You are currently browsing the tag archive for the ‘τύχη’ tag.

paul-celan

Δύο Φιλιππινέζες ανεβαίνουν τα σκαλιά του Αγίου Διονυσίου. Είναι προπαραμονή Πρωτοχρονιάς και ψιλοβρέχει. Στην εσοχή της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας ένας άνθρωπος ισχνός έχει κρύψει το πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατα. Στα πόδια του στέκεται ένα άδειο κύπελλο. Λίγο πιο πάνω, ένας παρόμοιος δεν έχει κρύψει το πρόσωπό του, το βλέμμα του είναι καρφωμένο σε μια ζελατίνα χάμω, με φωτογραφίες δύο παιδιών, ο τίτλος λέει «είμαι νηστικός, έχω παιδιά». Παραδίπλα, στην περίτεχνη αυλόθυρα της οικίας Σλίμαν, κόσμος μπαινοβγαίνει βιαστικά από το μπαζάρ του Νομισματικού Μουσείου. Στον γαλλικό φούρνο-καφέ οι προθήκες είναι στολισμένες με γκαλέτ ντυ ρουά, μπριός, κις, τάρτες. Είναι ζεστά και ήρεμα, οι πωλήτριες μιλούν ευγενικά, ζευγάρια με ψώνια πίνουν ζεστή σοκολάτα. Η λεωφόρος κοντοστέκεται ολιγόχρωμη λίγο πριν ανάψουν τα φώτα.

Την παραμονή ξυπνάω από ηλεκτρικά κάλαντα με beat box, μία-δύο-τρεις-τέσσερις φορές απανωτά, ύστερα το καλαντο-αυτοκίνητο μαρσάρει και κυλάει στην κατηφόρα. Στα αθηναϊκά στέκια τηρούνται οι παραδόσεις αλκοόλ και συναντήσεων· με κασκόλ και τραγιάσκες στα πεζοδρόμια. Ευχές, φίλοι από παλιά, τσουγκρίσματα, περιλήψεις βίων και προσδοκίες για το μέλλον, ευχές για υγεία και τύχη. Τύχη: φέτος την επικαλούνται όλοι παντού.

Το βαρύ παρόν τρυπώνει διαρκώς απ’ τις χαραμάδες: Αποκρύψεις, παραποιήσεις, τα γκόλντεν μπόις που ξιππάζονται, η αδικία και η ανισότητα. Ο περσινός θυμός κατασταλάζει φέτος σε ψυχρή, πικρή επίγνωση· σε ψυχρό μίσος, έλλογο σχεδόν, για το ψέμα, την κοροϊδία, την εξαπάτηση. Και σε περιφρόνηση, ανάμικτη με απελπισία, για την εθελοδουλία. Το παρατεταμένο σοκ, αφού περέλυσε τις πρώτες αντιστάσεις, τώρα παρέρχεται, αλλά εν τω μεταξύ πολλοί έχουν πληγεί καίρια, δεν ελπίζουν καν ότι θα βρεθούν στην προτέρα κατάσταση.

Οι πιο ψυχωμένοι, παρά τα πλήγματα, προσαρμόζονται και συνεχίζουν την ζωή τους εν ετέρα ισορροπία· μέρα τη μέρα, δημιουργοί και εφευρέτες του βίου, ακουμπώντας σε οικογένεια, αγαπημένα πρόσωπα, φίλους. Σκέφτονται πιο βαθιά, ποιητικά, χωρίς ποτέ να χάνουν την επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα. Ακούω έναν τέτοιο ψυχωμένο συνομήλικο, φίλο απ΄τα παλιά, κάτω απ’ το ουράνιο τόξο που στέφει τη σκυθρωπή Αθήνα και τη μεταμορφώνει. Η σκέψη του μεταμορφώνει και το δικό μου βλέμμα, φωτίζει το τούνελ του 2013, του πιο δύσκολου από τα δύσκολα χρόνια που σφράγισαν το δέρμα μας.

Στη βιαστική Σόλωνος ψιχαλίζει, στην Αλεξάνδρας όχι. Η φουρνάρισσα μαθαίνει ότι πάω για ένα τελευταίο τσούγκρισμα και κερνάει μια δεκάδα λαχταριστά κουλούρια και τέσσερις ελιόπιτες: «να τις ζεστάνετε λίγο, για το κρασί». Η παρέα ενθουσιάζεται, αναμίξ ηλικίες και γενεές, κρασιά τσουγκρίζουν με ξέχειλες μπίρες και βότκες, τελευταία νέα για μωρά και εφήβους. Ακόμη μια φορά παρατηρώ την εκλεπτυσμένη αισθητική της νεότερης γενιάς· δεν βλέπεις διαφορετικά πράγματα στα νεανικά μαγαζιά του Βίλατζ, του Μπρούκλιν, της Βαρκελώνης, το αθηναϊκό hippy chic έχει χαρακτήρα, ένταση, εύρος.

Αναρωτιέμαι: Πώς θα σταθούν όρθια αυτά τα παιδιά στα σκοτεινά χρόνια που έρχονται; Είναι στυλάτα, είναι και ανθεκτικά; Θα επινοήσουν νέους εαυτούς, θ’ αντέξουν, θα ανοίξουν παράπλευρους δρόμους. Ελπίζω μόνο να μη χάσουν τη γλώσσα, να μη φτωχύνουν μες στα κρεολικά αγγλικά, να ενσωματώσουν ποιήματα και τραγούδια στη φωνή τους. Οπως και να ‘χει, με εγκαρδιώνουν, αισθάνομαι ότι η ζωή κυλάει από γενιά σε γενιά, σαν το ουράνιο τόξο που ένωσε Λυκαβηττό και Ακρόπολη, τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Ταχτσή με τον Περικλή και τον Απόστολο Παύλο: συνέχειες, τομές, διάρκειες.

Αυτό που ζούμε τώρα είναι ρήξη, είναι γκρεμός, λυκόφως. Πώς θα είναι η απένταντι όχθη;

«Κερί,
να σφραγιστεί το άγραφο
που μάντεψε
το όνομά σου
που αποκρυπτογραφεί
το όνομά σου.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Δάχτυλα, κερωμένα κι αυτά,
τραβηγμένα μέσα από ξένα
πονεμένα δαχτυλίδια.
Σαν το κερί λιώνουν τα άκρα τους.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Κενές από χρόνο οι κερήθρες του ρολογιού,
γαμήλιο το σμάρι των μελισσών,
έτοιμο για ταξίδι.

Ελα, πλεούμενο φως.»

(Πάουλ Τσέλαν, Με γράμμα και ρολόι)

Δεν είναι οχτώ ακόμη, αλλά έχει νυχτώσει. Ανάμεσα σε αστράκια μπαρ και βιαστικούς τελευταίους, φρουροί με πλήρη εξάρτυση φυλάνε τα σβηστά γραφεία ενός άδειου κόμματος.

Advertisements

Η πόλη ξαναποκτά τον θόρυβο και την τυρβώδη της ροή, ώς το απομεσήμερο· τα μαγαζιά ανοίγουν και υποδέχονται τους λιγοστούς πελάτες, στα καφενεία σταθμεύουν περαστικοί για μια γρήγορη γουλιά καφέ, αράζουν χασομέρηδες για πολλές αργόσυρτες γουλιές, οι τροχονόμοι σπρώχνουν την κίνηση μέχρι να την κόψουν για να περάσει άλλη μια πορεία εργαζόμενων, εύτακτες πορείες συνήθως, μαχητικές αλλά και λίγο μελαγχολικές: οι επιχειρήσεις κλείνουνε, οι δουλειές χάνονται, οι διαμαρτυρίες μένουν και ξεθυμαίνουν σιγά σιγά, σβήνουν μες στην απόγνωση, σε μια τεράστια απορία: Πώς ζουν τις οικογένειές τους αυτοί οι άνθρωποι που ξεμένουν με τετρακόσια ευρώ επίδομα ανεργίας για δώδεκα μήνες, κι ύστερα γλιστρούν στο βάραθρο των μακροχρόνιων ανέργων; Τι συμβαίνει στα παιδιά τους αν αρρωστήσουν; Πώς θα πάνε σχολείο φέτος; Πώς θα θερμάνουν το σπίτι; Τέτοια σκέφτεσαι καθώς, τυχερός και προνομιούχος, ξυρισμένος και βιαστικός, περνάς από έναν παράλληλο δρόμο, για να πας στη δουλειά σου. Εχεις δουλειά ― αυτό είναι ήδη προνόμιο.

Καθώς βραδιάζει, ευλογάς την τύχη σου που έχεις δουλειά· δεν είναι δικαίωμα πια, είναι τύχη. Σαν την καλή υγεία: φροντίζεις την υγεία σου, αλλά δεν μπορείς να αποφύγεις ένα ατύχημα, μια απροσδόκητη ασθένεια. Να ‘χουμε την υγειά μας ― σ’ αυτό προστίθεται πια το “να ‘χουμε τη δουλειά μας”, ένα μεροκάματο. Αλλά κι όταν το ‘χεις εσύ και το στερείται ο διπλανός σου, ο πρώην συνάδελφος, ο γείτονας, ο συγγενής, ο φίλος; Να ένα δυσάρεστο ερώτημα.

Σταδιακά, αισθάνεσαι μια μορφή ενοχής που έχεις ακόμη δουλειά και εξυπηρετείς τις ανάγκες της οικογένειάς σου, χωρίς να έχει κλονιστεί εκ θεμελίων ο βίος. Γιατί γλίτωσες εσύ; Πώς σώθηκες; Και γιατί οι άλλοι γύρω σου βουλιάζουν; Είσαι πιο άξιος άραγε ή πιο τυχερός; Και γιατί ν’ αξίζεις εσύ τέτοια τύχη κι ο άλλος όχι;

Οσο φουντώνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης, τόσο θα θεριεύει η υπόγεια ενοχή. Ενοχή; Ναι, την έχουν περιγράψει δραματικά οι επιζήσαντες των στρατοπέδων εξόντωσης: αισθάνονταν συντετριμμένοι που έζησαν, ενώ άλλοι, οι περισσότεροι, αφανίστηκαν. Υπό αναλογία, σε τούτη την καταστροφή που σιγοκαίει και φουντώνει, οι έχοντες δουλειά, οι έχοντες τρόπο ακόμη να κρατήσουν το σπίτι τους, είναι οι επιζήσαντες που ντρέπονται, καθώς αντικρίζουν γύρω τους αυτούς που γονατίζουν, αυτούς που βουλιάζουν.

Μετά, σε κυκλώνουν κι άλλες ντροπές. Ακούς για ένα ίδρυμα κοινωφελές, ένα σχολείο για παιδιά με νοητική υστέρηση, το ιστορικό Σικιαρίδειο, που κλείνει γιατί το κράτος του έκοψε την επιχορήγηση. Διακόσιες ψυχούλες, και διακόσιες οικογένειες πίσω τους, και δάσκαλοι και θεραπευτές, αφιερωμένοι όλοι στη μάχη της ζωής, μαχητές του χαμόγελου, πετιούνται στον Καιάδα των περικοπών. Το Σικιαρίδειο, ιδρυθέν το 1939, πρόσφερε τις φιλάνθρωπες υπηρεσίες του εν καιρώ πολέμου, κατοχής, πείνας και φτώχειας. Το 2012 η Ελλάδα αποφασίζει ότι δεν μπορεί πλέον να βοηθά τα αδύναμα ή τα πιο άτυχα μέλη της κοινωνίας. Πάλι τα ίδια: Νιώθω σαν να έκοψα εγώ το κονδύλι των 1,5 εκατομμυρίων ευρώ από το Ιδρυμα, σαν να τα καταδικάζω εγώ προσωπικά τα παιδιά αυτά τα υστερούντα να μάθουν να διαβάζουν, να γράφουν, να ζωγραφίζουν, να χαμογελούν. Νιώθω να με κοιτά με παράπονο και επιτίμηση ο ξάδελφος μου ο Λάκης, με σύνδρομο Ντάουν εκ γενετής, ο πάντα γελαστός μες στη δική μου οικογένεια. Νιώθω ένοχος , μέλος μιας κοινωνίας τυχερών που αποστρέφει το βλέμμα της απ’ τους άτυχους, που τους ξεφορτώνεται.

Κυκλωμένος ακόμη από βλέμματα παιδιών, από σβησμένα γέλια και παράπονα, γυρνώ στη νυχτερινή πόλη. Είναι σιγαλή απόψε, μαζεμένη στις έγνοιες της, ίσως στις ενοχές της. Περνώ από τους ίδιους δρόμους τους πρωινούς, της βιάσης και της βιοπάλης. Στα μπαρ του ιστορικού κέντρου, γύρω από εκκλησίες και κατεβασμένα ρολά πτωχευμένων μαγαζιών, τιτιβίζουν λιγοστά πουλιά, νέοι άνθρωποι, ανέπαφοι φαινομενικά από τη διάχυτη κατάθλιψη. Σιγοπίνουν κι ακούνε τζαζ, Night and Day, χωρίς να φωνασκούν, χωρίς να ποζάρουν, σαν κάτι να ‘χει αλλάξει ακόμη και στους κώδικες του μπαρ. Κάτι έχει αλλάξει πράγματι, βαθύ: στους ψίθυρους και στις κινήσεις, στα νεύματα και στις ματιές, ανεπαισθήτως, διακρίνεις συστολή, σπίθες ντροπής, ενοχή ατομική για τη συλλογική κατάντια. Είναι οι τυχεροί εδώ, μα γύρω τους, παντού γύρω, ακούγονται μυριάδες άτυχοι. Αυτό μας κάνει άλλους.

Εικόνα: Ο αρχάγγελος Μιχαήλ παιδεύει την ψυχήν του πλουσίου. Χαλκογραφία του Λέσβιου χαράκτη Ιωάννη Κωνσταντίνου Καλδή. Άγιον Όρος. Περί το 1878.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.215 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: