You are currently browsing the tag archive for the ‘τζαζ’ tag.

Η είδηση του θανάτου της Τζένης Βάνου με οδήγησε ακαριαία στη συνέντευξή της στην Καθημερινή της Κυριακής, τα Χριστούγεννα του 2010 («Ολη η ζωή μου είναι ένα δυνατό μελό»). Θυμήθηκα αχνά το περίτεχνο σκαρίφημα βίου που είχε αποδώσει η Γιώτα Συκκά μέσα από τη συνομιλία της με τη σπουδαία τραγουδίστρια. Ανέτρεξα στο αρχείο και ανασυστήθηκε μπρος στα μάτια μου η συνομιλία, ο πολυκύμαντος βίος, η αδρή προσωπογραφία, μια ολόκληρη εποχή και μια Ελλάδα, όχι μακρινή αλλά μισοξεχασμένη και παρερμηνευμένη.

Οταν είδα εκτενείς αναπαραγωγές αυτής της συνέντευξης (δυστυχώς χωρίς τη δέουσα παραπομπή και απόδοση), θυμήθηκα επίσης τις πολλές συζητήσεις με τη συνάδελφο και φίλη Γιώτα, για την αξία τέτοιων (αυτο)προσωπογραφιών, για την αξία να συναντάς τις περασμένες δόξες, τις μισοξεχασμένες, και να τιμάς τους ανθρώπους. Διότι, τιμώντας τους παλαιούς καλλιτέχνες, τιμάς και το κοινό τους, ανασυστήνεις εποχές, ενώνεις το παρελθόν με το παρόν, κρατάς αναμμένη τη μνήμη, προσφέρεις μαρτυρίες και τεκμήρια στην άγραφη ακόμη Ιστορία.

Αυτή είναι η στερνή γνώση. Στην αφετηρία ωστόσο βασικό μέλημά μας είναι πάντα το ανάγνωσμα να προσφέρει χαρά· χαρά σε αυτούς που το κατασκευάζουν, συνεντευξιαζόμενο και συνεντεύκτη, και κυρίως να προσφέρει χαρά σε αυτούς που το διαβάζουν, αισθητική απόλαυση, ερέθισμα για σκέψη, για αναστοχασμό.

Με αυτά τα κριτήρια, η συνέντευξη της Τζένης Βάνου είχε πετύχει τους στόχους της. Η ζωή ανάβλυζε από κάθε φράση της, από τα συμβάντα, τις περιγραφές, τα αισθήματα, τους επιμέρους απολογισμούς. Διαβάζεις και ακούς ήδη τα τραγούδια της. Ακούς τη Φωνή: την έκταση, το σπάνιο μέταλλο, το χρώμα, το αίσθημα. Σου θυμίζει την έκταση και την ορμή της Ιταλίδας Μίνας. Ταυτοχρόνως, ακούς την εποχή, τις εποχές της φωνής: την «ελαφρά», την τζαζ εποχή του ’60, τα λαϊκά του ’70, τα καψούρικα του ’80. Μια ελληνική διαδρομή. Με ποικίλες προσλήψεις, με ποικίλα ακροατήρια, που αλλάζουν μες στο χρόνο, καθώς αλλάζουν τα γούστα, οι συνήθειες, η κοινωνία. Μια ελληνική διαδρομή σε απρόσμενους τόπους, όπως μου τη διηγήθηκαν φίλοι: τραγούδια έρωτα παιγμένα σε νυχτερινές κούρσες στη Νέα Υόρκη και στην Αβάνα.

Εχουν μεγάλη αξία αυτές οι καταγραφές βίων και αισθημάτων. Αξία όχι μόνο ιστορική, αλλά και παιδευτική, εμψυχωτική, τονωτική του αισθήματος κοινότητας. Βοηθούν να ξαναδούμε το βιωμένο παρελθόν με έμπειρο βλέμμα, να το κρίνουμε και να το αποτιμήσουμε. Προσφέρουν ένα όχημα για να κάνουμε τη νοσταλγία δημιουργική, προωθητική.

Ας πούμε, τα χρόνια του ’60 και του ’70 συχνά παρουσιάζονται ως απωλεσθέντες μικροπαράδεισοι, κυρίως από νεότερους ανθρώπους που προσεγγίζουν το παρελθόν αναχρονιστικά και αισθητικά. Ακούγοντας την εξομολόγηση της Τζένης Βάνου, μαζί με την προσωπική περιπέτεια, ακούς ταυτόχρονα την κοινωνία της εποχής, τις προκαταλήψεις, τη θεσμισμένη βία της, την αισιοδοξία των ανθρώπων, την πίστη στη ζωή. Με διαφορετικές φόρμες ακούς καθαρά ή υπόκωφα όλες τις εποχές και το habitus κάθε εποχής, στα δροσερά τραγούδια του ’60, στα λαϊκά του ’70, στα καψούρικα του ’80, στη διαρκή επίκληση του έρωτα, της αγάπης, του αγγίγματος. Κλιμακωτά και φυγόκεντρα, κυματιστά, με επαναλήψεις και ρήγματα, ακούς τη ζωή.

Advertisements

Πριν από μέρες έπεσα πάνω σ’ ένα βίντεο στο YouTube, εκ παραπομπής Facebook. Κωσταντής Πιστιόλης – ηπειρώτικα και τζαμαρίσματα, ο τίτλος. Ενα ερασιτεχνικό βίντεο γυρισμένο 25 Σεπτεμβρίου στην οικία του ακορντεονίστα Αλέκου Καμπουράκη, όπου είχαν μαζευτεί μουσικοί να τιμήσουν τα γενέθλια του συναδέλφου τους. Κλαρίνο και τραγούδι ο 24χρονος Κωσταντής Πιστιόλης, ακορντεόν ο οικοδεσπότης, κοντραμπάσο ο Πάνος Τσίτσικας, σαντούρια, βιολιά, μαντολίνο, κιθάρες παιδιά απόφοιτοι του Μουσικού Λυκείου Παλλήνης.

Τα 22 λεπτά του κακοφωτισμένου βίντεο αποκαλύπτουν μιαν άλλη Ελλάδα. Εγκαρδιωτική. Δεν είναι μόνο η ποιότητα της μουσικής και των μουσικών, είναι το ήθος και το αίσθημα που αναβλύζει, η δύναμη, η αισιοδοξία, ο αισθητικός και πνευματικός πλούτος. Κι είναι ένα ελπιδοφόρο μπόλιασμα της παράδοσης πάνω στον ίλιγγο του καιρού μας.

Ο Κωσταντής κατάγεται από την Κόνιτσα και έχει βγει από το Λύκειο Παλλήνης· παίζει κλαρίνο, άσκαυλο, τρομπέτα, φλάουτο, ό,τι πνευστό πέσει στα χέρια του. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχει στο συγκρότημα του Γιάννη Χαρούλη. Επί σκηνής είναι ένας αρχαίος και υπερμοντέρνος ράστα που παίζει με όλο του το σώμα, χορεύει, τραγουδάει, δονείται σαν ροκ περφόμερ. Αγαπημένα του τραγούδια τα δημώδη ηπειρώτικα «Ξενιτεμένα μου πουλιά», «Ποιος πλούσιος απέθανε», με τις απροσδόκητα πλούσιες αναφορές στη σημερινή συνθήκη: «Ωρέ ξενιτεμένα μου πουλιά, πω πω, στο κόσμο σκορπισμένα. Η ξενιτιά σας χαίρεται, πω πω, τα νιάτα τα γραμμένα», και «Ποιος πλούσιος απέθανε και πήρε βιος γιέ μου μαζί του. Ωρέ πήρε τρεις πήχες σάβανο να ντύσει ο μαύρος το κορμί του».

Η βιρτουοζιτέ του 24χρονου Κονιτσιώτη είναι το προφανές. Το βαθύτερο είναι η αναπάντεχα δημιουργική σχέση αυτών των νέων παιδιών με την παράδοση· πώς κατορθώνουν να την κάνουν δραστική και απολύτως σύγχρονη τέχνη, να την μπολιάζουν με τον ηλεκτρισμό, τα ήθη της ροκ συναυλίας και του κλαμπ, με τη σημερινή ευαισθησία.

Ο νους τρέχει αμέσως στον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Γιάννη Αγγελάκα: είναι οι δύο τραγουδοποιοί με την μεγαλύτερη επιρροή και δημοφιλία σήμερα. Και οι δύο αναμιγνύουν διαρκώς τον ηλεκτρισμό με τα παραδοσιακά, το δημώδες με το ροκ, το λαϊκό με το μοντέρνο. Και οι δύο λατρεύονται σε μια ηλικιακή γκάμα που αρχίζει από τους τινέιτζερ και φτάνει στους εξηντάρηδες ― τρεις γενιές!

Είναι και οι δυο πενήντα-κάτι. Και φυσικά δεν είναι όμοιοι καλλιτεχνικά. Ο Θανάσης έκανε καριέρα σχετικά μεγάλος· ξεκίνησε από τα λαϊκά και βαθμιαία ανοίχτηκε στον ηλεκτρικό ήχο, τις πρωτοριακές αναζητήσεις, τις σιωπές. Και πάντα με σύνθετο, δύσκολο στίχο, σμίγοντας αξεδιάλυτα δημώδεις δεκαπεντασύλλαβους με Πεσσόα («Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος, η χαραυγή θα σε ξεκάνει»).

Ο Αγγελάκας ηγείτο της σημαντικότερης ροκ μπάντας: οι Τρύπες προσφέρουν ακόμη και σήμερα ροκ μύηση στους έφηβους. Μαζί με και μετά τις Τρύπες, ο Αγγελάκας, ήδη ροκ σταρ, προσέγγισε ταυτόχρονα το ρεμπέτικο και την πρωτοπορία, κι έκανε μερικά σπουδαία λαϊκά-ποπ τραγούδια. Η «Γιορτή», το «Σιγά μην κλάψω σιγά φοβηθώ, το Σαράβαλο («Ποιος κλαίει μέσα μου και μου λέει / ξύπνα δεν είναι όνειρο το χιόνι που μας καίει / η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει»), είναι ολοκληρωμένες καταγραφές του κόσμου μας, μετουσιωμένες με πολυφωνικά και ροκ τραγουδίσματα, με μπαγλαμάδες και tapes. Εθνικοί ύμνοι.

Αναπόφευκτα ο νους τρέχει στους Mode Plagal, στον τζάζμαν σαξοφωνίστα Θοδωρή Ρέλλο και τον ροκ κιθαρίστα Κλέωνα Αντωνίου, όταν αναδημιούργησαν εμπνευσμένα σε τζαζ πριν από δύο δεκαετίες, «Στης πικροδάφνης τον ανθό», το στοιχειωμένο τραγούδι στο φιλμ Σπιρτόκουτο του Γ. Οικονομίδη, που άνοιξε νέους δρόμους στο ελληνικό σινεμά. Οι Mode Plagal δεν έγιναν ποτέ σταρ, αλλά η επιρροή τους παραμένει ανεπανάληπτη και η παρουσία τους διαρκώς γόνιμη. Πιο πρόσφατα, άλλοι νεότεροι, όπως οι Χαΐνηδες, ή ο Γιάννης Χαρούλης με τα μοναδικά φωνητικά και εκφραστικά προσόντα, συνεχίζουν αυτή την επαναπροσέγγιση της παράδοσης. Και είναι εντυπωσιακά δημοφιλείς.

Γιατί; Προσφέρουν γενεαλογία, γείωση, ρίζες, ταυτότητα. Βακχεία και όνειρο. Υπηρετούν τη βαθύτατη και διαρκή ανάγκη για μια τέχνη λαϊκή και ιστορική, υψηλή και άμεση, δραματική αλλά όχι συναισθηματολογούσα, πικρή αλλά όχι μαύρη, όπου συνυπάρχουν λυτρωτικά η αποδοχή του θανάτου και η δόξα της ζωής. Ο Θανάσης, ο Αγγελάκας, οι Mode Plagal, οι πενηντάρηδες, μαζί με τους εικοσάρηδες Xαρούλη, Πιστιόλη, τα παιδιά της Παλλήνης, προβάλλουν το σκοτεινό παρόν στο φωτεινό μέλλον.

Η πόλη ξαναποκτά τον θόρυβο και την τυρβώδη της ροή, ώς το απομεσήμερο· τα μαγαζιά ανοίγουν και υποδέχονται τους λιγοστούς πελάτες, στα καφενεία σταθμεύουν περαστικοί για μια γρήγορη γουλιά καφέ, αράζουν χασομέρηδες για πολλές αργόσυρτες γουλιές, οι τροχονόμοι σπρώχνουν την κίνηση μέχρι να την κόψουν για να περάσει άλλη μια πορεία εργαζόμενων, εύτακτες πορείες συνήθως, μαχητικές αλλά και λίγο μελαγχολικές: οι επιχειρήσεις κλείνουνε, οι δουλειές χάνονται, οι διαμαρτυρίες μένουν και ξεθυμαίνουν σιγά σιγά, σβήνουν μες στην απόγνωση, σε μια τεράστια απορία: Πώς ζουν τις οικογένειές τους αυτοί οι άνθρωποι που ξεμένουν με τετρακόσια ευρώ επίδομα ανεργίας για δώδεκα μήνες, κι ύστερα γλιστρούν στο βάραθρο των μακροχρόνιων ανέργων; Τι συμβαίνει στα παιδιά τους αν αρρωστήσουν; Πώς θα πάνε σχολείο φέτος; Πώς θα θερμάνουν το σπίτι; Τέτοια σκέφτεσαι καθώς, τυχερός και προνομιούχος, ξυρισμένος και βιαστικός, περνάς από έναν παράλληλο δρόμο, για να πας στη δουλειά σου. Εχεις δουλειά ― αυτό είναι ήδη προνόμιο.

Καθώς βραδιάζει, ευλογάς την τύχη σου που έχεις δουλειά· δεν είναι δικαίωμα πια, είναι τύχη. Σαν την καλή υγεία: φροντίζεις την υγεία σου, αλλά δεν μπορείς να αποφύγεις ένα ατύχημα, μια απροσδόκητη ασθένεια. Να ‘χουμε την υγειά μας ― σ’ αυτό προστίθεται πια το “να ‘χουμε τη δουλειά μας”, ένα μεροκάματο. Αλλά κι όταν το ‘χεις εσύ και το στερείται ο διπλανός σου, ο πρώην συνάδελφος, ο γείτονας, ο συγγενής, ο φίλος; Να ένα δυσάρεστο ερώτημα.

Σταδιακά, αισθάνεσαι μια μορφή ενοχής που έχεις ακόμη δουλειά και εξυπηρετείς τις ανάγκες της οικογένειάς σου, χωρίς να έχει κλονιστεί εκ θεμελίων ο βίος. Γιατί γλίτωσες εσύ; Πώς σώθηκες; Και γιατί οι άλλοι γύρω σου βουλιάζουν; Είσαι πιο άξιος άραγε ή πιο τυχερός; Και γιατί ν’ αξίζεις εσύ τέτοια τύχη κι ο άλλος όχι;

Οσο φουντώνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης, τόσο θα θεριεύει η υπόγεια ενοχή. Ενοχή; Ναι, την έχουν περιγράψει δραματικά οι επιζήσαντες των στρατοπέδων εξόντωσης: αισθάνονταν συντετριμμένοι που έζησαν, ενώ άλλοι, οι περισσότεροι, αφανίστηκαν. Υπό αναλογία, σε τούτη την καταστροφή που σιγοκαίει και φουντώνει, οι έχοντες δουλειά, οι έχοντες τρόπο ακόμη να κρατήσουν το σπίτι τους, είναι οι επιζήσαντες που ντρέπονται, καθώς αντικρίζουν γύρω τους αυτούς που γονατίζουν, αυτούς που βουλιάζουν.

Μετά, σε κυκλώνουν κι άλλες ντροπές. Ακούς για ένα ίδρυμα κοινωφελές, ένα σχολείο για παιδιά με νοητική υστέρηση, το ιστορικό Σικιαρίδειο, που κλείνει γιατί το κράτος του έκοψε την επιχορήγηση. Διακόσιες ψυχούλες, και διακόσιες οικογένειες πίσω τους, και δάσκαλοι και θεραπευτές, αφιερωμένοι όλοι στη μάχη της ζωής, μαχητές του χαμόγελου, πετιούνται στον Καιάδα των περικοπών. Το Σικιαρίδειο, ιδρυθέν το 1939, πρόσφερε τις φιλάνθρωπες υπηρεσίες του εν καιρώ πολέμου, κατοχής, πείνας και φτώχειας. Το 2012 η Ελλάδα αποφασίζει ότι δεν μπορεί πλέον να βοηθά τα αδύναμα ή τα πιο άτυχα μέλη της κοινωνίας. Πάλι τα ίδια: Νιώθω σαν να έκοψα εγώ το κονδύλι των 1,5 εκατομμυρίων ευρώ από το Ιδρυμα, σαν να τα καταδικάζω εγώ προσωπικά τα παιδιά αυτά τα υστερούντα να μάθουν να διαβάζουν, να γράφουν, να ζωγραφίζουν, να χαμογελούν. Νιώθω να με κοιτά με παράπονο και επιτίμηση ο ξάδελφος μου ο Λάκης, με σύνδρομο Ντάουν εκ γενετής, ο πάντα γελαστός μες στη δική μου οικογένεια. Νιώθω ένοχος , μέλος μιας κοινωνίας τυχερών που αποστρέφει το βλέμμα της απ’ τους άτυχους, που τους ξεφορτώνεται.

Κυκλωμένος ακόμη από βλέμματα παιδιών, από σβησμένα γέλια και παράπονα, γυρνώ στη νυχτερινή πόλη. Είναι σιγαλή απόψε, μαζεμένη στις έγνοιες της, ίσως στις ενοχές της. Περνώ από τους ίδιους δρόμους τους πρωινούς, της βιάσης και της βιοπάλης. Στα μπαρ του ιστορικού κέντρου, γύρω από εκκλησίες και κατεβασμένα ρολά πτωχευμένων μαγαζιών, τιτιβίζουν λιγοστά πουλιά, νέοι άνθρωποι, ανέπαφοι φαινομενικά από τη διάχυτη κατάθλιψη. Σιγοπίνουν κι ακούνε τζαζ, Night and Day, χωρίς να φωνασκούν, χωρίς να ποζάρουν, σαν κάτι να ‘χει αλλάξει ακόμη και στους κώδικες του μπαρ. Κάτι έχει αλλάξει πράγματι, βαθύ: στους ψίθυρους και στις κινήσεις, στα νεύματα και στις ματιές, ανεπαισθήτως, διακρίνεις συστολή, σπίθες ντροπής, ενοχή ατομική για τη συλλογική κατάντια. Είναι οι τυχεροί εδώ, μα γύρω τους, παντού γύρω, ακούγονται μυριάδες άτυχοι. Αυτό μας κάνει άλλους.

Εικόνα: Ο αρχάγγελος Μιχαήλ παιδεύει την ψυχήν του πλουσίου. Χαλκογραφία του Λέσβιου χαράκτη Ιωάννη Κωνσταντίνου Καλδή. Άγιον Όρος. Περί το 1878.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Αδιανόητο για το δυτικό νομικό πολιτισμό να παραμένουν προφυλακισμένοι άνθρωποι χωρίς να τους έχει απαγγελθεί κατηγ… twitter.com/i/web/status/1… 19 hours ago
  • Αν ο κ. Μητσοτάκης ακολουθεί εθνική πολιτική όπως του την υπαγορεύει η ακροδεξιά του κόμματός του, τότε θα δει την… twitter.com/i/web/status/1… 2 days ago
  • Η αριστερά στην Ευρώπη αναζητεί τον εαυτό της και τρόπους να αντισταθεί στην επέλαση της ακροδεξιάς. Τίποτε δεν είν… twitter.com/i/web/status/1… 2 days ago
  • Είναι θλιβερό για τον Έλληνα που προσβλέπει στην Ευρώπη, με κριτική & σκεπτικισμό έστω, να διαπιστώνει ότι ενώ στο… twitter.com/i/web/status/1… 5 days ago
  • Σήμερα στο @Realfm978 ρωτήθηκα για το «νέο δεξιό κόμμα»: Είναι απλό να δούμε τι συμβαίνει. Ποιος ωφελήθηκε από τη… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • H προτεινόμενη πολύ μεγάλη αύξηση (από 1,1% σε 2%) για την άμυνα και ασφάλεια στο νέο (2021-2027) δημοσιονομικό πλα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 995,831 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: