You are currently browsing the tag archive for the ‘φως’ tag.

stoa_elias

Η Αθήνα δεν χαρακτηρίζεται από στοές. Εχει λίγες και μικρές, δεν τη σφραγίζουν. Δεν είναι σαν το Μιλάνο, σαν το Παρίσι, τόπο έμπνευσης του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που είδε την αστική φαντασμαγορία να ανθίζει μες στις στοές και τα περάσματα της πόλεως.

Οι αθηναϊκές στοές, πλην ελαχίστων, απολήγουν τυφλά ή ημίτυφλα, είναι μισοσκότεινες, ελάχιστα μεγαλοπρεπείς, έχουν κυρίως χρηστικό χαρακτήρα. Συγκεντρώνουν, μάλλον συγκέντρωναν, ομοειδή μαγαζιά και εργαστήρια, που ομαδώνονται σε λειτουργικές πιάτσες, με χαμηλότερα ενοίκια και δυνατότητες συνεργιών. Χαράκτες και σφραγιδοποιοί, κλειδαράδες, χρηματιστηριακά γραφεία, ραφεία, αργυροχρυσοχοεία, ρολογάδικα, γραμματόσημα, δίσκοι, μικροηλεκτρονικά, βαλίτσες, κάθε εμπόριο και τέχνη στήνει μια δική του πιάτσα. Αλλά ελάχιστες αθηναϊκές στοές λειτουργούν σαν πέρασμα, ελάχιστες τροφοδοτούν τη φαντασμαγορία της πόλης μες στην πόλη, δεν ειναι ένα στεγασμένο δίκτυο δρόμων για περιπλάνηση, για flânerie. Στις αθηναϊκές στοές εισέρχεσαι με έναν σκοπό, να επιτελέσεις μια λειτουργία. Και εξέρχεσαι συνήθως από το ίδιο φωτεινό στόμιο.

Γιατί έτσι; Ισως διότι ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος, πετάγεται ένας. Διότι το φως διαρκώς σε καλεί να περιπλανιέσαι στ’ ανοιχτά, στα ξέφωτα. Ισως διότι η ανάπτυξη του αστικού ιστού διεξάγεται με υστερήσεις και χάσματα, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό· ο υπέρτατος σχεδιαστής είναι το ζωηρό μικροεμπόριο. Ισως διότι οι αρχαιοκλασικές ημιανοιχτές στοές διεσώθησαν στην κλασικιστική Αθήνα ως στενοί πλην ανοιχτοί δρόμοι. Υπό μία έννοια, όλο το σύμπλεγμα των δρόμων του ιστορικού τριγώνου είναι μια δαιδαλώδης ασκεπής στοά, ένα υβριδικό παζάρι που διαχέεται και πολυμορφίζει: Ευαγγελιστρίας, Αγίου Μάρκου, τώρα πια Αιόλου, και τα δεκάδες-εκατοντάδες παρακλάδια, με αρχαιοδοξασμένα και χριστιανικά ονόματα αναμίξ.

Πίσω στις στοές. Μέσα τους. Η λαμπρότερη ίσως, η στοά Αρσακείου, φθίνει· η ιστορία την πλήττει βάναυσα, κι εμάς μαζί της. Οι σημαίες του Κοκκώνη δεν αρκούν να διασκεδάσουν την θλίψη. Η στοά Φέξη, ναός για τους χασομέρηδες των γκάτζετ, έχει μισοαδειάσει από μαγαζιά· Σάββατο πρωί, σουλατσάρουν φύλακες. Ρημαγμένη η στοά Ειρηνοδικείου στην Ομόνοια, νεκρή. Κενή η στοά Τρικούπη στα Χαυτεία, η και Πιγκουίνου ονομαζομένη, ανοίκειο πέρασμα για βιαστικούς διαβάτες. Μισοσβησμένη η λάμψη στη στοά Σπυρομήλιου· η κρίση νίκησε την ανακαίνιση. Ούτε η εμπορική Ορφανίδου έχει τη βουή του παρελθόντος. Ούτε η Λέκκα. Κρατάει λίγο η στοά της Οπερας, η στοά Λαιμού. Η Νικολούδη ήταν πάντα κομψή και σύντομη, έγινε ακόμη συντομότερη. Η Κοραή σχεδόν βουβάθηκε.

Κλειστά μαγαζιά και εργαστήρια, ξενοίκιαστα, αποικισμός από καφενεία, μπαρ και ουζερί, κομμένη κίνηση. Κι όμως οι στοές των Αθηνών εξακολουθούν να είναι γοητευτικές, και τώρα περισσότερο, έτσι εσωστρεφείς και γυμνές που μείναν· σαν να μιλούν ευκρινέστερα στον εισερχόμενο, τώρα που δεν είναι πια πελάτης αλλά περιπλανητής. Οι πολύβουες στοές έχουν μεταπέσει ηχητικά και κινητικά προς ένα intime ψιθύρισμα, που είναι όμως πιο εύγλωττο για το πρόθυμο αυτί. Είναι αστικά διάκενα, που αφηγούνται τον κυματισμό της ιστορίας: αλλάζουν οι χρήσεις, οι αξίες, η πρόσληψη, οι σημασίες, αλλάζουμε εμείς.

Περιποιημένα καφενεία καταλαμβάνουν τις εξωτερικές γωνίες και ύστερα εξαπλώνονται προς τα μέσα, ίσκιος το καλοκαίρι, προστασία το χειμώνα· όσο προχωράς στο βάθος, η φθορά αναδύεται φανερή και επικρατούσα, αλλά μαζί της μια βαθύτερη αίσθηση του χρόνου. Ο χρόνος ρέει διαφορετικός στο ρολογάδικο του βάθους, στο επιμεταλλωτήριο του πρώτου ορόφου, στο ραφείο του συνταξιούχου. Η σκόνη του χρόνου πάνω στις περίτεχνες σιδεριές της κουπαστής, τα λιωμένα μάρμαρα του δαπέδου, τα ραγισμένα κρύσταλλα, είναι πλούτος.

Με όλες τις δυσκολίες νέοι άποικοι φτάνουν και ξαναφτάνουν, ανανεώνουν τη ζωή, τη νιώθεις, τη μυρίζεις, την ακούς σαν μικρό έντομο αισιόδοξο. Φτιάχνουν ακόμη βέρες, φαρδαίνουν ξεχασμένα δαχτυλίδα οικογενειακά, επισκευάζουν φερμουάρ, ντύνουν κουμπιά, ξαναδίνουν ζωή στα χαλασμένα και τα παλιά. Σερβίρουν μυρωδάτους ελληνικούς με φουσκάλες και εσπρέσο ριστρέτο, το βράδυ νεγκρόνια και ντακίρια, για όλες τις γενιές όλες τις τάξεις. Αγκαλιάζουν οι στοές.

Μέσα-έξω, φως-ημίφως, βουητό ψίθυροι και σιγαλιά, τεντωμένη χορδή χωμένη στις τσέπες, οι άνθρωποι της Μεγάλης Υφεσης δεν φωνάζουν στις στοές, πατάνε σεβαστικά σαν να σέρνουν παντόφλες σε μωσαϊκά νοσοκομείου, στήνουν αυτί και αφουγκράζονται το παρόν, ότι αυτό τα περιέχει όλα. Χωνεύεται ο πλάνης μες στο πλήθος, αφήνεται στο κύμα.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης
Advertisements

topio2-w

Τυχεροί να ζούμε τέτοιον καιρό, σε τέτοιο τόπο. Με τις Απόκριες αποχαιρετάμε τον σκληρό χειμώνα του ‘12-’13 και με τη μαρτιοαπριλιάτικη Σαρακοστή καταπλέουμε πλησίστιοι στην άνοιξη· αποτινάζοντας την εθνική και υπαρξιακή θλίψη, μεταφέροντας τη ζωή στην ύπαιθρο, στο φως που μας λούζει λυτρωτικό και στο οποίο πάντα καταφεύγουμε για ν’ αντλήσουμε μέλλον. Το φως τούτης της άνοιξης θα το θυμόμαστε.

Κούλουμα.

Ανταμώνω το φως σε αλσύλλια Κυκλάδων νήσων, σε παραλίες πλυμένες από βοριάδες, γεμάτες θαλασσόξυλα και σουπιοκόκκαλα. Σε πράσινα λιβάδια αρκαδικών οροπεδίων. Το ανταμώνω σε λόφους αττικούς, με χαρταετούς και ανθρώπινα μελίσσια. Το ίδιο πάντα φως, ζωογόνο, αναγγενητικό.
Κάτω απ’ τα πεύκα, πλάι στην ξερολιθιά, στην αγνή άμμο με μυριάδες όστρακα, μετά το ξάναμμα της πεζοπορίας και του αϊτού, μετά την ανθοσυγκομιδή (οξαλίδες, μαργαρίτες), απλώνουμε το τελετουργικό γεύμα, το άριστον.

Χταποδάκια βραστά με ξίδι, θράψαλα στο κρασί, ελιές Καλαμών για ήρωες και αλμάδες εκλεκτές Χαλκιδικής, χαλβά Βεροίας, ταραμά λευκό χτυπημένο σαντιγύ, εύσαρκες πιπεριές Φλωρίνης και πιπεράκια πικάντικα Μακεδονίας (πλούσιο κόκκινο και χλωμό πράσινο), κουνουπιδάκια τουρσί, μαραθοκεφτέδες (παλαιά συνταγή μητρός), μαρουλοκαρδούλες. Ο μερακλής της παρέας φρόντισε μέχρι και τα όστρακα: κυδώνια αυτοκρατορικά. Λαγάνα πρωινή, λεπτή, τραγανή.

Το άριστον, απλωμένο επί της γης, φωτίζεται και ξεδιπλώνει την παλέτα του: βυσσινί, λαμπρό κόκκινο, πράσινο, στιλπνό μαύρο, ροζέ, υπόλευκο, πικρό κίτρινο, χλωμό και βαθύ πράσινο, τεφροκάστανο. Μόνο το μπλε λείπει απ΄το γεύμα· ήδη όμως μας περικλείει γλαυκός ο ουρανός.

Κρασί. Αλλος ορέχτηκε ώριμο Νυχτέρι Σαντορίνης, άλλος λεπτή αρωματική Μαντίνεια, ο γενναιότερος μια αρρενωπή Νεμέα.

Και μουσική. Βιολί, κιθάρα, μπουζούκι. Μόνο τραγούδι. Ή μόνο κελαηδήματα και φλοίσβος και απαλοί συριγμοί του ανέμου ανάμεσα σε ασφοδέλους και ξερολιθιές.

Ανακατεύονται οι γενεές, νήπια, έφηβοι, είκοσι-κάτι, μεσήλικες και παππούδες. Μ’ ερωτικούς καημούς οι νεαροί, με πονηρά πειράγματα οι μεγάλοι, σαν σκαθάρια ανοίξεως βομβούν, τσουγκρίζουν ξέχειλα ποτήρια πλαστικά, και τα κορίτσια τυλίγονται στα μανίκια της ζακέτας, τ’ ανατριχιάζει μια αιφνίδια ριπή απ’ τ’ ανοιχτά. Είναι η ζωή που μας ανατριχιάζει, φρέσκια, απρόοπτη, προκλητική.

ζωγραφική: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

paul-celan

Δύο Φιλιππινέζες ανεβαίνουν τα σκαλιά του Αγίου Διονυσίου. Είναι προπαραμονή Πρωτοχρονιάς και ψιλοβρέχει. Στην εσοχή της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας ένας άνθρωπος ισχνός έχει κρύψει το πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατα. Στα πόδια του στέκεται ένα άδειο κύπελλο. Λίγο πιο πάνω, ένας παρόμοιος δεν έχει κρύψει το πρόσωπό του, το βλέμμα του είναι καρφωμένο σε μια ζελατίνα χάμω, με φωτογραφίες δύο παιδιών, ο τίτλος λέει «είμαι νηστικός, έχω παιδιά». Παραδίπλα, στην περίτεχνη αυλόθυρα της οικίας Σλίμαν, κόσμος μπαινοβγαίνει βιαστικά από το μπαζάρ του Νομισματικού Μουσείου. Στον γαλλικό φούρνο-καφέ οι προθήκες είναι στολισμένες με γκαλέτ ντυ ρουά, μπριός, κις, τάρτες. Είναι ζεστά και ήρεμα, οι πωλήτριες μιλούν ευγενικά, ζευγάρια με ψώνια πίνουν ζεστή σοκολάτα. Η λεωφόρος κοντοστέκεται ολιγόχρωμη λίγο πριν ανάψουν τα φώτα.

Την παραμονή ξυπνάω από ηλεκτρικά κάλαντα με beat box, μία-δύο-τρεις-τέσσερις φορές απανωτά, ύστερα το καλαντο-αυτοκίνητο μαρσάρει και κυλάει στην κατηφόρα. Στα αθηναϊκά στέκια τηρούνται οι παραδόσεις αλκοόλ και συναντήσεων· με κασκόλ και τραγιάσκες στα πεζοδρόμια. Ευχές, φίλοι από παλιά, τσουγκρίσματα, περιλήψεις βίων και προσδοκίες για το μέλλον, ευχές για υγεία και τύχη. Τύχη: φέτος την επικαλούνται όλοι παντού.

Το βαρύ παρόν τρυπώνει διαρκώς απ’ τις χαραμάδες: Αποκρύψεις, παραποιήσεις, τα γκόλντεν μπόις που ξιππάζονται, η αδικία και η ανισότητα. Ο περσινός θυμός κατασταλάζει φέτος σε ψυχρή, πικρή επίγνωση· σε ψυχρό μίσος, έλλογο σχεδόν, για το ψέμα, την κοροϊδία, την εξαπάτηση. Και σε περιφρόνηση, ανάμικτη με απελπισία, για την εθελοδουλία. Το παρατεταμένο σοκ, αφού περέλυσε τις πρώτες αντιστάσεις, τώρα παρέρχεται, αλλά εν τω μεταξύ πολλοί έχουν πληγεί καίρια, δεν ελπίζουν καν ότι θα βρεθούν στην προτέρα κατάσταση.

Οι πιο ψυχωμένοι, παρά τα πλήγματα, προσαρμόζονται και συνεχίζουν την ζωή τους εν ετέρα ισορροπία· μέρα τη μέρα, δημιουργοί και εφευρέτες του βίου, ακουμπώντας σε οικογένεια, αγαπημένα πρόσωπα, φίλους. Σκέφτονται πιο βαθιά, ποιητικά, χωρίς ποτέ να χάνουν την επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα. Ακούω έναν τέτοιο ψυχωμένο συνομήλικο, φίλο απ΄τα παλιά, κάτω απ’ το ουράνιο τόξο που στέφει τη σκυθρωπή Αθήνα και τη μεταμορφώνει. Η σκέψη του μεταμορφώνει και το δικό μου βλέμμα, φωτίζει το τούνελ του 2013, του πιο δύσκολου από τα δύσκολα χρόνια που σφράγισαν το δέρμα μας.

Στη βιαστική Σόλωνος ψιχαλίζει, στην Αλεξάνδρας όχι. Η φουρνάρισσα μαθαίνει ότι πάω για ένα τελευταίο τσούγκρισμα και κερνάει μια δεκάδα λαχταριστά κουλούρια και τέσσερις ελιόπιτες: «να τις ζεστάνετε λίγο, για το κρασί». Η παρέα ενθουσιάζεται, αναμίξ ηλικίες και γενεές, κρασιά τσουγκρίζουν με ξέχειλες μπίρες και βότκες, τελευταία νέα για μωρά και εφήβους. Ακόμη μια φορά παρατηρώ την εκλεπτυσμένη αισθητική της νεότερης γενιάς· δεν βλέπεις διαφορετικά πράγματα στα νεανικά μαγαζιά του Βίλατζ, του Μπρούκλιν, της Βαρκελώνης, το αθηναϊκό hippy chic έχει χαρακτήρα, ένταση, εύρος.

Αναρωτιέμαι: Πώς θα σταθούν όρθια αυτά τα παιδιά στα σκοτεινά χρόνια που έρχονται; Είναι στυλάτα, είναι και ανθεκτικά; Θα επινοήσουν νέους εαυτούς, θ’ αντέξουν, θα ανοίξουν παράπλευρους δρόμους. Ελπίζω μόνο να μη χάσουν τη γλώσσα, να μη φτωχύνουν μες στα κρεολικά αγγλικά, να ενσωματώσουν ποιήματα και τραγούδια στη φωνή τους. Οπως και να ‘χει, με εγκαρδιώνουν, αισθάνομαι ότι η ζωή κυλάει από γενιά σε γενιά, σαν το ουράνιο τόξο που ένωσε Λυκαβηττό και Ακρόπολη, τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Ταχτσή με τον Περικλή και τον Απόστολο Παύλο: συνέχειες, τομές, διάρκειες.

Αυτό που ζούμε τώρα είναι ρήξη, είναι γκρεμός, λυκόφως. Πώς θα είναι η απένταντι όχθη;

«Κερί,
να σφραγιστεί το άγραφο
που μάντεψε
το όνομά σου
που αποκρυπτογραφεί
το όνομά σου.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Δάχτυλα, κερωμένα κι αυτά,
τραβηγμένα μέσα από ξένα
πονεμένα δαχτυλίδια.
Σαν το κερί λιώνουν τα άκρα τους.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Κενές από χρόνο οι κερήθρες του ρολογιού,
γαμήλιο το σμάρι των μελισσών,
έτοιμο για ταξίδι.

Ελα, πλεούμενο φως.»

(Πάουλ Τσέλαν, Με γράμμα και ρολόι)

Δεν είναι οχτώ ακόμη, αλλά έχει νυχτώσει. Ανάμεσα σε αστράκια μπαρ και βιαστικούς τελευταίους, φρουροί με πλήρη εξάρτυση φυλάνε τα σβηστά γραφεία ενός άδειου κόμματος.

balafas_benaki1

Δεν έχω τίποτε να γράψω που να μην έχει ήδη γραφτεί, από άλλους, καλύτερα. Κι όμως γράφω και γράφω, γιατί αυτή η δουλειά μου έλαχε· όσο κι αν μικρός έγερνα το παραθυρόφυλλο και το ‘σκαγα, για να μη γράψω, να φύγω απ’ τη μυρωδιά του χαρτιού και της μελάνης Πάρκερ. Κι αν πέρασε μισός αιώνας από την πρώτη παντοτινή απόδραση, γράφω ακόμη, ταγμένος να ξαναπλάθω όσα έχουν ήδη ειπωθεί από μαέστρους, αυτούς που μου μετέδωσαν φως και φωνή, ευλογία και καταδίκη.

Χαϊδεύω ράχες γερασμένων τόμων σε σανιδένια ράφια, σε πειραιώτικη αυλή και συριανό ημιϋπόγειο, σε δημοτικές βιβλιοθήκες και πατώματα αρχαία που τρίζουν, μυθιστορήματα και κλασικά εικονογραφημένα ανάμικτα με κατάστιχα νοταριακών πράξεων, με φως ανελέητο έξω απ΄τους χοντρούς τοίχους, με βυθίσεις μεσημβρινές σε ρήματα και χίμαιρες βαπόρια. Κι οι ποιητές τσουρούφλιζαν έφηβους πόθους με μολύβι στο περιθώριο, ταξιδεύοντας από δώμα σε δώμα, διαρκή φυλαχτά ανάμικτα με κοχύλια ναυτίλους και βινύλια φρανκζάππα.

Είναι αφόρητα μπανάλ η νοσταλγία των εορτών, η καταισχύνη κάθε αισθητή, αλλά και το αποκούμπι του μεσήλικος· ξέρεις πια πότε να σκύβεις ταπεινά, όχι από ήττα ή συμβιβασμό, αλλά για ν’ αποδώσεις τις πρέπουσες τιμές στην ηλικία και στις φωνές που σ’ έπλασαν. Ας πούμε μια φωνή που την άκουσα μεγάλος:

«Tο γράψιμο, όμοια προς όλες τις εκδηλώσεις που αφορούν τη μνήμη, έχει ανάγκη οικείου κοινού. Σε όλα τα μνημόσυνα, όπως και στις ονομαστικές επέτειες, τα ποικίλα και διάφορα κεράσματα αποτελούν συνήθεια. Γράφοντας, έχω την εντύπωση, ότι επεξεργάζομαι τον καρπό της καρυδιάς, για να επανέλθω πάλι στο δέντρο. […] Ο βαρύς από τον καημό άνθρωπος, νομίζει, ότι θα πάψει υφιστάμενος αν δεν τελέσει όλα τα εθιμοτυπικά, που του είναι κατά βάθος μεγάλη παρηγορία. Παρά ταύτα όμως, η συνέχιση των καθημερινών απασχολήσεων, του είναι δύσκολη και βυθίζεται στη σιωπή. Σιωπώ και εγώ. Δεν γίνεται αλλοιώς.»
Ο Πεντζίκης απάντησε κάποτε γιατί γράφω.

Κι ύστερα γυρνώ στους ανθρώπους του καιρού μας. Τι περισσότερο να πω για τους πονεμένους των δρόμων απ’ όσα έγραψε ο Νίκος Καρούζος;
«Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας. […]
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.»

Τι πληρώνει ο ωχρός έλληνας; Ποιον αδίκησε πάρεξ τον εαυτό του; «Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό. / Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;» (Διονύσιος Σολωμός)

Γυρνώ στους εθιμοτυπικούς δρόμους, φωτισμένους για ν’ αντέξουμε τη σκοτεινιά, φωτισμένους σαν την Kodachrome φωτογραφία του Μπαλάφα από την φαντασμαγορική οδό Σταδίου τον Δεκέμβρη του ’60, χειμωνιάτικη Αβάνα και Τσάινατάουν· σίγουρα με περπάτησε εδώ μικρό παιδί η Μανταλένα να δω τον τροχονόμο μες στη φαντασμαγορία και ακουγότανε η άρπα του Τέλλου Αγρα:

«Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους
βρέχει, ‘επί δικαίους και αδίκους’…
βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή,
– οικουμενική βροχή, ευαγγελική.

Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία)
που γυρνάνε απ’ τα Nοσοκομεία·
και στις προφητείες του Kαζαμία
(‘τροπή του καιρού προς νότον… τρικυμία…’).»

Φωτοχυσίες Βερολίνου και όρθροι κυκλαδικοί σε καλντερίμια, γιρλάντες μπαλκονιών αθηναϊκών, και τραπεζώματα ευφρόσυνα με βαφτιστήρια, σύντεκνους και αποστάγματα ορεινά, με τον πρωτότοκο να περπατάει ασταθής το χαλί εγκάρσια από τον καρυδένιο μπουφέ ώς τον καναπέ, όλα ξετυλίγονται κι απλώνονται, ξανοίγονται πέρα, μπροστά, μάς λέει ο Ελύτης:

«Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.»

Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της  ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, που βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.

Μείναμε αρκετά στο δίπολο “θυμός-νηφαλιότητα”. Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς όμως διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.

Ας πούμε, τι ορίζουμε σήμερα ως ορθολογισμό; Τον λόγο του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου, του Καντ; Ή τον λόγο όπως τον συζητούμε στον 21ο αιώνα, μετά τον Βιτγκενστάιν, τον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Μπουρντιέ; Είναι ο ορθός λόγος άχρωμος, άμοιρος του κυρίαρχου λόγου, του λόγου των νικητών, του λόγου της εξουσίας; Πώς ορίζουμε το θυμικό; Αριστοτελικά, φροϋδικά, λακανικά, λεξικογραφικά; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων; Σε αυτό θα απαντούσα με μια διερώτηση, τυπική στην πολιτική σκέψη: Who rules and who benefits? Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ωφελείται; Εν ονόματι των μεταρρυθμισεων έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι πάντα ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά. Και γιατί η αδράνεια, υπό τη μορφή του συντηρητισμού, της διατήρησης δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη δυσμενή συγκυρία, να μην αποτελεί μιαν άμυνα των πληττομένων αδύναμων απέναντι σε δυνάμεις που τους σαρώνουν;

Ας μείνουμε σε αυτό: Ποια είναι τα υποκείμενα που καλούνται να δώσουν νόημα και πρακτικό περιεχόμενο στον ορθολογισμό ή τη μεταρρύθμιση; Και πάνω σε ποια άλλα υποκείμενα; Αναπόφευκτα, θα πρέπει να μιλήσουμε για σχέσεις εξουσίας, ξανά: Who benefits? Αναπόφευκτα βλέπουμε ότι τα δίπολα, “καθαρά” σε πρώτη ματιά, είναι στερεοτυπική ηθικολογία, δεν είναι πολιτικά προτάγματα, πόσω μάλλον πολιτική ανάγνωση της κρίσης.

Καταλαβαίνω την ανάγκη του φίλου μου για ξεκαθάρισμα του τοπίου, για αποσαφήνιση, για επιλογή δρόμου και τρόπου. Είναι θεμιτή και ανθρώπινη, είναι και δική μου. Πολύ φοβούμαι εντούτοις ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερος πνευματικός και ψυχικός μόχθος για να κατανοήσουμε ό,τι μας συμβαίνει, προτού διαλέξουμε δρόμους και στρατόπεδα. Και χρόνος, που είναι η ζωή μας.

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Η κρίση είναι σύμφυτη με τη νεωτερικότητα, μας θύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος Γιώργος Ξηροπαϊδης. Πιθανότατα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μείζονος ρήξης της μεταπολεμικής κανονικότητας, στην ουρά ενός ιστορικού κύκλου που κλείνει, σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ που εκτέλεσε ο Στάλιν. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι απαιτούνται άλλα διανοητικά εργαλεία, άλλες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις για να αντεπεξέλθουμε τη ρήξη και να φανταστούμε τον κόσμο στην άλλη όχθη του ρήγματος.

Η κρίση οδηγεί στην παραγωγή ενός νέου λόγου-discours, και ενός νέου ορθολογισμού, μάλιστα με αξίωση καθολικής ισχύος. Τα κράτη, μεγάλα και μικρά, αναπτυγμένα, παρηκμασμένα και αναδυόμενα, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί όπως η Ε.Ε. και διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί, πραγματικές οικονομίες και κεφάλαια σωρευμένα σε σκιώδεις τράπεζες, δίκτυα γνώσεων και εμπορικοί δρόμοι, όλα θα αναδιαταχθούν, ενδεχομένως με κρότο και βία. Πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας, οι άνθρωποι, θα αναδιαταχθούν: σαν έθνη, σαν λαοί, σαν μέλη κοινοτήτων, θα προχωρήσουν σε μια άλλη αυτοκατανόηση. Αυτό γινόταν πάντα.

Σε κάθε περίπτωση, το βολικό, ανακουφιστικό δίπολο «ορθολογισμός-θυμικό, φως-σκοτάδι» όχι μόνο δεν βοηθά αλλά συσκοτίζει και βυθίζει στο ανορθολογικό· είναι μάλλον μια προσευχή για απελπισμένους, ένα μάντρα προς εξορκισμόν των οβίδων. Μεταρρυθμίσεις θα έρθουν, αλλά δεν θα είναι αυτές που φανταζόμαστε τώρα ― αυτό ήθελα να πω στο φίλο μου, μα δεν το κατάφερα. Η ειρήνη δεν είναι αιώνια, και η πρόοδος δεν είναι απεριόριστη: είναι όση αντέχει ο πλανήτης.

Δυο διαφορετικές συζητήσεις διασταυρώθηκαν πάνω μου τις περασμένες μέρες: Μια για την κοινή λογική και μια για τον θάνατο και την αγάπη. Μια συζήτηση για το common sense· για την ουσία του εργαλειακού λόγου, που έχει λύσεις για όλα, που δεν βλέπει μπροστά του άλυτα προβλήματα, αλλά προκλήσεις για χρήση εργαλείων. Είναι λόγος που αντηχεί τον επιστημονισμό του 19ου αιώνα, την τυφλή πίστη ότι επιστήμη και τεχνική θα λύσουν κάθε πρόβλημα του ανθρώπου· αντηχεί τον μεσσιανισμό της αιωνίας προόδου, αντηχεί τη λατρεία του καπιταλισμού ως μόνης δυνατότητας οργάνωσης του υλικού και του φαντασιακού.

Αντηχεί βεβαίως και τη θεμιτή αντίσταση στη θολούρα θεωρητικών και ιερέων, αντηχεί την ανάγκη να προάγουμε τον πρακτικό βίο, να διευκολύνουμε τη vita activa. Αλλά οι περισσότερες χρήσεις της λεγομένης κοινής λογικής είναι χρήσεις αυτάρεσκης εργαλειακότητας, εχθρικής και καχύποπτης απέναντι στο απρόβλεπτο, στο χαοτικό, το μη γραμμικό, το μεταφυσικό. Ο εργαλειακός λόγος καυχιέται ότι διευθετεί τα πάντα· πώς να αποδεχτεί την αδυναμία του ενώπιον του μυστηρίου, του ανείπωτου, του μεταφυσικού, ενώπιον της αγάπης, του πόνου ή του θανάτου;

Ενας φίλος αναρωτήθηκε πικρά αν τα εργαλεία μπορούν να σκεφτούν τον εαυτό τους. Προεκτείνω: Τι γίνεται με τους ανθρώπους που σκέφτονται σαν εργαλεία; Που δεν σκέφτονται τον εαυτό τους μέσα στον άλλο, που δεν στοχάζονται την επαφή και τη σύντηξη; Που έχουν εξορίσει από το εννοιολόγιό τους το μηδέν και το άπειρο;

Δύο γυναίκες, με διαφορετικά βιώματα, διαφορετική γλώσσα, άλλες στοχεύσεις, μου απάντησαν με τον τρόπο τους. Η Γαλλίδα ψυχολόγος πόνου Μαρί Ντ’ Ενεζέλ και η Βελγίδα φιλόσοφος Λυς Ιριγκαρέ. Η πρώτη στο βιβλίο της «Μύχιος θάνατος» υποστηρίζει ότι οι ετοιμοθάνατοι μάς μαθαίνουν τη ζωή. Παράδοξο; Η Ντ’ Ενεζέλ εκκινεί από την πράξη: τι έμαθε συνοδεύοντας ανθρώπους έως το κατώφλι του περάσματος. Μιλά παθιασμένα για τη σχέση με τον ανίατο ασθενή, για το άγγιγμα, την απτική σχέση, για την ντροπή του ρημαγμένου σώματος, για τη συμφιλίωση, την παραδοχή, το ειρηνικό και ανεπαίσχυντο τέλος.

«Είμαι το βλέμμα του άλλου»: η περαματάρισσα Ντ’ Ενεζέλ ανακαλεί τον Λακάν, για να θεμελιώσει και θεωρητικά ό,τι της διδάσκει καθημερινά η σχέση της με τον θάνατο του άλλου. Ο άλλος σβήνει εν ειρήνη καθώς καθρεφτίζεται στη συμπόνια και την αποδοχή, όταν δεν αντικρίζει θυμό, αποστροφή ή αδιαφορία. Και η μοίρα μας είναι κοινή: Προστατεύοντας τον ετοιμοθάνατο, προστατεύουμε τον εαυτό μας, λέει η Ντ’ Ενεζέλ. Εκκινώντας από την πραγματικότητα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, από τον εκμηχανισμό της ιατρικής, φτάνει στη ρίζα της ανθρωπινότητας: πώς αναμετριόμαστε σήμερα με τη φθορά και τον θάνατο.

Από άλλη αφετηρία, στο «Δρόμο της αγάπης» η φιλόσοφος Ιριγκαρέ, πλησιάζει στο ίδιο τέρμα: στον άλλο. Αναζητεί τον δρόμο προς το ξέφωτο του Χάιντεγκερ, δρόμο πάντα κρυμμένο και πάντα φανερό. Η Ιριγκαρέ γράφει σαν σοφός, όχι σαν ακαδημαϊκός· χωρίς υποσημειώσεις και παραπομπές, μα και χωρίς ευκολίες, πυκνά, με απαιτήσεις. Στοχάζεται τη γλώσσα ως άγγιγμα, ως γέφυρα με τον άλλο: «Για να υπάρχει ανταλλαγή, είναι ουσιώδες ο άλλος να μας αγγίζει, ιδίως μέσω των λέξεων…»

Βασιζόμενη στον Χάιντεγκερ και τον Λακάν, η Ιριγκαρέ ακτινογραφεί τη διαφορά, τη μοναδικότητα, τη σχέση, τη ζωή ως θαύμα: «Η ταυτότητα του ανθρώπου δεν προϋποθέτει μια μάλλον ή ήττον καλυμμένη σχέση του ίδιου με τον εαυτό του… Υποδηλώνει τη σχέση του ίδιου με τον άλλο». Η κριτική της προς τον κυρίαρχο σήμερα εργαλειακό ατομικισμό θυμίζει τον πλατωνικό Φαίδρο, όπου ο Σωκράτης αναζητεί διδάγματα στους εν τω άστει ανθρώπους.

Ψαύει την «καταυγάζουσα χάρη της αγάπης», σαν φωτοσκίαση: «Η αγάπη ανοίγει έναν τόπο καταφυγής και στοχαστικής συγκέντρωσης. Προϋποθέτει την ικανότητα για άφημα όσο και για πλάσιμο. Και την αποδοχή ενός μοιράσματος ανάμεσα στη σκιά και το φως».

Υμνεί, κι αυτή, το άγγιγμα: «Το άγγιγμα επιτρέπει την επιστροφή στον εαυτό, στην κατοικία του οικείου φωτός. Αλλά επίσης πηγαίνει να συναντήσει τον άλλο, φωτισμένο-φωτεινό, ξεχειλίζοντας τον δικό του κόσμο, προκειμένου να γευτεί μια άλλη φωτεινότητα. Προκειμένου να δώσει και να λάβει αυτό που φωτίζει τους θνητούς στο μονοπάτι τους».

Να, ο άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του: σαν μοναδικό έργο τέχνης και όχι σαν εργαλείο.

εικον.: Αντρέι Ταρκόφσκι, Νοσταλγία

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Πώς ξεγυμνώθηκε η χώρα και έγιναν πλούσιοι εισαγωγείς, αεριτζήδες και όσοι γιγαντώθηκαν με θαλασσοδάνεια @ERTsocial xydakis.gr/?p=9825 14 hours ago
  • O Ντράγκι το... μυρίστηκε: Κίνδυνος για τη δημοκρατία η >30% ανεργία των νέων ως 24 ετών σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία naftemporiki.gr/finance/story/… 1 day ago
  • Στο Κοινοβούλιο δοκιμάζονται πολιτικές θέσεις, ιδέες, πώς αφουγκράζεσαι την κοινή γνώμη-και νομοθετείς, δεν κυβερνάς xydakis.gr/?p=9821 2 days ago
  • Το Γκόλουμ του αντισυριζαϊσμού: όταν η επίκριση γίνεται «μανία» neaselida.news/ideogrammata/g… 2 days ago
  • Norway: This pension fund is now worth $1,000,000,000,000 cnnmon.ie/2ymuKBK via @CNNMoney 4 days ago
  • Το ατύχημα είναι ευκαιρία -δυστυχώς- να δούμε πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί & να τους αποκαταστήσουμε -στον Σκάι xydakis.gr/?p=9814 4 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,348 hits
Αρέσει σε %d bloggers: