You are currently browsing the tag archive for the ‘σπάνις’ tag.

FamilyShopping

Το καλοκαίρι προεκτείνεται αλλόκοτα μες στον Νοέμβριο. Στους δρόμους της πόλης άλλοι κυκλοφορούν με κοντομάνικα και μαύρα γυαλιά κι άλλοι με καμπαρντινάκια και μπότες. Η διχοστασία δείχνει τους ποικίλους δισταγμούς, μια ψευδαίσθηση πολλών επιλογών, τις πολλές παράλληλες στρατηγικές επιβίωσης· ο καθείς κοιτάει πώς να βολευτεί, πώς να διαπλεύσει τον πολλαπλώς ανησυχητικό χειμώνα του 2014 χωρίς καίριες απώλειες.

Η πολύμορφη, πλην καχεκτική, ατομικότητα εκδηλώνεται στους δρόμους. Ο φθινοπωρινός ήλιος φωτίζει από χαμηλά τα πρόσωπα και τα δείχνει σχεδόν πέτρινα, σμιλεμένα σε πάγο. Η αιθρία μαλακώνει τη δυσθυμία, αλλά μέχρι εκεί· δεν κατορθώνει να απογειώσει τα αισθήματα, τη λαχτάρα για ζωή. Υπό άλλες συνθήκες… Υπό άλλες συνθήκες, τα ραδιόφωνα θα παπαγάλιζαν από όρθρου βαθέος “καλά να περνάτε”. Υπό τις παρούσες συνθήκες, τα ράδια αναλύουν τους φόρους ακινήτων, κι όσοι έχουν ακόμη δουλειά και εισόδημα λογαριάζουν τους φόρους· οι άλλοι δεν νοιάζονται για φόρους, λογαριάζουν μόνο πόσο κοστίζουν δυο τσάντες στο σούπερ μάρκετ.

[Τα παιδιά του γυμνασίου φέρονται πιο ώριμα, σε κοιτάνε στα μάτια, είναι πιο μελαγχολικά, άλλαξαν τα τελευταία χρόνια, μου έλεγε φίλη καθηγήτρια στο Θησείο, έμπειρη και ευαίσθητη λειτουργός. Πιο ώριμα στα δεκατρία, δεκατέσσερα, τα υπερχαϊδεμένα και κακομαθημένα παιδιά της υπογεννητικής υπερχρεωμένης Ελλάδας. Ξεδιάλεγα αντιβιοτικά στο τραπέζι της κουζίνας και στ’ αυτιά μου αντηχούσε η λιτή περιγραφή της ωρίμανσης στα δεκατρία-δεκατέσσερα.]

Τα τραπεζάκια καταλαμβάνουν άπληστα τους πεζόδρομους, αλλά είναι τόσο πολλά τα καφενεία που δεν γεμίζουν ποτέ. Παρ’ όλ’ αυτά, διεκδικούν με πείσμα τον δημόσιο χώρο και τον κερδίζουν, τον καταπατούν. Οι διαβάτες ελίσσονται αυτοματικά σε στενούς διαδρόμους, πάνω από ποτήρια φρέντο. Περπατούν ξεκούρδιστα, μηχανικά.

Στα φτηνομάγαζα Tiger οι κυρίες της Ερμού βομβούν συγκρατημένα. Δανέζικο ντιζάιν και κόνσεπτ, ένα Ικέα τσέπης, όλα σελφ σέρβις, κανένας πωλητής, οι αγοραστές τριγυρνάνε σαν θηρευτές ευκαιριών, όλα ημιχρήσιμα, όλα ημικαλαίσθητα ημιορεκτικά, ορισμένως όλα να φαίνονται φτηνά, να γεμίζεις μια τσάντα με δέκα-είκοσι ευρώ για μια shopping therapy καθολικά made in China, υπόκωφα απεγνωσμένη. Στις ουρές η ευρωστωικότητα ραγίζει, τα ψώνια των ολίγων ευρώ έχουν εξαντλήσει ήδη το θεραπευτικό τους αποτέλεσμα. [Η Γερμανοαθηναία Σουζάνε μου είχε περιγράψει προ ετών την έκπληξή της όταν είδε ότι οι συμπατριώτες της μικρομεσαίοι Γερμανοί, μετά την Ατζέντα 2000 του Σρέντερ, μπορούν πια να ψωνίζουν μόνο από τα κινέζικα.]

Σε τέτοια μαγαζιά με περιττά φτηνά κινέζικα θα πάνε να ψωνίσουν κυριακάτικα οι νεόπτωχοι. Αντί για τη Θεία Λειτουργία ή τον καφέ με εφημερίδες, αντί της εκδρομούλας με ταβέρνα, αντί του οικογενειακού γεύματος, θα σπεύσουν να διασκεδάσουν τη φτώχειά τους με ψώνια, να βουτηχτούν στην ειρωνεία: να αγοράσουν ό,τι δεν πρόλαβαν όλη την εργάσιμη εβδομάδα ― όσοι έχουν ακόμη εργασία.

Το πάρτυ της αφθονίας είναι ανάμνηση θαμπή, ματαιωμένη βουλιμία. Στο τεράστιο σούπερ μάρκετ, ζητάνε φρέσκια ρικότα, η υπάλληλος χαμογελά με συγκατάβαση “πάνε αυτές οι εποχές, τώρα φέτα…” Σ’ έναν όροφο πολυκαταστήματος της Ιπποκράτους, εκεί που πρόπερσι συνωστίζονταν οι πελάτισσες ανάμεσα σε  κατάμεστα ράφια, τώρα ερημιά. Όλα τα ράφια άδεια· τα λιγοστά προϊόντα, τα ίδια και τα ίδια, είναι απλωμένα στους πάγκους, αραιά, στολισμένα για να δείχνουν πολλά. Σε τέτοια άδεια μαγαζιά θα πάνε, λέει, οι νεόπτωχοι να σουλατσάρουν τις Κυριακές της Ύφεσης. Θα βγουν από τα δανεικά επισφαλή σπίτια και θα μπαινοβγαίνουν σε φούρνους που ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιακό με πρώην υψηλό ενοίκιο, θα προσπερνούν μισοάδεια καφενεία και βιτρίνες, σαν τα ζόμπι του Ρομέρο στο ανωφελές mall.

Εικόνες από το παρελθόν των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, εικόνες από το χρεοκαπιταλιστικό παρόν. Η ενδόρρηξη μάς συνδέει υποδόρια με τη Ρωσία του Γέλτσιν. Ένας κόσμος ραγισμένος βυθίζεται εντός του, χωρίς φωνή, χωρίς λυγμό. Υπόκωφα, σχεδόν βουβά, η ενδόρρηξη έρπει στους ηλιόλουστους δρόμους, γεμίζει τα αστικά διάκενα, ορίζει τις συμπεριφορές. Στα μουδιασμένα χείλη διαβάζεις ίδια μουρμουρητά “δεν πάει άλλο έτσι”, “να βρω τη δόση”, “ευτυχώς είμαι κοντά στο μετρό”, “ήρθε η ΔΕΗ”, “καλά που δεν πιάσανε τα κρύα” “έχει υπόλοιπο ο λογαριασμός μισθοδοσίας;” “γιατί μου το ‘πε αυτό;” “θα προλάβω το εφάπαξ;” “τις Κυριακές τα μαγαζιά θα μένουν ανοιχτά”.

Advertisements

Η ταινία Cosmopolis του Ντ. Κρόνεμπεργκ, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ντον ΝτεΛίλλο (εκδ. Εστία), δείχνει μια ημέρα από τη ζωή ενός νεαρού δισεκατομμυριούχου στο Μανχάταν. Ο μεγαπαίκτης των αγορών, Ερικ Πάκερ, διευθύνει τα ντιλ μέσα από την τεράστια λιμουζίνα του, που αργοκυλάει στους νεοϋορκέζικους δρόμους· μέσα στην απαστράπτουσα hi-tech σαρκοφάγο δέχεται συνεργάτες και συμβούλους και διεξάγει ιδιόρρυθμους διαλόγους για το χρήμα, τον χρόνο, τη ζωή, την ηθική, την ύπαρξη. Η μέρα κυλάει με ιλιγγιώδεις διαλόγους, ενόσω οι δρόμοι κυριεύονται από μια ξέφρενη εξέγερση και οι αγορές νομισμάτων τρέχουν στα μόνιτορ. Η αφήγηση ξεκινά με αφηρημένο εξπρεσιονισμό του Πόλοκ, κι ένα στίχο του Πολωνού Ζ. Χέρμπερτ: «νομισματική μονάδα έγινε ο αρουραίος»· κορυφώνεται με τη θρησκευτική ζωγραφική αφαίρεση του Ρόθκο.

Το Cosmopolis θα μπορούσε να είναι μια απεικόνιση του Μανχάταν, απόμακρη, ερμητική, άνευ νοήματος για τον Ελληνα θεατή. Δεν είναι. O κόσμος του Ερικ Πάκερ, παγωμένος και υπερταχύς, με μικροτσιπ αντί για αίμα, με αριθμούς αντί για αισθήματα, κόσμος πέραν της ανάγκης, κόσμος υποσχόμενος μέλλον, χωρίς παρόν, αυτός ο κόσμος της παγκόσμιας ροής χρήματος, είναι εξαιρετικά οικείος στους Ελληνες τρόφιμους του Euro-Depression. Διότι η Ελλάδα της Υφεσης είναι η απόληξη της φρενίτιδας του Cosmopolis, η κορύφωσή του: ένα διαρκές μεταίχμιο καταστροφών, μια διαρκής ανατροπή.

Οσα περιγράφονται μέσα στη λιμουζίνα προϋποθέτουν όσα περιγράφονται στις οδομαχίες έξω απ’ αυτήν. Και τα δύο συμβαίνουν στην Ελλάδα, φανερά τουλάχιστον από το 2009: και τα ντηλ και οι οδομαχίες. Το χρήμα, αυτοναφορικό, αυτονομημένο, αποσπασμένο από οποιαδήποτε σύνδεση με υλικότητες, ανάγκες, όρια, συμβολισμούς, όρισε τον βίο πριν απ΄την κρίση, με θεοκρατική απολυταρχία. Ηταν ο ζωοδότης και ο λατρευόμενος, ο απόλυτος ηγεμών, ο νοηματοδότης. Το ίδιο απολυταρχικό χρήμα, δια της ελλείψεώς του, ορίζει και πάλι τον χώρο των ανθρώπων, τους κατεστραμμένους βίους τους και τις διαψευσμένες προσδοκίες.

Η Αθήνα είναι το αντεστραμμένο είδωλο του Cosmopolis Μανχάταν: είναι η σπάνις και η στέρηση μετά την πλησμονή, είναι η διάψευση μετά την πληθωρισμένη υπόσχεση και τη φενάκη. Η Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης δείχνει το κενό που περιέχεται στην απαστράπτουσα λιμουζίνα των παγκοσμιοποιημένων ντιλ. Εδώ, στα μελαγχολικά κράσπεδα της οδού Σοφοκλέους έξω από το ταφικό Χρηματιστήριο, στις άδειες βιτρίνες με τα ενοικιαστήρια και τα γκράφιτι, στις σιωπηλές πρασιές των προαστίων, μόνο εδώ, στα Υφεσιακά Πεδία, αποκτούν νόημα τα λόγια της Βίγια Κίνσκι προς τον Ερικ Πάκερ:

«Οι αρχαίοι Ελληνες έχουν έναν όρο. “Χρηματιστικός” [ο ασχολούμενος με τον πορισμό χρημάτων – Πλάτων, Πολιτεία]. Εμείς όμως πρέπει να κάνουμε τη λέξη να παρεκκλίνει λιγάκι. Να την προσαρμόσουμε στην τρέχουσα κατάσταση. Γιατί το χρήμα έχει γίνει αυτοσκοπός. Δεν υπάρχει άλλης μορφής τεράστιος πλούτος. Το χρήμα έχει χάσει την ικανότητά του να περιγράφει, όπως την έχασε εδώ και καιρό και η ζωγραφική. Το χρήμα μιλάει στον εαυτό του.»

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

Σφάλμα: Το Twitter δεν απάντησε. Προσπαθήστε ξανά.

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.995 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: