You are currently browsing the tag archive for the ‘σιωπή’ tag.

Tα κυπαρίσσια έγερναν κουρασμένα, κι έσκεπαν τον αποχαιρετισμό, μακρύ, αργόσυρτο, βαθιά σιωπηλό, μες στην κάψα του Ιούλη· μόνο στην αρχή, τη σιωπή διέκοψε δειλά μια μουσική από κινητό, που κράτησε όσο η κάθοδος, πριν τα άνθη και τις χοές: «Τe quiero puta!», ξεχώριζες το τεξ-μεξ μέταλ των Rammstein, ένα υβρίδιο, μια κραυγή ζωής. Ηταν το σήμα μορς του Πάνου που μας άφηνε: «Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες πόνου. Δεν του αρκούν. Βρήκε ωραίο χουζούρι στο κορμί μου. Θα μείνει, λέει. Κι άλλο. Μόνο που, όσο θρονιάζεται, τόσο δυναμώνω τα ηχεία και του φωνάζω στο αυτί: ‘Σ’ αγαπάω, πουτάνα ζωή (ακόμη κι έτσι)’. Με αυτήν τη μελωδία. Πάντα.»

Το σαββατοκύριακο είχε πανσέληνο. Το πρώτο μήνυμα ήρθε από τη γυναίκα μου, απ’ το νησί: «Πέθανε ο Κοντραμπάντο, ε;» Σοκαρίστηκα, αν και περίμενα ότι κάποια στιγμή ο Πάνος Οικονόμου, ο κατά ραδιόφωνο και τουίτερ contrabbando ή Καίσαρ Εμμανουήλ, πιθανότατα θα νικιόταν από την αρρώστια που πολεμούσε σθεναρά επί επτά χρόνια. Σοκαρίστηκα όμως. Τον φαντάστηκα στον Ευαγγελισμό, όπου πέρασε τους τελευταίους μήνες, τουιτάροντας με οξύτητα και διαύγεια, όπως πάντα τα τελευταία επτά χρόνια, αφηγούμενος τη ζωή με δίψα και βιωμένη σοφία, βλέποντας τον έξω κόσμο από ένα παράθυρο με θέα, αναμεταδίδοντας τη ζωή ολόχυμη και πεισματάρα, μεταδίδοντας πίστη σ’ εμάς τους απέξω τους λιγόψυχους, τους κλαυθμηρίζοντες. Τον φαντάστηκα όπως τον πρωτογνώρισα, το 2009 (ή ’10;), ρωτώντας τον γιατί Κοντραμπάντο και γιατί Καίσαρ Εμμανουήλ, μια ποιητική συλλογή της Μέλπως Αξιώτη κι ένας φανταιζίστ ποιητής του μεσοπολέμου. Ε, μα ήταν οι αγάπες του, και περίπου το θέμα της διατριβής του.

Η ποίηση λοιπόν· αυτή διαπερνούσε το λόγο του, τις μουσικές που έβαζε, τα γραφτά που διάλεγε να αναγνώσει, αυτή ήταν στο βιβλίο που έγραψε («Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου»). Και η αντίσταση, η ανυπακοή ― κατέναντι της φθοράς, εννοείται, πρώτα απ’ όλα, κι ύστερα έναντι του κομφορμισμού και της άβουλης συγκατάβασης, της μεμψιμοιρίας. Αυτά εδίδαξε ο καθηγητής ιστορίας και ελληνικών Πάνος, απ’ τα σαράντα ώς τα σαράντα επτά του, όχι μόνο στους έφηβους μαθητές του, αλλά κυρίως στους ώριμους της γενιάς του, στους μεσήλικους, σε όλους όσοι βαρυγκομάνε για μια αναποδιά. Αυτό το μάθημα το πρόσφερε με ποίηση και σώμα, κάνοντας την ασθένεια ορμητήριο ζωής: όση είναι, όση υπάρχει, όση μένει: «Η μόνη αξιοπρέπεια είναι να μείνεις ζωντανός. Και να ανταποδώσεις. Όσο κι όπως μπορείς. Και λίγο θα είναι πάλι. Διάφανοι, αδέρφια, είμαστε. Ζώα διάφανα που μας τρομάζει η αντανάκλασή μας στα ποτάμια της ζωής, πάσχοντα από αγνή, καθαρή ύπαρξη.»

Ο Χρήστος έκλαιγε γοερά, ο Αποστόλης άφησε κτερίσματα μια παιδική ζωγραφιά και ρακή, ο Κωστής εκφώνησε ένα σπαρακτικό «γεια σου, αγάπη μου», πύκνωση της φιλίας ως έρωτα, εκατοντάδες φίλοι και γνωστοί, οικείοι με το πρόσωπο ή με τη διαδικτυακή περσόνα, νέοι, ώριμοι, ηλικιωμένοι.

Είτα η Σοφία πρόσφερε ιχθύες και οίνο, για να θυμόμαστε τον γενναίο, οδυνηρά ειλικρινή ποιητή, και πώς έβλεπε την Ελλάδα:

«Τι συμβαίνει όμως με τις χώρες όταν πεθαίνουν; Γιατί καμιά φορά, μέσα στους αιώνες της πηχτής ιστορίας, και οι χώρες πεθαίνουν. Μη μου αναφέρετε το Δημητριάδη και το Σαραμάγκου. Αυτές είναι δυο θεωρήσεις μόνο, όχι η αλήθεια… Τι κάνουν, τελικά, αυτοί που ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα; Ο Γκαλεάνο γράφει: ‘Και η μειονότητα των ζωντανών κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει’. Εγώ πάλι απλώνω μια μικρή μεξικάνικη κουβέρτα στον εθνικό μας καναπέ, όπου κοιμόμαστε βαθιά.»

Advertisements

alack_sinner_3

Υποκειμενικό πάντα το βλέμμα σαρώνει το αθηναϊκό κέντρο τις τελευταίες νύχτες του Αυγούστου, τις πρώτες Σεπτεμβρίου. Η πόλη είναι μουδιασμένη ακόμη, άδεια, σαν παρατημένη, ακόμη και τα φώτα φαίνονται λίγα, αδύναμα να φωτίσουν το αστικό κενό, το διαρκώς εκτεινόμενο. Τα καφέ και τα μπαρ ανοιγοκλείνουν διαδοχικά, λειτουργούν σαν μικροεστίες κίνησης, σποραδικά, προσωρινά, οι πιάτσες μετακινούνται, τίποτε όμως δεν μπορεί να ανασχέσει τη βουβή εντροπία που κυριεύει σιγά σιγά το ιστορικό κέντρο.

Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.

Οταν φωτίζει η μέρα, διακρίνεις κάτι. Ενα χάσμα. Η κρίση αναδεικνύει κρυμμένες χαράδρες, και ανοίγει καινούργιες: ταξικές, πολιτικές, πολιτισμικές, ανθρωπολογικές. Οι αδύναμοι, οι πεπτωκότες, μένουν πίσω, άλλοτε φανερά, και το συχνότερο σιωπηλά: γέροντες αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους και να επιζήσουν με τα απομεινάρια σύνταξης, παιδιά που αδυνατύν να συνδράμουν τους γονείς τους, γονείς που δυσκολεύονται να στηρίξουν τα παιδιά τους. Η ταξική χαράδρα είναι η πιο βαθιά και η πιο αποτρόπαιη. Το περιλάλητο λίπος κάηκε, τόσο επιπολής που ήταν, και τώρα σιγοσβήνουν ζωές και αξιοπρέπειες, κοινωνικές αρθρώσεις.

Στη σιγαλιά της νύχτας έως όρθρου βαθέος, στους αθόρυβους πλην πυρακτωμένους δρόμους των δικτύων, ακούγεται υπόκωφη η οργή, η ματαίωση, κοχλάζουν βαριές κουβέντες, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές. Ο,τι ελάνθανε μισοκεπασμένο από τη δάνεια ημιχλιδή τα χρόνια του 1990 και του 2000, ό,τι ψευδοενοποιούσε ο φενακισμός της ισχυράς Ελλάδος, τώρα προβάλλει γυμνό και γωνιώδες, τροχισμένο από την σπάνη και την ανάγκη, φλογισμένο από την ανισότητα. Η ανοχή περιορίζεται, ακόμη και η αδιαφορία, το «εντάξει μωρέ, και τι έγινε» τέλειωσε. Η ψευδοευφορία του λάιφστάιλ, ο εξισωτισμός της κατανάλωσης και του ομοιόμορφου στυλ, τελειώνουν με γδούπο και λυγμό. Κάθε κακομοίρης στη μοίρα του.

Και να, μέσα απ’ τα αποκαΐδια του παλιού κόσμου, ένα αναποδογύρισμα. Οι πρώην φλύαροι γελωτοποιοί του λάιφστάιλ, τα ρουλεμάν ολιγαρχών και φυλάρχων, οι παπαγάλοι τοπαρχών και κομματαρχών ξεμυτίζουν σαν αρχάγγελοι της νέας εποχής και της δίκαιης τιμωρίας, σαν τιμητές: κουνάνε το δάχτυλο στον τζίτζικα λαουτζίκο τον εκμαυλισμένο, τον μέγα συνυπεύθυνο, τον ένοχο αμέριμνο. Φταίει ο άρρωστος για την αρρώστια, ο φτωχός για τη φτώχεια. Επιασε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έπιασε· η γιγάντια επιχείρηση ενοχοποίησης και χειραγώγησης θυμικού και λογικού λειτούργησε. Θα ‘λεγες ότι εφαρμοζόταν μάνιουαλ κοινωνικής ψυχολογίας, με οδηγίες βήμα βήμα για τον έλεγχο των μαζών, για τη διάχυση και εμπέδωση ενός new speak και την πειθήνια συμμόρφωση των νεοπληβείων κατά την προσγείωση τους στις πίστες του κάτω κόσμου.

Το σοκ της κρίσης αμβλύνει τη μνήμη. Πολλοί απ’ όσους σήμερα καταριούνται τα λαμόγια, την ασωτία και την ανομία, τω καιρώ εκείνω, της ασωτίας και της γκλαμουριάς, ήσαν συναυτουργοί τους, ιεροφάντες, συνδαιτυμόνες και αυλικοί. Γλεντούσαν στα ίδια μαγαζιά, έπαιρναν δημόσιες θέσεις και κρυφά πέι-ρολ, συμμετείχαν και συναινούσαν. Χαχάνιζαν στα ράδια με μπιτάκια και ποζάριζαν στα γκλόσσυ εξώφυλλα. Ή σιωπούσαν.

Η φρενίτις του χρηματιστηρίου, ο παροξυσμός των εθνικών εργολάβων και των εθνικών προμηθευτών, η θρησκεία του real estate, η επέλαση των ξέκωλων, τα ώπα στα σκυλοβαρελάδικα, τυλίγονταν όλα με αποδοχή, θαυμασμό, συγκατάθεση, ανοχή. Ή ηχηρή σιωπή.

Speak, memory. Εζήσαμε τα χρόνια του ’70 και του ’80 των αρχομένων μετασχηματισμών, θυμόμαστε λόγια μεγάλα μ-λ και ιδεολαγνίες, αυθάδειες και αλαζονίες, κωλοπαιδισμούς. Διαπλεύσαμε ευδαίμονες και μελαγχολικοί μαζί τα χρόνια του ’90, την υπερδιαστολή του φαντασιακού και των προσδοκιών, τη γενικευμένη χυδαιότητα, την αλήθεια ως μια μόνο στιγμή του ψεύδους. Διαβάσαμε εντιτόριαλ και ακκισμούς, δημόσιες καταθέσεις, εζήσαμε στο πλάι και σε κρυμμένα κέντρα, ήμαστε εκεί, όλο τον καιρό, παντού.

Μερικοί, καμπόσοι, δεν σιώπησαν, ούτε το ’80 ούτε το ’90 ούτε το 2000. Και θυμούνται πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Ετσι, ώστε η μνήμη να λειτουργεί ανακουφιστικά και δημιουργικά, ηρεμιστικά και διασωστικά. Και αυστηρά και δίκαια «και φοβηθήσονται αι νήσοι από ημέρας πτώσεώς σου». Speak, memory.

 

Εικον.: Αlack Sinner, του Juan Munoz.

Σιωπή απλώνεται στη χώρα. Σιωπή αναμονής, υπνωτική, απειλητική. Τα ΙΧ έχουν αραιώσει, και τα σαββατοκύριακα, τα ταξί σταθμεύουν στις πιάτσες άδεια, δεκάδες, εκατοντάδες, στους δρόμους πληθαίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες με καρότσια σούπερ-μάρκετ, ζητιάνοι και μικροκλέφτες πολιορκούν τα υπαίθρια καφενεία, μικροπωλητές κουνάνε ευτελέστατα πραγματάκια στα μάτια αδιάφορων περαστικών, οι τιμές του καφέ είναι οι μόνες που αποπληθωρίστηκαν: «ένα ευρώ φραπέ + νερό», «όλοι οι καφέδες 1,70».

Στον ευρύχωρο δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης μυρίζεις, σχεδόν αγγίζεις, την αμηχανία, τη συστολή, την κατήφεια. Σοκαρισμένοι, φέρνουμε στον νου εικόνες ευδαιμονισμού και υπερχειλίζουσας ζωτικότητας, λαμπερά πρόσωπα, στο όριο της προπέτειας, ενάμιση περίπου χρόνο νωρίτερα. Η Θεσσαλονίκη, χωνευτήρι επαρχιών και φυλών, υλόφρων, καλοζωισμένη, τώρα μου φαίνεται συρρικνωμένη, αχτένιστη, ρυτιδωμένη, με σχισμένες αφίσες πάνω σε βιτρίνες σκοτεινών μαγαζιών με βουβά ”ενοικιάζεται” και ”πωλείται”. Στα ηλιόλουστα πάρκα, στις ανοχτές πλατείες, στην κινητική Αριστοτέλους, αντικρίζω κυρίως έφηβους και νέους, πιο ξένοιαστους αλλά μαζεμένους κι αυτούς, μεσήλικες απλανείς και αφηρημένους, έναν λαό ζαρωμένο, σε επιφυλακή, σε αναμονή. Μόνο τα παιδιά και οι νέοι δίνουν κίνηση ακόμη στην πόλη, μόνο αυτοί ζωηρεύουν τη χώρα.

Από τον αιφνιδιαστικό χειμώνα του ’10 έχει περάσει ενάμισης χρόνος. Με περικοπές, ανεργία, μείωση εισοδήματος, ψαλίδισμα μισθών και συντάξεων, υπερφορολόγηση, με χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις κατεστραμμένες. Η λιτότητα, οι περικοπές, η νέα φτώχεια, αντιμετωπίστηκαν με αξιοπερίεργη εγκαρτέρηση από τον λαό. Οι αντιδράσεις ήταν μετρημένες: περισότερο μια βαθιά δυσπιστία και αναδίπλωση, παρά οργή και αντίδραση. Ηταν μια αναπάντεχα ώριμη αντίδραση, σχεδόν αποδοχή μιας δύσκολης μοίρας.

Σταδιακά όμως, μετά το σοκ, μετά τα αλλεπάλληλα σοκ, τη δυσπιστία διαδέχεται η κατήφεια, σταθερά εγκατεστημένη σε πρόσωπα και καθημερινή συμπεριφορά, μια θλίψη που απλώνεται ψιλή ψιλή, αδιόρατη, σε όλο τον δημόσιο χώρο, που ψύχει και επιβραδύνει ζωτικές λειτουργίες. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, δηλαδή ο μισός πληθυσμός, έχει ζαρώσει, κινείται στο ρελαντί, σαν να οικονομεί δυνάμεις ενώπιον του απρόοπτου, ή του αναπόφευκτου. Σαν να συσπειρώνεται το σώμα, για να απαλύνει τη σφοδρότητα της πρόσπτωσης.

Ακόμη και το ζάρωμα όμως, αυτή η αναδίπλωση, το σκυμμένο και κουλουριασμένο σώμα, φέρει τη δική του δυναμική. Πρόκειται για οικονομία, για προφύλαξη· δεν είναι μόνο φόβος ή ηττοπάθεια. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης, το κύτταρο του επιβιωτή, φαίνεται να ξυπνά επιτέλους, να οδηγεί τις συμπεριφορές. Υπάρχουν δυνάμεις, είναι φανερό. Το ανθρώπινο απόθεμα είναι εδώ, παρόν, πάντα ήταν. Λείπει το σχέδιο, ο σκοπός, η πίστη, η συντονισμένη εκτίναξη.

Κάθε μέρα που περνά, η σιωπή πυκνώνει. Ομως αλλάζει τώρα, δεν είναι η ίδια σιωπή· η θλίψη έχει ένα όριο. Το όριο είναι η επίνοια: τώρα πια κατανοούμε την κατάσταση, σύντομα θα κατανοήσουμε και τους όρους της υπέρβασής της.

φωτ.: Στράτος Καλαφάτης

 

 

Αυτές τις μέρες της οικονομικής καταιγίδας, που αδειάζει ταμεία και ταράζει ζωές, η αττική γη ζει εν παραλλήλω βίο ατάραχο, προμοντέρνο, μακριά από τα τρέχοντα, τους φόβους και τη δυσθυμία. Αλλά και κοντά.

Από τις 3 Οκτωβρίου και έως τις 2 Νοεμβρίου το λείψανο του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ βρίσκεται σε δημόσιο προσκύνημα σε ναούς της Μητρόπολης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, κατόπιν αιτήματος της ρωσόφωνης κοινότητας προς το Πατριαρχείο Μόσχας. Το λείψανο του λαοφιλέστερου νεοφανούς αγίου της Ρωσίας βγήκε για πρώτη φορά έξω από τα σύνορα της πατρίδας του.

Ο ερημίτης και στάρετς Σεραφείμ (1759-1833) ανακηρύχθηκε άγιος το 1903 και είναι η πιο αγαπημένη μορφή αγίου στη Ρωσία· η προφητική και ιαματική μορφή του φαίνεται να επηρέασε τον Ντοστογιέφσκι στη σκιαγράφηση των δικών του στάρετς στους Δαιμονισμένους και στους Αδελφούς Καραμαζόφ. Μα είναι αγαπητός και εκτός Ρωσίας· ο Ελληνας Φώτης Κόντογλου και ο Σέρβος Ιουστίνος Πόποβιτς του αφιέρωσαν πολλές σελίδες, ενώ τον ανέφερε συχνά και ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος ο Β’. Ο δε σπουδαίος θεολόγος του 20ού αιώνα Βλαντιμίρ Λόσκι τον περιέλαβε στη μελέτη του για τη μυστική θεολογία της ανατολικής εκκλησίας ισαξίως πλάι στους μεγάλους Ελληνες πατέρες.

Ενας προμοντέρνος άνθρωπος, αθλητής της σιωπής, ερημίτης, πνευματικός και εξομολόγος· που συνομιλούσε με τα αγρίμια του δάσους και τάιζε με το χέρι του την αρκούδα Μίσα· που προσφωνούσε τους πάντες σε κάθε περίσταση με τα λόγια “Χαρά μου, καλώς ήρθες, Χριστός Ανέστη!”

Τι λέει αυτός ο προμοντέρνος άνθρωπος, ο προ πτώσεως, ο άγιος, στους σημερινούς; Τι πάνε να βρουν στην Παναγία Σουμελά του Μενιδίου οι μαντιλοφορεμένες και τρέμουσες Ρωσίδες, οι Ουκρανές και οι Λευκορωσίδες του λεκανοπεδίου Αττικής; Ασφαλώς δεν αποζητούν το θαβώρειο φως και τη μυστική ένωση με το Αγιο Πνεύμα, που περιγράφει ο Λόσκι· δεν έχουν ακούσει τίποτε για τον γνόφο αγνωσίας. Συγχώρεση γυρεύουν και χάρη. Συγχώρεση για όσα πέρασαν και ζουν, βάσανα και αμαρτίες· και χάρη για να ζήσουν τα μέλλοντα, τον μακρύ χρόνο που απλώνεται ανοδικός έως τα έσχατα. Δεν προσκυνούν τα κόκκαλα, αλλά τη δυνατότητα σωτηρίας που υπόσχονται. Ετσι νομίζω.

Και τι μπορεί να λέει ο προμοντέρνος στάρετς από το Ντιβέγιεβο του Κουρσκ, ο διατρέξας Χίλιες Νύχτες Προσευχής και πολυετή Σιωπή, στον υστερομοντέρνο άνθρωπο; Ο υστερομοντέρνος, εγώ, εσύ, εμείς, δεν πιστεύει, δεν ζητά χάρη, δεν συγχωρεί ούτε τον εαυτό του χωρίς έξωθεν υποστήριξη, δεν αναζητά αλλού τη σωτηρία παρά μόνο στον εαυτό του. Και δεν σιωπά. Δρα ακαταπαύστως, ομιλεί, συναναστρέφεται, παράγει θόρυβο, ζει μες στο θόρυβο, κυκλωμένος από επικοινωνίες και δίκτυα, ανασαίνει δικτυωμένος, μες στην τυραννία της οικειότητας. Δεν στοχάζεται, δεν σταματά να ξαναδεί πίσω και εδώ· πάντα μπρος, μες στη συνάφεια των πολλών, μόνος μες στην ερημία του πλήθους.

Ο ερημίτης που τάιζε την αρκούδα και δάκρυζε με τα παιδιά, ο στάρετς που άφησε τη σιωπή και χύθηκε στον κόσμο, κομίζει στον υστερομοντέρνο, σε εμάς, αυτά τα παραπάνω: τη δυνατότητα συγχώρεσης και τη δυνατότητα σιωπής. Δηλαδή τη δυνατότητα αναστοχαστικού βίου, τη vita contemplativa. O αγράμματος ερημίτης υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας σε μεταϋλικό πλαίσιο, χωρίς τη βιάση του παρόντος· στην άπειρη διάρκεια της φύσης, στον μακρό ιστορικό χρόνο· υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον θάνατο ως συμβάν, τον χρόνο μετά από εμάς. Επιπλέον, υπενθυμίζει τη δυνατότητα να προσφωνούμε τον άλλο έτσι: «Καλημέρα, χαρά μου!»

Η αρχαϊκή προσκύνηση του λειψάνου μπορεί να εμπεριέχει αυτές τις δυνατότητες, μπορεί και καμία ― η μαντιλοφορεμένη πάντως θα λάβει ό,τι ζητά: παρηγοριά. Ο νεωτερικός άνθρωπος, αποσπασμένος από τα λείψανα και την τελετουργία του θανάτου, πεθαίνει καλωδιωμένος και διασωληνωμένος, εν αγωνία ή εν αφασία· οστράκισε τη φθορά με χημειοθεραπείες και τομογράφους, μα δεν πάτησε τον θάνατο. Η πρόοδος δεν τον θωράκισε έναντι του χρόνου και της τελευτής· αυτά εξακολουθούν να απαιτούν στοχασμό και σιωπή. Εξακολουθεί να ζητά τη συγχώρεση, με άλλους τρόπους, άλλες ονομασίες: ψυχανάλυση, ας πούμε, διαλογισμός, mind control. Κατά βάθος, ζητά πάντα τα θεμελιώδη, αυτά που διήλθε ο ερημίτης στάρετς: σιωπή και συμφιλίωση με το τέλος.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 12.10.2008

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.305 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: