You are currently browsing the tag archive for the ‘πόλη’ tag.

Σήμερα Κυριακή οργανώνεται για δεύτερη φορά ένας περίπατος στην Αθήνα της Κατοχής, με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας. Πέρυσι σε παρόμοιο ιστορικό περίπατο προσήλθαν πάνω από χίλια άτομα. Η ιδέα είναι απλή: ένας οδηγός μεταφέρει τους περιπατητές σε τοπόσημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Και τους θυμίζει τι συνέβη σε αυτή η γωνία, τι υποδεχόταν αυτό το κτίριο, τι συνέβη σε αυτό το πεζοδρόμιο.

Μερικά τα γνωρίζουμε. Στην οδό Μασσαλίας, εκεί που γνωρίσαμε τα υπαίθρια μικροβιβλιοπωλεία, βρισκόταν επί Κατοχής το νεκροτομείο· εμείς γνωρίσαμε το νεκροτομείο στα κτίρια της Ιατρικής στο Γουδί. Καλούμαστε να ανασυνθέσουμε μια σκληρή εικόνα: τα κάρα που μετέφεραν στη Μασσαλίας τις σορούς των νεκρών του κατοχικού λιμού.

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ένα μισοκρυμμένο μνημείο θυμίζει ότι εδώ η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ, που στρατολογούσε Ελληνες για τη Βέρμαχτ. Το γνωρίζω. Γνωρίζω ότι στα υπόγεια της Κοραή ήταν τα κολαστήρια της Κομαντατούρ, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες πατριώτες – τα έχω επισκεφθεί. Δεν γνώριζα όμως ότι Πανεπιστημίου 64 και Σανταρόζα βρισκόταν το καζίνο του Μαυροκέφαλου, όπου μαυραγορίτες και δωσίλογοι έπαιζαν τις λίρες της προδοσίας.

Η πόλη είναι η μνήμη της, μάλλον οι μνήμες των ανθρώπων της, αυτών που έζησαν κι αυτών που τη ζουν τώρα, συνυφασμένες αξεδιάλυτα σ’ ένα συνεχές χωροχρόνου άλλοτε ορατό κι άλλοτε κρυμμένο, πάντα εκεί, πάντα εδώ, περιμένει να το δούμε, να μας μιλήσει, να μας παρωθήσει σε αυτογνωσία.

Η Αθήνα είναι τέτοιο θέατρο μνήμης, που περιμένει το βλέμμα του κατοίκου, του περιπλανητή, για να ανασύρει δράματα ατομικά και συλλογικά, τραγωδίες και ειρωνικές λεπτομέρειες. Εδώ μια κλινική που φιλοξένησε τραυματίες, στην Οικονόμου το σπίτι του Λαπαθιώτη, στην Ασκληπιού του Παλαμά, στη Ζωοδόχου Πηγής του Κουν, στην Ιπποκράτους έξω από την πανεπιστημιακή Λέσχη μαζεύονταν οι νέοι γύρω από τον Σικελιανό, στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου έπεσε ο Τέλλος Αγρας χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα τις μέρες της απελευθέρωσης, τα σημάδια στους τοίχους είναι από σφαίρες. Στη Βασιλίσσης Σοφίας δολοφονήθηκε την εποχή του Διχασμού ο Ιων Δραγούμης. Γύρω απ’ το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, μέχρι την Ομόνοια και τα Προπύλαια, εξόρμησαν οι παράτολμοι απεργοί του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης για τα γερμανικά εργοστάσια, σε αυτούς τους δρόμους πέφτουν οι δεκάδες νεκροί διαδηλωτές την 22α Ιουλίου 1943 ξεσηκωμένοι για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αυτούς τους δρόμους, τριάντα χρόνια αργότερα, πέφτουν οι νεαροί διαδηλωτές του Πολυτεχνείου χτυπημένοι από ελεύθερους σκοπευτές.

Το μεταίχμιο που ζούμε οδηγεί το βλέμμα μας σε ό,τι ήταν αθέατο έως πρόσφατα· το στρέφει από τo mall της ματαιοδοξίας στα ίχνη ενός ζωτικού παρελθόντος, σε ίχνη αγώνων και αγωνίας. Επανασυνδεόμενοι με το παρελθόν, ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε βαθύτερα το δύσκολο παρόν, την εσωτερική λογική των συμβάντων και των ενδεχομένων μες στην ιστορική ροή, ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε τη δυσχέρεια, να αντέξουμε την ιστορία ως δρώντα υποκείμενα, ως συνδιαμορφωτές, και όχι ως άβουλοι θεατές.

Πλάι στον Κεραμεικό, την Αγορά, την Πνύκα, την Ακαδημία Πλάτωνος, υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και του αβάσταχτου κλέους των χρυσών χρόνων, πλάι στους διάσπαρτους μεσαιωνικούς ή μεταβυζαντινούς ναΐσκους, διαλείμματα ησυχίας, βρίσκονται τα πρώτα οικήματα του κράτους, άλλα ταπεινά, σαν τις λαϊκές αυλές θαυμάτων του Παπαδιαμάντη, του Μητσάκη, του Ροΐδη, άλλα ευκλεή και μνημειώδη, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά, καυτατζόγλεια και άλλα. Από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, η λαϊκή και νεοκλασική Αθήνα γίνεται μοντέρνα, χαώδης, μεγάλη, χωνευτήρι, γίνεται μητρόπολη.

Σε αυτή τη μητροπολιτική κορυφή, σκοτεινιασμένη απ’ την κρίση, στεκόμαστε τώρα, αμήχανοι, σαστισμένοι, με κρυμμένη τη γραμμή του ορίζοντος. Ετσι γυρνάμε το βλέμμα στο παρελθόν. Νομίζω γόνιμα. Σίγουρα με αίσθηση σοβαρότητας, ίσως και αίσθηση επείγοντος, για να καλύψουμε κενά, για να κερδίσουμε τον άδειο χρόνο της προηγούμενης αμεριμνησίας, της αμνησίας. Περπατάμε, λοιπόν, για να ανακτήσουμε το ιστορικό κέντρο, την πόλη, τον ζωτικό χώρο της δημοκρατίας, για να ξανανιώσουμε πολίτες και ιστορικά όντα, με παρελθόν, με συνέχειες, με ρήξεις. Το άστυ είναι πολύ βαθύτερο και πλουσιότερο από real estate και gentrification.

Advertisements

Κάποτε στην Πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων οι διακόσιες χιλιάδες ήσαν Ρωμιοί Ορθόδοξοι, Ελληνες. Παρέμειναν πολλοί και δραστήριοι και στον 20ό αιώνα. Σήμερα στην Πόλη των 16-18 εκατομμυρίων, οι Ρωμιοί είναι τρεις χιλιάδες. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη, λίγοι πια, ελάχιστοι, αλλά πάντα δραστήριοι, ιστορικοί, απόγονοι γένους παλαιότατου. Η φωτιά παραμένει αναμμένη στο Ζωγράφειο Λύκειο, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, στα φιλόδοξα κτίσματα του ύστερου 19ου αιώνα της ακμής, εκεί όπου ακόμη διδάσκονται Ελληνες φιλόσοφοι και ποιητές, από φλογερούς δασκάλους. Ενας τέτοιος Ελληνας δάσκαλος, ο Γιάννης Δερμιντζόγλου, διευθυντής του ιστορικού Ζωγραφείου, επικουρούμενος από τη Μακεδονίτισσα σύζυγό του, Ασπα Χασιώτη, φιλόλογο εκπαιδευτικό στη Θεσσαλονίκη, πάτησε πάνω στον ζείδωρο Παπαδιαμάντη και προκάλεσε μια συναρπαστική ένωση Ελλαδιτών και Ρωμιών εφήβων, ζωντάνεψε αίθουσες και εκκλησιές, πυρπόλησε καρδιές και σκέψεις.

Ενα μαθητικό συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη, εκατό συν ένα χρόνια από το θάνατό του, ήταν η αφορμή για μια πνευματική εμπειρία που θα μείνει αξέχαστη στα παιδιά και στους μεγάλους που συμμετείχαν. Οι έφηβοι, λίγο πριν από τη μέγγενη των Πανελλαδικών, έμαθαν να βουτάνε στη λογοτεχνία και να δουλεύουν συλλογικά· άγγιξαν την Ιστορία με τα χέρια τους, την είδαν μπρος στα μάτια τους. Είδαν να ζωντανεύει η φόνισσα Φραγκογιαννού μες στην Παναγία των Βλαχερνών απ’ τη φωνή της Νένας Μεντή, άκουσαν Παπαδιαμάντη από το στόμα του Πατριάρχη λίγο μετά την ακολουθία των Χαιρετισμών, διάβασαν Παπαδιαμάντη στην ιστορική Παναγιά των Μογγόλων, στην επιβλητική Αγία Τριάδα, στην Παναγία του Σταυροδρομίου. Μπήκαν στον Ταξιάρχη στο Μέγα Ρεύμα, έψαλαν Υπερμάχω και γέμισαν με τα νιάτα τους τον ναό, πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες.

Θα τη θυμούνται την Πόλη τα παιδιά, ζυμωμένη με τον Δερβίση και την Αγι-Αναστασιά του Παπαδιαμάντη, Πόλη μυρολογημένη και τραγουδισμένη από τον Θωμά Κοροβίνη, διαβασμένη από τη Ζυράννα Ζατέλη και τον Κώστα Ακρίβο, θα τη θυμούνται πλεγμένη με φιλικούς οικείους συγγραφείς, με προσφιλείς δασκάλους, με τη βαθιά θεολογική σκέψη του π. Ευάγγελου Γκανά, Πόλη τραγουδισμένη από «την ακορντιόν» του φλογερού Γιάννη, την ίδια ακορντιόν που φέρνει κάλαντα παρηγοριάς στα γηροκομεία των Ρωμιών.

Η Πόλη, τεράστια, επιβλητική, με αυτοκρατορικό μεγαλείο. Αλλαγμένη πολύ από την προ δεκαπενταετίας επίσκεψη: χωρίς ένοπλους στους δρόμους, χωρίς πολλά γιγαντοπανώ με Ατατούρκ, με πλήρως εκδυτικισμένη και εμπορική την πλημμυρισμένη Ιστικλάλ, με μυριάδες νέους ανθρώπους να κατακλύζουν την πόλη και να δείχνουν το δημογραφικό σφρίγος της Τουρκίας, με πλήθος μαντίλες στις λαϊκές γειτονιές να δείχνουν τον ιδιότυπο νεοϊσλαμισμό της εποχής Ερντογάν. Τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα ειδών πολυτελείας ξεχειλίζουν στα ακριβά προάστια. Καγιέν, Μερτσέντες, κλαμπ τεράστια στα παράλια του Κεράτιου και του Βοσπόρου, κλαμπ πριβέ με τριπλή πόρτα για τους νέους υπερπλούσιους. Η Τουρκία ζει το τραπεζικό της όνειρο, πιθανότατα φούσκα, αλλά ο μισθός νέου μηχανολόγου δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ. Η δίκη του πρώην προέδρου δικτάτορα Εβρέν επίκειται. Οι Κούρδοι διαδηλώνουν στο κέντρο, και από τα αχανή slum της περιφέρειας ξεχύνονται και σπάνε όλα τα στέγαστρα συγκοινωνιών, πετροβολούν τα πούλμαν στον αυτοκινητόδρομο.

Και η Ελλάδα ιδωμένη από τους λόφους της Πόλης: οδυνηρή ασπαίρουσα οντότητα πίσω απ’ τα σύννεφα. Τη βλέπουν καθαρά οι πολλοί πια Ελληνες που κάνουν μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το πρώην Ροβέρτειο Κολέγιο, και στ’ άλλα πανεπιστήμια της Πόλης· τα λόγια τους, δυναμικά και με τη διαύγεια της απόστασης, μας προσφέρουν μια άλλη θέαση του υποφέροντος ελληνισμού. Τη βλέπει ολοκάθαρα την Ελλάδα, σε ιστορική προοπτική και με γεωπολιτικό βάθος, ο Ρωμιός κύριος Αρης, ο φλογερός Ελληνας, τη βλέπει σαν αλυσίδα λαθών, υποχωρήσεων, υποτέλειας, ατολμίας, επαρχιωτισμού, ο λόγος του διαφωτίζει και εγκαρδιώνει. Μας τη φανερώνουν άλλη την Ελλάδα, τα πάθη της, τη δυναμική της, οι συνομιλίες εκεί, σε μια αρχαία και σφύζουσα μητρόπολη, με ελληνικές επιγραφές μισοσβησμένες στα σοκάκια.

Φανερώνεται έτσι η Ελλάδα στο βραχύ μέλλον: για να υπάρξει, χρειαζόμαστε επειγόντως πειθαρχία. Αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχο, στοχοπροσήλωση, εστίαση της ζωτικότητας. Το δαιμόνιο μόνο του δεν αρκεί, μπορεί και να καταστρέφει. Μόνο δαμάζοντας το δαιμόνιο και πειθαρχώντας τους εαυτούς, θα κερδίσουμε αυτογνωσία και σχέδιο, θα έχουμε θέση στον αναδυόμενο κόσμο.

φωτ.: Επί του Βοσπόρου. Τραγούδι, Θωμάς Κοροβίνης, ακορντιόν, Γιάννης Δερμιντζόγλου.

Δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάποια διαδήλωση για να πάθει συμφόρηση η Αθήνα· τελεί μονίμως εν αποπληξία. Η εικόνα της πρωτεύουσας εδώ και πολλούς μήνες είναι εικόνα τριτοκοσμικής μητρόπολης, μείον τον εξωτισμό. Η κυκλοφορία είναι μαρτυρική, για εποχούμενους και πεζούς. Τα στενά πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα και ρημαγμένα. Οι δρόμοι αδιάβατοι. Και στις παρυφές επικρατεί βρωμιά.

Η αναγκαστική διέλευση από το αθηναϊκό κέντρο κατακλύζει άγχος τον πολίτη· κάνει ότι δεν το σκέφτεται, λειτουργεί σαν αυτόματο για να γλιτώσει λίγο στρες, περιμένει καρτερικά το φορτηγό να ξεφορτώσει εμφιαλωμένα στην Ακαδημίας, κορνάρει διακριτικά, ελίσσεται ανάμεσα σε λακούβες και κάδους, σφίγγει τα δόντια, έως ότου περάσει η δοκιμασία. Ετσι θωρακισμένοι κι αναίσθητοι κυκλοφορούμε στην πόλη, κι έτσι δεν βλέπουμε πια τον παραλογισμό, την αυθαιρεσία, την ακηδία και την περιφρόνηση του δημόσιου χώρου, από όλους, αλλά κυρίως από τους δημοτικούς άρχοντες, από τις αστυνομικές αρχές και από την πολιτική ηγεσία.

Είναι ντροπή. Ελάχιστα τετράγωνα από τη Βουλή των Ελλήνων, το πρωθυπουργικό μέγαρο και το Δημαρχείο, κυβερνά η ανομία. Στους κεντρικότερους δρόμους, Σόλωνος, Σκουφά, Ακαδημίας, Ιπποκράτους, Συγγρού, παντού, ΙΧ παρκάρουν παρανόμως, SUV διπλοπαρκάρουν με θράσος, φορτηγά ξεφορτώνουν ολημερίς με αναίδεια, μοτοσικλέτες, περίπτερα, ψυγεία και τραπεζοκαθίσματα εξαφανίζουν τα πεζοδρόμια, συνεργεία ξεκινούν εργασίες καταμεσήμερο κι αφήνουν πίσω τους συντρίμμια. Και παντού σκουπίδια, ασάρωτες γωνιές, ρημαγμένες πλάκες, διαλυμμένα ρείθρα, ανασκαμμένοι δρόμοι.

Είναι ντροπή. Αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτικού μας πολιτισμού· αυτό το χάλι δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την πόλη του ο εκλεγμένος Δήμαρχος, δείχνει πώς εκτελεί το καθήκον του ο Αρχηγός της Αστυνομίας, δείχνει πόσο πονάνε τον τόπο οι τόσοι συναρμόδιοι υπουργοί. Ντροπή τους και ντροπή μας.

Ας απαγορευτεί καθολικά η κυκλοφορία ΙΧ στον ιστορικό δακτύλιο· ας εφαρμοστούν διόδια· ας γενικευτεί η ελεγχόμενη στάθμευση, ας κατάσχονται οι άδειας κυκλοφορίας των παρανομούντων. Ας γίνουν όλα μαζί και ταυτοχρόνως, ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει.

Η πόλη έγινε η ντροπή μας.

Καθημερινή 18.04.2008

buzz it!

Μια γρίπη ρουτίνας μες στις γιορτές σε βυθίζει στον πυρετό, την κακουχία, τη συρρίκωνση. Ο κόσμος έξω λάμπει, θορυβεί, πηγαινοέρχεται. Εσύ μέσα, αποκομμένος, αδύναμος, θλιβερός. Καταπίνεις ματζούνια και προσδοκάς την ανάσταση· δηλαδή να ξαναμπείς στον κόσμο απύρετος και διαυγής, έτοιμος για άλλους πόνους άγνωστους ποθητούς.

Κλεισμένος κι ανήμπορος, για τέσσερις-πέντε κρίσιμες μέρες, κλεισμένος στον εαυτό σου, σ’ ένα νοσηρό κουκούλι πόνων και παραισθήσεων, αναλογίζεσαι τη σημασία του Εξω. Η έλλειψη του Εξω, της κυκλοφορίας, των εικόνων, των άλλων, αυτό είναι που σε καταβάλλει περισσότερο απ’ όλα. Ανακατεμένος στα σεντόνια, αφυδατωμένος και μίζερος, λαχταράς να βρεθείς μες στον κόσμο· στα διαλείμματα των πυρετών, και μέσα σ’ αυτούς, χάνεσαι στους πολύβοους δρόμους, το σώμα αποκολλάται απ’ την αρρώστια του και τριγυρνάει στον τόπο του: στους δρόμους. Το νοσταλγών σώμα αντικρίζει πάλι κατάπληκτο τον κόσμο, περπατάει σαν σε όνειρο, πετάει χαμηλά, σαρώνει το πεδίο με περισκοπική όραση πουλιού: πολλά μαζί, υπερευρυγώνια, δυναμικά σύνολα και ρευστές λεπτομέρειες μαζί. Το σώμα γίνεται βλέμμα, ακοή, γίνεται άγγιγμα, οσφραίνεται και γεύεται το Εξω, το σώμα λιώνει μες στον κόσμο. Αυτό το σώμα τραγουδά εγγαστρίμυθα:

«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή / […] (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / κανένας με γνώριζε)»

Το σώμα, γεννημένο και ηλικιωμένο στην πόλη, νοσταλγεί διαρκώς τους δρόμους, εκεί όπου χάθηκε μαγεμένο παιδί, τους λευκούς πάμφωτους δρομίσκους της αχειροποίητης πολιτείας πλάι στη θάλασσα, τους χωμάτινους δρόμους της εργατούπολης, τα καλντερίμια και τα μάρμαρα της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τα μάρμαρα και τα βουλιστά του αιγαιακού ερειπιώνα, τις παγωμένες αλέες και τα κανάλια των βόρειων μητροπόλεων, και πάντοτε, πάντοτε, τους σκονισμένους δρόμους τούτου δω του άστεος, αυθάδεις και γυμνούς, αυτάρκεις κομψούς μες το ιώδες αττικό φως.

Η ηλικία μετριέται με περιπλανήσεις, με επαναλήψεις, περικυκλώσεις του ίδιου και πάντα άλλου, με ανακαλύψεις κάτω απ’ την επιδερμίδα του προφανούς. Ολα γυρνούν ίδια και άλλα: εκεί που ο παπατζής με τον αβανταδόρο ξάφριζαν επαρχιώτες, εκεί όπου γητευτές διαλαλούσαν τσατσάρες και λαχεία, τώρα απλώνουν Prada στο σεντόνι και σέρνουν τον μπαλαριστό της πρέζας.

Δεν έχει καφενεία εργατών και φτωχοδιαβόλων, δεν έχει παλαιικό ψωνιστήρι αρσενικών, δεν έχει ερείπια ξενοδοχεία· έχει λαμπρά πολυκαταστήματα και σούδες με κινέζικα, έχει αγκίστρια με μαϊμούδες απλωμένα για λιμάρηδες φτωχούς, έχει φυλές, έχει λαλιές πολύχρωμες στα κινητά, τσάρκες αργόσυρτες και χασομέρηδες, έχει υπόνοιες μοντέρνας βίας μητροπολιτικής.

Το σώμα νιώθει τις ουλές, παλιές και νέες, νιώθει τα σύνορα ανάμεσα κάτω και άνω πόλης, νιώθει τη γεωγραφία που αλλάζει από γωνία σε γωνία. Ολα τα νιώθει το σώμα μες στους δρόμους· και πιο πολύ την ύλη του εαυτού του χυμένη μες στον κόσμο:

«Την ασήμαντη παρουσία μου / βρίσκω σε κάθε γωνιά / κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε / φάσμα χαμένο του πόθου μου»

Ξέρω τον πόθο, βλέπω το φάσμα·είναι ο δεκαοχτάχρονος που τον ξεβγάζει το λεωφορείο στη γαστέρα της Βάθης, και τριγυρνά στα κάγκελα της Στουρνάρη, στις στοές της Κάνιγγος, σε φροντιστήρια και αντηλιές καφενείων, σε υπόγεια βιβλιοπωλεία, ανηφορίζει την Ακαδημίας, βγαίνει στο ξέφωτο των Προπυλαίων, μαζεύει από κάτω προκηρύξεις κείμενα παράφορα ρομαντικά, μεμιάς οι δρόμοι και οι χρόνοι σμίγουν, εκτείνονται αξεδιάλυτοι, δρόμοι και χρόνοι, πόνοι, χαρές και στοναχές, Φθιώτιδος, Μαυρομιχάλη, Δαφνομήλη, Δορυλαίου, Αλεξάνδρας, Ερεσσού, Καλλιδρομίου, Βατάτζη, Δελφών, Βουλγαροκτόνου και Σωκράτους.

Είμαι το φάσμα του σώματος μες στους δρόμους, λιωμένος λυτρωμένος μες στην ερημία του πλήθους, είμαι ο δρόμος.

Είμαστε οι δρόμοι μας, η περιπλάνησή μας, η απώλεια και η πτώση, η επιστροφή απ’ το ξενύχτι ακολουθώντας μία κάφτρα.

«Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα / χωρίς να γνωρίζω κανένανε / κι ούτε κανένας με γνώριζε» (Μαν. Αναγνωστάκης)

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.01.2008
Εικον.: Χριστίνα Κάλμπαρη, σχέδιο με κιμωλία. Γκαλερί Μπαταγιάννη, 22 Ιαν. – 29 Φεβρ.

buzz it!

Από τον Ιούνιο η νύχτα στην Αθήνα είναι σύντομη και πυκνή. Αργεί να σκοτεινιάσει, ξημερώνει νωρίς, ο ύπνος λιγοστεύει· όσοι μένουν στην πόλη για δουλειά ή από ανημπόρια, διασχίζουν το καλοκαίρι με ένταση και χαύνωση μαζί: ο νους χάνει βάρη, διαυγάζεται, απλώνει· το σώμα ακολουθεί, μπαίνει σε ολιγάρκεια, οικονομεί τους χυμούς του, μα ζητά κιόλας τη σπατάλη. Η λογοτεχνία συχνά έχει ποτίσει τις λέξεις της σε αυτή τη διασταύρωση παραδομού και λαγνείας, στην πόλη με τους ιδρωμένους ανθρώπους· θυμάμαι ανάκατα Εμπειρίκο, Μιχαήλ Μητσάκη, Ταχτσή, Καραγάτση, Μήτσορα και Συμπάρδη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.198 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: