You are currently browsing the tag archive for the ‘σύνταξη’ tag.

Ο έμπορος της Σόλωνος είχε καθυστερήσει τη δόση του στην εφορία. Η εφορία πάγωσε τον λογαριασμό όψεως στην τράπεζα, με τον οποίο κάνει τις πληρωμές του μέσω επιταγών. Ο έμπορος συγκέντρωσε επειγόντως ένα ποσόν, για να το αθροίσει με το υπόλοιπο του λογαριασμού και να εξοφλήσει το ληξιπρόθεσμο χρέος του. Ματαίως. Δεν μπορεί. Η τράπεζα δεν μεταβιβάζει το παρακρατημένο ποσόν του λογαριασμού στην εφορία· επικαλείται φόρτο εργασίας και έλλειψη προσωπικού λόγω του πρόσφατου κύματος εθελουσίων εξόδων. Τα χρήματα παραμένουν εγκλωβισμένα, και το χειρότερο: παραμένει μπλοκαρισμένος και αδρανής ο επαγγελματικός λογαριασμός όψεως. Ο έμπορος δεν μπορεί να καλύψει τις επιταγές του, να φανεί συνεπής στις τρέχουσες υποχρεώσεις του· τρέχει να προλάβει τις επιταγές σε συνεργάτες του, να τις πληρώσει μετρητά, χέρι χέρι, έχει τεθεί εκτός τραπεζικού συστήματος.

Δεν είναι μόνος· στο κατάστημα της τράπεζας που τον γνωρίζουν από δεκαετίες, του είπαν ότι σαν κι αυτόν έχουν εκατοντάδες μικρομεσαίους επιχειρηματίες, με παγωμένους λογαριασμούς.

Δεν σταματά εδώ. Με φιρμάνι της διοίκησης, όσοι οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές άνω των 5 χιλιάδων ευρώ στον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ) απειλούνται με κατάσχεση κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Ηδη έχουν εκδοθεί περίπου 6,5 χιλιάδες εντολές κατάσχεσης.

Οποιος έχει στοιχειώδη αίσθηση της αγοράς, γνωρίζει ότι 450 χιλιάδες μαγαζάτορες και ελευθεροεπαγγελματίες από καιρό δεν καταβάλλουν εισφορές, έχουν τεθεί εκτός ασφαλιστικού συστήματος. Πολλοί επιχείρησαν να κάνουν ρύθμιση του χρέους, με δόσεις, πλην όμως η ταυτόχρονη καταβολή δόσεων παλαιού χρέους και τρεχουσών οφειλών είναι αδύνατη εκ των πραγμάτων σε μια παγωμένη αγορά.

Πρόκειται περί δαιμονικού κύκλου. Οι εν αδυναμία μικρομεσαίοι οδηγούνται στη χρεοκοπία, αλλά δεν μένουν απλώς στον δρόμο, χωρίς δουλειά· επιπλέον απειλούνται με κατασχέσεις της περιουσίας τους και απώλεια της ελευθερίας τους. Ακόμη κι αν αποφύγουν την κατάσχεση ή τη φυλακή, θα χάσουν οριστικά τη σύνταξή τους, για την οποία πλήρωναν εισφορές είκοσι, είκοσι πέντε, τριάντα χρόνια. Εμποροι και επιχειρηματίες πενήντα και εξήντα χρόνων, νοικοκυραίοι και συνεπείς σε όλη τους την πορεία, μετά τέσσερα χρόνια κρίσης και αναδουλειάς, βλέπουν να χάνονται οι κόποι ολόκληρης ζωής και να απειλούνται με έσχατη ένδεια και αναξιοπρέπεια.

Αυτή η μαζική καταστροφή ανθρώπων πρέπει να ανασχεθεί. Να δοθεί μια περίοδος χάριτος, να κεφαλαιοποιηθούν τα παλιά χρέη, να δοθούν πολλές δόσεις όπως στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, να μπορούν οι εν αδυναμία έμποροι να μπουν στην κατώτατη κλίμακα εισφορών για ένα διάστημα. Προτάσεις έχουν υποβληθεί πολλές, ώστε και η κοινωνική κρίση να αμβλυνθεί και το κράτος να εισπράττει κάτι.

Αν χρεοκοπήσουν μαζικά οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, κατασχεθούν οι περιουσίες τους και στερηθούν θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, όπως η περίθαλψη και η σύνταξη, ποιο θα είναι το όφελος για τη χώρα; Ποιο θα είναι το δημοσιονομικό και εθνικό όφελος από τον αφανισμό μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης; Αδυνατούμε να κατανοήσουμε οποιοδήποτε όφελος από έναν τέτοιο βίαιο κοινωνικό μετασχηματισμό· αφεύκτως, βλέπουμε τη χώρα μεσοπρόθεσμα σαν ένα απέραντο δημογραφικό γηροκομείο ηλικιωμένων χωρίς σύνταξη, άνεργων μεσήλικων χωρίς καμία προοπτική, νεότερων ανθρώπων με μόνη διέξοδο τη μετανάστευση ή την εργασία των 586 ευρώ.

Για όσους αντέχουν ακόμη να πληρώνουν ενοίκιο ή δόση στεγαστικού, σούπερ μάρκετ και ασφάλιστρο, για όσους ψώνισαν φέτος σχολικά είδη στα παιδιά τους, η σαστισμάρα και η σύγχυση είναι ακόμη τα κυρίαρχα συναισθήματα. Οι σαστισμένοι όμως λιγοστεύουν διαρκώς. Και αυξάνονται οι ανήμποροι, οι αδρανείς, οι παραιτημένοι, οι γυμνοί· όσοι δεν πληρώνουν πια ασφαλιστικές εισφορές, ούτε εφορία, γιατί απλούστατα δεν δύνανται. Δεν έχουν. Δεν είναι εδώ πια, ανήκουν σε άλλο κόσμο, κινούνται σε άλλο χρόνο, όχι παρελθόντα, όχι στο φτωχό ’50 και το ’60 με τα μανταρισμένα πουλόβερ και τα γυρισμένα κοστούμια, ούτε καν εκεί. Αυτοί οι ανήμποροι προλέγουν ήδη το μέλλον. Τη γυμνή ζωή.

Ακούω ιστορίες πρώην νοικοκυραίων και μαστόρων, εργαζομένων από τα δώδεκα ή τα δεκαπέντε τους χρόνια, καταγόμενων από παραποτάμια ή ορεινά χωριά βαριά από ιστορία και μύθους. Ηρθαν στην Αθήνα παιδιά, μπήκαν τσιράκια ή κάλφες σε εργαστήρια, σε βιοτεχνίες, έγιναν μάστορες, μερικοί έγιναν και μικροεπιχειρηματίες, βιοτέχνες, όλοι είχαν επάγγελμα, προκοπή, τιμή, μεγάλωσαν, σπούδασαν και προίκισαν παιδιά. Ηταν περήφανοι για όσα επέτυχαν. Και σχεδίαζαν ήρεμα στον χρόνο τους βίους τους. Δεν ήσαν άρπαγες και άπληστοι, καφεδάκι στο καμινέτο το πρωί, φαΐ στο κατσαρολάκι απ’ το σπίτι το μεσημέρι ή ένα ζεστό πιάτο στα μαγέρικα της οδού Κολοκοτρώνη, σιέστα κλεφτή πάνω στον πάγκο εργασίας, και δουλειά ώς αργά το βράδυ. Επιστροφή με το μπλε λεωφορείο στις συνοικίες της αντιπαροχής.

Ολο το εμπορικό κέντρο ήταν γεμάτο από μαστόρους, επαγγελματίες, βιοτέχνες, εμπόρους, τεχνίτες. Στο τρίγωνο Μοναστηράκι – Ομόνοια – Σύνταγμα, μαζί με του Ψυρρή των τσαγκαράδων. Εκεί όπου σήμερα πληθωρίζονται καφέ, μπαρ, ουζερί, για χίπστερ και χασομέρηδες, άνεργους και άεργους, εκεί όπου κάποιοι βλέπουν ανάπτυξη μέσα από την κατανάλωση φρέντο και ρόκα–παρμεζάνα. Συνταξιοδοτούνται κακήν κακώς οι παλαιοί, άλλοι ολόκληρη με σαράντα χρόνια ένσημα, άλλοι προώρως μειωμένη, άλλοι χρεοκοπούν και κολλάνε κηδειόχαρτα «εκποίηση», «πωλείται η επιχείρηση», «ενοικιάζεται το παρόν, πληροφορίες εντός». Ο κόσμος της εργασίας και του εμπορίου φεύγει, το centro storico μετατρέπεται σε φαν παρκ για άνεργους, χώρος τράνζιτο γι’ ανθρώπους τράνζιτο, χωρίς προέλευση, ρίζα, προορισμό. Χώρος χωρίς χρόνο.

Ακούω ιστορίες, ανασυστήνω ζωές. Χήρες που σπούδασαν παιδιά πλένοντας σκάλες και γραφεία, ψήνοντας καφεδάκια κάτω απ’ το κλιμακοστάσιο για τους εργαζομένους στο μέγαρο, που είχαν σπίτι το παραχωρημένο υπόγειο πλάι στον λέβητα, στολισμένο με κεντήματα, χράμια και αγαλματίδια από αρχαίες μπομπονιέρες. Ζουν με την κατώτερη σύνταξη του ΙΚΑ, πάντα εκεί, πλάι στον λέβητα, στο πάντα στολισμένο δωμάτιο. Και καταριούνται αυτόν που τους έκοψε τη σύνταξη και τα φάρμακα για την οσφυαλγία και την πίεση. Που τους έκοψε το τελευταίο ξερό κλαδάκι της πληβείας ζωής.

Πίσω από κάθε ψηλό παράθυρο στα μαραμένα εμποροβιοτεχνικά μέγαρα του κέντρου, στις οδούς με τα ένδοξα ονόματα Χρυσοσπηλαιωτίσσης, Νικίου, Κολοκοτρώνη, Πραξιτέλους, Αιόλου, Ρόμβης, Κλειτίου, κινούνται ακόμη άνθρωποι και ξεδιπλώνονται ιστορίες. Οσοι πρόλαβαν τη σύνταξη του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, έζησαν ολόκληρο το greek dream και αποχώρησαν. Αλλοι δεν πρόλαβαν, τους μάγκωσε η χρονόπορτα και τους συνέθλιψε. Εδώ και καιρό αδυνατούν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη· υποαπασχολούμενοι, βγάζουν το νοίκι και ψωνίζουν γαύρο πρωινό στην Αγορά.

Ακούω το ευφρόσυνο καναρίνι στον 5ο όροφο βιοτεχνικής πολυκατοικίας· δεν το βλέπω γιατί με τυφλώνει η αντηλιά, πίσω απ’ το παμφάγο φως ξέρω όμως ότι ξεπροβάλλει μια αναλόγως εκθαμβωτική γωνία Ακροπόλεως. Το πορτοκαλί καναρίνι συναγωνίζεται το άμουσο ράδιο που φλυαρεί σε ακατάληπτη γλώσσα· και τα δύο συντροφεύουν τον παλαίμαχο τεχνίτη. Η λωρίδα φωτοσκόνης χαϊδεύει και εξωραΐζει παλαιές μεταλλοδερμάτινες πολυθρόνες, το μικρό ψυγείο, τον ψηλό πάγκο με το βαρύ σίδερο, ρεκλάμες, Κασμήρια ΔΔΔ, Ελληνοβρετανική, αρχαία φιγουρίνια με σταυρωτά γιλέκα, το τηλέφωνο βακελίτη, κάρτες για μανταρίστρες και κουμποτρυπούδες, το γκαζάκι οπωσδήποτε. Απέναντι ένας ξεχασμένος χρυσοχόος, ένας αδαμαντοκολλητής, λογιστικό γραφείο, μια φθαρμένη εμαγιέ επιγραφή Εισαγωγαί Υλικών Αργυροχρυσοχοΐας με περίτεχνα γράμματα Art Deco. Ενας θνήσκων κόσμος, ο κόσμος των τεχνών και του εμπορίου. Γεμάτος ζωές ακόμη, ίσκιους, παρουσίες, φωνές, έργα χειρών, ιστορίες με βουλευτές και εφέτες, αστεϊσμούς, κουμπαριές, με αλληλεγγύη και μικροδάνεια, με δόσεις και δοσίματα. Αντηλιά, σκόνη, ίσκιος. Ο ίσκιος της ζωής.

ζωγραφική: Πάρις Χαβιάρας

Απ΄το παράθυρο ξεπροβάλλει ο τρούλλος των βυζαντινών Αγίων Θεοδώρων. Ο ήλιος μετά τη βροχή χύνεται στο ραφείο του κύριου Ν. και το μεταμορφώνει μαγικά σε περίτεχνη installation: τις στολές ναυάρχων στην κρεμάστρα, τις παροπλισμένες ραπτομηχανές, το τεράστιο άδειο χρηματοκιβώτιο, κληρονομιά του προηγούμενου ενοίκου, το γκαζάκι, τα φλυτζανάκια Illy, το σακουλάκι του καφεκοπτείου Αρμενάκου. Ο ευγενέστατος οικοδεσπότης, με γραβάτα, γιλέκο και κασκόλ, σερβίρει φρεσκοψημένο καφέ. Στο αυτοσχέδιο σαλονάκι, ο κύριος Γιώργος, μέγας καλλιτέχνης στο ψαλίδι, από τους τελευταίους τεχνίτες της ραπτικής, χαμογελάει ― όπως πάντα. Τουίντ σακάκι, πουλόβερ, γραβάτα, μουστάκι. Κάνει μια περίληψη της ζωής του, περίληψη της μεταπολεμικής Ελλάδας:

Δουλεύω από δώδεκα χρονώ κι είμαι εβδομήντα εφτά, Σάββατο τέλειωσα το σχολείο, Δευτέρα πρωί έπιασα δουλειά. Στην Αθήνα ήρθα το ’53, μέναμε Σόλωνος 99, από κάτω πουλούσαν πιάνα, είχε κοριούς, παλεύαμε όλη νύχτα. Δεν σταμάτησα ούτε μια μέρα, μια φορά, ήμουν μάστορας, τσακώθηκα μες στο μαγαζί με συνάδελφο για δουλειά, κι έφυγα από κει. Κατεβαίνω στη Σταδίου, περνάει ο Παναγιώτης ο Αθανασάκης, μεγάλο ραφείο, μου λέει Γιώργο, πώς πάει; Πώς να πάει, έτσι κι έτσι… Αύριο έρχεσαι σε μένα. Ούτε μια μέρα δεν πρόλαβα να κάτσω. Από το ’56 είχα δικό μου μαγαζί στην πλατεία Καρύτση, δεν έφυγα ποτέ από ‘κει, την αγαπάω την Αθήνα, πήγα στη σχολή, δύο ψαλίδια έμαθα, γερμανικό, γαλλικό, ελάχιστοι ήξεραν ψαλίδι να βγάλουν ατομικό πατρόν στον πελάτη, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, έφτιαξα το περιβόλι το πατρικό κάτω στο χωριό, πορτοκαλιές, λεμονιές, πήρα σπίτι, σπούδασα τα παιδιά, δόξα τω Θεώ, χίλια κοστούμια το χρόνο έφτασα, είχα μαστόρους, κάλφες, βοηθούς, τις γιορτές ξενυχτούσαμε να παραδώσουμε, έχω ράψει όλο τον Αρειο Πάγο, τραπεζίτες, εφοπλιστάς, γιατρούς, όλα με τη βελόνα τα ‘κανα. Είμαι παιδί της Κατοχής, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, αλλά τώρα δεν ξέρω τι γίνεται, κύριε Νίκο, έκλεισα το μαγαζί τον Ιούνιο, είπα με τη γυναίκα μου παίρνουμε δύο συντάξεις, σπίτι έχουμε, χωριό έχουμε, δεν έχουμε ανάγκη. Δεν λογάριαζα ότι το παιδί μου θα χάσει τη δουλειά του, και η γυναίκα του το ίδιο, ανέλαβα το δάνειό τους, τους βοηθάω όπως μπορώ, φόροι, χαράτσια, ξανάπιασα τη βελόνα, Ιούνιο σταμάτησα, Σεπτέμβριο ξανάπιασα. Δεν σκοτίζομαι πια για μένα, από δώδεκα χρονώ δουλεύω, για τα παιδιά λέω, πού παει η Ελλάδα. Ωραίο πράγμα η οικογένεια, μου λέει η εγγόνα μου, τριώ χρονώ, παππού να φέρεις πορτοκάλια και αυγά…

Χαμογελάει μες στο ηλιόφως του Φλεβάρη ο κύριος Γιώργος, πάντα χαμογελάει όταν αφηγείται τη ζωή των Ελλήνων που έχτισαν τα πάντα από ερείπια και στάχτες, δουλεύοντας ακαταπαύστως ακόμη και τώρα στα εβδομήντα επτά τους στηρίζοντας παιδιά και εγγόνια. Η αφήγησή του, σμιλεμένη σε πέτρα, μου θυμίζει μια μακριά αλυσίδα παρόμοιων ιστοριών, που έχω ακούσει από τη μάνα μου, τις θειες μου, τον πατέρα μου, την πεθερά μου, τα παιδιά της Κατοχής που φιλάνε ακόμη το ψωμί όταν πέσει χάμω, που σπούδασαν παιδιά, τα προίκισαν, έχτισαν σπίτια, περιβόλια, πεζούλες, δρόμους, συνοικίες και προάστια, υπέμειναν εμφύλιο και δικτατορία, στερέωσαν δημοκρατία, κι έφτασαν στη σύνταξη, χωρίς εφάπαξ, όχι με τριακαντοπενταετία αλλά με σαράντα, πενήντα και εξήντα χρόνια δουλειάς, ελευθεροεπαγγελματίες και τεχνίτες με δεκαετίες ασθμαίνουσες ανασφάλιστες. Αυτοί οι άνθρωποι, γονείς και παππούδες, όσοι ζουν πλάι μας ακόμη, δεν παραπονιούνται, δεν βαρηγκομάνε, θυμούνται με αγαλλίαση τα χρόνια του ’50 και του ’60, τα αστικά γλεντάκια, τις μαρίδες και τις μπίρες, τους γάμους και τα βαφτίσια, τα γήπεδα, τα πανηγύρια στο χωριό, το ταγέρ που ράψανε, την καμπαρντίνα και την ρεπούμπλικα, εκ του υπερηφάνου υστερήματος. Ζούσαν καμαρώνοντας παιδιά και εγγόνια, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τα ανοίγματά τους και τις μικροσπατάλες τους, μουρμουρίζοντας κάθε τόσο ένα ξόρκι «να μην ξανάρθει Κατοχή».

Το ξόρκι δεν έπιασε. Στας δυσμάς του βίου τους, βίου κοπιώδους πλην ανοδικού και ελπιδοφόρου, αυτές οι απλές καρδιές, σαν τον κύριο Γιώργο, σαν τη φλωμπερική Φελισιτέ, σαν τους παπαδιαμαντικούς θυμόσοφους που καπνίζουν το τσιμπούκι τους σε ρόδινα ακρογιάλια, οι απλές καρδιές αντικρίζουν πάλι την εξορισμένη δυσχέρεια και στενοχωρούνται για τα παιδιά τους, για την Αθήνα που σπαράσσεται και φλέγεται, για την Ελλάδα που γονατίζει. Κι εμείς; Εμείς παίρνουμε δύναμη απ’ τη δύναμη του παραδείγματός τους.

φωτ.: Αγιοι Θεόδωροι, πλατεία Κλαυθμώνος

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 4 weeks ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 4 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.466 hits
Αρέσει σε %d bloggers: