You are currently browsing the tag archive for the ‘σαβούρα’ tag.

Είναι Κυριακή και είναι μισολιακάδα Νοεμβρίου. Το φως λούζει την Αθήνα, την ξεπλένει και την αποδίδει αναγεννημένη, σε αναγκάζει να μισοκλείνεις τα μάτια, καθώς διαπλέεις Πατησίων και Αθηνάς με την Ακρόπολη διαρκώς μπροστά σου. Αυτό το φως σού ανοίγει την ψυχή, σε ξεζαρώνει.
Απ΄την εκβολή της η Αθηνάς προδιαθέτει για το πανηγύρι που τελείται παρακάτω. Στην πλατεία στο Μοναστηράκι, αδιαχώρητο. Ανθρωποι έχουν πλημμυρίσει όλο το ξέφωτο, στο κέντρο το πλήθος είναι στημένο γύρω από ένα δυσδιάκριτο δρώμενο: σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών, διαπερνάς πλάτες και κεφάλια, διακρίνεις ακροβάτες και πεχλιβάνηδες. Είναι 2012.

[Φλας: Θυμάμαι αχνά τον Τζίμη τον Τίγρη στην πλατεία Κοτζιά πριν καμιά τριανταριά χρόνια, τόσο και παραπάνω. Η Αθήνα ήταν μια πρωτεύουσα του Νότου, βαλκάνια, συμμαζεμένη· η ζωή έσφυζε γύρω από το ιστορικό της κέντρο, με καφενεία μουσικών, με οικοδόμους και ελαιοχρωματιστές στην Αθηνάς ξημερώματα, με άφοβα νυχτοπερπατήματα μειρακίων για πατσάδες και γιαουρτόμελα, με ζεστά κουλούρια ξενύχτικα στου Ψυρρή. Με κέρματα και μικρά χαρτονομίσματα ευημερούσαν οι Ελληνες στην τυφλή απόληξη της Ευρώπης, αισιοδοξούντες και εργαζόμενοι. Ταινίες, δίσκοι, συναυλίες, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, μπαρ, ρούχα, ουίσκια, κονιάκ, ταβέρνες, όλα ήσαν λίγα αλλά επαρκή, όλα κυκλοφορούσαν χρησιμοποιούνταν εξαντλητικά. Κανείς δεν ανησυχούσε, σε κανέναν δεν έλειπαν τα αναγκαία, κανείς δεν αισθανόταν μειονεκτικός.]

Aπό την Ερμού έως την Ασωμάτων το παζάρι των παλιατζήδων. Απιθωμένα στην άσφαλτο ή στα καπώ των αυτοκινήτων τα περισσεύματα νοικοκυριών, τα απομεινάρια κλεισμένων σπιτιών, βινύλια, αγαλματίδια, θαμπά CD, ποτηράκια και υπολείμματα από σερβίτσια, ρολόγια κούκοι, τενεκεδένια κουτιά Παπαγάλος Λουμίδη. Υλη για περίεργους και συλλέκτες, σαβούρα που αναζητεί νέο χώρο να καταλάβει.

Σαβούρα λοιπόν: λάμπει κάτω απ΄το ηλιόφως, εκπέμπει μια αλλόκοτη αισιοδοξία, την χρονοανθεκτικότητά της· πίσω απ΄το εμπόρευμα στέκουν κλειστά μαγαζιά φαλιρισμένα, πνιγμένα από οργιώδη γκράφιτι που επιτείνουν το κενό. Ακόμη και στην Ερμού, που πρόσφατα καλλωπιζόταν με στεγαστικά δάνεια, ανάμεσα σε κραταιά παλαιοπωλεία με ακριβά κομμάτια, η παλιατσούρα εισβάλλει κυρίαρχη, αμείλικτη. Ερχεται παντοδύναμη, κλιμακωτά, από τα μεγάλα παζάρια της Πειραιώς στο Γκάζι, από τον Πειραιά, κι από το αχανές παζάρι του Σχιστού, από τα βασίλεια της σαβούρας.

[Πετάρισμα: η Αθήνα ήταν βαλκάνια, χωρίς όμως τη λάσπη, αρωματισμένη πάντα με την αύρα του Σαρωνικού και τον ανοιχτό ορίζοντα της Μεσογείου, ευλογημένη με ερείπια και κινητικότητα. Στο πρόσφατο τέταρτο αιώνος έγινε μητρόπολη του Νότου, μια προβολή λάμπουσας Ευρώπης προς ανατολάς, λίγο αλαζονική: προς αυτή τη φωτεινή εστία συνέρρευσαν άνθρωποι από γύρω, προς τον ήλιο, προς την γλυκεία ζωή της Μεσογείου, προς μια άρρητη υπόσχεση. Τώρα ξαναγίνεται βαλκάνια; Στρέφει προς τα έσω, προς μια κλειστή αυτάρκεια; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Ακόμη.]

Η εικόνα διαφορίζεται στο μεγαλειώδες άνοιγμα του Θησείου, εκεί όπου η Αθήνα προβάλλει δαιμονικά αρχαία και νέα, αιώνια καλλονή με λυτά μαλλιά. Υπό την κραταιά σκιά της Ακροπόλεως, αναπτύσσονται βυζαντινοί και νεοκλασσικοί ναοί, πεύκα, δενδροστοιχίες, εκλεκτικιστικές κατοικίες, μοντέρνα κτίρια, λιθόστρωτοι πεζόδρομοι, ταφικά μνημεία, θαλερά συντρίμμια αγοράς, διαρκείς ίσκιοι ανθρώπων, συρσίματα ποδιών, ψίθυροι και ντελάληδες από πάντα εδώ. Στο ξέφωτο, πλάι στο παρκάκι, ένα άλλο παζάρι, πιο κομψό, με καινούργια πραγματάκια, πάντως το ίδιο ανώφελο, μη πρακτικό, το ίδιο γοητευτικό. Σμήνη περιπατητών, χαζεύουν τα πωλούμενα χειροτεχνών και γυρολόγων, τα Made in China πραγματάκια της πεντάρας. Υπνωτισμένοι όλοι, ξενόλαλοι και αυτόχθονες, υπνωτισμένοι από το κάλλος του τοπίου και από τα πραγματάκια.

Τι μαγνητίζει τους ανθρώπους σε τέτοια παζάρια; Ιδια παντού η σαγήνη, από το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη ώς τη Βενετία, τη Νάπολη και το Παρίσι. Παζάρι, μερκάτα, σουκ, αγορά, υπαίθρια ή ημιστεγασμένη, πόσο διαφορετική όμως πάντα από το mall, πόσο πιο πολύχρωμη, φτηνή, διασκεδαστική, για χασομέρηδες και παιδιά εξίσου. Είναι το τελευταίο πεδίο μαγείας στις πόλεις της ταχύτητας και της τεχνικής, μια φυσαλλίδα όπου ο χρόνος επιβραδύνεται έως ότου όλα γίνονται άχρονα, αρχαϊκά, όλα βαπτίζονται στον μύθο, και ο βίος απλώνεται κυκλικά. Για λίγο, όσο διαρκεί ένα πρωινό σουλάτσο, πριν ή μετά έναν μακρόσυρτο καφέ στα δάση των τραπεζοκαθισμάτων. Οσο διαρκεί το φως μιας Κυριακής, άπλετο, βασανιστικό, λυτρωτικό.

Το χώμα στο παρκάκι είναι νωπό. Σχεδόν μυρίζεις δέντρα.

ζωγραφική: Paul Klee, Mediterranean Settlement.
Advertisements

Πρίν από τέσσερα χρόνια σε μια μυθοπλασία στημένη στο μέλλον* περιέγραφα την Αθήνα ξεχειλισμένη από Ασιάτες, φτώχεια, βία, τοξική τεχνολογία, προορατικούς μαθηματικούς και στοιχήματα μέλλοντος. Δεν είχε ξεσπάσει ο Δεκέμβρης, το αθηναϊκό κέντρο δεν ήταν τόσο slum ακόμη και κανείς στην Ευρώπη δεν μιλούσε για κρίση χρέους. Αλλά η Ελλάδα ήδη αγκομαχούσε, δύσθυμη και στείρα· είχε φάει το ολυμπιακό κεφάλαιο, είχε κατακάψει δάση και ανθρώπους, και κυλιότανε στο τέλμα, ανίκανη να σηκώσει το κεφάλι και να οσμιστεί το μέλλον.

Ούτε καν το παρόν. Από το βαρύ καλοκαίρι του ’07 έως τον αβάσταχτο χειμώνα  του ’11 δεν οσμιζόμασταν ούτε το παρόν. Ηταν τόσος ο φόβος που τρύπωνε κάτω απ΄το δέρμα, μέσα στη σάρκα και πότιζε τον νου, που αποστρέφαμε το βλέμμα από το ζοφερό παρόν, μουρμουρίζοντας τάντρες και ξόρκια να διαλυθεί το κακό όνειρο και να ξυπνήσουμε στο γνώριμο ζεστό παρελθόν, ας ήταν και το ’07 ή το ’04 και ό,τι να’ ναι, φτάνει να μην είναι αυτό το αβέβαιο, κλονισμένο, ρηγματωμένο Τώρα, το κάθε μήνα και πιο αβέβαιο, πιο ζοφερό.

Από το καλοκαίρι 2007 της δυστοπικής μυθοπλασίας, ξαναπερπάτησα πολλές φορές τους πρωταγωνιστικούς αστικούς τόπους, πλασμένους από 40χρονη διαβίωση και 30χρονα διαβάσματα. Είχαν ήδη μεταμορφωθεί στο διάβα των δεκαετιών, αλλά αυτή η κρίσιμη τετραετία σφραγίστηκε πάνω στην πόλη όχι με τσιμέντο και χάλυβα, με γυαλί, με φόρμα, αλλά με αύρα, αύρα σωμάτων και ψυχών, με vibes φυλών και βλεμμάτων, και με δονήσεις ανάγκης, φτώχειας,φόβου, βίας, ερημιάς.

Είδα ας πούμε το κέντρο και τις γειτονιές να μελαχρινεύουν, να παίρνουν το σκούρο χρώμα των Ασιατών και το μαύρο των Αφρικανών. Οι λευκόδερμες φυλές συρρικνώθηκαν, τους απώθησε η φτώχεια του τόπου υποδοχής, και τους ξανάστειλε στην φτώχεια της πατρίδας τους. Πάνε οι Βαλκάνιοι και οι Ευρωπαίοι. Στα φανάρια, στους αυτοκινητόδρομους, κάτω απ΄τις γέφυρες, στα σοκάκια, στα πεζοδρόμια ων καφενείων, παντού τώρα βλέπω Ινδοασιάτες, μελαχρινούς, σιωπηλούς σχεδόν πάντα, με κάρβουνα μάτια, καθαρίζουν παρμπρίζ για δέκα σέντς, πουλάνε σκουπίδια made in China σε πτωχευμένους οδηγούς και βουβούς οδοιπόρους, γνέφουν ότι πεινάνε και ζητιανεύουν μικροκέρματα. Πάντα αμίλητοι. Μιλούν μονάχα με τα μάτια κάρβουνα.

[Μόνο τον Ισλαμ τον ράφτη της γειτονιάς μου ακούω να με ρωτάει πάντα γελαστά: Πώς θα πάει Ελλάδα αφεντικό; Και φέτος δύσκολα;]

Ο βιότοπος των φαναριών έχει αλλάξει ριζικά. Εχει γίνει απόκοσμος, όλοι κινούνται μαλακά, συρτά, σαν παγωμένοι, οι οδηγοί δεν κοιτούν, ούτε καν εχθρικά, ζαρώνουν στις θέσεις τους, και έχουν ασφαλισμένες πόρτες, οι πωλητές δεν πλησιάζουν και πολύ.

Στον βιότοπο του κυριακάτικου παζαριού στο Γκάζι, κάτω από μολυβένιο ουρανό, μυριάδες μικροβομβούντες διακινούν τόννους μικροσαβούρας, στραβοπατημένα παπούτσια και μικροσκοπικά πουκάμισα, ξεχαρβαλωμένα ράδια.· δεν διακρίνω συλλέκτες και χασομέρηδες αγοραστές, ο ένας παρίας ψωνίζει σαβούρα από τον άλλο παρία. Από τα βάθη της Πειραιώς πλησιάζει αχός και κρότος εξατμίσεων, μια μικροαγέλη Χαρλεάδων με νεοναζί κράνη διασχίζει το σύμπαν της σαβούρας κι ανηφορίζει προς την Ομόνοια. Σε μια στάση λεωφορείου περιμένουν καμιά διακοσαριά άνθρωποι.

Ανάμεσα στους κυρίαρχους μελαχρινούς slumdogs ξεφυτρώνουν και ανοιχτόχρωμοι. Ολο και συχνότερα. Πλησιάζουν ακόμη πιο διακριτικά και μιλάνε ιθαγενή ελληνικά, πουλάνε χαρτομάντηλα. Δεν κοιτούν κατάματα, απομακρύνονται γρήγορα. Οι ομόγλωσσοι στα τραπεζάκια κοιτούν με γυάλινο μάτι, δεν τους βλέπουν, δεν θέλουν να βλέπουν τίποτε. Ο καφές φαρμακώνει. Ενας χιλιαστής ψυχάκιας σχολιάζει μεγαλόφωνα: «Πίνετε τον καφέ σας ξένοιαστοι και κάνετε πως δεν βλέπετε! Δεν υπάρχουν αθώοι! Ερχεται, φτάνει, έφτασε!» Ο λήρος του στέλνει κρύα κύματα στα τραπεζάκια.

Κάθε μυθοπλασία περιέχει θραύσματα ξεχασμένης εμπειρίας, ξεφτίδια όνειρα, ανασυρμένες διηγήσεις, μισοχωνεμένα διαβάσματα. Περιέχει και πρόθεση, βούληση, σχέδιο, κατασκευή. Μα στον πυρήνα πάλλει πάντα μια προεικόνιση του μέλλοντος, ακούσια, σαν επίκληση ή σαν εξορκισμός του. Νόμιζα ότι πρόβαλλα το παρόν όταν ζωγράφιζα αποτροπαϊκά μια Αθήνα σκούρα ινδοευρωπαϊκή με ανδρόγυνα, μάντεις και ψυχεδέλεια, νόμιζα ότι ξόρκιζα το μέλλον σαν πιθανότητα. Εκανα λάθος. Το μέλλον είχε εισβάλει από τότε στο παρόν και ανέβλυζε από μόνο του, θρασύ, ζοφερό, παντοδύναμο.

Με τον ίδιο τρόπο περιμένω πάλι μια νέα φανέρωση.

εικ.: José Muñoz, Ma tristesse
* To «Να θυμάσαι. The Athens Syndrome» περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Οικοεγκλήματα. 14 διηγήματα», εκδ. Κέδρος 2008

Σκεφτόμουνα πώς θα πω στον πατέρα μου ότι η σύνταξή του ψαλιδίζεται γιατί είναι δημοσιονομικά άδικη, ύστερα από 40 χρόνια ένσημα βαρέα και ανθυγιεινά. Δεν θα του πω τίποτε, θα το έχει ακούσει από τον υπουργό του LSE, καμουφλαρισμένο, με τις μετωνυμίες του Τρίτου Δρόμου, και θα το καταλάβει όταν πάει στην τράπεζα να εισπράξει. Τότε θα βαρηγκομήσει για τους Παπαντρέου που τους ψηφίζει τρεις γενιές, όπως το ‘χει κάνει πρόσφατα. Κι ύστερα θα γυρίσει στις γάτες του, στις λεμονιές και στο αγέρι του νησιού: αυτά δεν μπορούν να του τα πάρουν όσο ζει.

Τον ζηλεύω. Τουλάχιστον για τα στερνά του στο νησί. Περνούν ακύμαντα. Δούλεψε μια ζωή στο άστυ, έφτιαξε ενάμισι σπίτι, σπούδασε δυο παιδιά, είδε εγγόνια, κι ύστερα στο νησί ψάρεψε, κυνήγησε, ήπιε ρετσίνες με λιτό μεζέ, ανάστησε μερικά δέντρα. Χορταίνει φως και μελτέμι.

Εγώ, ο σπουδασμένος γεννήθηκα στο άστυ, και εδώ παραμένω. Ημουν περήφανος για την πόλη, έμαθα να κολυμπάω στις λεωφόρους και τα σοκάκια, τη γύρισα με το παπί, με τα πόδια, με λεωφορεία. Σπούδασα ζωή σε καφενεία, ποτάδικα, ροκ κλαμπ, διανυκτερεύοντα γαλατάδικα με αυγά τηγανιτά, εξωτικά εσπρεσάδικα του ’70-’80, σε εργαστήρια και ατελιέ, μπήκα σε τσιγκογραφεία και μονοτυπίες, έκανα δουλειές με αρτιζάνους και μάστορες, με γλυκομίλητους τεχνίτες, με ποιητές των δρόμων, με μεγάλους λόγιους σε μικρά γραφεία, έμαθα τρόπους και φερσίματα, άκουσα μικρά, σπουδαία.

Αυτή η πόλη υπάρχει ακόμη. Πιο φανταχτερή, πιο επιπόλαιη και ξιπασμένη, καμπόσα χρόνια τώρα, όλο και πιο σύνθετη, πολύπλοκη, πιο δύσκολη αλλά και αμείωτα γοητευτική. Μητρόπολη. Τον τελευταίο καιρό όμως τη χάνω. Ισως γιατί μεγάλωσα, και οι ανακαλύψεις μου μειώνονται, ίσως. Αλλά η πόλη μου διαφεύγει και με φοβίζει και με θυμώνει, με συμβάντα που ξεπερνούν τα όρια της ανοχής μου, που δοκιμάζουν την αντοχή.

Δεν μπορώ να αποδεχτώ το παζάρι μαϊμούδων καθημερινά μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο και τις Κυριακές σε όλα τα Προπύλαια. Δεν μπορώ να αποδεχτώ τα πρεζάκια να σέρνονται ανάμεσα Πανεπιστήμιο και Ακαδημία, να κόβουνε δόσεις στα χαρτόνια και τα βαποράκια να μοιράζουν δόσεις σφυρίζοντας την τιμή «πέντε, πέντε!» Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι η πλατεία Κλαυθμώνος είναι χωματερή αστέγων και ναυαγίων, μπροστά από το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι η Σανταρόζα είναι αποθετήριο νεκροζώντανων της πρέζας. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι η οδός Σκουφά είναι πασαρέλα ζητιάνων και τοξικομανών με κλεμμένα IPhone. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι τον ιστορικό χώρο ανάμεσα Εθνικό Μουσείο και Μετσόβειο θα τον καταλαμβάνει ο θάνατος, η νόσος και η δυσωδία.

Ισως φταίει που μεγάλωσα και κάμπτεται η αντοχή μου ενώπιον της εξαθλίωσης. Το πιθανότερο είναι ότι έσφαλα. Ξαστόχησα. Θεώρησα ότι η Ελλάδα είχε ξεφύγει από την επαιτεία, νόμιζα ότι η Αθήνα δεν θα γέμιζε άστεγους, απελπισμένους πλάνητες, φερέοικους, νόμιζα ότι οι νεκροζώντανοι της πρέζας δεν θα επεδείκνυαν τα γαγγραινιασμένα μέλη τους στο προσκήνιο, στα πιο ιστορικά μέρη, στα πιο συμβολικά σημεία της πρωτεύουσας. Νόμιζα ότι η κοινωνία μας, παρ’ όλα τα λάθη και τις αδυναμίες της, θα προφύλασσε τον συμβολικό της πυρήνα, το ιστορικό της κέντρο, έναν δεσμό υπερταξικής συνοχής, τα εθνικά της ορόσημα. Τι άλλο είναι το Καποδιστριακό, η Ακαδημία, το Εθνικό Μουσείο, το Μετσόβειο, το ιστορικό κέντρο; Η συμβολική καρδιά του κρατιδίου, κοντά δύο αιώνες.

Εσφαλα. Μόνο εγώ βλέπω έτσι. Μόνο εγώ πονάω, οργίζομαι, θλίβομαι, μαραζώνω, με το χάλι του ιστορικού κέντρου, με τον εκφυλισμό του δημόσιου χώρου, με την κατάρρευση της συμβολικής τάξης, με τη συρρίκνωση του δημοκρατικού κράτους. Εγώ και κάτι άλλοι μυγιάγγιχτοι, που επιμένουν να ζουν στο κέντρο, στην παλιά Αθήνα, και να συναντιούνται στα καφενεία της.

Ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Χρήστος Παπουτσής, ο υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος της Βουλής Φιλ. Πετσάλνικος, υπεύθυνοι θεσμικά για την προάσπιση της συμβολικής τάξης, του νόμου, του δημοκρατικού χώρου και της ιστορικής συνέχειας, δεν βλέπουν τίποτε, δεν τους ενοχλεί τίποτε, δεν κάνουν τίποτε. Εγκατέλειψαν αμαχητί. Παρέδωσαν την πρωτεύουσα στη σαβούρα, τη νόσο και το θάνατο. Πρόδωσαν την Αθήνα. Η ιστορία θα είναι ανελέητη, για όλους.

Είχα μια πόλη, την έμαθα και με έμαθε. Τώρα με πονάει όταν την περπατάω, και με ανησυχεί. Ζηλεύω τους γέροντες των νησιών και των ορέων.

Την Αθήνα των τελευταίων κακών χρόνων την ζω πια από τη μυρωδιά. Δριμεία, αψιά, διαπεραστική: η μυρωδιά της αμμωνίας από τα ούρα που ποτίζουν κάθε αρμό και πλάκα, ρείθρα από μάρμαρο πεντελικό και τοίχους γκραφιταρισμένους, εσοχές ρημαγμένων μαγαζιών, εισόδους πολυκατοικιών, νοικοκυρεμένους πεζόδρομους με κομψά μαγαζιά, ακόμη και η άσφαλτος μυρίζει ούρα. Η μυρωδιά τρυπανίζει τον οσφρητικό μου εγκέφαλο αδιαλείπτως πια, την ανακαλώ ακόμη και μακριά απ’ τους στιγματισμένους δρόμους, στις άλλες ζώνες τις άθικτες, με κυκλώνει, με καταδιώκει. Μου θυμίζει διαρκώς πού ζώ, σε ποια τροχιά κυλάνε η πόλη, ο χώρα, οι άνθρωποι, εγώ.

Μπροστά στη βασιλική της Ζωοδόχου Πηγής, επί της οδού Ακαδημίας, έργο του Δημητρίου Ζέζου, 1848, επί οικοπέδου δωρεάς Γ. Γενναδίου, στέκομαι πάντα δυο λεπτά. Μερικά μέτρα παρακάτω πήγαινα φροντιστήριο το νεφελώδες καλοκαίρι 1976. Στα πλαινά του ναού, πέρασα μερικά απ’ τα ωραιότερα, τα πιο ξέγνοιαστα χρόνια, στη Βαβέλ των ώριμων ’80s. Στον πεζόδρομο αγόρασα τα πρώτα ξενόγλωσσσα βιβλία για τα παιδιά μου. Διασχίζω τον νοικοκυρεμένο πεζόδρομο για να πάω στην Μπενάκη, να πιω εσπρέσο στο Taf. Καθώς περνώ βιαστικά, τυλιγμένος σε τέτοιο μνημονικό νέφος, μια αψιά μυρωδιά με στέλνει στο ’80-κάτι πάλι: όταν η φορμόλη από το μάθημα Ανατομίας κολλούσε στον εγκέφαλο. Το ίδιο δάγκωμα. Κι εδώ, μπροστά στη νεοβυζαντινή βασιλική, μπροστά στα κομψά βιβλιοπωλεία και τους εκδοτικούς οίκους, κι εδώ η μυρωδιά των ούρων με διαπερνά και με γειώνει. Με βάζει ξανά βαθιά μες στο παρόν, σκυθρωπό, ανησυχητικό, δυσοίωνο παρόν, δύσοσμο, παρόν παραίτησης και εγκατάλειψης, δείκτης παρακμής.

Παρηγοριέμαι με μυρωδιά φρεσκοκομμένου εσπρέσο San Pedro, όρθιος στο πεζοδρόμιο. Αργότερα μαθαίνω για πενήντα-τόσα εικαστικά ιβέντς που θα λάβουν χώρα στο Μεταξουργείο. Γκαλερί και καλλιτέχνες επανασχεδιάζουν και οικειοποιούνται την πόλη, στήνουν εκθέσεις σε άδεια κτίρια κ.λ.π. κ.λπ. Το έχω ξανακούσει, το έχω ξαναδεί. Το ξαναφαντάζομαι. Φιλότεχνοι και χίπστερ, μαυροντυμένο κομψό art crowd καταφθάνει στις πύλες του Πουργατόριου περί λύχνων αφάς, μες στο μαγικό φως της δειλινής Αθήνας. Το centro storico είναι τόσο cool, στο Βίλατζ, στο Σόχο, και εδώ. Και εδώ; Σηκώστε τον ποδόγυρό σας…

Στους δρόμους των ιβέντς και των δρώμενων μεσουρανούν η νόσος και ο θάνατος, η ηπατίτιδα και το AIDS, τα πρεζάκια που αφοδεύουν και σουτάρουν στον δρόμο,τα πορνεία για Ασιάτες μετανάστες, οι μικροληστές και οι επαίτες. Μετά το υπογάστριο της πόλης, περνώντας το Δίπυλον, την ιερή πύλη του άστεος, μπαίνεις στην απύλωτη κοιλιά του Θηρίου. Εδώ μυρίζει κόλαση· η μυρωδιά των ούρων από ψηλά στο Σύνταγμα μέχρι εδώ, ενισχύεται και μεταλλάσσεται, παίρνει άλλο νόημα, άλλο απ΄της παρακμής. Εδώ τα ούρα δεν ενοχλούν, δεν μυρίζουν, ούτε λέγουν ούτε κρύπτουν, αλλά σημαίνουν: εδώ, το απευθυσμένο του Πάνω Κόσμου.

Επιστρέφω στον Πάνω Κόσμο. Η αψιά οσμή με κυκλώνει παντού: Κλαυθμώνος – Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, Σανταρόζα – παλαιά δικαστήρια, Σιναία Ακαδημία και Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, Σόλωνος, παντού. Οσμή κυκλοδίωκτη, ως αράχνη μ’ εδίπλωνε ακαταπαύστως.

Ξαποσταίνω στη σκιά του Αγίου Διονυσίου, τιμώντας τον Αναστάσιο Ορλάνδο και τον Σπύρο Βασιλείου. Προσπαθώ να αποβάλω από τους οσφρητικούς κάλυκες τα μόρια της εντροπίας, να λυτρωθώ απ’ τη σαβούρα. Δυο πάκις περνούν με καρότσι, γάντια, γάντζο, μαγνήτη, σκαλίζουν τον κάδο. Προσπερνούν. Ενα ζάκι πουλάει σε ράθυμους καφεπότες iPhone 3gs δύο πενηντάρια, έξι κατοστάρικα κάνει, πόσο δίνεις;

Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Η μυρωδιά της θα σε ακολουθεί.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Οι Κούρδοι ρίχνονται στη μάχη ακούγοντας Rage against the machine - ΒΙΝΤΕΟ alfavita.gr/kosmos/301007_… via @alfavita 5 days ago
  • RT @business: Here's a snapshot of the European delicacies hit by the U.S. tariff threat bloom.bg/2nm3ym3 1 week ago
  • NEW PARTHENON: «πώς βλέπει κάποιος τον Παρθενώνα κ λέει είναι η εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας κ της κλασσικής Ελλ… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Ν. Ξυδάκης στο TVXS: Όσο ζυμώνεται η Αριστερά, η Δεξιά επελαύνει και κάνει μπίζνες --Με αφορμή τη δικαίωση στην υπό… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.932 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: