You are currently browsing the tag archive for the ‘ροκ’ tag.

Πριν από μέρες έπεσα πάνω σ’ ένα βίντεο στο YouTube, εκ παραπομπής Facebook. Κωσταντής Πιστιόλης – ηπειρώτικα και τζαμαρίσματα, ο τίτλος. Ενα ερασιτεχνικό βίντεο γυρισμένο 25 Σεπτεμβρίου στην οικία του ακορντεονίστα Αλέκου Καμπουράκη, όπου είχαν μαζευτεί μουσικοί να τιμήσουν τα γενέθλια του συναδέλφου τους. Κλαρίνο και τραγούδι ο 24χρονος Κωσταντής Πιστιόλης, ακορντεόν ο οικοδεσπότης, κοντραμπάσο ο Πάνος Τσίτσικας, σαντούρια, βιολιά, μαντολίνο, κιθάρες παιδιά απόφοιτοι του Μουσικού Λυκείου Παλλήνης.

Τα 22 λεπτά του κακοφωτισμένου βίντεο αποκαλύπτουν μιαν άλλη Ελλάδα. Εγκαρδιωτική. Δεν είναι μόνο η ποιότητα της μουσικής και των μουσικών, είναι το ήθος και το αίσθημα που αναβλύζει, η δύναμη, η αισιοδοξία, ο αισθητικός και πνευματικός πλούτος. Κι είναι ένα ελπιδοφόρο μπόλιασμα της παράδοσης πάνω στον ίλιγγο του καιρού μας.

Ο Κωσταντής κατάγεται από την Κόνιτσα και έχει βγει από το Λύκειο Παλλήνης· παίζει κλαρίνο, άσκαυλο, τρομπέτα, φλάουτο, ό,τι πνευστό πέσει στα χέρια του. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχει στο συγκρότημα του Γιάννη Χαρούλη. Επί σκηνής είναι ένας αρχαίος και υπερμοντέρνος ράστα που παίζει με όλο του το σώμα, χορεύει, τραγουδάει, δονείται σαν ροκ περφόμερ. Αγαπημένα του τραγούδια τα δημώδη ηπειρώτικα «Ξενιτεμένα μου πουλιά», «Ποιος πλούσιος απέθανε», με τις απροσδόκητα πλούσιες αναφορές στη σημερινή συνθήκη: «Ωρέ ξενιτεμένα μου πουλιά, πω πω, στο κόσμο σκορπισμένα. Η ξενιτιά σας χαίρεται, πω πω, τα νιάτα τα γραμμένα», και «Ποιος πλούσιος απέθανε και πήρε βιος γιέ μου μαζί του. Ωρέ πήρε τρεις πήχες σάβανο να ντύσει ο μαύρος το κορμί του».

Η βιρτουοζιτέ του 24χρονου Κονιτσιώτη είναι το προφανές. Το βαθύτερο είναι η αναπάντεχα δημιουργική σχέση αυτών των νέων παιδιών με την παράδοση· πώς κατορθώνουν να την κάνουν δραστική και απολύτως σύγχρονη τέχνη, να την μπολιάζουν με τον ηλεκτρισμό, τα ήθη της ροκ συναυλίας και του κλαμπ, με τη σημερινή ευαισθησία.

Ο νους τρέχει αμέσως στον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Γιάννη Αγγελάκα: είναι οι δύο τραγουδοποιοί με την μεγαλύτερη επιρροή και δημοφιλία σήμερα. Και οι δύο αναμιγνύουν διαρκώς τον ηλεκτρισμό με τα παραδοσιακά, το δημώδες με το ροκ, το λαϊκό με το μοντέρνο. Και οι δύο λατρεύονται σε μια ηλικιακή γκάμα που αρχίζει από τους τινέιτζερ και φτάνει στους εξηντάρηδες ― τρεις γενιές!

Είναι και οι δυο πενήντα-κάτι. Και φυσικά δεν είναι όμοιοι καλλιτεχνικά. Ο Θανάσης έκανε καριέρα σχετικά μεγάλος· ξεκίνησε από τα λαϊκά και βαθμιαία ανοίχτηκε στον ηλεκτρικό ήχο, τις πρωτοριακές αναζητήσεις, τις σιωπές. Και πάντα με σύνθετο, δύσκολο στίχο, σμίγοντας αξεδιάλυτα δημώδεις δεκαπεντασύλλαβους με Πεσσόα («Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος, η χαραυγή θα σε ξεκάνει»).

Ο Αγγελάκας ηγείτο της σημαντικότερης ροκ μπάντας: οι Τρύπες προσφέρουν ακόμη και σήμερα ροκ μύηση στους έφηβους. Μαζί με και μετά τις Τρύπες, ο Αγγελάκας, ήδη ροκ σταρ, προσέγγισε ταυτόχρονα το ρεμπέτικο και την πρωτοπορία, κι έκανε μερικά σπουδαία λαϊκά-ποπ τραγούδια. Η «Γιορτή», το «Σιγά μην κλάψω σιγά φοβηθώ, το Σαράβαλο («Ποιος κλαίει μέσα μου και μου λέει / ξύπνα δεν είναι όνειρο το χιόνι που μας καίει / η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει»), είναι ολοκληρωμένες καταγραφές του κόσμου μας, μετουσιωμένες με πολυφωνικά και ροκ τραγουδίσματα, με μπαγλαμάδες και tapes. Εθνικοί ύμνοι.

Αναπόφευκτα ο νους τρέχει στους Mode Plagal, στον τζάζμαν σαξοφωνίστα Θοδωρή Ρέλλο και τον ροκ κιθαρίστα Κλέωνα Αντωνίου, όταν αναδημιούργησαν εμπνευσμένα σε τζαζ πριν από δύο δεκαετίες, «Στης πικροδάφνης τον ανθό», το στοιχειωμένο τραγούδι στο φιλμ Σπιρτόκουτο του Γ. Οικονομίδη, που άνοιξε νέους δρόμους στο ελληνικό σινεμά. Οι Mode Plagal δεν έγιναν ποτέ σταρ, αλλά η επιρροή τους παραμένει ανεπανάληπτη και η παρουσία τους διαρκώς γόνιμη. Πιο πρόσφατα, άλλοι νεότεροι, όπως οι Χαΐνηδες, ή ο Γιάννης Χαρούλης με τα μοναδικά φωνητικά και εκφραστικά προσόντα, συνεχίζουν αυτή την επαναπροσέγγιση της παράδοσης. Και είναι εντυπωσιακά δημοφιλείς.

Γιατί; Προσφέρουν γενεαλογία, γείωση, ρίζες, ταυτότητα. Βακχεία και όνειρο. Υπηρετούν τη βαθύτατη και διαρκή ανάγκη για μια τέχνη λαϊκή και ιστορική, υψηλή και άμεση, δραματική αλλά όχι συναισθηματολογούσα, πικρή αλλά όχι μαύρη, όπου συνυπάρχουν λυτρωτικά η αποδοχή του θανάτου και η δόξα της ζωής. Ο Θανάσης, ο Αγγελάκας, οι Mode Plagal, οι πενηντάρηδες, μαζί με τους εικοσάρηδες Xαρούλη, Πιστιόλη, τα παιδιά της Παλλήνης, προβάλλουν το σκοτεινό παρόν στο φωτεινό μέλλον.

Advertisements

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

jimi_hendrix

Tέτοιο καιρό, παλιά, στην αναλογική εποχή, δηλαδή πάρα πολύ παλιά, ετοιμάζαμε δυο-τρεις κασέτες για τις διακοπές. Εξηντάρες, διότι τις ενενηντάρες τις μάσαγαν τα στοιχειώδη κασετοφωνάκια. Στην εξηντάρα χωρούσαν έως είκοσι κομμάτια, μάξιμουμ, άρα η επιλογή έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική. Ο Ιούλιος μου τα θύμισε, και η νοσταλγία ξεχείλισε, όμως, ψυχρή, συμπαγής, με άλλοτε ακριβείς ενθυμήσεις κι άλλοτε τρεμουλιαστές ανάμεσα σε χρόνους και τόπους.

Σαράντα χρόνια μετά τις πρώτες μου κασέτες, σήμερα θα έφτιαχνα δυο-τρεις, σε φόλντερ με mp3 ή ακόμη και με λίστες YouTube για να τις χαρίσω σε συνομήλικους, που τις νιώθουν ίδια ψυχρά δραματικά με μένα, στον ΚΚΜ, τον Θας, τον Γιωργο Γ., ας πούμε, αλλά και σε πολύ νεότερους, έως και στην ηλικία των γιων μου, για να πορεύονται και να ευφραίνονται.

Θα ξεκινούσα από τα πρώτα εξώφυλλα δίσκων LP που είδα στο Παραντάιζ Μυκόνου, κάμπινγκ χίππηδων, το 1973. Pink Floyd το The Dark Side of the Moon, Frank Zappa το Hot Rats, Rolling Stones το Let it Bleed. Δούλευα σερβιτόρος γενικών καθηκόντων και συχνά ξέμενα βράδια, όταν έστηναν ηχητικά κι έπαιζαν τα βαριά αμερικάνικα βινύλια. Θυμάμαι σαν τώρα το Time και το Money, το ανεπανάληπτο Peaches en Regalia με το οποίο ξεκινούσε τις εκπομπές του ο Γιάννης Πετρίδης στο Δεύτερο, το Gimme Shelter που το ακούσαμε πολύ ωραίο και από τον Πουλικάκο στο ιστορικό crazy love Ζωγράφου το 1979. Και το μελαγχολικό You Can’t Always Get What You Want.

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους στο μικροσκοπικό κασετόφωνο Philips, το πρώτο μαζικό της εφευρέτριας του μέσου, έπαιζαν δύο κασέτες BASF, δώρο από Ελβετούς φίλους του καλοκαιριού. Περείχαν δύο ροκ ορόσημα και ένα σόουλ: Jimi Hendrix, Janis Joplin, Ike & Tina Turner. Μυητήρια τελετή στα μπλουζ, τον ηλεκτρισμό, την ψυχεδέλεια, το άπαν του ρωμαντισμού των σίξτις: κεραυνοβολημένος εισήλθα στην νεωτερικότητα της ποπ, και έκτοτε τίποτε δεν ήταν ίδιο. Συγκρατώ: Hey Joe, Purple Haze, Cry Baby, River Deep Mountain High.

Από τον χειμώνα 73-74 οι κασέτες γέμιζαν το σπίτι, ό,τι μπορούσε να βρεθεί στη στενόχωρη ελληνική αγορά. Λίγο αργότερα ήρθε ένα πορτοκαλί φορητό πικάπ Philips· πάνω του έπαιξαν ώρες χιλιάδες, δίσκοι δανεικοί φερμένοι απ’ έξω, από ναυτικούς: θυμάμαι το σοκ David Bowie και τους Genesis. Από τον Μπόουι κρατάω πρώτο το Lady Grinning Soul (She’ll come, she’ll go/ She’ll lay belief on you / Skin sweet with musky oil), που ήταν το τραγούδι της γυναίκας της ζωής μου χωρίς να το ξέρω τότε. Και από τους Genesis το I know what I like, and I like what I know ― δεν καταλάβαινα όλους τους στίχους, αλλά το ρεφρέν κάπως με εξέφρραζε.

Μετά το ’74-’75, τα ορόσημα λιγοστεύουν, αλλά δεν λείπουν. Την ώρα, ας πούμε, που μεταδίδονταν ραδιοφωνικά τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, εγώ άκουγα The Clash και Sex Pistols σε σπίτι φίλων. Μας διέκοψαν για να μου πουν ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο, και συνεχίσαμε. Τον πρώτο φοιτητικό χρόνο ήρθε μια άλλη epiphany: καθόμουν καλοκαίρι βράδυ στο εργένικο δώμα και το Πρώτο Πρόγραμμα είχε την εκπομπή Η Παγκοσμιότητα της Τζαζ. Σάκης Παπαδημητρίου. Η τζαζ ήταν για μένα ένα μυστήριο, ένα απρόσιτο σύμπαν, σαν τη μουσική του Βάγκνερ. Επαιξε το Africa του John Coltrane και ώσπου να τελειώσει το 16λεπτο έπος της free είχα περιπέσει σε έκσταση. Θα το έβαζα μαζί με το My Favorite Τhings σε αλλεπάλληλες εκτελέσεις.

Θα έβαζα ουρά κανα-δυο του συνομήλικου Nick Cave, το Stranger than Kindness ανυπερθέτως και το Carny από τα Φτερά του Ερωτα του Βέντερς. Και διάφορα από τη στάγδην ενηλικίωση σε όλη τη διάρκεια του ’80, έως τον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Το Wild is the Wind και το Nature Boy σε όλες τις εκτελέσεις, το Suspicious Minds μόνο με τον Ελβις, ένα-δυο κοριτσίστικα μονοφωνικά του Phil Spector που τα έβαζε πάντα ο Σκορσέζε στις μαφιόζικες ηθογραφίες, to Il cielo in una Stanza της Μίνας, και κάπου ανάμεσα στα λυρικά το Δρόμοι Παλιοί, των Μίκη Θεοδωράκη – Μανώλη Αναγνωστάκη, σταθερή εμμονή από το εβδομήντα-κάτι.
Ετσι ακούστηκαν σαράντα χρόνια.

Πόσο διαφορετικούς ανθρώπους άκουσα χθες να μου λένε σκασμένοι ότι τους σοκάρισε ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου, ότι έχασαν έναν δικό τους, έναν φίλο, ότι ένιωσαν να χάνουν κάτι από τη δική τους ζωή, ένα τραγούδι που τους σημάδεψε. Συμφώνησα με όλους. Κι εγώ έτσι ένιωθα: σαν να τέλειωνε μια εποχή, εποχή αθωότητας, αμεριμνησίας, ανθισμένων αισθημάτων.

Μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, που αποδήμησε πριν από σαράντα μέρες, και με κάποιους άλλους λιγοστούς καλλιτέχνες της γενιάς του, ο Παπάζογλου ανανέωσε το λαϊκό τραγούδι, το απενοχοποίησε, το πήγε ξανά προς τις πηγές του: ανανέωσε τον λυρισμό του, επαναφόρτισε το αίσθημα, πυρπόλησε τις καρδιές και όχι τα ορμέμφυτα, τραγούδησε τον πόνο με τη χαρά, υπενθύμισε τα μάταια και την ουσία. Ετσι, όταν άκουγες τη φωνή του στα λάιβ ή στα ράδια, λυγμική αλλά ποτέ κλαψιάρα, φωνή βυζαντινή, με ήθος κοινότητας και ύφος προσώπου, γείωνες κι εσύ μες στα χώματα της ζωής, αναγνώριζες τον εαυτό σου, όχι σαν μοναχοδαρμένο, αλλά σαν συνέχεια μιας παράδοσης, οργανικό μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων που έχουν παρόμοια ντέρτια μ’ εσένα, παρόμοιους φόβους, ίδια φθαρτότητα. Ο Αύγουστος είναι για όλους ίδιος· και πάντα ενώνει μες στην αβάσταχτη γλύκα του.

Στον αειθαλή Αύγουστο του Παπάζογλου, α καπέλα ή με μείξη ηλεκτρικής Fender και μπουζουκιού, ενώθηκαν γενιές: ρεμπέτες και ροκάδες, αριστεροί και αδιάφοροι, υποψιασμένοι και ελαφρούτσικοι, μπατίρια, πλούσιοι, ποδοσφαιρόφιλοι, ράπερ… Κι είχε αλήθεια αυτή η τυχαία συνεύρεση· όση είχε και η στερεοτυπική του αμφίεση επί σκηνής: δεν ήταν πόζα, ήταν η αληθειά του. Τζιν παντελόνι, τζιν ή τζεϊλχάουζ πουκάμισο, όλα θαλασσιά, και μια φλόγα στο λαιμό, η φωνή του, η άλικη μπαντάνα. Σαν ροκάς του αμερικανικού Νότου, ένας Ολμαν Μπράδερ ας πούμε, ή σαν Νιλ Γιανγκ, σαν Μπρους Σπρίνγκστιν. Μα τέτοιας αισθηματικής κλάσεως καλλιτέχνης ήταν, τέτοια ενέργεια σκόρπιζε στα μυθικά καλοκαιρινά του λάιβ, ζυγισμένα, μετρημένα, αλλά και απλόχερα.

Ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω την πάνδημη θλίψη που προκάλεσε η αναχώρησή του. Ηταν ένας άνθρωπος εκτός συστήματος, εκτός της βιομηχανίας ψυχαγωγίας, εκτός δημοσίων σχέσεων, εκτός νύχτας, εκτός μπίζνες. Αλλά ήταν εντός ζωής. Βαθιά μες στη ζωή. Χειροτέχνης, αυτοσχεδιαστής, αυτοδίδακτος· άνθρωπος της παρέας, των φίλων, της εργασίας, της συνέπειας, των αρχών. Αυτό του επέστρεφε ο κόσμος σαράντα τόσα χρόνια, αυτό λείπει τώρα από τον κόσμο, τον κόσμο που δάκρυσε μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι, ένα στιχάκι, έναν λυγμό του Παπάζογλου: Αυτή η αίσθηση για τη ζωή, δοξαστική και βαθιά, ερωτική και αφτιασίδωτη, γήινη, αυθεντική.

Μιλάνε για το τέλος της Μεταπολίτευσης, για την επιβλαβή κουλτούρα της και το ρέμπελο ήθος της. Ρηχά λόγια, ρηχές σκέψεις. Ο Παπάζογλου διαψεύδει τους αστοιχείωτους και τους στεγνούς, τους άνιωθους, με το ήθος της φωνής του, διηνεκώς: Ηταν ωραίος Ελληνας, καλός, άξιος, ουσιώδης, απ’ τους πολλούς καλούς της Μεταπολίτευσης, απ’ τους πολλούς καλούς κάθε εποχής. Γι’ αυτή την απώλεια κλαίμε.

Για εκδρομείς του Εξήντα μίλησε ο Διονύσης Σαββόπουλος, και μας έβαλε να σκεφτούμε. Οσους έζησαν τα σίξτις κι όσους δεν τα έζησαν, μα παραδόξως τα νοσταλγούν, με ένταση. Ετσι γίνεται: ο καλλιτέχνης ερεθίζει, προκαλεί, το κοινό ανταποκρίνεται και ανατροφοδοτεί. Και να, με ρώτησε προ ημερών τριαντάρης συνάδελφος: Τι είναι τα σίξτις; Απάντησα με υπεκφυγές: εγώ δεν είμαι των σίξτις, είμαι των ύστερων ’70s και των ’80s. Επέμεινε: Αλλά το πνεύμα, ποιο είναι το πνεύμα; Κάτι θα ξέρεις. Ναι, κάτι ξέρω· το πνεύμα των σίξτις διεμβόλισε και τη δική μου νιότη, την ωρίμανση και τη διαμόρφωση, καλλιτεχνικά, αισθητικά, ιδεολογικά, πνευματικά εντέλει. Μας σφράγισε με τις μακριές απολήξεις του το ’60, ετεροχρονισμένα, βραδυφλεγώς και διαρκώς, με τις μυθολογίες του και τα άνθη της τέχνης. Αρχισα ήδη να του απαντώ…

Τα σίξτις για μας είναι εν πολλοίς η μυθολόγήσή τους, αλλά είναι κυρίως το ταλέντο, που εκτινάχθηκε ελεύθερο και παρήγαγε καταπληκτική μουσική, ταινίες, βιβλία, θεωρίες, ντυσίματα, σχέσεις και στυλ, κι όλα μαζί συνέθεσαν μια νέα γενική διάνοια, μια διάχυτη ελευθεριακή συμπεριφορά. Αυτό το νέο δεν έγινε αντιληπτό ούτε υιοθετήθηκε από όλους, ούτε καν από τους πολλούς· πυρπόλησε όμως τους νέους, κι αυτό ήταν αρκετό, τόσο αρκετό που θεωρητικοί όπως ο Μαρκούζε άρχισαν να αναζητούν τα νέα ιστορικά υποκείμενα ανάμεσα στη νεολαία, τους φοιτητές, τους περιθωριακούς.

Για να καταλάβεις τα σίξτις, πρέπει να τα αισθανθείς. Δηλαδή; Δηλαδή, άκου τη μουσική τους, δες τις ταινίες, εμείς έτσι ποτιστήκαμε, ακούγοντας Χέντριξ, Στόουνς και Ζάππα, Τζέφερσον Αίρπλεϊν, Μπόουι και Κινκς, βλέποντας Γκοντάρ, Πέκινπα και Αντονιόνι, Γούντστοκ και Μοντερεϊ Ποπ, ξανά και ξανά, φθαρμένες κόπιες σε θερινά και ταινιοθήκες, ξανά και ξανά ώσπου να λιώσουν τα βινύλια. Δεν ξέρω αν αυτή είναι η βασιλική οδός, ξέρω μόνο πώς ποτιστήκαμε στη μυθολογία, πώς βρήκαμε τη δική μας ουσία, πώς καθρεφτιστήκαμε στην ψυχεδέλεια, στις δυστοπίες και τις ενοράσεις του Φίλιπ Ντικ, του Τζ. Τζ. Μπάλαρντ και του Γκρέιλ Μάρκους. Και πώς από κει οδηγούμασταν στον Νίτσε, τον Μπαρτ και τον Φουκώ, στον Μπενγιαμιν και την Αρεντ.

Δαίδαλοι, αναπηδήσεις, σκεδασμοί, υβρίδια, λοξές προσλήψεις. Τα σίξτις στην Ελλάδα έζησαν κολοβωμένα, μισά. Η χαμένη άνοιξη άνθισε (όχι ματαίως) ώς το ’67, ώς τη δικτατορία· η φωτοχυσία του ’68 (ουσία των σίξτις) συνέβη εδώ με χρονοκαθυστέρηση, το ’73 καταρχάς, ματωμένα, δραματικά, κι ύστερα στην παραζάλη του ’74. Μπουκωμένοι τυπική ελευθερία, μετά το ’74, αρχίσαμε να αναζητούμε και την άλλη, τη βαθύτερη ελευθερία, την υπερβατική, την απόλυτη. Να νοσταλγούμε τα σίξτις, ακόμη κι αν δεν τα ζήσαμε, και γι΄αυτό ακριβώς να τα νοσταλγούμε βολονταριστικά, φανατισμένα, υπερβολικά. Τουλάχιστον έμενε ο σπόρος του ρομαντισμού τους, και μαζί ο σπόρος της αμφισβήτησης, της γόνιμης αμφιβολίας. Μαζί και η malaise της ώριμης νεωτερικότητας, που δεν είχε ονομαστεί ακόμη μεταμοντέρνο.

Δεν ξέρω ακριβώς πώς βιώθηκε το ροκ, ο χιπισμός, η ψυχεδέλεια, από τη νεολαία του ’60 μες στη χούντα· σίγουρα αρκετοί ένιωσαν τους κραδασμούς και τους αναπαρήγαγαν. Υποθέτω βάσιμα όμως ότι δεν βιώθηκε μαζικά και φανερά· και πάντως μένει να τεκμηριωθεί η διάχυση του υπερβατικού αμφισβητησιακού πνεύματος στους τότε νέους.

Τα πολιτισμικά σίξτις στην Ελλάδα βιώθηκαν στα σέβεντις· χονδρικά, από το ’74 έως το ’81, όταν η χώρα υποδέχτηκε την Αλλαγή. Σε αυτή την αδρή επταετία, η μετά το Πολυτεχνείο νεολαία, άφησε πίσω της τον μετεμφύλιο και επιδόθηκε στη βακχεία που κληροδότησε η περασμένη δεκαετία, ξεθυμασμένη έστω. Ο χιπισμός και το κουλ στυλ ανακατεύτηκαν με ταγάρια και αξύριστες γάμπες, τα μαυροντυμένα φρικιά των αθηναϊκών συνοικιών συγχρωτίστηκαν με μοντερνοέξαλλα επαρχιωτάκια στα ίδια ελάχιστα κλαμπ, στις ίδιες χλομές Εβγες, στα λιγοστα βιβλιοπωλεία και δισκάδικα. Στα πανεπιστήμια, ισχυρά ακόμη και “αριστεροκρατούμενα”, παραμερίστηκαν για λίγο τα αντάρτικα εμβατήρια και οι αριστεροί παιάνες της ήττας· ακούστηκαν ηλεκτρικά ριφ, Τζιμ Μόρισον, Sympathy for the devil. Ελάχιστο χρόνο μετά το ’74, το ρομαντικό πνεύμα των σίξτις συνέπαιρνε τη νεολαία και την έστελνε πέραν των κομμάτων της κραταιάς πλην ταριχευμένης αριστεράς.

Φορείς, τελετάρχες και φαν των σίξτις ήταν μια άλλη νεολαία, απείθαρχη, μη λενινιστική. Προτού τελειώσει η δεκαετία, μεταξύ ’77 και ’79, αυτή η μειοψηφική τσογλανοπαρέα θα κατέλυε την παντοκρατορία των κομμάτων στα πανεπιστήμια, θα αποχωρούσε ή θα εξεδιώκετο από τα κόμματα, θα μπόλιαζε στο σώμα της νεολαίας την αμφιβολία, την ειρωνεία, τον υπαρξισμό, την αυτονομία, την αντιεξουσία, τον υποκειμενισμό των σίξτις.

Δεν ήταν όλα ρόδινα, όπως δεν είναι ποτέ ρόδινη κάθε απόληξη των πρωτοποριών. Οι συλλογικότητες δεν κατατρόπωσαν τον ατομικισμό, ο γιάπικος υλισμός των ’80s σάρωσε ψευδαισθήσεις και νουάρ ήρωες των μπαρ· άλλους έστειλε στον αλκοολισμό και τα ντραγκς, άλλους στον κυνισμό και το πιο χυδαίο βόλεμα, άλλους στην παραμυθία της θρησκείας και new age δοξασιών, όλους σχεδόν στην ιδιώτευση. Στις παλίρροιες των ιδεών δεν υπάρχουν πολλοί κερδισμένοι.

Τι μένει από την αναχώνευση των σίξτις μέσα στα σέβεντις; Μια νέα ευαισθησία: μετακομμουνιστική, ήδη πρίν από το ’89, μεταμοντέρνα, αποενοχοποιημένη έως και πατροκτόνος απέναντι στις βαριές κληρονομιές (λ.χ. της Γενιάς του ’30, του ΕΑΜ), με έγνοια για την αισθητική, σπαταλημένη γόνιμα στη συναίσθηματική αγωγή, με ψυχαναλυτικές καταδύσεις, με επιλεκτική επανοικειοποίηση της παράδοσης.

Αναζήτηση συλλογικότητας και περιπέτεια αυτοπραγμάτωσης, αυτά περίπου.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.279 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: