You are currently browsing the tag archive for the ‘σέβεντις’ tag.

Το καλοκαίρι του 2004 έφτασα αεροπορικώς στη Ρόδο, καθ’ οδόν προς Σύμη. Λίγο μετά το ξημέρωμα. Ηταν η μέρα του τελικού του Euro. Θυμάμαι ακόμη την ατμόσφαιρα του σιγαλού πρωινού, το ραδιόφωνο που τιτίβιζε, την κατάφυτη διαδρομή, τις ατέλειωτες σειρές τουριστικών καταστημάτων και ξενοδοχείων, κυρίως αυτό που συνέδεε την ακριτική μεγαλόνησο με τη μητροπολτική Αθήνα: όλοι κρατούσαν την ανάσα τους ενόψει του τελικού. Ολοι πίστευαν στο θαύμα. Κι όλα ήσαν σιγανόφωνα και αγουροξυπνημένα. Κατόπιν πήραμε το πλοίο και το βράδυ χορεύαμε με φανελάκια Hellas.

Τον χειμώνα του 2013 ξαναβρέθηκα στη Ρόδο. Αλλος. Ολη η Ελλάδα είναι άλλη. Λίγες μέρες νωρίτερα άνθρωποι είχαν τη ζωή τους στον αυτοκινητόδρομο που περνούσε μέσα απ’ το ρέμα. Πέρασα κι εγώ, χωρίς καταιγίδα.

Η πολιτεία είχε βυθιστεί στη χειμερία φάση· τα γιγάντια ξενοδοχεία είναι κλειστά, οι πινακίδες τυλιγμένες στα νάιλον, τα έπιπλα στα σαλόνια σκεπασμένα με σεντόνια. Σαν μπούνκερ σιωπηλά αντικρίζουν το πέλαγος τα μεγαξενοδοχεία, κυκλώπειες κατασκευές με το ύφος του ’60 και του ’70, του νεομπρουταλισμού και της υπερμεγεθυμένης πολυκατοικίας, με την πρόσοψη να προσπαθεί πεισματικά να βλέπει θάλασσα. Ο δρόμος που διασχίζει τα μεγαθήρια, στέφεται με χιλιάδες πινακίδες και μικρομάγαζα, όλη η δραστηριότητα εν εκτάσει, χωρίς βάθος· αρχετυπική οργάνωση χώρου σαν σκηνικό Τσινετσιτά, χωροταξία τουρισμού, οργάνωση του κόσμου σε σεζόν. Στα διάκενα η φύση ρωμαλέα ακόμη υποβάλλει· εκβιασμένη Μεσόγειος, όμως τόσο ανθεκτική.

Στο κέντρο τα εμπορικά ήταν φωτισμένα, πολλά, φανταχτερά, σαν εικόνες από το παρελθόν. Mε μετρημένα πράγματα στις βιτρίνες. Ομως: Δεν φέρνουμε πια παπούτσια των εκατό ευρώ, δεν τα παίρνει κανείς, ένα πενηντάρι μπορεί να δώσει ο πελάτης, εξηγεί ένας μαγαζάτορας. Τα καφέ μισοάδεια-μισογεμάτα· πέρυσι δεν έπεφτε καρφίτσα εδώ που βλέπεις, εξηγεί άλλος. Νέοι άνθρωποι, οι περισότεροι με iphone.

Το βραδινό μπαρ ανοίγει Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο. Ενα άλλο, την Κυριακή προσφέρει Sunday Nights Ελληνικές Φοιτητικές Βραδιές, στα deck o dj Tassos, τιμή φιάλης 50€, τιμή ποτού 5€. Πάνω στην καλοκαιρινή αφίσα του Καζίνου, επένθετη η χειμερινή αφίσα του Στέλιου Ρόκκου, η μια εποχή διαδέχεται την άλλη, καθεμιά με το ύφος της, η κρίση δεν φανερώνεται παντού με την ίδια ένταση, με την ίδια μορφή. Το Σάββατο προ πάντων δεν φανερώνει τίποτε. Μόνο στο σούρουπο, μαζί με την υγρασία, μια κυριακάτικη μελαγχολία αρχίζει να απλώνεται ψιλή-ψιλή στα προάστια, στα μίνι μάρκετ που περιμένουν τους τελευταίους εργένηδες και στις ψησταριές που ανάβουν τα φώτα.

Το πρωί μες στην ανεμοθύελλα το μεγάφωνο έφερνε από νωρίς θρυμματισμένες ψαλμωδίες. Ενας ιεροκήρυκας ακουγόταν με διαλείψεις: ιταλική κατοχή, τουρκοκρατία, προδοσία. Προς το τέλος έψαλε τον Εθνικό Υμνο.

Στην μεγαλόπρεπη μεσαιωνική καστροπολιτεία όλα κλειστά· το φως της συννεφιασμένης Κυριακής ξέπλενε τη σκόνη του τουρισμού, οι γάτες κυριαρχούσαν στο πεδίο, εδώ κι εκεί ένας ανθρώπινος ήχος. Το μόνο ανοιχτό εστιατόριο μάς υποδέχτηκε με γαλανόλευκες επιγραφές και φωτογραφικά στιγμιότυπα σίξτις με Ωνάση, Μπιθικώτση, Μελίνα ― υπήρξε πράγματι αυτός ο κόσμος της αμεριμνησίας, της αισιοδοξίας, της άνοιξης; Από μια ολόκληρη εξηκονταετία ξεδιαλέγουμε μερικές δεκάδες ενσταντανέ, ασπρόμαυρα ή ektachrome, μια γελαστή επιφάνεια, με ντεκαποτάμπλ αυτοκίνητα, καΐκια, λευκά πουκάμισα, παντελόνια κάπρι, νιάτα, τραγούδια, όλα είναι τραγούδια και φιλμ. Δεν δάκρυζε κανείς στο βάθος; Ποιος να το πεί, αυτά δεν είναι ιστορία, είναι η ζώσα φαντασμαγορία για μεσήλικες, ακατανόητα λείψανα για τους νεαρούς.

Γευματίσαμε μόνοι, σαν να βρισκόμασταν σε αστική τραπεζαρία άλλου χρόνου, άλλου τόπου. Στα μεγάφωνα ένας θρηνώδης Πουλόπουλος σέβεντις, «μην του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το να κλάψει», σαν να σχολίαζε την αναμμένη τηλεόραση με φόρους και πλειστηριασμούς. Ρευστά σέβεντις, χούντα, μπουζούκια και παντελόνια καμπάνα γέμιζαν τα κενά του τουρισμού· ένας χείμαρρος εσωστρέφειας και αναδίπλωσης πλημμύριζε επίμονα, αθόρυβα την άδεια πόλη, την άδεια χώρα.

Η ανεμοθύελλα συνεχιζόταν στη βαρύθυμη μητρόπολη. Στο λεωφορείο οι commuters είναι αποσυρμένοι στην κούραση, ισορροπούν ασταθώς με τα ακουστικά του smartphone στ’ αυτιά, ο ύπνος τους παίρνει το κεφάλι, μια τετράδα τριαντάρηδων περιγράφει με ένταση πώς κόπηκαν οι συντάξεις των γονιών τους, οι γραβάτες είναι λυμένες, το κραγιόν σβησμένο.

Advertisements

jimi_hendrix

Tέτοιο καιρό, παλιά, στην αναλογική εποχή, δηλαδή πάρα πολύ παλιά, ετοιμάζαμε δυο-τρεις κασέτες για τις διακοπές. Εξηντάρες, διότι τις ενενηντάρες τις μάσαγαν τα στοιχειώδη κασετοφωνάκια. Στην εξηντάρα χωρούσαν έως είκοσι κομμάτια, μάξιμουμ, άρα η επιλογή έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική. Ο Ιούλιος μου τα θύμισε, και η νοσταλγία ξεχείλισε, όμως, ψυχρή, συμπαγής, με άλλοτε ακριβείς ενθυμήσεις κι άλλοτε τρεμουλιαστές ανάμεσα σε χρόνους και τόπους.

Σαράντα χρόνια μετά τις πρώτες μου κασέτες, σήμερα θα έφτιαχνα δυο-τρεις, σε φόλντερ με mp3 ή ακόμη και με λίστες YouTube για να τις χαρίσω σε συνομήλικους, που τις νιώθουν ίδια ψυχρά δραματικά με μένα, στον ΚΚΜ, τον Θας, τον Γιωργο Γ., ας πούμε, αλλά και σε πολύ νεότερους, έως και στην ηλικία των γιων μου, για να πορεύονται και να ευφραίνονται.

Θα ξεκινούσα από τα πρώτα εξώφυλλα δίσκων LP που είδα στο Παραντάιζ Μυκόνου, κάμπινγκ χίππηδων, το 1973. Pink Floyd το The Dark Side of the Moon, Frank Zappa το Hot Rats, Rolling Stones το Let it Bleed. Δούλευα σερβιτόρος γενικών καθηκόντων και συχνά ξέμενα βράδια, όταν έστηναν ηχητικά κι έπαιζαν τα βαριά αμερικάνικα βινύλια. Θυμάμαι σαν τώρα το Time και το Money, το ανεπανάληπτο Peaches en Regalia με το οποίο ξεκινούσε τις εκπομπές του ο Γιάννης Πετρίδης στο Δεύτερο, το Gimme Shelter που το ακούσαμε πολύ ωραίο και από τον Πουλικάκο στο ιστορικό crazy love Ζωγράφου το 1979. Και το μελαγχολικό You Can’t Always Get What You Want.

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους στο μικροσκοπικό κασετόφωνο Philips, το πρώτο μαζικό της εφευρέτριας του μέσου, έπαιζαν δύο κασέτες BASF, δώρο από Ελβετούς φίλους του καλοκαιριού. Περείχαν δύο ροκ ορόσημα και ένα σόουλ: Jimi Hendrix, Janis Joplin, Ike & Tina Turner. Μυητήρια τελετή στα μπλουζ, τον ηλεκτρισμό, την ψυχεδέλεια, το άπαν του ρωμαντισμού των σίξτις: κεραυνοβολημένος εισήλθα στην νεωτερικότητα της ποπ, και έκτοτε τίποτε δεν ήταν ίδιο. Συγκρατώ: Hey Joe, Purple Haze, Cry Baby, River Deep Mountain High.

Από τον χειμώνα 73-74 οι κασέτες γέμιζαν το σπίτι, ό,τι μπορούσε να βρεθεί στη στενόχωρη ελληνική αγορά. Λίγο αργότερα ήρθε ένα πορτοκαλί φορητό πικάπ Philips· πάνω του έπαιξαν ώρες χιλιάδες, δίσκοι δανεικοί φερμένοι απ’ έξω, από ναυτικούς: θυμάμαι το σοκ David Bowie και τους Genesis. Από τον Μπόουι κρατάω πρώτο το Lady Grinning Soul (She’ll come, she’ll go/ She’ll lay belief on you / Skin sweet with musky oil), που ήταν το τραγούδι της γυναίκας της ζωής μου χωρίς να το ξέρω τότε. Και από τους Genesis το I know what I like, and I like what I know ― δεν καταλάβαινα όλους τους στίχους, αλλά το ρεφρέν κάπως με εξέφρραζε.

Μετά το ’74-’75, τα ορόσημα λιγοστεύουν, αλλά δεν λείπουν. Την ώρα, ας πούμε, που μεταδίδονταν ραδιοφωνικά τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, εγώ άκουγα The Clash και Sex Pistols σε σπίτι φίλων. Μας διέκοψαν για να μου πουν ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο, και συνεχίσαμε. Τον πρώτο φοιτητικό χρόνο ήρθε μια άλλη epiphany: καθόμουν καλοκαίρι βράδυ στο εργένικο δώμα και το Πρώτο Πρόγραμμα είχε την εκπομπή Η Παγκοσμιότητα της Τζαζ. Σάκης Παπαδημητρίου. Η τζαζ ήταν για μένα ένα μυστήριο, ένα απρόσιτο σύμπαν, σαν τη μουσική του Βάγκνερ. Επαιξε το Africa του John Coltrane και ώσπου να τελειώσει το 16λεπτο έπος της free είχα περιπέσει σε έκσταση. Θα το έβαζα μαζί με το My Favorite Τhings σε αλλεπάλληλες εκτελέσεις.

Θα έβαζα ουρά κανα-δυο του συνομήλικου Nick Cave, το Stranger than Kindness ανυπερθέτως και το Carny από τα Φτερά του Ερωτα του Βέντερς. Και διάφορα από τη στάγδην ενηλικίωση σε όλη τη διάρκεια του ’80, έως τον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Το Wild is the Wind και το Nature Boy σε όλες τις εκτελέσεις, το Suspicious Minds μόνο με τον Ελβις, ένα-δυο κοριτσίστικα μονοφωνικά του Phil Spector που τα έβαζε πάντα ο Σκορσέζε στις μαφιόζικες ηθογραφίες, to Il cielo in una Stanza της Μίνας, και κάπου ανάμεσα στα λυρικά το Δρόμοι Παλιοί, των Μίκη Θεοδωράκη – Μανώλη Αναγνωστάκη, σταθερή εμμονή από το εβδομήντα-κάτι.
Ετσι ακούστηκαν σαράντα χρόνια.

Για εκδρομείς του Εξήντα μίλησε ο Διονύσης Σαββόπουλος, και μας έβαλε να σκεφτούμε. Οσους έζησαν τα σίξτις κι όσους δεν τα έζησαν, μα παραδόξως τα νοσταλγούν, με ένταση. Ετσι γίνεται: ο καλλιτέχνης ερεθίζει, προκαλεί, το κοινό ανταποκρίνεται και ανατροφοδοτεί. Και να, με ρώτησε προ ημερών τριαντάρης συνάδελφος: Τι είναι τα σίξτις; Απάντησα με υπεκφυγές: εγώ δεν είμαι των σίξτις, είμαι των ύστερων ’70s και των ’80s. Επέμεινε: Αλλά το πνεύμα, ποιο είναι το πνεύμα; Κάτι θα ξέρεις. Ναι, κάτι ξέρω· το πνεύμα των σίξτις διεμβόλισε και τη δική μου νιότη, την ωρίμανση και τη διαμόρφωση, καλλιτεχνικά, αισθητικά, ιδεολογικά, πνευματικά εντέλει. Μας σφράγισε με τις μακριές απολήξεις του το ’60, ετεροχρονισμένα, βραδυφλεγώς και διαρκώς, με τις μυθολογίες του και τα άνθη της τέχνης. Αρχισα ήδη να του απαντώ…

Τα σίξτις για μας είναι εν πολλοίς η μυθολόγήσή τους, αλλά είναι κυρίως το ταλέντο, που εκτινάχθηκε ελεύθερο και παρήγαγε καταπληκτική μουσική, ταινίες, βιβλία, θεωρίες, ντυσίματα, σχέσεις και στυλ, κι όλα μαζί συνέθεσαν μια νέα γενική διάνοια, μια διάχυτη ελευθεριακή συμπεριφορά. Αυτό το νέο δεν έγινε αντιληπτό ούτε υιοθετήθηκε από όλους, ούτε καν από τους πολλούς· πυρπόλησε όμως τους νέους, κι αυτό ήταν αρκετό, τόσο αρκετό που θεωρητικοί όπως ο Μαρκούζε άρχισαν να αναζητούν τα νέα ιστορικά υποκείμενα ανάμεσα στη νεολαία, τους φοιτητές, τους περιθωριακούς.

Για να καταλάβεις τα σίξτις, πρέπει να τα αισθανθείς. Δηλαδή; Δηλαδή, άκου τη μουσική τους, δες τις ταινίες, εμείς έτσι ποτιστήκαμε, ακούγοντας Χέντριξ, Στόουνς και Ζάππα, Τζέφερσον Αίρπλεϊν, Μπόουι και Κινκς, βλέποντας Γκοντάρ, Πέκινπα και Αντονιόνι, Γούντστοκ και Μοντερεϊ Ποπ, ξανά και ξανά, φθαρμένες κόπιες σε θερινά και ταινιοθήκες, ξανά και ξανά ώσπου να λιώσουν τα βινύλια. Δεν ξέρω αν αυτή είναι η βασιλική οδός, ξέρω μόνο πώς ποτιστήκαμε στη μυθολογία, πώς βρήκαμε τη δική μας ουσία, πώς καθρεφτιστήκαμε στην ψυχεδέλεια, στις δυστοπίες και τις ενοράσεις του Φίλιπ Ντικ, του Τζ. Τζ. Μπάλαρντ και του Γκρέιλ Μάρκους. Και πώς από κει οδηγούμασταν στον Νίτσε, τον Μπαρτ και τον Φουκώ, στον Μπενγιαμιν και την Αρεντ.

Δαίδαλοι, αναπηδήσεις, σκεδασμοί, υβρίδια, λοξές προσλήψεις. Τα σίξτις στην Ελλάδα έζησαν κολοβωμένα, μισά. Η χαμένη άνοιξη άνθισε (όχι ματαίως) ώς το ’67, ώς τη δικτατορία· η φωτοχυσία του ’68 (ουσία των σίξτις) συνέβη εδώ με χρονοκαθυστέρηση, το ’73 καταρχάς, ματωμένα, δραματικά, κι ύστερα στην παραζάλη του ’74. Μπουκωμένοι τυπική ελευθερία, μετά το ’74, αρχίσαμε να αναζητούμε και την άλλη, τη βαθύτερη ελευθερία, την υπερβατική, την απόλυτη. Να νοσταλγούμε τα σίξτις, ακόμη κι αν δεν τα ζήσαμε, και γι΄αυτό ακριβώς να τα νοσταλγούμε βολονταριστικά, φανατισμένα, υπερβολικά. Τουλάχιστον έμενε ο σπόρος του ρομαντισμού τους, και μαζί ο σπόρος της αμφισβήτησης, της γόνιμης αμφιβολίας. Μαζί και η malaise της ώριμης νεωτερικότητας, που δεν είχε ονομαστεί ακόμη μεταμοντέρνο.

Δεν ξέρω ακριβώς πώς βιώθηκε το ροκ, ο χιπισμός, η ψυχεδέλεια, από τη νεολαία του ’60 μες στη χούντα· σίγουρα αρκετοί ένιωσαν τους κραδασμούς και τους αναπαρήγαγαν. Υποθέτω βάσιμα όμως ότι δεν βιώθηκε μαζικά και φανερά· και πάντως μένει να τεκμηριωθεί η διάχυση του υπερβατικού αμφισβητησιακού πνεύματος στους τότε νέους.

Τα πολιτισμικά σίξτις στην Ελλάδα βιώθηκαν στα σέβεντις· χονδρικά, από το ’74 έως το ’81, όταν η χώρα υποδέχτηκε την Αλλαγή. Σε αυτή την αδρή επταετία, η μετά το Πολυτεχνείο νεολαία, άφησε πίσω της τον μετεμφύλιο και επιδόθηκε στη βακχεία που κληροδότησε η περασμένη δεκαετία, ξεθυμασμένη έστω. Ο χιπισμός και το κουλ στυλ ανακατεύτηκαν με ταγάρια και αξύριστες γάμπες, τα μαυροντυμένα φρικιά των αθηναϊκών συνοικιών συγχρωτίστηκαν με μοντερνοέξαλλα επαρχιωτάκια στα ίδια ελάχιστα κλαμπ, στις ίδιες χλομές Εβγες, στα λιγοστα βιβλιοπωλεία και δισκάδικα. Στα πανεπιστήμια, ισχυρά ακόμη και “αριστεροκρατούμενα”, παραμερίστηκαν για λίγο τα αντάρτικα εμβατήρια και οι αριστεροί παιάνες της ήττας· ακούστηκαν ηλεκτρικά ριφ, Τζιμ Μόρισον, Sympathy for the devil. Ελάχιστο χρόνο μετά το ’74, το ρομαντικό πνεύμα των σίξτις συνέπαιρνε τη νεολαία και την έστελνε πέραν των κομμάτων της κραταιάς πλην ταριχευμένης αριστεράς.

Φορείς, τελετάρχες και φαν των σίξτις ήταν μια άλλη νεολαία, απείθαρχη, μη λενινιστική. Προτού τελειώσει η δεκαετία, μεταξύ ’77 και ’79, αυτή η μειοψηφική τσογλανοπαρέα θα κατέλυε την παντοκρατορία των κομμάτων στα πανεπιστήμια, θα αποχωρούσε ή θα εξεδιώκετο από τα κόμματα, θα μπόλιαζε στο σώμα της νεολαίας την αμφιβολία, την ειρωνεία, τον υπαρξισμό, την αυτονομία, την αντιεξουσία, τον υποκειμενισμό των σίξτις.

Δεν ήταν όλα ρόδινα, όπως δεν είναι ποτέ ρόδινη κάθε απόληξη των πρωτοποριών. Οι συλλογικότητες δεν κατατρόπωσαν τον ατομικισμό, ο γιάπικος υλισμός των ’80s σάρωσε ψευδαισθήσεις και νουάρ ήρωες των μπαρ· άλλους έστειλε στον αλκοολισμό και τα ντραγκς, άλλους στον κυνισμό και το πιο χυδαίο βόλεμα, άλλους στην παραμυθία της θρησκείας και new age δοξασιών, όλους σχεδόν στην ιδιώτευση. Στις παλίρροιες των ιδεών δεν υπάρχουν πολλοί κερδισμένοι.

Τι μένει από την αναχώνευση των σίξτις μέσα στα σέβεντις; Μια νέα ευαισθησία: μετακομμουνιστική, ήδη πρίν από το ’89, μεταμοντέρνα, αποενοχοποιημένη έως και πατροκτόνος απέναντι στις βαριές κληρονομιές (λ.χ. της Γενιάς του ’30, του ΕΑΜ), με έγνοια για την αισθητική, σπαταλημένη γόνιμα στη συναίσθηματική αγωγή, με ψυχαναλυτικές καταδύσεις, με επιλεκτική επανοικειοποίηση της παράδοσης.

Αναζήτηση συλλογικότητας και περιπέτεια αυτοπραγμάτωσης, αυτά περίπου.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 4 days ago
  • Πώς γλύτωσε το άρθρο 24 του Συντάγματος, για την προστασία των δασών, από τους ανταπτυξιολάγνους της κουτάλας. Τι έ… twitter.com/i/web/status/1… 4 days ago
  • Ποιος χρειάζεται ένα νέο ΠΑΣΟΚ; xydakis.gr/?p=12443 6 days ago
  • Once migrants on Mediterranean were saved by naval patrols. Now they have to watch as drones fly over theguardian.com/world/2019/aug… 2 weeks ago
  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.988 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: