debt jubilees used in biblical Israel or the practice of “wiping the slate clean” (that recorded debts) in ancient Mesopotamia.

The problem in Europe today, however, is that it is unclear who has the power to wipe the slate clean. For while the western allies had enough control of Germany to restructure its debt after the second world war, power is diffused today in a more muddled and muddied way. Meanwhile, the idea of forgiving debt has acquired so many moral overtones that Americans struggle to accept mortgage write-offs, as the economists Atif Mian and Amir Sufi note in their recent book House of Debt. And in Europe, Friedman thinks that the mood is so punitive that it is akin to the 19th-century “retributive philosophy” that created debtors prisons. Default is deemed immoral.

But the longer that Greece writhes under that debt burden, the more that passions get inflamed — on all sides. Even inside the sombre halls of central banks. Perhaps it is time for someone to distribute Graeber’s book more widely among Europe’s central bankers. Luckily, it is now available in both German — and Greek.

Aπό το 2010 ώς την αρχή του 2015 αλλάξαμε πολύ. Οχι μόνο ατομικά, αλλά και συλλογικά, σαν κοινωνία. Για πολλούς, η κρίση βιώθηκε σαν καταστροφή· έχασαν τη δουλειά τους, είδαν την επιχείρησή τους ή το επιτήδευμά τους να φθίνει, δεν καταφέρνουν να τα φέρουν βόλτα, αισθάνονται ότι χάνουν την αξιοπρέπειά τους. Για πολλούς περισσότερους η κρίση σήμανε την συρρίκνωση των προσδοκιών και την αδυναμία σχεδιασμού του μέλλοντος, σήμανε την είσοδό τους σε μια περιοχή φόβου και επισφάλειας, ακόμη κι αν διατηρούν τη δουλειά τους, ακόμη κι αν μπορούν να συντηρήσουν κάποιο ευπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Για μια μερίδα, μάλλον την πιο ολιγάριθμη, η κρίση δεν άλλαξε τις ορίζουσες του βίου, αλλά ακόμη κι αυτοί κατά βάθος δεν έχουν μείνει ανέπαφοι συναισθηματικά και διανοητικά.

Ολες αυτές οι ατομικότητες, διαφοροποιημένες ποιοτικά και με διαφορετική ένταση, επηρεαζόμενες από εξωχώριες επιδράσεις, από καχεκτικούς θεσμούς προστασίας και δικαιοσύνης, συνθέτουν στην αυγή του 2015 μια κοινωνία πολύ διαφορετική από την κοινωνία προ του 2010. Πρόκειται καταρχάς για μια κοινωνία που έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό τις αυταπάτες και τα αυτονόητα της προ κρίσης εποχής· ταυτοχρόνως, έχει κλονιστεί το αξιακό σύστημα, έστω αυτό της άκοπης ευμάρειας και της πίστης στην γραμμική πρόοδο, μαζί ωστόσο με θεμιτές προσδοκίες και κανονικότητες, ιστορικά θεμελιωμένες. Το έδαφος τρέμει.

Και πρόκειται επίσης για μια κοινωνία που χαράζεται από καινοφανείς ταξικές τομές: το απέραντο μικρομεσαίο πλήθος διασπάστηκε βίαια και αιφνιδιαστικά, σε πολλών ειδών ομάδες: ολοσχερώς αδύναμους, νεόπτωχους, χρόνια άνεργους, επισφαλείς, μερικώς απασχολούμενους, συντηρούμενους με συντάξεις γονέων, προσωρινά σωζόμενους, διασωθέντες.

Ολες τούτες οι φανερές υλικές αλλαγές, και οι άδηλες ψυχοδιανοητικές μαζί, οδηγούν αναπόδραστα σε έναν καινοφανή ρευστό κοινωνικό σχηματισμό, με νέες ορίζουσες και νέους διαχωρισμούς, ο οποίος αναζητεί σύστοιχες πολιτικές εκφράσεις. Η μετατόπιση είναι φανερή ήδη από τις διπλές εκλογές του 2012, ιδίως τον Μάιο, όταν κονιορτοποιήθηκε το παλαιό πολιτικό σύστημα και άλλαξε όλη η γεωγραφία της Μεταπολίτευσης. Θα ήταν σφάλμα να αποδώσουμε την τέτοιας έκτασης αναδιάταξη μόνο σε οργή, αγανάκτηση ή τιμωρητική διάθεση.

Μια σκέψη για το άμεσο μέλλον. Μάθαμε να λέμε μετά το κραχ του 2008, ότι η πολιτική υπακούει στα κελεύσματα και τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις των αγορών. Κάποιοι συγγραφείς το περιγράφουν ως μεταδημοκρατία και, πρόσφατα, ως τυραννία των μεγάλων εταιρειών. Υπάρχει μια επιπλέον διάσταση: η πολιτική έχει μετατραπεί σε διαμάχη ομάδων συμφερόντων, έχει χάσει τον καθολικό και ενοποιητικό της χαρακτήρα. Κάθε ομάδα συμφερόντων, λόμπι ισχυρών ή συντεχνία, διεκδικεί για λογαριασμό της μια προνομιακή μερίδα παροχών του κράτους πρόνοιας ή των κρατικών επενδυτικών πόρων, και κατά τη διεκδίκηση αυτή αποκλείει όχι μόνο κάθε άλλη ομάδα, αλλά, ακόμη χειρότερα, αποκλείει τη δυνατότητα να αρθρωθεί ένας καθολικός πολιτικός λόγος, να διατυπωθούν διεκδικήσεις με οικουμενικό χαρακτήρα, που θα αφορούν ολόκληρη την κοινωνία και όχι μεμονωμένες ομάδες. Ο συντεχνιασμός, τα προνόμια προστατευμένων θυλάκων, τα ολιγοπώλια, η νομή της εξουσίας και των δημόσιων πόρων από αυτοαναπαραγόμενες ελίτ, ο κατακερματισμός εντέλει του κοινωνικού σώματος, είναι αιτίες της κρίσης που θα πρέπει να αρθούν.

Η έξοδος από την κρίση δεν εξαρτάται μόνο από τη ρύθμιση του χρέους· εξαρτάται πρωτίστως από την λυσιτελή πολιτική έκφραση των νέων κοινωνικών υποκειμένων και από την αποτελεσματική σύνθεση των επιμέρους θεμιτών διεκδικήσεων σε μια πανεθνική επιδίωξη, με αξίωση καθολικότητας, με φιλοδοξία διάρκειας και μακράς πνοής.

Η έξοδος στις αγορές σχολιάζεται ποικιλοτρόπως από πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, εντός και εκτός συνόρων. Κοινή διαπίστωση: η επιτυχής άντληση 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,95%, μέσω πενταετούς ομολόγου βελτιώνει το ψυχολογικό κλίμα, σημαίνει μια δειλή επιστροφή της χώρας στις χρηματαγορές, με δεδομένο πάντα ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας παραμένει στα «σκουπίδια», και το αντλούμενο ποσόν είναι μικρό. Η βελτίωση του ψυχολογικού κλίματος ίσως επίσης διευκολύνει μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν κεφάλαια στο εξωτερικό, εφόσον οι ελληνικές τράπεζες αδυνατούν να τις δανειοδοτήσουν.

Οικονομικά το ομόλογο δεν αποφέρει άμεσα οφέλη. Επιβαρύνει το χρέος, ήδη υπέρογκο και μη βιώσιμο, με περίπου 75 εκατομμύρια τόκους ετησίως, κατά δε το έτος λήξεως, 2019, τα 3 δισ. θα προστεθούν σε τότε ώριμο πληρωτέο χρέος 8 δισ. Αρα το νέο βάρος δυσχεραίνει την ήδη τιτάνια προσπάθεια εξυπηρέτησης του χρέους. Πολύ περισσότερο που, καθώς φαίνεται, όλη η προσπάθεια αναδιάρθρωσης θα επικεντρωθεί στη μετακύλιση του χρέους. Λογικά, λοιπόν, η πρώτη έκδοση ομολόγου θα έπρεπε να επιχειρηθεί μετά την αναδιάρθωση, την οποία έχει υποσχεθεί η Ευρώπη μετά το καλοκαίρι.

Συνοπτικά: Το ομόλογο αγοράζει πολιτικό χρόνο. Ακριβό. Ισως αποδώσει κάτι, αν διατεθεί για επαναγορά παλαιού χρέους. Πιθανότερο είναι να διατεθεί για πληρωμή των ληγόντων ομολόγων Μαϊου, περ. 9,5 δισ., δεδομένου ότι το Eurogroup χώρισε την οφειλόμενη δόση των 8,3 δισ. σε τρεις υποδόσεις, ζητώντας την εκπλήρωση προαπαιτουμένων. Είναι γνωστό όμως ότι η πολιτική αντοχή της κυβερνήσεως και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι απολύτως οριακή· δεν μπορούν να ψηφιστούν άλλα μέτρα.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι τόκοι της πενταετίας αφαιρούνται, αφενός, από την ήδη συρρικνωμένη κοινωνική πρόνοια, από τα αφαιμασσόμενα σχολεία, νοσοκομεία, επιδόματα αδυνάμων· αφετέρου, από το ήδη κάτισχνο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το οποίο φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας.

Ολα τα σημάδια, εσωτερικά και εξωτερικά, δείχνουν ότι το 2014 θα είναι μια χρονιά-καμπή για την ελληνική περιπέτεια. Η τρόικα θα αποχωρήσει πριν από το καλοκαίρι, το μνημόνιο θα κλείσει τον κύκλο του, αλλά η χώρα θα εξακολουθήσει να βρίσκεται υπό επιτήρησιν, συνομολογημένα, έως ότου φτάσει το χρέος της στο 75% του ΑΕΠ.

Το τέλος του μνημονίου όμως εκτιμάται ότι θα βρει τη χώρα με χρηματοδοτικό κενό, στο μέτρο που δεν θα μπορεί να δανειστεί από τις αγορές. Αυτό είναι το ένα κομβικό σημείο στη σχέση της χώρας με την Ε.Ε.: Θα δοθεί πρόσθετη χρηματοδότηση; Θα γίνει αναδιάρθρωση του επίσημου χρέους; Θα επιμηκυνθεί περαιτέρω η λήξη του χρέους; Θα συναφθεί μορατόριουμ αποπληρωμής τόκων για ένα διάστημα; Κάτι απ’ όλα ή κάτι παρόμοιο θα πρέπει να συμβεί, εφόσον ουσιαστικά όλοι αναγνωρίζουν ότι το πρόγραμμα έχει αποτύχει στον βασικό του στόχο, δηλαδή να μειώσει το χρέος. Πρόβλημα χρηματοδότησης πιθανόν να εμφανισθεί εντός του έτους και στις τράπεζες, οι οποίες θα χρειασθούν επιπλέον κεφαλαιοποίηση με την καταγραφή όλων των κόκκινων δανείων.

Το άλλο κομβικό σημείο είναι η πολιτική κατάσταση κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης του μνημονίου, διότι τότε ακριβώς θα έχουμε διπλή εκλογική αναμέτρηση: για περιφερειακές-δημοτικές αρχές και για Ευρωκοινοβούλιο. Οι κάλπες αυτές τυπικά δεν θα βγάλουν νέα κυβέρνηση, αλλά ασφαλώς θα καθορίσουν την πολιτική επιβίωση της υπάρχουσας. Είναι δε πολύ πιθανόν η αξιωματική αντιπολίτευση να προηγηθεί με διαφορά μεγαλύτερη από όση καταγράφουν τώρα οι δημοσκοπήσεις. Σε τέτοια περίπτωση, αργά ή γρήγορα θα δρομολογηθούν εθνικές εκλογές, πιθανότατα στο τέλος του καλοκαιριού.

Τρίτο κομβικό σημείο, με κρυφή σημασία, κατά τον ίδιο χρόνο, τον Μάιο, θα είναι η λήξη της θητείας του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο κ. Προβόπουλος θα απέλθει, έχοντας ολοκληρώσει την πιο επώδυνη αποστολή κεντρικού τραπεζίτη στη σύγχρονη ιστορία: το άγριο κούρεμα των Ελλήνων ομολογιούχων ― ιδιωτών, ασφαλιστικών ταμείων και κοινωφελών ιδρυμάτων. Ο διάδοχος του θα κληθεί να διαδραματίσει έναν αναλόγως δύσκολο ρόλο, ισορροπώντας ανάμεσα στον τυπικό προϊστάμενό του, τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τα διευρωπαϊκά συμφέροντα, και στο εθνικό συμφέρον, όπως θα εκφράζεται από την εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας. Ενδεχόμενη δυσαρμονία θα προκαλέσει μείζον πολιτικό πρόβλημα.

Ολα αυτά τα ήδη δύσκολα θα συμβαίνουν σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον επίσης δύσκολο και ρευστό: οι διαδικασίες για την τραπεζική και οικονομική-πολιτική ενοποίηση εντός της Ε.Ε. θα προχωρούν με αποκλίσεις, με κόπο και δισταγμούς, με αναβολές, όπως είδαμε και στη Σύνοδο Κορυφής της 19ης Δεκεμβρίου, καθώς κυβερνήσεις και πολιτικά κόμματα στην Ευρώπη θα κρατούν την αναπνοή της έως τις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου.

Αναλόγως δύσκολο και ρευστό θα είναι και το εγχώριο περιβάλλον, με μια μείζονα διαφορά: ο χρόνος εδώ είναι πολύ πιο λιγοστός, διότι δεν είναι πια τυπικά πολιτικός, δεν υπάρχει περιθώριο τακτικών καθυστερήσεων· για μέγα μέρος του πληθυσμού είναι χρόνος υπαρξιακός, οι πολίτες κινούνται ήδη στα όρια της επιβίωσης, στο χείλος του αφανισμού. Αυτή η κατεπείγουσα συνθήκη βίου διαμορφώνει απρόβλεπτες συμπεριφορές στο πολιτικό πεδίο. Το 2014 θα το θυμόμαστε διαφορετικά μετά την τρικυμιώδη τριετία του σοκ, σαν κορύφωση και έξοδο ή σαν απαρχή άλλης τρικυμίας.

Το διαφαινόμενο τέλος της κυβέρνησης Μόντι στην Ιταλία και η προκήρυξη εκλογών τον Μάρτιο ξαναδείχνουν τον βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής κρίσης. Ο κορυφαίος αναλυτής των Financial Times, μετριοπαθής φιλελεύθερος Βόλφγκανγκ Μούνχαου, επισημαίνει ότι οι έπαινοι προς τον κ. Μόντι «βασίστηκαν στην ιδέα ότι τα προβλήματα της Ιταλίας θα μπορούσαν να λυθούν εάν παραμεριστεί η πολιτική, εάν επιβληθούν λίγες μεταρρυθμίσεις και αρκετή λιτότητα». Ομως μετά ένα χρόνο διακυβέρνησης Μόντι η ιταλική οικονομία βυθίζεται στην ύφεση, ενώ το χρέος δεν έχει γίνει ευκολότερα διαχειρίσιμο· οι πολιτικοί καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Ο Μούνχαου στηλιτεύει επίσης την υποχωρητική στάση του κ. Μόντι έναντι της Αγκελα Μέρκελ στο θέμα του ευρωομολόγου: η υποχώρηση εξυπηρετεί το πολιτικό συμφέρον της Γερμανίδας καγκελαρίου, αλλά υπονομεύει το συμφέρον της Ιταλίας.

Η πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη και η παράλληλη ανάδυση του γερμανικού ηγεμονισμού επισημαίνεται και από έναν άλλο αναλυτή, ακαδημαϊκής προελεύσεως, τον Ιρλανδοαμερικανό Πέρι Αντερσον. Ο διάσημος καθηγητής Ιστορίας στο UCLA διαπιστώνει ότι αντιμέτωπη με την κρίση του 2008 η Ευρώπη δεν μπόρεσε να αντιδράσει όπως οι ΗΠΑ, με κρατικές ενέργειες μεγάλης κλίμακας που απέτρεψαν την ύφεση, για δύο λόγους: ο ένας είναι ο ιδρυτικός περιορισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τον οποίο της απαγορεύεται να προβεί σε αγορά κρατικού χρέους.

Ο δεύτερος λόγος είναι σημαντικότερος ίσως: Είναι η ανυπαρξία του κοινού πεπρωμένου ενός ευρωπαϊκού έθνους, κατά την εννοιολόγηση του Μαξ Βέμπερ· τέτοιο ευρωπαϊκό έθνος δεν υπάρχει, άρα δεν υπάρχει ούτε κοινό πεπρωμένο ούτε αμοιβαιοποιημένο χρέος. Τη στιγμή της κρίσης κάθε έθνος-κράτος βρέθηκε μόνο του, ενώ η Γερμανία διεκδίκησε για τον εαυτό της τον ηγετικό ρόλο του ισχυρού σε μια ασύμμετρη ομοσπονδία αδυνάτων. Ο Αντερσον παραλληλίζει την παρούσα γερμανική αξίωση με τον ρόλο που επεφύλασσε για την ισχυρή Πρωσία ο Βίσμαρκ έναντι της αδύναμης Βαυαρίας και των άλλων κρατιδίων, στο πλαίσιο του 2ου Ράιχ. Στη θέση της Βαυαρίας ο Αντερσον βλέπει σήμερα τη Γαλλία.

Οι στενάζοντες από την ύφεση και την ανεργία Ελληνες, Πορτογάλοι, Ιρλανδοί, Ισπανοί, σύντομα ίσως και οι Ιταλοί, δεν είναι απλώς «λάθος», αποκλίνοντες από την ευρωπαϊκή ορθότητα. Απεναντίας, φαίνεται ότι ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή, κατά την οποία οι παλιές διευθετήσεις, από το Μάαστριχτ έως την ΟΝΕ και τη Λισσαβώνα, όχι μόνο καταρρέουν αλλά προβάλλουν πλέον ως εμπόδια για τη λυσιτελέστερη προσαρμογή των Ευρωπαίων στα νέα ιστορικά δεδομένα. Ποια είναι αυτά; Στην έκθεση του ΟΟΣΑ «Looking to 2060», για την κατανομή του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος, μεταξύ 2011 – 2030, η παρούσα διάταξη οικονομικών δυνάμεων ανατρέπεται. Οι ΗΠΑ, με μερίδιο 23% το 2011, θα υποχωρήσουν το 2030 στο 18% και η Ε.Ε. από το 17% θα περιοριστεί στο 12%. Ποιοι αυξάνονται; Η Κίνα, από 17% σε 28%, και η Ινδία, από 7% σε 11%. Και η Ελλάδα; Θα παλεύει έως τότε να καταστήσει βιώσιμο το χρέος της…

Ας το πάρουμε απόφαση: Πτωχεύσαμε. Η Ελλάδα πτώχευσε ως κράτος και μαζί της και οι Ελληνες. Το φοβόμασταν, το ξορκίζαμε, κλείσαμε τα μάτια, αλλά συνέβη. Δεν είναι η πρώτη φορά, δεν θα είναι η τελευταία. Κι όλοι πια γνωρίζουμε ότι τα ερχόμενα πολλά χρόνια θα είναι δύσκολα, έτσι που ούτε τα είχαμε διανοηθεί.

Το θέμα είναι τώρα τι λες. Τι κάνουμε τώρα, μετά την πτώχευση: Εχουμε στόχο; Εχουμε όραμα; Κι έχουμε σχέδιο; Αν είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε. Από τις πρώτες ώρες της οδυνηρής συνειδητοποίησης έως σήμερα, δεν υπήρξε αυτόχθον πρωτογενές σχέδιο διάσωσης της χώρας, χτισμένο σε δικές μας ιδέες και στηριζόμενο σε δικές μας δυνάμεις. Ο,τι συνέβη, μας συνέβη: πορευόμαστε αγόμενοι, φερόμενοι, ποδηγετούμενοι, πτυόμενοι από εταίρους και δανειστές. Για πολλούς λόγους, αλλά και διότι εμείς φανήκαμε αδύναμοι, στείροι, αιφνιδιασμένοι, αποσβολωμένοι ενώπιον τύχης χαλεπής, ανίκανοι να πάρουμε αυτή την τύχη στα χέρια μας. Κι αυτή γλίστρησε.

Συνέβη. Tώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το χρέος, με αριθμούς και σκληρούς πιστωτές, με το καλπάζον φάσμα της φτώχειας, με την ανάγκη, και κυρίως με τους εαυτούς μας. Τους εαυτούς μας πρώτα απ’ όλα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, αυτό είναι το χρέος, να σταθούμε στα πόδια μας, να πατήσουμε γερά στη γη, να μείνουμε όρθιοι. Αυτό προπάντων: όρθιοι. Υπερήφανοι και ταπεινοί ― μόνο έτσι θα είμαστε δυνατοί. Υπερήφανοι γι’ αυτό που είμαστε, όσο είμαστε· ταπεινοί για όσα δεν είμαστε, και πασχίζουμε να είμαστε.

Ετσι υπερήφανοι και ταπεινοί μπορούμε να κοιτάξουμε κατάματα τα παιδιά μας, και στα πρόσωπά τους να δούμε γονείς και προγόνους μαχητές και νοικοκυραίους, να δούμε υποχρεώσεις και ευθύνες, κληρονομιές και παράδοσεις, να δούμε το μέλλον ανοιχτό σαν διαρκή δυνατότητα. Το βαρύτερο χρέος είναι το πιο ευφρόσυνο, το χρέος στα παιδιά μας.

Με τεταμένη προσοχή, με φόβο για τα χειρότερα και προπάντων με καρτερία οι Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τις πολιτικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Από την εξαγγελία της ευρωπαϊκής συμφωνίας για κούρεμα του ελληνικού χρέους έως την νύχτα των Καννών και την πτώση του Γιώργου Παπανδρέου, με κατάληξη τη χθεσινή συμφωνία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου για την πρωθυπουργία της μεταβατικής κυβέρνησης. Η οχλαγωγία των μαζικών μέσων, οι πονηρές διαρροές, η φημολογία και η πρωτοφανής δυστοκία του πολιτικού συστήματος να παράσχει μια κάποια κυβερνητική λύση στη χώρα κυριάρχησαν, παρέχοντας έτσι μια πρόγευση για το μέλλον του κοινοβουλευτικού βίου εν Ελλάδι.

Με ύφεση καλπάζουσα στο 5,5% εφέτος και αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,5% το 2012, με ανεργία 18,4% τον τουριστικό Αύγουστο και έναν στους δύο νέους 15-24 ετών εκτός εργασίας, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου έχει εξαιρετικά δύσκολο έργο μπροστά της. Παρότι η προσοχή στράφηκε στην εκβιαστική 6η δόση, στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στην απειλούμενη θέση της χώρας στην ευρωζώνη, το πεδίο όπου θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της νέας κυβέρνησης είναι η κοινωνία, η ήδη εξουθενωμένη από περικοπές εισοδημάτων και βαριά φορολογία. Η κοινωνία περιμένει να πάρει μια ανάσα από τον καταιγισμό φτώχειας, που συνόδευσε την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Για πολλούς, η ζωή είναι ήδη δυσχερής ή οριακή, εφόσον βέβαια παραμένουν εντός εργασίας, αλλά θα ήταν ευτυχείς αν σταματούσε εδώ η εσωτερική υποτίμηση, που πλήττει κυρίως μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και μικροϊδιοκτήτες. Μπορεί όμως να αναστραφεί ο δαιμονικός κύκλος της ύφεσης; Προφανώς ούτε ο έμπειρος οικονομολόγος κ. Παπαδήμος είναι σε θέση να απαντήσει, πολύ περισσότερο να δώσει μια λύση ταχείας εξόδου.

Δεν υπάρχει ταχεία έξοδος από την κρίση. Κυρίως, δεν υπάρχει οικονομική συνταγή για την οικονομική κρίση. Η Ευρώπη βυθίζεται σε κρίση πολιτική. Τα συμβαίνοντα στη μικρή Ελλάδα, το πειραματόζωο, μοιάζουν εκπληκτικά με τα συμβαίνοντα στη μεγάλη Ιταλία: η κρίση χρέους οδηγεί στο όριο θραύσεως, σχεδόν σε κατάρρευση, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, πόσω μάλλον, να αναχαιτίσει τις επιθετικές αγέλες των αγορών. Στην παρούσα φάση φαίνεται να κερδίζει τις μάχες η χρηματοπιστωτική βιομηχανία, επιβάλλοντας τη βούλησή της και τα εργαλεία της στις ασθενείς δημοκρατίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία ωστόσο, έτσι όπως εφαρμόζεται στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, απειλεί με ισοπέδωση τα μεσοστρώματα, δηλαδή τη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης· απειλεί με βίαιο μετασχηματισμό τις κοινωνίες, και μάλιστα ερήμην τους, χωρίς καν ασφαλιστικές δικλίδες: σε κατάσταση εξαίρεσης, παρακάμπτονται διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, δημιουργούνται de facto εξωκοινοβουλευτικά κέντρα ισχύος, υποβαθμίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτή είναι η αναδυόμενη απειλή για την Ευρώπη της κρίσης, κι είναι η άλλη όψη της φτώχειας και της πληβειοποίησης.

Ακόμη κι αν υπερψηφιστεί στη Βουλή το Μεσοπρόθεσμο, τις επόμενες ημέρες, η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί αφάνταστα να το εφαρμόσει. Διότι δεν θα καταφέρει συγκεντρώσει φέτος τα 6,4 δισ. που απαιτεί η τρόικα: οι λογαριασμοί της κυβέρνησης είναι ερασιτεχνικοί και μνημεία προχειρότητας. Το ένα μετά το άλλο τα μέτρα φοροείσπραξης καταπίπτουν ανεφάρμοστα ή μένουν ημιτελή, μακριά από τους προβλεπόμενους στόχους. Το Μεσοπρόθεσμο είναι κοινωνικά ανεδαφικό: Το ποσόν που προβλέπεται να αντληθεί με έκτακτους φόρους και περικοπές από μικρομεσαίους, μισθωτούς και συνταξιούχους, όχι μόνο εξουθενώνει τους ήδη εξαντλημένους οικονομικά, αλλά επιπλέον πυροδοτεί την ανυπακοή και την οργή των έντιμων, που πληρώνουν αγογγύστως κάθε υποχρέωσή τους προς το κράτος.

Και το ύστατο σφάλμα: η κυβέρνηση με τις παλινωδίες της και τα ψέματα σε σειρά μέτρων (επιστροφή φόρου από αποδείξεις δαπανών, όριο αφορολογήτου, κλίμακα έκτακτης εισφοράς, φόρος ακίνητης περιουσίας κ.λπ.) έκαψε το πενιχρό πολιτικό κεφάλαιο που της εξασφάλιζε ο τρικυμιώδης ανασχηματισμός και η ψήφος εμπιστοσύνης. Είναι πρωτοφανές: ακόμη και ο πιο κακόπιστος ή ο πιο απαισιόδοξος υπολόγιζε ότι η κυβέρνηση θα έβγαζε το καλοκαίρι, δεδομένης της κόπωσης του κόσμου από τις πολυήμερες διαμαρτυρίες, αλλά και μιας ελάχιστης πίστωσης χρόνου που θα εδίδετο στο νέο κυβερνητικό σχήμα. Δυστυχώς για τη χώρα, η ανοχή διήρκεσε μερικά εικοσιτεράωρα, έως τη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης Πέμπτης. Ο πρωθυπουργός υπεβλήθη πάλι σε οδυνηρό τεστ αντοχής εκβιασμού, και επέστρεψε ηττημένος και άδειος, ο δε υπουργός Οικονομικών Β. Βενιζέλος ομολόγησε με παρρησία την τραγική αδυναμία της κυβερνήσεως των Αθηνών να ασκήσει οποιαδήποτε δική της πολιτική: «Ήμασταν υποχρεωμένοι να βρούμε λύσεις αποδεκτές από τους εταίρους… Οι εταίροι δεν νοιάζονται για την ηθική ισορροπία των μέτρων…»

Είναι εντυπωσιακές πράγματι οι παλινωδίες, τα ψέματα και η προχειρότητα κατά την κατάρτιση ενός δεύτερου, αιματηρότερου προγράμματος φοροεισπρακτικών μέτρων, του οποίου την ανάγκη ύπαρξης μάλιστα αρνιόταν έως πρόσφατα ο απομακρυνθείς υπουργός Οικονομικών. Ο τεχνοκράτης Γ. Παπακωνσταντίνου ουδέποτε άσκησε αυτοκριτική για την αποτυχία του Μνημονίου Ι, της συνταγής του και της εκτέλεσής του· έκανε λόγο μόνο για αστοχίες, αστοχίες στην είσπραξη εσόδων, αστοχίες στη μείωση των δαπανών, αστοχίες στον υπολογισμό της ύφεσης. Και επιβραβεύθηκε από τον πρωθυπουργό, δια της μεταθέσεώς του στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ο αντικαταστάτης του κ. Βενιζέλος, σαφώς πιο πολιτικό πρόσωπο, με στοιχειώδη αίσθηση της σφοδρής ανησυχίας που διαπερνά την κοινωνία, ευθύς ως ανέλαβε, επιχείρησε να βεβαιώσει τους πολίτες ότι συμμερίζεται την ανησυχία και σέβεται τις θυσίες τους. Η ευγλωττία του ανδρός όμως δεν αρκεί. Οι Ευρωπαίοι εταίροι-δανειστές, ευρισκόμενοι σε δεινή αμηχανία ενώπιον της συστημικής κρίσης στην ευρωζώνη, σπεύδουν να ασκήσουν τη μόνη πολιτική που γνωρίζουν: αγορά χρόνου και ασφυκτική πίεση στο πειραματόζωο Ελλάς, τον πιο αδύνατο λίθο στο ήδη κλονισμένο οικοδόμημα του ευρώ.

Ωστε το πρόβλημα πλέον δεν είναι αν μπορεί η κυβέρνηση να σχεδιάσει και να εφαρμόσει μια βιώσιμη πολιτική εξόδου από την κρίση, αλλά αν είναι σε θέση να επιβιώσει η ίδια εφαρμόζοντας υπαγορευμένες ανεδαφικές πολιτικές, που οδηγούν σε ασφυξία την ελληνική κοινωνία. Το ανεδαφικό της ασφυκτικής πολιτικής που υπαγορεύει η τρόικα στην χρεοκοπημένη Ελλάδα, επισημαίνουν πλέον όχι οι συνήθεις αντιρρησίες του εσωτερικού, αλλά κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες, οικονομολόγοι και διεθνείς οργανισμοί: Ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, ο νομπελίστας Αμάρτυα Σεν, ακόμη και ο ΟΗΕ, επισημαίνουν, ο καθείς με τον τρόπο του, τους κινδύνους εθνικής και κοινωνικής αποσάθρωσης σε δοκιμαζόμενες χώρες σαν την Ελλάδα.

Είναι πασίδηλο ότι η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει δεύτερο και τρίτο και τέταρτο μνημόνιο, με δανεισμό που διαρκώς θα διογκώνει το χρέος, και με ύφεση που θα βουλιάζει όλο και βαθύτερα τη χώρα. Είναι επίσης φανερό ότι η οποιαδήποτε διέξοδος από τον κλειστό βρόχο της λιτότητας-ύφεσης δεν μπορεί να προκύψει μόνο με ελληνική πρωτοβουλία. Χρειάζεται οπωσδήποτε και η συμβολή της Ευρώπης. Οι εν συγχύσει και αγκυλώσει Ευρωπαίοι ηγέτες όμως, δεν είναι σε θέση ακόμη να σκεφτούν ριζικά, πολιτικά, επί του πυρήνα της συστημικής κρίσης, που άρχισε το 2008 με το κραχ των τραπεζικών τοξικών και εξακολουθεί σήμερα υπό τη μορφή των εθνικών χρεών. Οι Ευρωπαίοι διέσωσαν τις τράπεζες, αλλά δυσκολεύονται να σώσουν αναλόγως αποτελεσματικά τα κράτη· αγοράζουν χρόνο και μεταθέτουν τις λύσεις, αναβάλλουν τις ριζοσπαστικές αποφάσεις, ξορκίζουν το πρόβλημα, δεν τολμούν.

Η ελληνική περίπτωση είναι πεδίο δοκιμής για τους εταίρους, και πεδίο δεινής δοκιμασίας για τους Ελληνες. Φαίνεται επίσης ότι είναι πεδίο δοκιμασίας για τη δημοκρατία και την πολιτική κουλτούρα, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Η καταγραφόμενη δυσαρμονία μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής τάξης, το έλλειμμα νομιμοποίησης, η αποτυχία των τεχνοκρατών, η κατίσχυση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η προδοσία των πολιτικών, η κρίση αντιπροσώπευσης, η ανάδυση νέων επιθετικών εθνικισμών, η επέλαση των στερεοτύπων μίσους, δεν αφορούν πια μόνο την εξασθενημένη και πολλαπλώς βαλλόμενη Ελλάδα· αφορούν όλη την Ευρώπη. Η τύχη της Ελλάδας, η έκβαση της δοκιμασίας της, είναι αναπόσπαστο μέρος της κοινής ευρωπαϊκής μοίρας. Είμαστε περισσότερο Ευρωπαίοι από ποτέ.

Κώστας Δουζίνας: Η Ελλάδα μπορεί να αντεπιτεθεί στον νεοφιλελευθερισμό.

Αρθρο του διακεκριμένου ακαδημαϊκού στην εφημερίδα Guardian.

Διάβασέ το ολόκληρο

Ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου εκλιπάρησε τους εταίρους στην Ε.Ε. για πολιτική στήριξη. Την έλαβε. Φανερά, δεν ζήτησε χρήματα, διακήρυξε ότι η Ελλάδα θα στηριχτεί στις δυνάμεις της ― ενώ τα επιτόκια εκτοξεύονταν και οι αγορές έστηναν πάρτι με τα ελληνικά ομόλογα. Δεν έλαβε χρήματα. Επέβαλε σκληρά μέτρα λιτότητας σε δύο κύματα ― και πάλι οι αγορές δεν ηρέμησαν. Επέσεισε την απειλή (εναντίον ποίων; της Ε.Ε.;) ότι θα προσφύγει στο ΔΝΤ. Το ΔΝΤ του επεβλήθη, ως μέρος της υβριδικής βοήθειας, από την ευρωζώνη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η Ελλάδα και η Ευρώπη ζουν ιστορικές στιγμές. Η οικονομική κρίση και η απειλή του greed capitalism αναγκάζουν τα έθνη της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επανεξετάσουν θεμελιώδεις συμφωνίες, όπως της ΟΝΕ, τα αναγκάζουν να σκεφτούν την κρίση με πολιτικούς όρους ― επιτέλους. Η Ελλάδα ευρισκόμενη στην αιχμή των εξελίξεων, δείχνει το δρόμο που μπορεί να πάρει η Ε.Ε. στο μέλλον, και ταυτόχρονα, ως πειραματόζωο, βρίσκεται στη δεινότερη θέση: εκχωρεί εθνική κυριαρχία, προκειμένου να πάρει μια ανάσα από τα χρέη που την πνίγουν.

«Χάσαμε μέρος της κυριαρχίας μας…» Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου περιέγραψε με σαφήνεια τι συνέβη στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα δεν έλαβε χρήματα, απεδέχθη σκληρή τριπλή επιτήρηση, από Κομισιόν, ΕΚΤ και ΔΝΤ, πιθανόν με διορισμένο επίτροπο στην Αθήνα, δεσμεύτηκε να επιβάλει και επιπλέον δημοσιονομικούς περιορισμούς στο μέλλον, και αντ’ αυτών έλαβε ρηματική πολιτική στήριξη, η οποία, όπως αναλύει ο γερμανικός τύπος, είναι ουσιαστικά στήριξη προς το ευρώ και την ευρωζώνη απέναντι στις απειλητικές διαθέσεις των κερδοσκοπικών κεφαλαίων.

Για την επόμενη τριετία, όσο θα διαρκέσει το Πρόγραμμα Σταθερότητας, η Ελλάδα θα επιτηρείται στενά· δηλαδή, η εκλεγμένη της κυβέρνηση θα φέρει όλη την ευθύνη του χρέους, αλλά θα διαθέτει περιορισμένα περιθώρια κινήσεων: όλες οι κινήσεις της θα τελούν υπό αίρεση και υπό έγκριση. Ιδίως σε ό,τι αφορά ριψοκίνδυνες πράξεις για πυροδότηση της ανάπτυξης ή ανακούφιση του πληθυσμού από τα επίχειρα της επερχόμενης ύφεσης.

Δεν γνωρίζουμε πώς και πότε θα ανάσανει ελεύθερα η χώρα μας, αν θα ανακτήσει πλήρως την ανεξαρτησία της στην εκπνοή της τριετίας. Γνωρίζουμε όμως ότι υπό την παρούσα κυβέρνηση το ιδρυτικό τρίπτυχο του ΠΑΣΟΚ “Εθνική ανεξαρτησία – Λαϊκή κυριαρχία -Κοινωνική Απελευθέρωση” εξέπνευσε οριστικά, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις ψευδαισθήσεις της Μεταπολίτευσης.

Κατήφεια επικρατεί στην κοινωνία μετά την ανάπαυλα των εορτών, με την αγορά παγωμένη και συρρικνούμενη, με τα νοικοκυριά σφιγμένα και φοβισμένα. Αυτή η κατήφεια, η διάχυτη και βαθιά δυσθυμία, αποτελεί πια δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, εμφανές τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 2007.

Η δημοσιονομική κρίση, η πίεση των αγορών και οι απειλές πτώχευσης, είναι πιθανόν να μετατρέψουν τη δυσθυμία σε ηττοπάθεια. Και η ηττοπάθεια οδηγεί σε παράλυση. Η κυβέρνηση, με τον βρόχο των αγορών στο λαιμό της και υπό την αφόρητη πίεση των Ευρωπαίων εταίρων, αδυνατεί να παράγει πολιτική άλλη από την πολιτική της συμμόρφωσης στα μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας που της υπαγορεύουν. Ο περιορισμός του ελλείμματος και η διαχείριση του χρέους είναι ασφαλώς σοβαρά μελήματα. Αλλά δεν είναι τα μόνα, ούτε καν τα κυρίαρχα, στην παρούσα συγκυρία.

Η πολιτική ηγεσία οφείλει πρωτίστως να συλλαμβάνει το κοινό αίσθημα, να καταγράφει καταλεπτώς την πραγματικότητα, να υπερασπίζεται την κοινωνική συνοχή και να εξασφαλίζει ένα δίκαιο και βιώσιμο σχέδιο ανάπτυξης. Διαθέτει η παρούσα ηγεσία αυτά τα εκ των ουκ άνευ στοιχεία; Το τριετές Πρόγραμμα Σταθερότητας που παρουσίασε η κυβέρνηση προβλέπει περικοπές δαπανών και πρόσθετους φόρους, με κύριο σκοπό να εξευμενίσει τις Βρυξέλες, αφενός, και να μαλακώσει τις αγορές εν όψει δανεισμού, αφετέρου.

Πού είναι η ανάπτυξη σε αυτό τον σχεδιασμό; Πού είναι το φως; Η έξοδος του τούνελ; Σε τι έχει να ελπίζει η μικρομεσαία Ελλάδα μετά τις τριετείς θυσίες; Πώς θα ανακάμψει ο γονατισμένος μικροεπιχειρηματίας, ο απειλούμενος με ανεργία 50χρονος ιδιωτικός υπάλληλος, ο ακαθοδήγητος αγρότης; Σε ποιες παραγωγικές δομές θα ενταχθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές, παρακαρισμένοι τώρα σε αμφιβόλου ποιότητος ΑΕΙ; Ποια στρατηγική υπάρχει για τον τουρισμό, τις καλλιέργειες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις καινοτομικές πρωτοβουλίες;

Τίποτε δεν ακούμε γι΄αυτά. Τίποτε συγκεκριμένο. Μόνο αερολογίες περί “πράσινης ανάπτυξης” από τη μια, και βάναυση επαναφορά στο ολέθριο “εθνικό έργο” της εκτροπής του Αχελώου, από την άλλη.

Πέντε μόλις χρόνια από την πανεθνική ευφορία του 2004, πάνω από την Ελλάδα πλανιέται ο φόβος μιας εθνικής καταστροφής: η πτώχευση. Η δραματική αποστροφή του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, προ ημερών, για χρέος που απειλεί την ίδια την εθνική κυριαρχία, ορίζει μια ιστορική στιγμή εξαιρετικά κρίσιμη, τόσο που δεν μπορεί να τη διαχειριστεί μόνη της η ηγετική πολιτική ελίτ. Εξ ου και ο νεοεκλεγμένος πρωθυπουργός, με νωπή ακόμη και σαφή τη λαϊκή εντολή, αισθάνεται την ανάγκη να απευθυνθεί απευθείας στον λαό και να ζητήσει επιπλέον νομιμοποίηση ― κατ΄ουσίαν κοινωνική και ηθική, πέραν της τυπικής κοινοβουλευτικής.

Ζητάει κατανόηση, ζητάει συναίνεση και συστράτευση, ζητάει θυσίες, σε κλίμακα πρωτόγνωρη για τη μεταπολιτευτική δημοκρατία της δανεικής ευημερίας και της προεξοφλημένης προόδου. Για να πετύχει αυτού του είδους την ιστορική συστράτευση, ο πρωθυπουργός και σύμπασα η κυβέρνηση, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η ελληνική κοινωνία τούτη τη στιγμή βγαίνει οργισμένη από αλλεπάλληλα σκάνδαλα, κερματισμένη και τραυματισμένη από τη δομική διαφθορά και ό,τι αποκαλείται σχηματικά “προδοσία των ελίτ”. Μέσα στο ρευστό οικονομικό περιβάλλον το κοινωνικό σώμα διατρέχεται από ανησυχία και φόβο, από καχυποψία ή και μίσος για τους κρατικούς μηχανισμούς. Στα μάτια πολλών, ιδίως νεότερων, το κράτος έχει απονομιμοποιηθεί ― πρωτοφανές ιστορικό χαρακτηριστικό.

Η πολιτική ηγεσία μπορεί να ζητήσει συστράτευση. Οφείλει όμως ταυτοχρόνως να πείσει και να εγγυηθεί. Να πείσει ότι συμμετέχει στις θυσίες· να εγγυηθεί δικαιοσύνη και ισοπολιτεία, να εγγυηθεί επίσης ότι η εθνική κυριαρχία δεν θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οι πολίτες μπορούν να δεχτούν θυσίες, μόνο εφόσον οι θυσίες αφορούν όλους ακριβοδίκαια, και μόνο εφόσον δεν τεθούν εν μειοδοσία τα μείζονα εθνικά θέματα, όσα παραμένουν ανοιχτά. Η κοινωνία θα δεχτεί να ξεπουληθούν τα τιμαλφή και τα σκεύη, αναλογικώς, αλλά δεν θα δεχτεί να υποθηκευτεί το οικόπεδο.



not only



Blog Stats

  • 1.025.892 hits
Αρέσει σε %d bloggers: