You are currently browsing the tag archive for the ‘φόβος’ tag.

Το δικομματικό σύστημα εξουσίας, που σφράγισε τη μεταπολιτευτική περίοδο, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της κατάρρευσης, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του να τη διαχειριστεί. Η κατάρρευση στοιχειοθετείται αφενός από τις δημοσκοπήσεις της αλαφιασμένης και αμφίβουλης κοινής γνώμης, αλλά και από τη στάση του πολιτικού προσωπικού ελάχιστες εβδομάδες προ των εκλογών.

Ληξιπρόθεσμοι βουλευτές και υπουργοί, οι οποίοι την παρελθούσα διετία νομοθέτησαν το ψαλίδισμα των μελλουσών γενεών, χωρίς να έχουν διαβάσει καν τους νόμους, καταθέτουν στη Βουλή, την υστάτη στιγμή, τροπολογίες χιλιάδων σελίδων για να τακτοποιήσουν εκκρεμότητες της εκλογικής πελατείας. Νυσταγμένοι, βαριεστημένοι, ληγμένοι, νομοθετούν επί των ερειπίων, λίγο προτού βρεθούν στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Παραδόξως δε, εκτιμούν ότι υπάρχει ακόμη εκλογική πελατεία.

Οι ολίγιστοι και δείλαιοι, δια των επαίσχυντων τροπολογιών τους, δείχνουν ακριβώς ποιοι οδηγούν στην κατάρρευση τα αστικά κόμματα, ποιοι καταπατούν τους συνταγματικούς όρκους και τροφοδοτούν το αντικοινοβουλευτικό μένος του απεγνωσμένου πλήθους. Δείχνουν επίσης σε ποιους άνδρες εμπιστευόταν το πλήθος αφρόνως τη μοίρα του: σε φαιδρούς δημοκόπους, άεργους κληρονόμους, πολιτικούς νάνους. Πολλοί απ’ αυτούς τους βρυχώμενους νάνους θα ξεμυτίσουν τις επόμενες μέρες και θα ζητήσουν ανανέωση εντολής, υποσχόμενοι το μόνο που γνωρίζουν: συνέχιση της αμοιβαίας πελατειακής εξαχρείωσης. Θα επισείουν τον κίνδυνο των άκρων και της ακυβερνησίας. Υπάρχει πράγματι το ενδεχόμενο αναρρίχησης των λούμπεν στοιχείων της άκρας δεξιάς, παλαιάς και νέας, στο κοινοβούλιο, αλλά μήπως η συμπεριφορά των κατεστημένων δεξιών, κεντρώων και κεντροαριστερών, δεν απέβη αναλόγως λούμπεν και εντέλει τροφοδότησε τα άκρα;

Η χρεοκοπία είναι πολιτική πρωτίστως. Με ηττημένη την πολιτική και τη χώρα υπό σιδηρά επιτήρηση, οι προτάσεις διακυβέρνησης είναι αναιμικές και ελάχιστα πειστικές, διότι οι φορείς τους κείτονται ξέπνοοι και ηττημένοι, δεν μπορούν να διεκδικήσουν από το πλήθος παρά μόνο τη μοιρολατρία και τον φόβο. Η ψήφος θα είναι τιμωρητική και αντινομική.

H προχθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue για την Καθημερινή συγκεφαλαιώνει το πολιτικό μωσαϊκό: εννέα κόμματα στη Βουλή, κάμψη της αποχής, απαισιοδοξία για τη χρεοκοπία της χώρας, απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στη μεταβατική κυβέρνηση συνεργασίας. Οι προορισμοί της δημοσκοπικής προτίμησης θα μπορούσαν να μπουν σε τρεις κατηγορίες.

Πρώτη, η κατηγορία των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων: και τα δύο μεγάλα κόμματα μαζί πασχίζουν αθροιζόμενα να συγκεντρώσουν ποσοστό αυτοδυναμίας, δηλαδή ό,τι συγκέντρωναν από μόνα τους στο παρελθόν. Είναι φανερό ότι η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει με μόνιμη καχυποψία τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα επί τριάντα χρόνια και την οδήγησαν στη γνωστή κατάσταση. Αρα ακόμη και η κυβέρνηση συνασπισμού των δύο κομμάτων εξουσίας, που φαίνεται να προωθείται, δεν θα καθησυχάσει την κοινή γνώμη ούτε θα εξασφαλίσει ευρύτερη συναίνεση. Λογικό: οι πολίτες της χρεοκοπημένης χώρας έχουν μνήμη και πικρή πείρα από τις ικανότητες των προσώπων που κυβέρνησαν τα χρόνια του εκτροχιασμού. Η αυτοκριτική στην οποία πολύ όψιμα και πολύ άτολμα καταφεύγει αυτές τις μέρες, εν όψει εκλογών, δεν μπορεί να σώσει το μοιραίο πολιτικό προσωπικό από την κατακραυγή και την εκλογική συντριβή.

Δεύτερος πόλος δημοσκοπικής προτίμησης, η άκρα δεξιά. Ο ΛΑΟΣ διακινδυνεύει πλέον τη θέση του στο κοινοβούλιο, λόγω του ακραίου καιροσκοπισμού του, και λόγω της ορμητικής εισόδου στο ακροδεξιό φάσμα δύο νέων δυνάμεων. Η μία είναι παλιά, καταγραμμένη ήδη στον Δήμο Αθηναίων: η νεοφασιστικής-ρατσιστικής ρητορικής Χρυσή Αυγή. Η άλλη είναι η εθνικιστικής-αντιμνημονιακής ρητορικής κίνηση του βουλευτή Πάνου Καμμένου, διαγραμμένου από τη ΝΔ. Αθροιζόμενη η άκρα δεξιά φτάνει το 11,5%, ποσοστό πρωτοφανές αλλά αναμενόμενο: τα αστικά κόμματα του μεσαίου χώρου δεν μπορούν πλέον να παράγουν πολιτική, αδυνατούν ακόμη και να διαχειριστούν την σφοδρή κοινωνική κρίση και τον φόβο. Σε αυτό το περιβάλλον της παγωμένης μεταδημοκρατίας και απουσίας πολιτικής διεξόδου, η μεσαία τάξη, έμφοβη και πληβειοποιημένη, στρέφεται προς τα άκρα. Ο σκληρός, ωμός λόγος της άκρας δεξιάς σπεκουλάρει πάνω στην ανασφάλεια, την ανεργία και την ξενοφοβία. Και κερδίζει.

Τρίτος προορισμός, η πλειοψηφική, πλην όμως πολυδιασπασμένη, ετερόκλητη και αλληλοαποκλειόμενη αριστερά. Μόνο κοινό χαρακτηριστικό, η ολοφάνερη απροθυμία όλων των αριστερών κομμάτων να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πτωχευμένης, εξαρθρωμένης χώρας. Η αντιπολίτευση, λιγότερο ή περισσότερο συνεπής ως προς τον εαυτό της, είναι το προσφιλές πεδίο των κομμάτων της αυτοαναφορικής αριστεράς. Κανένα δεν προβάλλει πειστική πρόταση εξουσίας. Ακόμη και η δημοσκοπική φούσκα της ΔΗΜΑΡ συντηρείται χάρη στην επαμφοτερίζουσα αντιπολίτευσή της, και στη ροή κεντρογενών ψηφοφόρων από το διαλυόμενο ΠΑΣΟΚ.

Με όσα βλέπουμε τώρα: Οι επικείμενες εκλογές θα σαρώσουν παλαιά πρόσωπα, θα φθείρουν παλαιούς σχηματισμούς, θα πολώσουν, αλλά δεν θα αρκέσουν να δώσουν ένα νέο βιώσιμο μπλοκ εξουσίας. Θα χρειαστούν κι άλλες εκλογές.

Φοράει σκουφί, είναι ξανθοκάστανο, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Ενα παιδί, αγόρι, δέκα-δώδεκα χρονώ, με λαμπερό πρόσωπο που το φωτογραφίζω στιγμιαία. Περπατάει σαν ακροβάτης στη νησίδα της Συγγρού, αντικρίζει τα αυτοκίνητα να κατεβαίνουν με 120 χιλιόμετρα, δεν βλέπει πρόσωπα οδηγών, μισοχαμογελά και κοιτάει μπροστά, μακριά. Μπροστά, μακριά.

Το βλέπω να χάνεται στον καθρέφτη. Ανησυχώ, έτσι ριψοκίνδυνα που ισορροπεί στο χορτάρι του κράσπεδου, ανάμεσα στην μπάρα και τον αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας. Σε ποιο σημείο θα βρει κενό κυκλοφορίας για να περάσει στην ασφάλεια της όχθης; Ανησυχώ, αλλά επίσης η εικόνα του χαμογελαστού, παράτολμου αγοριού με κάποιο τρόπο ανεξήγητο με εγκαρδιώνει, μου εμφυσά πνοή αισιοδοξίας. Αρπάζομαι απ’ τη ζωντάνια της εικόνας, την έχω ανάγκη.

Εχει άγνοια κινδύνου το παιδί; Ασφαλώς. Αλλά έχει επίσης εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, στο τίναγμά του, που θα το περάσει απέναντι, μέσα από το διάκενο της κυκλοφορίας, το πιστεύει, άρα το μπορεί. Το σκεφτόμουν για ώρα· ανησυχούσα και ζήλευα. Ενα φρικιαστικό φλας, το άψυχο σώμα ενός γατιού, ένα τίναγμα που δεν ήταν αρκετό. Ζήλεια κι ελπίδα μαζί, για το αστραποβόλο βλέμμα του αγοριού που ακροπατάει στο ρείθρο για να χιμήξει στα διάκενα και να νικήσει τον αυτοκινητόδρομο.

Οι άνθρωποι κάποιας ηλικίας φοβούνται τον αυτοκινητόδρομο, όταν βρεθούν εκτός αυτοκινήτου, γυμνοί. Στέκουν παγωμένοι στην όχθη, ακόμη κι όταν βουλιάζει η όχθη και σε παίρνει το ποτάμι. Αυτό έλαμψε στην πίσω πλευρά του νου, και μου ‘φερε το ρίγος στη Συγγρού. Σε αντίθεση με το ατρόμητο αγόρι, εγώ ένιωθα τον φόβο να με τριγυρίζει, να με οριοθετεί, να με δεσμεύει. Ο φόβος μου διασκεδαζόταν από το αυτοκίνητο που με περιέβαλε σαν βαριά πανοπλία, τόσο βαριά που με προστάτευε αλλά και με έκανε δυσκίνητο, μου είχε στερήσει το τίναγμα.

Το αγόρι είναι ο νέος άνθρωπος που θα αναδυθεί ριψοκίνδυνος και πρωτοπόρος, πλαστουργός του κόσμου του, μέσα από τις στάχτες του παλιού κόσμου, του κόσμου που περιέχει εμένα τον μεσήλικα, του κόσμου που με φοβίζει και με ορίζει. Υπό μία έννοια, ζηλεύω το αγόρι διότι ο κόσμος μου δεν το περιέχει, δεν το περιορίζει· ο δικός μου φόβος δεν το αγγίζει, δεν το αφορά. Δεν έχει να χάσει τίποτε, δεν έχει κτήματα, συνήθειες, εξαρτήσεις, εμμονές, προσκολλήσεις, υποχρεώσεις, δουλείες.

Φόβος, ζήλεια. Κι ελπίδα. Στο φωτεινό πρόσωπο του αγοριού αντίκρισα ένα όραμα. Το αύριο. Με βοήθησε να ξεκολλήσω από τον ηττημένο εαυτό, από τον μίζερο εγωισμό, από την κουλτούρα του ναρκισσισμού που με ποτίζει. Στο ξαναμμένο πρόσωπό του είδα τα παιδιά μου, τους πολλώ κάρρονες, που θα γίνουν καλύτεροι, που είναι καλύτεροι. Η δική μας ήττα δεν είναι και δική τους. Η ολιγωρία μας, οι φόβοι μας, τα σφάλματα, είναι όλα δικά μας· θα πληρώσουν κι αυτά, τα άφοβα αγόρια και κορίτσια του 2012, θα πονέσουν, αλλά εντέλει θα περάσουν απέναντι, στην άλλη όχθη, γιατί διαθέτουν Το Τίναγμα, αυτό που χάσαμε εμείς μες στον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Είναι υποκρισία και αυταπάτη να λέμε ότι δεν ζούμε μια καταστροφή, μάλιστα εν προόδω. Είναι προδοσία να μην σκεφτούμε τους όρους και τις ενέργειες που μάς έφεραν στην καταστροφή. Κι είναι προδοσία ιστορική, ασυγχώρητη, έναντι εαυτών και τέκνων να μην αναιρέσουμε μία μία τις αιτίες, τις δομές και τα πρόσωπα που μας οδήγησαν στην παρούσα καταβύθιση.

Τα ξάστερα πρόσωπα των παιδιών που ακροβατούν στις ολισθηρές μας όχθες, έτσι όπως τις λασπώσαμε, επιβάλλουν το διττό καθήκον για αλήθεια και δικαιοσύνη. Χωρίς φόβο. Χωρίς οργή καν. Ψυχρά, υπολογισμένα, με βαθιά αίσθηση της ιστορίας, αμείλικτοι εν καταλλαγή. Χωρίς οίκτο για τους πρωταίτους, τους παραγωγούς της παρακμής, τους εισέτι ολίγους, κρυπτόμενους και ιδιοτελείς.

Στην παραλιακή, επανασυνδέθηκα με τον ήχο του ραδιοφώνου. Δεν έπαιζε τρομολάγνες ειδήσεις πια, δεν φούντωνε τον φόβο. Η ψυχεδέλεια χύθηκε ώς τη θάλασσα και τα νησιά, με φαζαρισμένες κιθάρες: «I had too much to dream last night / Too much to dream / I’m not ready to face the light / I had too much to dream / Last night  / Last night.»

Ο ήλιος καταυγάζει τον Σαρωνικό, την Αττική, την πόλη των Αθηνών. Καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση. Καθώς υποδεχόμαστε το 2012, νιώθουμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο πια, ίδιο με ό,τι γνωρίζαμε· η χρονιά που τέλειωσε μάς κατέπληξε, μας πόνεσε, μας φόβισε, τόσο που να περιμένουμε τα πάντα, ακόμη και χειρότερα.
Θα είναι δύσκολο το ’12, αλλά θα αρχίσει να φαίνεται πια το τέλος· το τέλος της καθόδου. Δηλαδή, το τέλος της αβεβαιότητας: αυτή είναι η πιο επώδυνη, αυτή μουδιάζει τις ψυχές και τα μυαλά. Η πρόσκρουση στον πάτο θα είναι ανακουφιστική, διότι θα σημάνει το τέλος των ψευδαισθήσεων σωτηρίας εξ ουρανού, θα τερματίσει το φόβο και την απόγνωση. Σημαίνει γείωση στο χώμα και τη στάχτη. Θα σημάνει επανέναρξη.

Βαθιά μέσα μας πεταρίζει μια πίστη καταγόμενη από το Tikkun olan της Καμπάλα: εκεί στα σκοτάδια του πάτου, ξαναβρίσκουμε τον βαθύ χρόνο, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, πριν από την πτώση, και μαζί μάς αποκαλύπτεται η δυνατότητα αποκαταστάσης, η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον ραγισμένο κόσμο μας, να τον επαναφέρουμε καινούργιο· εκεί στα σκοτάδια του βυθού, απόκειται η τρομερή δυνατότητα της ανακαίνισης. Οχι αναπαλαίωση, όχι αναστήλωση ερειπίων, αλλά ανακαίνιση μέσα από την καταστροφή.

Αυγή.
Ο ήλιος βάφει μαγικά τον ουρανό πάνω απ’ την Καστέλα. Παραβάλλω αυτό το πυρετώδες ηλιοβασίλεμα με την ζωγραφική «Αυγή» που μου ‘στειλε ο Μποκόρος για ευχή. Ηλιόβγαλμα και ηλιοβασίλεμα υποστασιώνονται στα μάτια μας με ίδια χρώματα, ίδιες φόρμες, ίδια φευγαλέα δυναμική, ίδιο κέντρισμα να στοχαστείς το χρόνο: στο τέλος η αρχή. Κύκλος.

Η κρίση φέρνει στον νου τον κυκλικό χρόνο των προνεωτερικών ανθρώπων, τέτοιων που ζουν ακόμη, τέτοιων που ήταν οι γονείς και οι παππούδες μας. Τη χρειαζόμαστε αυτή την κρίση για να αποτινάξουμε την τυραννία του γραμμικού χρόνου, του αυθάδους διανύσματος της διαρκούς προοόδου, της αλαζονικής συσσώρευσης. Η απόγνωση της κρίσης μάς προσφέρει μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου: ο χρόνος σπαταλιέται, όταν δεν τον ζεις απόλυτα και μοναδικά, με ό,τι έχεις, όπως είσαι· μόνο έτσι, αλλιώς, η ζωή κλειδώνει σε βρόχους, κάνει λούπες, ξοδεύεται και καίγεται.

Κατά τα λοιπά, οι άνθρωποι:
Μπαινοβγαίνω σε ηλικίες, κλέβοντας ομιλίες και σημάδια εφήβων, είκοσι-κάτι, τριάντα-φεύγα, μεσηλίκων, ηλικιωμένων. Σε καφενεία, τραπεζώματα, ραδιοθαλάμους, σε φυσαλίδες σοσιαλμηντιακές και σωματικές προσκρούσεις, όλοι μου μεταγγίζουν δύναμη και πίστη στη ζωή. Σκέφτομαι ότι αυτό το κεφάλαιο είναι αφάγωτο, οι άνθρωποι: απρόβλεπτοι, ανόμοιοι, πληγωμένοι, σκόρπιοι, παρ’ όλ’ αυτά ακατάβλητοι, πομποί αισθημάτων και ζωτικότητας.

«Θα σταθούμε όρθιοι, ρε!» μου σφίγγει ζωηρά το χέρι και με χτυπάει στον ώμο πολυπράγμων συνομήλικος στην οδό Ασκληπιού, κι ένας άλλος στη Σκουφά διασχίζει το οδόστρωμα με φιλάει στο κρύο μάγουλο και ψιθυρίζει εμπιστευτικά μες στη βουή «υγεία, αδελφέ, αγάπη, κι όλα θα ‘ρθουν…» Εγκαρδιωμένος μοιράζομαι κονιάκ και ρακές, ώσπου να σκοτεινιάσει καλά. Από κάθε πόρο της πόλης αναδύεται γνώση και καρτερία, και μια θέληση αμίλητη ακόμη, ωστόσο υπαρκτή, φουσκώνει στις φλέβες: Θα σταθούμε όρθιοι, δεν θα μας πάρει αποκάτω.

Ξυπνάω πριν την αυγή.
Είμαι στο πλοίο, ακτή Κονδύλη, Σαρωνικός, Κάβο Κολώνες, Κάβο Ντόρος ανταριασμένος, Τζιά, Γιούρα, κάτω δυτικά τα Θερμιά, ο κάβος της Σύρας, το μπουγάζι του Τσικνιά, το Φανάρι. Στο τέρμα του δρόμου, ο Αϊ-Λούκας των κεκοιμημένων, φλογίτσες δαρμένες από τον βοριά, και χαμομήλια την άνοιξη. Φλογίτσες. Φωτογραφίες από βαφτίσια με βιολιά στο νησί, φωτογραφίες από βαφτίσια με κλαρίνα στο βάλτο. Φλογίτσες.

Είμαι ξανά στο πλοίο. Χωρίς βιβλίο, χωρίς μουσική. Μόνο με κύμα μανιασμένο κι αρμύρα και τσιγάρο κλεισμένο μες στη φούχτα. (Δεκάξι, στο Ναϊάς Ι, πενήντα τρία, στο Ιθάκη, ίδιο ταξίδι, πάντα το ίδιο, από το ένα λιμάνι στο άλλο, πότε για ζωή και πότε για θάνατο.)

Πϊσω από κάθε ακρωτήρι ξεπροβάλλει ένα άλλο.

Παγωμένοι, ακίνητοι σχεδόν, παρακολουθούν οι Ελληνες τις εξελίξεις εντός και εκτός συνόρων. Εχουν υποστεί αλλεπάλληλα σοκ, μειώσεις εισοδήματος, φορολογικές επιδρομές, περικοπές ασφαλιστικών παροχών, πολλοί έχουν χάσει τις δουλειές τους. Μέσα σε ενάμιση χρόνο είδαν τις ζωές τους να ανατρέπονται. Αιφνιδιάστηκαν, διαμαρτυρήθηκαν, αγανάκτησαν, ανασυντάχθηκαν. Είδαν έναν πρωθυπουργό πλειοψηφίας να αποχωρεί ταπεινωμένος από τον διεθνή παράγοντα, είδαν έναν τεχνοκράτη να ηγείται μιας τρικομματικής κυβέρνησης. Και βλέπουν μεγάλες χώρες και κραταιές οικονομίες της ευρωζώνης να κλονίζονται, βλέπουν το ίδιο το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ενωση να δοκιμάζονται μέσα σε μια πρωτοφανή οικονομική και πολιτική κρίση.

Η παγωνιά δεν είναι μόνο εγχώρια. Αυτό το αντιλαμβάνονται όλο και περισσότεροι Ελληνες. Η γνώση αυτή τους βοηθά να αποτινάξουν την άδικη ενοχοποίηση που υπέστησαν, ως μαύρα πρόβατα της Ευρώπης, αλλά δεν τους βοηθά ιδιαιτέρως να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα διαβίωσης. Επιπλέον η κατανόηση ότι η κρίση είναι βαθιά, δομική, και θα διαρκέσει, διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο ψυχισμό, που εκδηλώνεται με ποικίλους και αντινομικούς τρόπους. Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό αυτής της ψυχικής συμπεριφοράς είναι η μόνιμη κατάσταση άγχους για το άγνωστο βραχύ μέλλον: τα αλλεπάλληλα σοκ έχουν διαλύσει τις σταθερές του βίου, άρα και τις σταθερές του ορθολογικού σχεδιασμού, της βούλησης και των αποφάσεων. Οι διαρκείς ανατροπές των υλικών συνθηκών υπονομεύουν τις ψυχικές και νοητικές σταθερές. Η αποκτηθείσα πείρα προ κρίσεως λίγο ή καθόλου μπορεί να βοηθήσει στην λυσιτελή αντιμετώπιση εκτάκτων φαινομένων.

Το άγχος τείνει να καταστεί η νέα σταθερά. Ενας άγχος μόνιμο, βαθύ, υπαρξιακό, που μεταπίπτει σε αγωνία, Angst, σε φόβο για το μέλλον, που παίρνει διαστάσεις απόγνωσης, απελπισίας. Κατά τούτο, η παγωνιά του Δεκέμβρη 2011, το παρόν ζάρωμα και η απόσυρση στο ραγισμένο καβούκι, έχει άλλους χαρακτήρες από την κρυάδα και το μούδιασμα που διαπιστώναμε στην αρχή του περασμένου καλοκαιριού, λίγο πριν από την πολύχρωμη έκρηξη των Αγανακτισμένων. Τότε εκδιπλώθηκε σαν αγανάκτηση, και εν μέρει σαν οργή, σαν εκτίναξη του συμπιεσμένου ελατηρίου· τώρα εκδηλώνεται σαν συνεχής συσπείρωση του παγωμένου και απεγνωσμένου, ο οποίος συνειδητοποιεί οδυνηρά ότι οι ορατές διέξοδοι λιγοστεύουν ή και εκλείπουν, ότι η κρίση θα μείνει και θα σημαδέψει τις ζωές, ότι κανείς δεν θα μείνει ανέπαφος ή ίδιος.

Τούτη η νέα επίγνωση περί κρίσεως μπορεί να εκβάλλει προς δύο οδούς, εκ των οποίων η μία δεν αποκλείει την άλλη: προς ανασύνταξη και μετασχηματισμό, αφενός, δηλαδή προς μια διαδικασία μακρά, επίπονη μα δημιουργική· αλλά και προς νέα εκτίναξη του μαζεμένου ελατηρίου, προς μια έκρηξη των απεγνωσμένων, όσων θα έχουν συμπιεστεί πέραν του ορίου σύνθλιψης. Ο Δεκέμβριος των ευρωπαϊκών εξελίξεων και των μαγκωμένων εορτών θα συνεχίσει με αναμονή, με άγχος, με παγωνιά.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Οι τελευταίοι μήνες και ιδίως οι θερμοί Ιούλιος και Αύγουστος βρήκαν την Ελλάδα σε μια ιστορική καμπή. Η οικονομική κρίση ασφαλώς είναι αυτή που ορίζει τις συμπεριφορές, ατομικές και συλλογικές, αλλά γίνεται όλο και πιο φανερό, ακόμη και στον πιο ανυποψίαστο, ότι η κρίση είναι και κοινωνική και πολιτική. Θα τολμούσα να πω και πνευματική, υπό την έννοια ότι η κρίση αχρηστεύει τα εν χρήσει γνωστά εργαλεία και τις ορθόδοξες προσεγγίσεις· απαιτεί νέα σκέψη, τολμηρά βήματα, αυτοαναίρεση, κι αυτά λείπουν.

Οι εκτιμήσεις για το προσεχές μέλλον είναι δυσοίωνες. Τα οικονομικά στοιχεία της χώρας επιδεινώνονται σταθερά, η ύφεση ως το τέλος του 2011 εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 5%, ίσως και το 6%, η ανεργία θα υπερβεί το 17,5%. Οι δείκτες αυτοί περιγράφουν μια οικονομία που πλήττεται από πολεμική σύρραξη. Το πολεμικό φόντο καταγράφεται πράγματι σε μια στάση του κοινωνικού σώματος όλο και πιο έκδηλη: σε μια διχοστασία, έναν ψυχικό και πολιτικό διχασμό, έναν ακήρυκτο εμφύλιο. Η εξήγηση δεν είναι μία και δεν είναι απλή. Ωστόσο, στη ρίζα αυτής της διχοστασίας βρίσκεται ο φόβος ενώπιον της κατάρρευσης του παλαιού, του γνώριμου, του οικείου ― καλό, ψυχρό, ανάποδο, δεν έχει σημασία. Η παλαιά κατάσταση καταρρέει υπό το βάρος των αμαρτιών της και ο καθείς σπεύδει να προφυλαχθεί κραδαίνοντας μια εξήγηση: φταίει αυτό το πρόσωπο, αυτό το κόμμα, αυτή η πολιτική ιδεολογία ή πρακτική. Ολες οι εξηγήσεις αναφέρονται στο παρελθόν, όλες αναζητούν υπεύθυνους, και όχι άδικα. Εντούτοις, οι εξηγήσεις αυτές πάσχουν στον πυρήνα τους: πρώτον αρθρώνονται με τα ίδια διανοητικά υλικά, τα υλικά της παλαιάς ερειπώδους κατάστασης. Δεύτερον, οι εξηγήσεις λειτουργούν περισσότερο σαν εξορκισμός του κακού και ελάχιστα σαν εφαλτήριο για υπερπήδηση της δυσχέρειας και δημιουργία.

Η κρίση παγώνει τη σκέψη, ο φόβος πνίγει τις δημιουργικές δυνάμεις. Παρότι θα περιμέναμε η απειλή να αφυπνίσει το ένστικτο αυτοσυντήρησης και να κινητοποιήσει δυνάμεις αντίστασης και αναγέννησης, αυτό που παρατηρείται προς το παρόν είναι το αντιδιαμετρικό του: Ο φόβος απελευθερώνει καταστροφικές ενορμήσεις, ο θυμός μένει αμετουσίωτος και στρέφεται εναντίον του διπλανού και εναντίον του συλλλογικού εαυτού εντέλει. Είναι μια αναγκαία φάση ασφαλώς, πλην όμως δαπανάται ζωτική ενέργεια σε μια κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία ο ιστορικός χρόνος κυλά εξαιρετικά συμπυκνωμένος και εξαιρετικά απαιτητικός.

Αυτό το αδρό σχήμα ενδοψυχικής και ενδοκοινωνικής σύγκρουσης, αμφιθυμίας, ενδοβεβλημένου θυμού, μπορεί να εξηγήσει μέσες-άκρες και τη ζηλωτική συμπεριφορά κυβερνητικών ανδρών που εφαρμόζουν οδυνηρές πολιτικές, συχνά καταστροφικές και αδιέξοδες, ισχυριζόμενοι ότι μόνο αυτό μπορεί να γίνει και επιπλέον αυτό είναι το καλύτερο. Δεν λένε ψέματα, το πιστεύουν· το έχουν εσωτερικεύσει και το πιστεύουν, διότι δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν διαφορετικά. Ασφαλώς υπάρχουν και οι κυνικοί και οι υποκριτές, ακόμη και οι κουτοί πολτικοί, αλλά δεν συζητάμε αυτό. Με τον ίδιο τρόπο σκέψης-δράσης, ένα είδος αυθυποβολής, πορεύονται και άλλοι πολίτες, τασσόμενοι με τη μία ή την άλλη ολοκληρωτική εξήγηση: αυτή είναι η μόνη λύση, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική.

Αντιλαμβανόμαστε βέβαια ότι αυτή η ζηλωτική στάση, η αρραγής σκέψη η σχεδόν φονταμενταλιστική, χωρίς καμία αμφιβολία, καμία ρωγμή ή αμυχή, περικλείει έναν πυρήνα ολοκληρωτισμού, και εφόσον η πεισματάρα πραγματικότητα επιμένει να διαψεύδει διαρκώς τους ζηλωτές, μπορεί να εκλύσει τεράστια ποσά ματαίωσης.

Την ίδια στιγμή, σε έναν παράλληλο κόσμο, η ίδια κρίση δρα σαν ισχυρό ναρκωτικό. Ικανό μέρος του πληθυσμού πορεύεται παγωμένο και μουδιασμένο, αναίσθητο, σαν ανέπαφο από οιωνούς, σημάδια και πλήγματα. Η τερατώδης αμεριμνησία των προηγούμενων χρόνων κυλά ακόμη στις φλέβες, η αδράνεια υπερνικά κάθε πραγματικό εμπόδιο, η αδράνεια αποκλείει τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η αδράνεια μαζί με τον φόβο. Σε αυτή την περίπτωση η φόβος κινητοποιεί άλλο μηχανισμό: την άρνηση του πραγματικού. Εκεί όπου ο ζηλωτής δρα υπεραναπληρωτικά και φανατικά, πεπεισμένος ότι μπορεί να αναστρέψει την καταστροφή με τα ίδια εργαλεία που προκάλεσαν την καταστροφή, ο «αδρανής» αναχωρεί από το πραγματικό, το αρνείται, το σβήνει. Και εφόσον διαγράφει την πηγή του φόβου του, είναι σαν να μην αισθάνεται φόβο και πόνο. Μένει απαθής.

Αναπτύσσονται και άλλες συμπεριφορές, κινητοποιούνται και άλλοι μηχανισμοί άμυνας, μετουσίωσης της τρομακτικής πραγματικότητας της κρίσης, άλλοτε πιο πρωτόγονοι και άλλοτε πιο εκλεπτυσμένοι και σύνθετοι. Η βαριά δυσθυμία, η εκτεταμένη αθυμία, η κατάθλιψη, εντοπίζονται διάχυτες σε όλο το κοινωνικό σώμα· η δυσπιστία και η καχυποψία γενικεύονται, ο στοιχειώδης σχεδιασμός του μέλλοντος αναστέλλεται. Ολες αυτές οι συμπεριφορές έχουν ως κοινό παρονομαστή τη βία, είτε εσωτερικευμένη, συμπιεσμένη και μη εκτονωμένη, είτε εξωτερικευμένη, θορυβώδη, χαοτική.

Η κρίση διαρρηγνύει το άτομο, τις σταθερές του βίου του, απειλεί την οικογένειά του. Η κρίση διαρρηγνύει τις σταθερές του συλλογικού βίου, τις κανονικότητες, τις ροές. Φέρνει μαζί της και την πικρή, ακριβή επίγνωση: η κρίση, η ρήξη, η ανατροπή, η καταστροφή είναι σύμφυτες της νεωτερικότητας. Η μεταπολεμική ευημερία, η ειρήνη, ήταν ένα φωτεινό μακρύ διάλειμμα. Και τέλειωσε.

Το ‘χουν οι Τετάρτες του θέρους 2011: από την πρώτη Τετάρτη 25 Μαϊου, πρεμιέρα των Αγανακτισμένων, έως την Τετάρτη 15 Ιουνίου της πολιτικής λιποθυμίας του Γ. Παπανδρέου υπό την πολιορκία του πλήθους, και την πρόσφατη Τετάρτη 29 Ιουνίου, της υπερψήφισης του Μεσοπρόθεσμου, με κόλαση δακρυγόνων και πλήθος τραυματιών στην πλατεία Συντάγματος. Κάθε τέτοια Τετάρτη, και κάθε μέρα ενδιαμέσως αυτό τον καιρό, όλο και περισσότεροι Ελληνες συνειδητοποιούν κατάπληκτοι την ιστορική αλλαγή, την αλλαγή παραδείγματος.

Κανείς δεν γνωρίζει προς τα πού θα τραβήξει η χώρα του Μεσοπρόθεσμου, εκτός από την ύφεση, την ανεργία και την εσωτερική υποτίμηση, αλλά όλοι αντιλαμβάνονται ότι η νέα εποχή ανατέλλει με βία και φόβο. Βία κατά την μετάπτωση του οικονομικού και κοινωνικού status της μεσαίας τάξης, βία με την εξαθλίωση των φτωχών, βία ακόμη και με τη μορφή χημικής καταστολής των αντιδρώντων πολιτών. Και φόβος: φόβος για το αβέβαιο ατομικό και οικογενειακό μέλλον, φόβος για την κοινωνική συνοχή, φόβος για την εθνική κυριαρχία της εξουθενωμένης και λοιδωρούμενης Ελλάδας.

Οταν θα λήξει το Μεσοπρόθεσμο, περί το 2014, και εφόσον δεν θα έχει επιβληθεί εν τω μεταξύ Μνημόνιο ΙΙΙ, θα ζούμε σε χώρα ή σε χώρο; Θα ζούμε σε ένα ανεξάρτητο δημοκρατικό κράτος ή σε έναν επιτηρούμενο χώρο, στον οποίο όλα θα έχουν πουληθεί, δεν θα υπάρχει η έννοια του δημόσιου αγαθού και του δημόσιου χώρου; Αναρωτιόμαστε πώς άραγε θα εργαστεί η ανεξάρτητη εταιρεία ιδιωτικοποιήσεων: Εν σπουδή και πανικώ; Θα αντέξει στην πίεση των επειγομένων δανειστών; Θα μπορεί να υπερασπιστεί το δημόσιο και εθνικό συμφέρον; Πώς θα αποτιμά την αξία των υδάτων και των αιγιαλών; Με ποια περιβαλοντικά και ιστορικά κριτήρια θα ερμηνεύσει την «πολεοδομική ωρίμανση»;

Δεν έχουμε βέβαια απαντήσεις για όλα αυτά. Μόνο ανησυχία. Η οποία ανησυχία θεριεύει όσο παρακολουθούμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας να μεταλλάσσονται σταδιακά από δανειστές και διασώστες, σε τιμωρούς, σε εκνευρισμένους γείτονες, σε μοχθηρούς τιμητές που φορτώνουν στον αδύναμο κρίκο όλες τις αμαρτίες της Ευρώπης, να μεταλλάσονται ενδεχομένως και σε εκμεταλλευτές έτοιμους να επωφεληθούν από την χρεοκοπία του πρώην εταίρου και νυν δουλοπάροικου.

Διότι το χειρότερο που μπορούσαν να επιβάλλουν οι εταίροι στους Ελληνες το πράττουν ήδη: ταπεινώνουν έναν ολόκληρο λαό, τον παραδίδουν στη χλεύη, την απαξίωση, τη δυσφήμηση, την ενοχοποίηση. Κάνουν ιστορικό λάθος. Και μαζί τους παρασύρεται η πολιτική τάξη που εξελέγη δημοκρατικά για να κυβερνήσει τη χώρα δημοκρατικά: ενοχοποίησε τους πάντες, διαίρεσε ψυχικά τον λαό σε αλληλοσυγκρουόμενες συντεχνίες, κατέφυγε σε εκβιαστικά διλήμματα, χρησιμοποίησε κατά κόρον την προπαγάνδα και την καταστολή εν ονόματι μιας μυθικής συναίνεσης. Ναι, συναίνεση, αλλά σε ποιο έδαφος συνανήκειν; Ο αντιπρόεδρος Β. Βενιζέλος το έθεσε καίρια, μέσα στη Βουλή, απευθυνόμενος στην αξιωματική αντιπολίτευση: Ζήτησε συνεργασία για να μην καταλήξει η χώρα «απολύτως προτεκτοράτο». Ωστε η χώρα, κατά τον ευφυή αντιπρόεδρο, είναι ήδη προτεκτοράτο, εν μέρει τουλάχιστον.

Αυτό διακυβεύεται σήμερα: Αν η Ελλάδα θα παραμείνει κυρίαρχο κράτος, με λαό κυρίαρχο, ελεύθερο να διαθέτει εαυτόν ως βούλεται. Ιδού το έδαφος του συνανήκειν: η Ελλάδα, η χώρα, η πατρίδα ― η οποία τούτη τη στιγμή είναι προτεκτοράτο. Αυτό ακριβώς το ιστορικό φαινόμενο φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου : τη μετάπτωση της χώρας σε προτεκτοράτο, το οποίο έναντι χρέους εκχωρεί όχι μόνο περιουσία, αλλά και κυριαρχία και βουλή και βούληση. Η κυβέρνηση δρα ως έντρομος διαχειριστής μιας κρίσης δανεισμού ―την οποία εν μέρει η ίδια προκάλεσε― εφαρμόζοντας μέτρα που τις υπαγορεύονται από αναλόγως ενδεείς και δογματικούς εταίρους-δανειστές. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρό της, η κυβέρνηση δρα ήδη ως καθοδηγούμενη διοίκηση προτεκτοράτου.

Η Ελλάδα συγκροτήθηκε ως κράτος μετά πολυετή, αιματηρή εθνική επανάσταση. Η τρομερή όψη της ελευθερίας είναι η ιδρυτική συνθήκη της νεότερης Ελλάδας. Ολα τα ελαττώματα, όλες οι αδυναμίες αυτού του κράτους, όλες οι ασθένειες και οι προδοσίες των ελίτ, δεν μπορούν να σβήσουν τα προικιά της γέννησης: την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την υπερηφάνεια. Εξ ου και ανά διαστήματα ο μαραζιάρης λαός τα υπερασπίζεται με αίμα. Την ευημερία, την άνεση, τη ΔΕΗ, τα λιμάνια, κι αν τα χάσουμε, μπορούμε να τα ξαναποκτήσουμε σχετικά εύκολα σε προβλεπτό χρόνο. Εχει συμβεί στο παρελθόν. Αλλά η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η υπερηφάνεια, η αυτοδιάθεση, δεν αγοράζονται. Οχι αναίμακτα.

εικόνα: Cyberela

Η πολλαπλή πίεση προς τα ασθενέστερα στρώματα του πληθυσμού και η ύφεση που διαρκώς βαθαίνει, προκαλούν αγωνία, σύγχυση, εντάσεις. Η ελληνική κοινωνία, είναι πασίδηλο, περνά μεταιχμιακή φάση, με πολλή οδύνη για πολλούς, και άγνωστη κατάληξη για όλους. Είναι επίσης πασίδηλο ότι σε αυτό το μεταίχμιο διάφορες ομάδες ανταγωνίζονται, είτε για να επιπλεύσουν είτε για να αποκτήσουν καλύτερες θέσεις στο νέο τοπίο που θα προκύψει, θέσεις νομής ισχύος και πλούτου. Το φανερό διακύβευμα, σε πρώτη ανάγνωση, είναι υλικό: ποιοι θα ξεπέσουν οικονομικά-κοινωνικά, ποιοι θα διατηρήσουν το status τους, ποιοι θα ενισχυθούν. Στον πυρήνα του κοινωνικού ανταγωνισμού, διαρκώς σιγοκαίνε φωτιές: η πάλη για ηγεμονία, αφενός· και μια αυξανόμενη ροπή προς διχασμό του κοινωνικού σώματος, αφετέρου, μια άτυπη σχάση, πολυμετωπική και πολυσθενής. Ατυπος εμφύλιος.

Το Μνημόνιο ήταν η αφορμή, ο πυροκροτητής. Από καιρό, από χρόνια, από τα χρόνια ήδη του «εκσυγχρονισμού», τέλη του 20ού, αρχές του 21ου αι., διαφαίνονταν οι πρώτες ραγισματιές στο ελλαδικό κοινωνικό σώμα. Ο ίδιος ο εκσυγχρονισμός σαν αίτημα πολύ σύντομα φάνηκε ότι δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι καθολικός: δεν μπορoύσε να αφορά όλο το κοινωνικό σώμα, ούτε καν το κήρυττε με ιδιαίτερη ζέση. Η πρώτη ραγισματιά συνέβη με το στρίμωγμα του επενδυτή λαού στο κάγκελο του Χρηματιστηρίου ― αλλά την είδαν πολύ λίγοι, διότι το Zeitgeist επέβαλε λατρεία των αγορών, λατρεία της κερδοσκοπίας και της σπατάλης, θαυμασμό της μίζας. Η ιστορική του φιλοδοξία εξαντλήθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη ― καταφεύγοντας σε μαγειρέματα του χρέους και των δημοσιονομικών στοιχείων από την Goldman Sachs, φευ! Οταν δε το κράτος, ρυμουλκούμενο από προσωπικές φιλοδοξίες και διαπλεκόμενα συμφέροντα, ανέλαβε και τη διοργάνωση των πολυδάπανων Ολυμπιακών, εξατμίστηκε κάθε ίχνος της πρωθητικής ικμάδας του εκσυγχρονισμού: εφεξής, το κράτος τροφοδοτούσε αμήχανο μια τελετή υπεραναπλήρωσης.

Η μέθη του συλλογικού φαντασιακού, κατά το αλησμόνητο καλοκαίρι 2004, έφερε τον ύπνο και την αδράνεια, έδειξε μεγεθυμένες τις αδυναμίες και τα κενά. Aλλά η αδράνεια, η ευθυνοφοβία, η αναβλητικότητα, οι υπεκφυγές ξεχείλιζαν. Σχεδόν τρομακτικά. Τρία καλοκαίρια αργότερα, όταν οι πυρκαγιές κατέκαιγαν ανθρώπους και βεβαιότητες, εξεπέμφθη το πρώτο SOS: το πλοίο έπλεε ακυβέρνητο, διασπασμένο, χωρίς φρόνημα. Ο Δεκέμβρης ’08 επιβεβαίωσε και βάθυνε το ρήγμα. Τρομακτικά. Και πάλι η αδράνεια ενίκησε· οι υπεκφυγές επικράτησαν, κι ήταν τόσο ισχυρή η εθελοτυφλία ώστε ακόμη κι όταν εκέσκηψε η κρίση, οι διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της εθνικής οικονομίας και των καταθέσεων υπερίσχυσαν της ανησυχίας, απέτρεψαν τη λήψη μέτρων…

Η κρίση διέλυσε τη φενάκη του ενός και ομοούσιου λαού των μη προνομιούχων, της δεκαετίας ΄80, διέλυσε τις μονολιθικές βεβαιότητες με τη λήξη του Ψυχρύ Πολέμου, το ’90, διέλυσε τον ατομικιστικό και καταναλωτικό παραδαρμό του 2000. Τη στιγμή της κρίσης, ο λαός αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ενιαίος και ομοούσιος, ότι υπάρχουν ισχυροί και ασθενείς, σύννομοι και άνομοι, ορθόφρονες και λαϊκιστές, ηθικοί και νόμιμοι, συντεχνίες και κλειστά ισνάφια, κοπρίτες και υπεράριθμοι. Οταν δεν το αντιλαμβάνεται, του το υπενθυμίζουν, του το διατυμπανίζουν, με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο. Το νιώθει στο πετσί του, στην υλική του ταπείνωση, στην απομείωση της προσδοκίας, στο φόβο που τρώει τα σωθικά τα αμέριμνα, τα αδρανή.

Οι λαοί είναι πολλοί… Και νιώθουν ένοχοι όλοι. Δυσφορούν. Οργίζονται, μετακυλίουν την οργή, αλληλοϋποβλέπονται. Βαθιά μέσα τους, τα κέρματα λαού νιώθουν να φουσκώνει η ήττα αλλά και η επίνοια: για να μην αφανιστούν πρέπει να κινηθούν, να παλέψουν, να σκεφτούν τους εαυτούς τους εξαρχής, ριζοτομικά, να δράσουν. Δεν είναι εύκολο: στο πεδίο ανταγωνίζονται πολλές ομάδες, αλλά οι περισσότερες απ’ αυτές είναι γυμνές: χωρίς ένυλο οπλισμό, αλλά κυρίως χωρίς ιδέες, χωρίς συνείδηση χώρου και εαυτού, χωρίς ηγέτες. Αυτές οι ομάδες, ασθενείς οι περισσότερες, συχνότατα έχουν κοινά συμφέροντα, αλλά δεν το ξέρουν ή αδυνατούν να συναντηθούν. Αν μείνουν διάσπαρτες, θα ηττηθούν. Αυτή την αδυναμία τους γνωρίζουν άλλες ομάδες ολιγάριθμες, οι οποίες κατέχουν υπέρτερα μέσα, και επιπλέον δρουν πιο συντονισμένα έναντι του κερματισμένου πλήθους, του “εχθρού λαού” που τείνει προς την οχλοκρατία. Εξ ου και η αναμέτρηση έχει μεταφερθεί, υπόγεια αλλά σταθερά, στο πεδίο της ψυχολογίας, των εντυπώσεων, της ηγεμονίας επί του φαντασιακού. Η κυριάρχηση του ενός ή του άλλου πιθανότατα δεν θα προκύψει από μια τυπική σύγκρουση, αλλά στο πεδίο της πειθούς και της χειραγώγησης, με την επιβολή ενός επικρατούντος ρευστού δόγματος τάξεως και την εσωτερίκευση του φόβου.

Μουδιασμένη η κοινωνία παρακολουθεί τις αλεπάλληλες κυβερνητικές εξαγγελίες για περικοπές δαπανών και εισοδημάτων. Μετά τη στιγμιαία ελπίδα προ των εκλογών, όταν άκουγαν ότι “λεφτά υπάρχουν”, οι Ελληνες συνειδητοποιούν επώδυνα τα οικονομικά μεγέθη της κρίσης, στο βαθμό που αυτά εφαρμόζονται πλέον στον οικογενειακό προϋπολογισμό, στη ροή καθημερινών δαπανών του νοικοκυριού. Κι ακόμη βρισκόμαστε στην αρχή.

Οι περικοπές, οσοδήποτε αναγκαίες στην παρούσα φάση διόρθωσης των δημοσιονομικών, συνοδεύονται από σοβαρούς κινδύνους: το αρχικό μούδιασμα της κοινωνίας, η αιφνίδια συνειδητοποίηση, να μετατραπεί σε πάγωμα, σε παραλυτικό φόβο. Ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος· η αγορά θα παγώσει, όχι μόνο από την έλλειψη ρευστού, αλλά και από την υπεραντίδραση του φοβισμένου πολίτη, που θα αρνηθεί να αναλάβει πρωτοβουλίες, ακόμη και να συνεχίσει ομαλά την προϋπάρχουσα οικονομική δράση του. Ο φοβισμένος παγώνει τα πάντα: την αγορά, τη δουλειά του, τον εαυτό του.

Η φοβισμένη αντίδραση δεν είναι συναίνεση, δεν είναι συνειδητή επιλογή για θυσίες ενόψει της εξόδου από την κρίση, είναι τυφλή υποταγή. Ο έντρομος πολίτης μπορεί πολύ εύκολα να πάψει να είναι έλλογος πολίτης. Εφόσον δεν έχει κατανοήσει τη φύση της κρίσης, το χρόνο που απαιτείται για προσαρμογή, τους όρους εξόδου, το πλαίσιο αναδιοργάνωσης της πολιτείας και της οικονομίας, θα παραμένει άλογος και απρόβλεπτος στις αντιδράσεις του. Η παρατεταμένη ύφεση μπορεί ευκολότατα να οδηγήσει τον φοβισμένο πολίτη, από την υποταγή και το πάγωμα, στην ανάφλεξη και την έκρηξη, σε διαδικασίες διάλυσης του κοινωνικού ιστού.

Η κυβέρνηση και ο πολιτικός κόσμος, υπεύθυνοι κατά μέγα μέρος για τη σημερινή κρίση, οφείλουν πρωτίστως να διασκεδάσουν τους δικαιολογημένους φόβους των πολιτών, ως προς τη διάρκεια και την ένταση της ύφεσης, με δυναμικές πρωτοβουλίες για ανάπτυξη, ειλικρινείς εξηγήσεις, ανάληψη ευθύνης, προσφορά παραδείγματος. Προ πάντων με γρήγορες, αιτιολογημένες αποφάσεις. Και δράση. Τώρα.

Εβλεπα ένα ντοκιμαντέρ μες στη νύχτα, για τους αντιρρησίες συνείδησης στο Ισραήλ. Την εικοσάχρονη κόρη του υπαρχηγού της Μοσάντ, έναν πρώην βατραχάνθρωπο και νυν σκηνοθέτη, έναν βετεράνο πιλότο επιθετικών ελικοπτέρων, κάμποσα παιδιά στα δεκαεννιά και τα είκοσι. Τα παιδιά αρνούνται να καταταγούν και καταδικάζονται σε φυλάκιση μερικών εβδομάδων· οι έφεδροι αρνούνται να επιστρέψουν. Ολοι αντιμετωπίζουν τον θυμό ή και τη χλεύη των συμπατριωτών τους, την απόρριψη των φίλων τους και της οικογένειάς τους. Ομως η άρνησή τους παραμένει σταθερή, και οι αρνησίες πληθαίνουν. Τα σκεπτικά τους είναι διαφορετικά, όλοι όμως απορρίπτουν τον πόλεμο στα κατεχόμενα και τον πόλεμο εναντίον αμάχων.

Ολοι απορρίπτουν τον ανήθικο, άδικο πόλεμο· αρνούνται να συμμετάσχουν σε μια τυφλή βιομηχανία βίας και πόνου. Η μηχανή πολέμου συνεχίζει το έργο της, αλλά κάποιοι άνθρωποι βγαίνουν έξω, διαχωρίζουν τη θέση τους, υποστηρίζοντας ότι έτσι υπηρετούν καλύτερα την πατρίδα τους. Δεν θέλουν άλλο φόβο, δεν θέλουν ο φόβος να κυριαρχεί τη ζωή τους.

Γυρνάω το βλέμμα μου εδώ, όπου δεν έχουμε πόλεμο, δεν έχουμε κατεχόμενα, δεν βασανίζουμε άμαχους, δεν βομβαρδίζουμε σχολεία. Εχουμε όμως οργή σωρευμένη, μας πλακώνει η δυσθυμία, δεν μας χωράει ο τόπος, βουλιάζουμε στην αυτολοιδωρία. Και μάς τρώει ο φόβος.

Χωρίς πόλεμο, χωρίς εχθρό. Ετσι φαίνεται. Κι όμως απο κάτω σιγοβράζει ένας διαρκής ακήρυκτος πόλεμος, διάχυτος, χωρίς σαφείς στόχους, χωρίς ξεκάθαρο εχθρό. Ή μάλλον, με πολλούς εχθρούς, διάχυτους κι αυτούς, μικροεχθρούς φαντασιωμένους και ορισμένους αυθαίρετα μες στο σώμα της κοινωνίας· κάθε ομάδα, κάθε μικροσύνολο ορίζει τους δικούς τους εχθρούς και κραδαίνει εναντίον τους απειλές, αναθέματα και βία.

Σύμφωνα με μια ορισμένη πολιτική αντίληψη, για να υπάρχει συνεκτική και αποτελεσματική μια ομάδα, χρειάζεται να ορίσει έναν εχθρό· το εμείς ορίζεται βάσει του εχθρού. Στην παρούσα φάση, σε μια ελληνική κοινωνία κερματισμένη, οργισμένη, συγχισμένη, φοβισμένη και επιθετική, διάφορες ετερόκλητες ή τεμνόμενες ομάδες εντοπίζουν, φαντασιώνουν και ορίζουν ετερόκλητους ή τεμνόμενους εχθρούς. Κάθε ομάδα εναντίον της άλλης, και όλες μαζί εναντίον όλων. Κάποιες ομάδες μπορεί και να μένουν στο απυρόβλητο, από τυφλότητα· κάποιες άλλες ομάδες μπορεί να χειραγωγούν άλλες τυφλωμένες ομάδες και να τις στρέφουν εναντίον των όμορων, των γειτόνων και των συγγενών, ώστε οι χειραγωγοί να μένουν πάντα εκτός κάδρου, εκτός εχθρότητας, εκτός του θεάτρου επιθετικότητας και βίας.

Ο εχθρός είναι μέσα μας. Οταν δεν έχουμε τη δύναμη να πλησιάσουμε, να κατανοήσουμε, να συμπονέσουμε, να συνυπάρξουμε· όταν η δύσκολη ανθρωπινότητα απομακρύνεται, όταν η πολιτική κοινωνία κείτεται εξαρθρωμένη και ξέπνοη, όταν φατρίες, λόμπι, συμμορίες, φυλές και σέχτες αλληλομαχαιρώνονται, τότε όλοι αναζητούν εχθρό, τότε η τυφλότητα γίνεται καθολική συνθήκη. Τότε όλοι στρέφονται εναντίον όλων, με σκοπό την εκμηδένισή τους· με κατάληξη την αλληλοεκμηδένιση.

Ο νομικός και πολιτικός φιλόσοφος Καρλ Σμιτ, θεωρητικός του ολοκληρωτικού κράτους, περιγράφει την απόλυτη εχθρότητα· κανείς δεν την περιέγραψε πιο εφιαλτική, πιο ακριβή: «Σε έναν κόσμο όπου οι αντίπαλοι, πριν αλληλοεξοντωθούν φυσικά, αλληλοωθούνται με τέτοιο τρόπο στην άβυσσο της ολοκληρωτικής υποτίμησης, χρειάζεται να δημιουργηθούν νέα είδη απόλυτης εχθρότητας. Η εχθρότητα θα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, που ίσως δεν θα μπορεί πια καν να γίνεται λόγος για εχθρό ή εχθρότητα και μάλιστα χωρίς και οι δύο να έχουν προηγουμένως εξοστρακιστεί και καταδικαστεί, πριν αρχίσει το έργο της καταστροφής. Η καταστροφή τότε θα γίνει εντελώς αφηρημένη και απόλυτη. Δεν στρέφεται πια ενάντια σε κάποιον εχθρό, αλλά υπηρετεί μόνο μια δήθεν αντικειμενική επιβολή ύψιστων αξιών, για τις οποίες είναι γνωστό ότι κανένα τίμημα δεν είναι αρκετό…»

Ο φόβος ενώπιον της φτώχειας, η αβεβαιότητα ενώπιον της ρευστής ανθρωπογεωγραφίας, η ματαίωση του επίχρυσου ονείρου των ‘90s, η αποθηρίωση των ελίτ εξουσίας, οι γκρεμισμένες φενάκες και οι σωρευμένες διαψεύσεις, η πνευματική τρυφηλότητα και ο συναισθηματικό ευνουχισμός, όλα, σημάδια, συγκυρίες και υποκειμενικές αδυναμίες, όλα εκτινάσσονται τώρα και αναζητούν εχθρό, εχθρούς.

Είπαμε, ο εχθρός είναι μέσα μας, μέσα στην κοινωνία, μέσα στους εαυτούς. Προτού επιδοθούμε στην καταστροφή, ας δούμε μέσα και γύρω μας. Ας βγούμε από τη βιομηχανία του φόβου και του μίσους, όπως οι αρνησίες του Ισραήλ· να αρνηθούμε πρώτα αυτόν κυρίως τον εχθρό.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.011.747 hits
Αρέσει σε %d bloggers: