You are currently browsing the tag archive for the ‘υπέρβαση’ tag.

Το κοινοβουλευτικό σαββατοκύριακο αποτύπωσε την κόπωση και την αμηχανία που διατρέχει εγκάρσια το πολιτικό σύστημα. Η πρόταση μομφής που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση καταψηφίστηκε με την αναμενόμενη οριακή κυβερνητική πλειοψηφία· η σχετική συζήτηση διεξάχθηκε με οξείς τόνους, όπως αναμενόταν, αλλά χωρίς να λάβουμε μια καινούργια, μια ουσιαστική απάντηση, για το ένα και μοναδικό καυτό ερώτημα: Πώς θα απεγκλωβιστεί η χώρα από το θανάσιμο σπιράλ της ύφεσης και της ανεργίας;

Ο πρωθυπουργός περιέγραψε τη χώρα σαν να βγαίνει από την κρίση, σαν να έχει ανακοπεί ήδη η οδυνηρή πτώση· δεν δίστασε μάλιστα να υποσχεθεί ότι, αν καταστεί δυνατόν, ένα μικρό μέρος του πλεονάσματος θα δοθεί για ανακούφιση. Ωστόσο, η υπαρκτή πραγματικότητα και όσα φέρνουν τα νέα μέτρα λιτότητας δεν έχουν καμία σχέση με τη χώρα που περιέγραψε ο κ. Σαμαράς, ούτε με την κενή περιεχομένου αριθμολογία του υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα. Ανεξάρτητοι αναλυτές υπολογίζουν ότι και το 2014 η ύφεση θα παραταθεί για έκτη συνεχή χρονιά, με ρυθμό 2-4%, η ανεργία θα προσεγγίσει το 30%, ενώ οι βασικές οικονομικοκοινωνικές δομές θα εξασθενούν από την απώλεια παγίων επενδυμένων κεφαλαίων, τη διαρροή νεανικού στελεχικού δυναμικού και τη δημογραφική γήρανση. Ολοι οι αναλυτές, εντός και εκτός Ευρώπης, συμφωνούν ότι η συνεχιζόμενη λιτότητα δεν επιλύει την ελληνική-ευρωπαϊκή κρίση, αλλά την επιδεινώνει.

Απέναντι σε αυτή τη ζοφερή προοπτική αργού θανάτου, η αξιωματική αντιπολίτευση στάθηκε περιγραφική. Με ορθή, κατά το μάλλον ήττον, περιγραφή του εθνικού αδιεξόδου, με ορθή επισήμανση της ευρωπαϊκής δυστοκίας, με ορθές επισημάνσεις για την παθογένεια που γεννά η εγχώρια διαπλοκή. Αλλά χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε μαχητικός και με αυτοπεποίθηση, αλλά περισότερο ως οξύς παρατηρητής και ως σκληρά αντιπολιτευόμενος διαχειριστής με αίτημα πολιτικής εναλλαγής· όχι όμως ως φορέας εξουσίας έτοιμος να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια ιστορική καμπή, για να ανακόψει την πτώση και να οργανώσει τη σωτηρία.

Δεν εξετάζουμε εδώ τα τακτικά οφέλη και τις ζημίες ενός εκάστου· εξετάζουμε τις βραχυμεσοπρόθεσμες δυνατότητες της χώρας για ανάκαμψη. Ως προς τούτο, κατέστη φανερή η κόπωση του πρωθυπουργού, ο οποίος περιορίζεται να συνοψίζει ευφημιστικά ό,τι έχει επιτευχθεί στο δημοσιονομικό πεδίο, χωρίς να απευθύνεται ευθέως στους πολίτες, επειδή δεν μπορεί πλέον να υποσχεθεί πειστικά ότι δεν έρχονται κι άλλες οριζόντιες θυσίες. Είναι φανερή επίσης η δυσχερέστατη πολιτικά θέση του κ. Β. Βενιζέλου, μετέωρος καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε μια αντιδημοφιλή κυβερνητική πολιτική και σε μια διαφαινόμενη εκλογική συντριβή. Σε παρόμοια δύσκολη θέση βρίσκεται και ο κ. Φ.Κουβέλης: ο επαμφοτερισμός του οδηγεί σε στρατηγικό αδιέξοδο.

Δυσχερής είναι όμως και η θέση του κ. Αλέξη Τσίπρα. Στο μέτρο που προβάλλει με αξιώσεις ως ο επόμενος πρωθυπουργός, θα έπρεπε ήδη να αρθρώνει άλλο λόγο: ξεκάθαρα ηγεμονικό, ενωτικό και συμπεριληπτικό, με εξειδικευμένες προτάσεις διάσωσης και ανόρθωσης, λόγο ενισχυτικό του συλλογικού φρονήματος αλλά και με σκληρές αλήθειες για τον βίο μεσοπρόθεσμα σε μια οικονομία βαριά λαβωμένη και σε δυσμενές διεθνές περιβάλλον.

Δυστυχώς, η αναμέτρηση εντός του Κοινοβουλίου μετέδωσε κόπωση, όχι μια σύγκρουση για υπέρβαση. Προς το παρόν.

Advertisements

To κείμενο των 58 για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς είναι ενδεικτικό μιας διάχυτης αγωνίας για το ξεπέρασμα της κρίσης, με πολιτικούς και πνευματικούς όρους. Το μανιφέστο έχει επιμέρους αδύνατα σημεία στη ρητορική του συγκρότηση, τουλάχιστον τέτοια που εγείρουν αντιρρήσεις, αλλά σε γενικές γραμμές περιγράφει καίρια το πρωταρχικό αίτημα: την εθνική ανασυγκρότηση μέσα από τα ερείπια της κρίσης. Επισημαίνεται ορθώς ότι: «η εποχή των Μνημονίων φαίνεται να φτάνει στο τέλος της. Το τραύμα της εθνικής πόλωσης δεν θα σβήσει εύκολα, θα χρειαστεί μάλιστα πολύ κουράγιο και συμφιλιωτική επιμονή απ’ όλες τις πλευρές για να ξεπεραστεί. Ομως η πολιτική δραστηριότητα δεν θα περιορίζεται στην αντίθεση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Συμφωνούμε απολύτως· η πολιτική σκέψη, ήδη τώρα, καλείται να υπερπηδήσει τα διλήμματα του 2010-13, και να υπάρξει δρώσα και λυσιτελής Μετά την Καταστροφή.

Κάποιες παρατηρήσεις εντούτοις. Η αντίθεση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν ήταν, δεν είναι, στενά ρητορική-ιδεολογική. Η κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου της μεταπολίτευσης και η έως καταστροφής υποβάθμιση ευρύτατων στρωμάτων υποδεικνύει ότι η εφαρμογή των Μνημονίων μετασχηματίζει την κοινωνία. Βίαια και ριζικά. Το Μνημόνιο, όπως τουλάχιστον εφαρμόστηκε, με οριζόντιες και τυφλές περικοπές, ανέδειξε νέα ταξικά χάσματα, χώρισε αδρά την κοινωνία σε έχοντες και μη έχοντες, άμβλυνε επικίνδυνα τους δεσμούς συνοχής, φτιάχνει ήδη μια χαμένη γενιά. Αυτή η αντίθεση είναι υλικότατη, δεν είναι ρητορική ή ιδεολογική.

Στο πολιτικό πεδίο επίσης αναδείχθηκε μια σφοδρή κρίση ηγεμονίας, εκφραζόμενη τυπικά με τη συρρίκνωση της συντηρητικής παράταξης και τη συντριβή της κεντροαριστεράς. Οι δεσπόζοντες σχηματισμοί της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας αμφισβητούνται σφοδρά από την παραδοσιακή τους πελατεία. Γνωρίζουμε δε, κατά αναλογία, ότι μετά παρόμοια μνημόνια σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Τουρκία, τα παλαιά ηγεμονικά κόμματα σαρώθηκαν.

Η αντίθεση εκτείνεται και στο πεδίο των ιδεών και της ιντελιγκέντσιας. Πολύ αδρά, οι διανοούμενοι αιφνιδιάστηκαν· η κρίση τους βρήκε βολεμένους και οκνηρούς, σαν φοβισμένους αμήχανους μικροαστούς γύρω από το τζάκι με τα φρόνιμα στερεότυπα.

Το μανιφέστο των 58 επισημαίνει ορθώς, άρα, την ανάγκη συμφιλίωσης και υπέρβασης του τραύματος, χωρίς όμως να υπολογίζει επαρκώς το βάθος των ουλών και τις νέες κοινωνικοπολιτικές σημασίες τους. Ισως γι’ αυτό το λόγο, υποβαθμίζει έως εξαφάνισης ως συνομιλητή τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αριστεράς που εκτινάχθηκε εξαιτίας ακριβώς της αντίθεσης, την οποία εξέφρασε. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι αρκετοί εκ των 58 έχουν περάσει από τον ΣΥΡΙΖΑ ή τον πρόδρομό του Συνασπισμό, τον ίδιο που χαρακτηρίζουν τώρα ως νεοκομμουνιστικό και εθνολαϊκιστικό, έναν μάλλον μειωτικό και σίγουρα χρωματισμένο ιδεολογικά χαρακτηρισμό, τέτοιο που δεν επιφυλάσσουν για τη δεξιά παράταξη. Τουναντίον, αναγνωρίζουν ασμένως ως προνομιακό συνομιλητή το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ.

Το κείμενο των 58 είναι εύστοχο κατά την ανίχνευση της διάχυτης αγωνίας και της ανάγκης για υπέρβαση και σύνθεση. Είναι απλουστευτικό ή και εμμονικό κατά την ανίχνευση των υπαρκτών και αναδυόμενων κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων, που θα αναλάβουν το τιτάνιο έργο της εθνικής ανασυγκρότησης. Ακόμη κι αν παραμερίζει ιδρυτικά τη σταλινική αριστερά του 4,5%, μπορεί η κεντροαριστερά των σπαργάνων να αποκλείει τη λαϊκή αριστερά του 27%;

berlinguer232

Πριν από λίγες ημέρες η διεθνής κοινή γνώμη θυμήθηκε πάλι πώς ο δημοκρατικός πρόεδρος Σαλβαντόρ Αλιέντε έπεφτε νεκρός, την 11 Σεπτεμβρίου 1973, από τις σφαίρες των πραξικοπηματιών του δικτάτορα Πινοτσέτ. Το μεγαλύτερο δημοκρατικό πείραμα της Λατ. Αμερικής και του κόσμου έπαιρνε τέλος, μόλις έξι μήνες μετά την εκλογική νίκη της Λαϊκής Ενότητας του Αλιέντε. Ο Χιλιανός ηγέτης είχε κερδίσει την κυβέρνηση ειρηνικά, κοινοβουλευτικά, αλλά δεν μπόρεσε να πάρει ποτέ την εξουσία.

Η ιστορική ήττα του δημοκρατικού σοσιαλισμού στη Χιλή διέψευσε τις προσδοκίες των κομμουνιστικών κομμάτων στη Δυτική Ευρώπη για μια ειρηνική ανάληψη της εξουσίας. Ελάχιστες μέρες μετά το πραξικόπημα στη Χιλή, ο διακεκριμένος ηγέτης του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης, ο μαρκήσιος Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, δημοσίευσε τρία άρθρα στην επιθεώρηση Rinascita (ελλην. μετάφραση: Ιστορικός συμβιβασμός, εκδ. Θεμέλιο), με τα οποία άλλαξε την ιστορική πορεία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και των αντίστοιχων κομμάτων στην Ευρώπη. Η στρατηγική απόληξη των άρθρων του Μπερλινγκουέρ ήταν ο περίφημος «ιστορικός συμβιβασμός» (compromesso storico): το ΙΚΚ θα ακολουθούσε μια πολιτική ευρύτατων συμμαχιών, με τους σοσιαλιστές και τους καθολικούς, για να απεμπλακεί οριστικά από τη «στρατηγική της έντασης» που προωθούσαν οι νεοαφασίστες και για να τερματίσει τον αποκλεισμό του από την εξουσία, έτσι ώστε να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση για ενίσχυση και μεταρρύθμιση του δημοκρατικού κράτους. Με τα λόγια του:

«Η αντιπαράθεση και η μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στα κόμματα που έχουν βάση μέσα στο λαό και από τα οποία σημαντικές μάζες του λαού αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται, οδηγούν στη ρήξη, στον κυριολεκτικό διχασμό της χώρας, που θα ήταν μοιραίος για τη δημοκρατία και θα παρέσυρε τα ίδια τα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους.

»Έχοντας επίγνωση αυτού του γεγονότος, πάντα πιστεύαμε -και σήμερα η εμπειρία της Χιλής μάς ενισχύει αυτή την πεποίθηση- πως ή ενότητα των κομμάτων των εργαζόμενων και των δυνάμεων της αριστεράς δεν αρκεί για την εγγύηση της προστασίας και της προόδου της δημοκρατίας, όταν βρεθούν αντιμέτωπες με ένα άλλο συνασπισμό κομμάτων, που εκτείνεται από το κέντρο μέχρι την άκρα δεξιά.

»[…] Θα ήταν εντελώς απατηλό το να σκεφτεί κανείς, ακόμα κι αν τα κόμματα και οι δυνάμεις της αριστεράς κατόρθωναν να φθάσουν το 51% των ψήφων και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης (πράγμα που από μόνο του θα ήταν ένα πελώριο προχώρημα στο συσχετισμό δυνάμεων στην Ιταλία), πως ένα τέτοιο ποσοστό θα επαρκούσε δήθεν για την επιβίωση και την επιτυχία της κυβέρνησης που θα εξέφραζε μία παρόμοια πλειοψηφία.

»Να γιατί εμείς μιλάμε όχι για μια ‘αριστερή εναλλακτική λύση’, άλλα για μια ‘δημοκρατική εναλλακτική λύση’, δηλαδή για την πολιτική προοπτική της συνεργασίας και της συνεννόησης των λαϊκών δυνάμεων, κομμουνιστικής και σοσιαλιστικής έμπνευσης, με τις λαϊκές δυνάμεις, καθολικής έμπνευσης, χωρίς βέβαια να εξαιρούνται και άλλοι, δημοκρατικοί πολιτικοί σχηματισμοί.»

Ο πειρασμός για αναλογίες είναι ισχυρός. Βεβαίως οι διαφορές είναι δομικές και περισσότερες από τις ομοιότητες, και ο ιστορικός αναγωγισμός είναι πάντα επικίνδυνος και σφαλερός. Ωστόσο οι διανοητικές και πολιτικές προκλήσεις του καιρού μας είναι ανάλογες, η δε ανάγκη για λυσιτελείς και ρηξικέλευθες απαντήσεις είναι ίδια.

Η Ιταλία στη δεκαετία του ’70 αντιμετωπίζει οικονομική και πολιτική κρίση, το ΙΚΚ έχει το 27% έως το 34,4% των ψήφων, αλλά παραμένει εκτός κυβέρνησης από το 1947, οι νεοφασίστες, με εκλογική δύναμη γύρω στο 7%, εφαρμόζουν τη στρατηγική της έντασης και απειλούν με εμφύλιο ― πρακτικές που θα αποκαλυφθούν αργότερα σαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου αποσταθεροποίησης, του Gladio, που περιλάμβανε τη Μαφία, τη στοά Ρ2 και την τράπεζα του Βατικανού Banco Ambrosiano.

Η Ελλάδα του 2013 δοκιμάζεται από πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση επί τέσσερα σχεδόν χρόνια, το πολιτικό σύστημα κλονίζεται από κρίση νομιμοποίησης, ο νεοναζισμός καταγράφεται εκλογικά στο 7% και εφαρμόζει τη δική του στρατηγική έντασης, στην οποία εντάσσεται και η πρόσφατη δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα. Τέλος, ένα αιφνιδίως γιγαντωμένο κόμμα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει σκοράρει 27% και διεκδικεί με σοβαρές πιθανότητες την πρωτιά σε επόμενες εκλογές, άρα και τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση.

Κυβέρνηση της αριστεράς ή κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με την αριστερά; Ο Μπερλινγκουέρ είχε θέσει το δίλημμα και είχε απαντήσει υπέρ του δεύτερου σκέλους. Την ίδια απάντηση δίνει και ο Αλέξης Τσίπρας του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα του άλλωστε σε ένα βαθμό είναι κληρονόμος της παράδοσης του ευρωκομμουνισμού. Για να αποκτήσει όμως περιεχόμενο η απάντηση υπέρ μιας μετωπικής δημοκρατικής κυβέρνησης, πρέπει πρώτα να υπάρξουν κι άλλες προϋποθέσεις. Κυρίως, με ποιες συμμαχίες και με πολιτικές δυνάμεις θα σχηματισθεί αυτή η κυβέρνηση; Βάσει ποίων προγραμματικών αρχών; Μπορεί να διαρκέσει μια κυβερνητική συμμαχία αν συγκολληθεί μόνο για την απόκρουση της άκρας δεξιάς; Πολύ περισσότερο, που η λυδία λίθος για σύγκλιση θα είναι η εφαρμογή ή μη του μνημονίου λιτότητας, και συνακολούθως η στρατηγική ανασυγκρότησης της χώρας.

Η νεοναζιστική απειλή γιγαντώθηκε εξαιτίας της δεινής κρίσης. Και θα ξεριζωθεί μόνο όταν θα αρχίσουν να αίρονται οι δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης, η ανεργία, η ύφεση, η ανασφάλεια. Το compromesso storico του Αλέξη Τσίπρα είναι κατά πολύ δυσχερέστερο από αυτό του Μπερλινγκουέρ, στο μέτρο που το ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι δυσμενές ή και εχθρικό σε τέτοια ιστορικά πειράματα, και με δεδομένη την διαφορετικού βαθμού εξάρτηση των δύο χωρών από ξένες δυνάμεις. Η Ιταλία του ’73 ήταν σε κρίση, αλλά δεν ήταν οιονεί αποικία χρέους, όπως η Ελλάδα του 2013. Οι δυσκολίες και οι διαφορές δεν σταματούν εδώ: για τον ιστορικό συμβιβασμό χρειάζονται περισσότεροι του ενός εταίροι. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ο αντίστοιχος Αλντο Μόρο, ο προνομιακός συνομιλητής του χαρισματικού Μπερλινγκουέρ. Ούτε καν ένας μακιαβελικός Τζούλιο Αντρεότι ή ένας ασταθής Μπετίνο Κράξι. Εξάλλου η ιστορική εμπειρία έδειξε εκ των υστέρων, ότι παρότι ο Μπερλινγκουέρ συνέλαβε μια ιδιοφυή στρατηγική, στην πράξη το σχέδιο απέτυχε παταγωδώς και το ΙΚΚ του 34% εξαφανίστηκε.

Παρ’ όλ΄αυτά. Η στρατηγική αξία του ιστορικού συμβιβασμού παραμένει, τουλάχιστον ως αφορμή για τολμηρές συγκλίσεις και υπερβάσεις σε άλλα επίπεδα.

Η αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την κυβέρνηση σήμανε αλλαγή πολιτικής του κεντροαριστερού κόμματος: παύει να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν μπορεί να τις αντέξει ηθικά, ιδεολογικά αλλά και υλικά. Η απαγκίστρωσή του από τη διακυβέρνηση προκαλεί κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του, αλλά ίσως αυτή η αναστάτωση οδηγήσει σε αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας του και ουσιαστικότερη σχέση με την εκλογική του βάση, ωφέλιμη εν όψει πολλαπλών ανακατατάξεων. Αν δεν εμπλακεί σε έριδες και πόλωση, η πολιτική πείρα των στελεχών του και, ιδίως, η ιδεολογική τους συγκρότηση, θα είναι η μαγιά για ανασυγκρότηση του χαμένου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, στην οποία μάλλον αποκλείεται πια να παίξει ρόλο το ΠΑΣΟΚ.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ΔΗΜΑΡ θα πλησιάσει προς τον φυσικό της όμορο και ετεροθαλή αδελφό, τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αυτές τις μέρες με το ιδρυτικό του συνέδριο παύει να είναι ιδιότυπη ομοσπονδία συνιστωσών και συγκροτείται ως πολυτασικό μεν, πλην ενιαίο κόμμα, με πρόεδρο μάλιστα αντλούντα ισχύ και νομιμοποίηση απευθείας από το συνέδριο. Δεν είναι λίγοι άλλωστε όσοι υποστηρίζουν ότι η ανάδυση της μεγάλης κεντροαριστεράς δεν μπορεί παρά να συνυπολογίζει σαν πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι μόλις τώρα αρχίζει να φαίνεται ο πυρήνας μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Εως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, εκπλαγείς από το εντυπωσιακό εκλογικό του σκορ, δεν είχε κατορθώσει να συνθέσει μια πρόταση διακυβέρνησης, αν όχι ολοκληρωμένη και τολμηρή, τουλάχιστον ρεαλιστική και πειστική. Ηταν διστακτικός διττά: και ως προς την πρόταση εξουσίας και ως προς την άντληση ζωτικότητας και ιδεών από την κοινωνία. Η οργανωτική και κυρίως η πνευματική του δομή δεν προέβλεπαν τέτοιο άλμα μεγέθυνσης, μαζί με τα συνοδά αμφίπλευρα ανοίγματα και τις αυτοϋπερβάσεις.

Το συνέδριο πιθανότατα θα τερματίσει την εσωστρέφεια του μικρού αριστερού κόμματος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό· το νέο κόμμα πρέπει να απαντά στην κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσείλκυσε ψήφους πολιτικά αστέγων και προσφύγων που εξέφραζαν ταυτοχρόνως οργή, απόγνωση, προσδοκία. Θα πρέπει να διασκεδάσει τον φόβο και την απόγνωση και να ανταποκριθεί στην προσδοκία, στην ελπίδα για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για κοινωνική δικαιοσύνη, για μεταρρύθμιση του κράτους: αυτά άλλωστε εμπεριέχονται ιστορικά στο πρόγραμμα και της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Κάποιες από τις εξυγιαντικές του πελατειακού κράτους μεταρρυθμίσεις, λ.χ., που ζητούνται από την τρόικα, θα μπορούσαν να είναι μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ· και σίγουρα μπορεί να διεκδικήσει να είναι αυτός ο κατεξοχήν φορέας αλλαγής και μεταρρυθμίσεων.

Υπό μία έννοια, πρόκειται για την παραγωγή ενός μοντέρνου ουσιώδους λαϊκισμού ανάλογου προς τον Ομπάμα του 2008, ριζικά διάφορου από το ελληνικό ’80, με αναφορές στις εθνικές, δημοκρατικές και κοινοτικές παραδόσεις, αλλά και με τολμηρές απαντήσεις στους παρόντες καταναγκασμούς της μόνιμης κρίσης και της «μη υπάρχουσας εναλλακτικής». Ναι, υπάρχει ζωή χωρίς κρίση ― αυτό.

Μπορεί να τα συλλάβει, να τα πιστέψει και να τα αναπτύξει αυτά ο νέος ΣΥΡΙΖΑ με τους όποιους συμμάχους του; Θα δούμε σύντομα, ο καιρός δεν περιμένει. Πάντως αυτά περιμένει το χειμαζόμενο πλήθος: τόλμη, ηθική ακεραιότητα, συνθέσεις, υπερβάσεις, ειλικρίνεια, παρρησία. Αυτή είναι η ιστορική πρόκληση, και η ευθύνη.

Βαδίζουμε πάντα σε διαρκές μεταίχμιο. Ελπίζοντας ότι η πτώση θα ανακοπεί επιτέλους, ότι ο τζίρος του τουρισμού θα είναι ανεβασμένος και θα βελτιώσει το κλίμα και τη ρευστότητα, ότι οι ξένοι επενδυτές θα πεισθούν για το καλό σενάριο της Ελλάδας και θα το αγοράσουν. Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις του ΔΝΤ για τις εσκεμμένα μοιραίες απόφασεις κατά τη συγκρότηση του προγράμματος διάσωσης κλονίζουν την, έστω βεβιασμένη, αισιοδοξία· ξαναβάζουν στη συζήτηση την υποτιμημένη παράμετρο της πολιτικής βούλησης και του συσχετισμού δυνάμεων. Και επιπλέον σύννεφα: νέοι φόροι ακινήτων, χρηματοδοτικό κενό το 2015-16, ενδεχόμενο νέο δάνειο και νέες περικοπές, συνέχιση του φαύλου κύκλου δανεισμού και ύφεσης. Κι εν τω μεταξύ: ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από την αυξανόμενη αστάθεια της μεγάλης γείτονος Τουρκίας, σε μια Μεσόγειο ήδη φλεγόμενη;

Μπορούμε να βρούμε πολλές πηγές ανησυχίας. Η ουσία όμως είναι πώς αντιδρούμε· μάλλον, πώς δρούμε, πώς απαγκιστρωνόμαστε από την αδράνεια και το παραλυτικό σοκ, και πώς προχωράμε επιτέλους μπροστά, με λάθη και πειράματα, με αποτυχίες, αλλά μπροστά, διαμορφώνοντας τους όρους επιβίωσης κατά το δυνατόν, και όχι υποτασσόμενοι σε εξωγενή συμβάντα. Αυτό σημαίνει πράξη, πράξεις, από μια κοινωνία που σκέφτεται, που στοχάζεται τον εαυτό της και το περιβάλλον.

Αυτό σημαίνει πολιτική. Πολιτική πέραν του άγονου ή και καταστροφικού διπόλου «εναντίωση-υποταγή». Διότι έως τώρα, και όλη την παρελθούσα τριετία, ευεξήγητα, πολωθήκαμε ανάμεσα στον λόγο της πλήρους εναντίωσης και τον λόγο της πλήρους υποταγής· είτε καταγγελία πάντων και πασών, είτε αποδοχή τους. Και οι δύο στάσεις με τον τρόπο τους δεν παράγουν τίποτε· μόνο υλικά ερείπια και αυτοτροφοδοτούμενο μίσος, ψυχοπνευματική διαίρεση. Ωστε, τώρα, περισσότερο παρά ποτέ τα τελευταία εξήντα χρόνια, χρειαζόμαστε λόγο συναίρεσης και σύνθεσης, πράξεις υπέρβασης και δημιουργίας. Η αλληλοκαταγγελία μάς βουλιάζει βαθύτερα στην ετερονομία και τον φαταλισμό.

Κάτι έχει αλλάξει. Το νιώθεις στον αέρα, το αντιλαμβάνεσαι στην κίνηση των ανθρώπων στο δρόμο, στις συναλλαγές στα μαγαζιά, το νιώθεις στις συνομιλίες με ανθρώπους προερχόμενους από ποικίλες τάξεις και επαγγέλματα. Στο τυπικό «πώς πάνε τα πράγματα» η συνέχεια της συζήτησης δεν είναι μια πρόβλεψη, αλλά καταρχάς η πανθομολογούμενη διαπίστωση πως «έτσι δεν πάει άλλο». Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ξέρει πώς είναι το αλλιώς, εντούτοις όλοι συμφωνούν ότι έτσι δεν πάει, δεν οδηγεί πουθενά. Και πολλοί τείνουν να αποδεχθούν ότι οποιαδήποτε άλλη πορεία είναι προτιμότερη έναντι της ακολουθούμενης.

Το πιο ουσιαστικό στοιχείο όμως, σε αυτή τη διάχυτη αίσθηση αλλαγής κλίματος, είναι ότι πολλοί Ελληνες περνούν βαθμηδόν από το στάδιο της ατομικής διάσωσης με κάθε τρόπο, στο στάδιο της επίγνωσης ότι κάτι πρέπει να γίνει από κοινού, συλλογικά· κι αυτό το κάτι να είναι ριζικό, άμεσο και δραστικό, προκειμένου να ανακοπεί η καταστροφή. Πολλοί, ακόμη και όσοι δεν έχουν πληγωθεί βαριά από την κρίση, αναγνωρίζουν την ανάγκη μιας ριζικά άλλης προσέγγισης των προβλημάτων και των προκλήσεων· η τριετής εμπειρία υποδεικνύει ότι οι συμβατικοί τρόποι όχι μόνο δεν επιλύουν αλλά καταστρέφουν όλο και βαθύτερα.

Η επίγνωση φτάνει ακόμη πιο μακριά: όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι πολλές από τις επώδυνες αλλαγές που έχουν συμβεί στην καθημερινή ζωή και τη δημόσια σφαίρα, δεν είναι αναστρέψιμες ― τουλάχιστον όχι άμεσα και όχι εύκολα. Αναγνωρίζεται άρα ότι η απόλυτη προτεραιότητα είναι η σταθεροποίηση της παρούσας κατάστασης, να σταματήσει τουλάχιστον η καταστροφή. Αναγνωρίζεται επίσης ότι η ανάκτηση πόρων και επιπέδου διαβίωσης θα είναι αργή, κοπιώδης και πρό πάντων ότι θα απαιτήσει άλλη οργάνωση του οικονομικού και κοινωνικού βίου.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αυτές τις παραδοχές και την αναδυόμενη νέα επίγνωση τις εντοπίζουμε περισσότερο στα πιο μορφωμένα μέλη της μεσαίας τάξης· ίσως επειδή αυτή η τάξη πλήττεται περισσότερο από κάθε άλλη, όχι μόνο κατά την υλική συνθήκη, αλλά και ψυχολογικά-διανοητικά: σε ελάχιστο χρόνο και με εξαιρετικά βίαιο τρόπο, της αμφισβητείται ακόμη και το δικαίωμα να υπάρχει. Στην Ελλάδα η μεσαία τάξη αναπτύχθηκε κοπιαστικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, και η αποσάθρωσή της συντελείται σε διάστημα τριών ετών. Ου μην αλλά: από τη μεσαία τάξη του τελευταίου μισού αιώνα προέρχονται οι πιο μορφωμένες νέες γενιές του 20ού αιώνα και τα δυνάμει στελέχη της ελίτ του 21ου αιώνα. Η βίαιη ανακοπή αυτού του κοινωνικού ρεύματος ισοδυναμεί με εθνικό αυτοκρωτηριασμό, με αυτοκτονία.

Υπό αυτή την έννοια, φαίνεται να αναδύεται εντονότερα η τάση για πολιτική ανατροπή, για υπέρβαση, για πανεθνική συστράτευση. Ο εντός συνόρων ελληνισμός αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, επιβίωσης υλικής αλλά και επιβίωσης συλλογικής, με όρους συντεταγμένου κοινωνικού και πολιτικού βίου. Οι διοικούσες ελίτ έχουν αποτύχει πολλαπλώς και κατ΄εξακολούθησιν, πρακτικά, πνευματικά και ηθικά· στην παρούσα δε φάση γεννούν κινδύνους για την κοινωνική συνοχή και για την ειρηνική συνύπαρξη πληγωμένων ετερόκλητων ομάδων του πληθυσμού. Απαιτούνται άλλες ηγετικές ελίτ, με άλλες νοοτροπίες, άλλο πολιτικό ήθος, άλλες προσεγγίσεις της ιστορικής συγκυρίας. Η Ελλάδα έχει μεταβεί σε άλλη ιστορική πίστα, σε ένα ολισθηρό πρανές γεμάτο κινδύνους. Αυτό έχουν καταλάβει οι περισσότεροι Ελληνες, και γι’ αυτό είναι πρόθυμοι να ρισκάρουν μιαν αλλαγή.

Η βαριά καταδίκη του Βασίλη Παπαγεωργόπουλου προκάλεσε δύο ταυτόχρονες αντιδράσεις: επικρότηση της τιμωρίας, αλλά και έκπληξη για την επιβληθείσα ποινή. Επιτέλους, να μπει ένας διεφθαρμένος πολιτικός στη φυλακή. Αλλά ισόβια;

Οι δύο αντιδράσεις δεν είναι αντινομικές· συμπληρωματικές είναι: η μία προέρχεται από τον πολίτη, η άλλη από τον άνθρωπο. Και εν συνεχεία, οι δύο συντίθενται σε έναν πιο περιεκτικό και ευρύ συλλογισμό: η διαφθορά ευθύνεται κυρίως για τη δεινή κρίση που παραλύει τη χώρα και βασανίζει τους ανθρώπους. Διεφθαρμένοι πολιτικοί και επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί αδιαφόρησαν και υπονόμευσαν τις αναγκαίες προσαρμογές της οικονομίας, χρηματίστηκαν για εξοπλισμούς, προμήθειες και έργα του Δημοσίου, συχνά περιττά ή ακατάλληλα, επέβαλαν ομερτά και τρόμο σε όλη την υπόλοιπη διοίκηση, διέχυσαν τη διαφθορά σε όλο το κοινωνικό σώμα ως τρόπο διοικείν και ως κυρίαρχο ήθος.

Η δημοκρατία δεν πρέπει να φέρεται εκδικητικά, αλλά δεν μπορεί να υπομένει επί μακρόν τον ευτελισμό της από ανάξιους λειτουργούς και αιρετούς ηγέτες, διότι αυτοακυρώνεται. Η καταδίκη του πρώην δημάρχου Θεσσαλονίκης σε ισόβια προοικονομεί βαριές ποινές σε αρκετές άλλες δίκες που εκκρεμούν, με κατηγορούμενους ανθρώπους που διαχειρίστηκαν πλημμελώς δημόσιες υποθέσεις. Πολλοί έχουν χάσει τον ύπνο τους. Ορθώς. Πρόκειται για ανθρώπους που πολιτεύθηκαν με τρομερή αλαζονεία, που αισθάνονταν ανέλεγκτοι, υπεράνω κανόνων και νόμων, αιώνιοι νομείς της εξουσίας και όχι υπηρέτες του δημόσιου συμφέροντος. Αλλωστε, κάποιοι εξ αυτών εξακολουθούν να βρίσκονται σε καίριες θέσεις του κράτους, αυτού που οι ίδιοι οδήγησαν στη χρεοκοπία, επιδιδόμενοι στο πλιάτσικο που ακολουθεί κάθε χρεοκοπία και διαχειριζόμενοι την αποικιοποίηση του ερειπιώνα.

Η τιμωρία, άρα, έχει παραδειγματικό χαρακτήρα. Και δρα ενισχυτικά για το δημοκρατικό φρόνημα που τόσο έχει υποφέρει τα τελευταία πολλά χρόνια από την κατά συρροήν παραγραφή αξιόποινων πράξεων πολιτικών προσώπων. Ολα τα μεγάλα σκάνδαλα πέρασαν από τα όργανα της Βουλής και κανένα δεν κατέληξε σε παραδειγματική τιμωρία. Αυτή η σκανδαλώδης απαλλαγή των επίορκων, η ομερτά μεταξύ φυλάρχων και κλεπτοκρατών, υπονόμευε διαρκώς την ισονομία και την ισοπολιτεία, τραυμάτιζε διαρκώς το πολίτευμα, και κλόνισε εντέλει την πίστη των πολιτών στη δημοκρατία. Η οικονομική καταστροφή, η πτώχευση, ήταν η υλική έκφραση της ήδη συντελεσθείσας ηθικής φθοράς.

Πόσο βαθιά θα πάει η τιμωρία των επίορκων; Θα θυσιαστούν μερικοί ήδη ξοφλημένοι και καμένοι, για να εξευμενιστεί το πλήθος, χωρίς να θιγούν οι μεγάλοι υπαίτιοι; Δεν το ξέρουμε. Ελπίζουμε ωστόσο η τιμωρία να μην είναι μαζική και τυφλή, αφενός, αλλά και να μην ξεφουσκώσει, να είναι δίκαιη και παραδειγματική· αφετέρου, να δράσει προωθητικά για την εκ παραλλήλου ανασυγκρότηση των θεσμών και την αναγέννηση της πολιτικής. Η τιμωρία μόνη δεν είναι αρκετή· απαιτείται υπέρβαση και αναδημιουργία.

To Mνημόνιο Στήριξης που προσυπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση τον περασμένο Μάιο έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί ένας διχασμός των πολιτικών δυνάμεων και του ίδιου του λαού, που διαπερνά έκτοτε τον δημόσιο βίο με άλλοτε άλλες κορυφώσεις. Τελευταία κορύφωση υπήρξαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, κατά τις οποίες η αποδοχή ή η απόρριψη του μνημονίου ετέθη ως δραματικό δίλημμα: υπέρ ή κατά της πατρίδος, με πρώτο κηρύξαντα τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Ο λαός άλλοτε υπέκυψε στο δίλημμα, με πολωτική εκδήλωση ψήφου, και άλλοτε το υπερέβη, είτε δια της αποχής και της λευκής ψήφου, είτε δια της εκλογής ανεξάρτητων ή πολυσυλλεκτικών αρχόντων. Ο διχασμός όμως παραμένει, κυρίως σαν διχογνωμία, σαν διχοστασία, αλλά και σαν βασανιστικό ερώτημα αναχρονισμού: Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι άλλο μπορούσε να γίνει;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν ουσιαστικό όφελος, από τη στιγμή που το ιστορικό ενδεχόμενο έχει μεταπέσει σε ιστορικό γεγονός. Πριν από την υπογραφή του Μνημονίου Στήριξης και των επαχθών όρων του, το περίφημο εξάμηνο μετά τις εκλογές του 2009, ο δανεισμός υπό τους όρους της τρόικας ήταν ένα ενδεχόμενο ανάμεσα σε μερικά άλλα. Αυτά τα “άλλα” δεν τα μάθαμε ποτέ, δεν μπήκαν στον επίσημο δημόσιο λόγο από την κυβέρνηση, άρα δεν είχαν την δυνατότητα να γίνουν γεγονός, παρέμειναν ενδεχόμενα, μάλιστα άδηλα και άρρητα. Ως ιστορικό γεγονός έμεινε το Μνημόνιο· βάσει αυτού τώρα ορίζεται ο δημόσιος λόγος, η υλικότητά του ορίζει και τον διχασμό που αναδύθηκε.

Κάτω βέβαια από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. Ιδίως τότε, στα χρόνια της ανάδυσης και στα χρόνια της ίδρυσης, παρατηρείται αδρά μια διττή στάση των υποκειμένων που αυτοαναγνωρίζονται ως Ελληνες: αφενός, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν ως Ελληνες αλλά ενσωματωμένοι στο επικυρίαρχο σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας (ή προσαρτημένοι σε άλλους επικυρίαρχους, αργότερα), αφετέρου, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν απελευθερωμένοι και ανεξάρτητοι από το επικυρίαρχο σύστημα, όσοι διαπνέονται από πνεύμα αντίστασης και εναντίωσης.

Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. Οχι μόνο όμως ως διχοστασία, σαφής και διακριτή κάθε φορά· συχνά, τα όπλα και η ρητορική του ενός γίνονται όπλα και ρητορική του άλλου, εκτρεπόμενα από την αρχική τους χρήση· συχνά επίσης οι διισταμένες τάσεις συγχωνεύονται σε μια τρίτη, προς μια κατάσταση ισορροπίας, ή και αποσύρονται οι εντάσεις εν όψει κινδύνων που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου.

Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα υπογραμμίζει όχι μόνο τις ποικίλες σχέσεις εξάρτησης που καλλιεργούν εγχώριες ελίτ, αλλά και τη σταθερά ιμπεριαλιστική διάθεση των υπερόριων ισχυρών φίλων προς τον αδύναμο γεωπολιτικό κρίκο. Επιπλέον, υπογραμμίζουν τη σχεδόν μόνιμη πνευματική καχεξία των υποτελών ελίτ και την αδυναμία τους να αρθρώσουν ένα επαρκώς αυτοτελές κοσμοείδωλο, διακριτή ταυτότητα, ιθαγενή σκέψη, αν όχι πρωτότυπη, τουλάχιστον αυτόνομη, γνήσια και λυσιτελή για το κοινό συμφέρον, για το κοινό καλό.

Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; Είπαμε, το ιστορικό γεγονός είναι το Μνημόνιο, όλα τα άλλα παρέμειναν ενδεχόμενα· άρα, οφείλουμε να πράξουμε βάσει του γεγονότος, επί του γεγονότος και πέραν αυτού· να μείνει πίσω αυτό και να δημιουργήσουμε άλλα γεγονότα, όχι να μηρυκάζουμε ενδεχόμενα. Από δω και πέρα.

Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.

Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου. Η κρίση φέρνει ευκαιρίες ― ιδού μια κοινοτοπία που μένει να υποστασιωθεί: Ευκαιρίες ερείπωσης ή ευκαιρίες αναγέννησης;

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 3 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.430 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: