You are currently browsing the tag archive for the ‘ποπ’ tag.

H Μεταπολίτευση νοηματοδοτήθηκε ως τέτοια, αρκετά μετά την 24η Ιουλίου 1974, όταν έπεσε η δικτατορία μαζί με την αλωθείσα Κύπρο. Ασφαλώς είναι μια μείζων διαιρετική τομή στο ιστορικό σώμα της νεότερης Ελλάδας, αλλά θα πρέπει να τη δούμε σε στενή συνάφεια με ό,τι προηγήθηκε του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Πρέπει να τη συνδέσουμε με την περίοδο 1963-67, ιδίως με το καλοκαίρι του ΄65, με τις προσδοκίες και της ματαιώσεις που σφραγίζουν την, κατά Τσίρκα, χαμένη άνοιξη. Με πολλούς τρόπους, τον Ιούλιο του ’74, και με τίμημα μια εθνική απώλεια, αποκαθίσταται μια διαθλασμένη συνέχεια με τον Ιούλιο του ΄65. Ο,τι κατεστάλη, διαψεύσθηκε, ματαιώθηκε τότε, αναδύεται πάλι, μετά εννέα έτη· διαφορετικό βεβαίως αλλά εν πάση περιπτώσει δικαιωτικό. Η πολιτειακή αλλαγή, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι ελεύθερες εκλογές, ο εν γένει άνεμος ελευθερίας και πολιτικής ανεξιθρησκίας, είναι τα φανερά ιστορικά στοιχεία.

Υπογείως και υπορρήτως όμως, το διάλειμμα δεν ήταν απλώς μια χρονοανωμαλία, μια καθυστέρηση. Στα χρόνια που μεσολάβησαν ώς το ’74 αναδύθηκε εν τω μεταξύ ένα δημόσιο ήθος, μια βαθύτερη γενική συμπεριφορά που διαπότισαν το συλλογικό σώμα, υποκάτω και πέραν της συμβατικής πολιτικής. Μερικά τέτοια φαινόμενα: Η ιδιότυπη απολιτικότητα που καλλιέργησε η στάση των δικτατόρων «αν δεν ανακατεύεσαι (=αντιστέκεσαι) δεν σε πειράζουμε»· η διάχυση πλούτου σε ανερχόμενα μεσοστρώματα και ημετέρους· τα θαλασσοδάνεια, η οικοδομή και η μαζική επέκταση του τουρισμού με μικρομεσαίες επιχειρήσεις·η εμφάνιση μεσοστρωμάτων και η μικροαστικοποίηση των εργατικών στρωμάτων, που άρχισε τη δεκαετία ’60 συνεχίστηκε απρόσκοπτα την επταετία.

Στο πολιτιστικό πεδίο: γέννηση του ελαφρολαϊκού και εδραίωση της μπουζουκοδιασκέδασης και της «παραλίας» ― αυτό να το δούμε σε αντιδιαστολή με τον έντεχνο λαϊκό πολιτισμό του προδικτατορικού ’60, και σαν πρόδρομο της γενικευμένης σκυλοπόπ από το ’80 έως σήμερα. Κομβικό σημείο: Πώς έγινε η πρόσληψη των πολιτικοπνευματικών κινημάτων του ’68 στο κλειστό ελληνοχριστιανικό περιβάλλον της δικτατορίας; Κυρίως αισθητικά, σαν ποπ μουσική και χίππικη εμφάνιση. Η αφομοίωση του ’68 ξεκινά ουσιαστικά με το φοιτητικό κίνημα του ’72-’73 και διαχέεται μαζικά μετά το ’74, και μάλιστα καταρχάς με τις μαοϊκές εκδοχές. Οι ελευθεριακές, ροκ και υπαρξιακές αναζητήσεις αναπτύσσονται λίγα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, αφού πρώτα πρέπει να ανατραπεί η κηδεμονία των κομματικών νεολαιών, χονδρικά το διάστημα 1977-80.

Η Μεταπολίτευση αρχίζει το 1964 και ολοκληρώνεται με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία: η Αλλαγή του 1981 είναι το έσχατο άκρο αυτής της ρωγμώδους συνέχειας. Η επόμενη τομή είναι το 1989, διττά: αφενός διότι κλονίζεται η γραμμική διαδοχή εξουσίας με τρόπο πρωτοφανή, φέρνοντας στο προσκήνιο την ηθική κάθαρση και ενώνοντας επί τούτου τη δεξιά με την αριστερά· αφετέρου, κλονίζεται η κραταιά κεντροαριστερή πλειοψηφία. Αλλά εν τω μεταξύ το γενικευμένο μικρομεσαίο ήθος της έχει διαποτίσει και την δεξιά και την αριστερά. Στο εξής, οι ρήτορες μιμούνται τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι κυβερνώντες αναπαράγουν τον κορπορατισμό και το κομματικό απαράτ του ’80, η δημόσια παιδεία παράγει γλώσσα, ήθος και ελίτ στα μέτρα του μικρομεσαίου ευδαιμονισμού. Δομικό χαρακτηριστικό της περιόδου 1980-2010 είναι η ραγδαία άνοδος του ατομικισμού και παρασιτισμού, παρά τις διαρκείς επικλήσεις του λαού και του δημοσίου συμφέροντος.

Το ’89 εντούτοις δεν ήταν μόνο εντόπιο και βρώμικο. Ηταν πρωτίστως μια ιστορική τομή πλανητικών διαστάσεων. Αυτή την αλλαγή υποδείγματος δεν τη βιώσαμε στην ώρα της, απασχολημένοι όντες με πάμπερς και δίκες. Η τομή έγινε σταδιακά αισθητή εκ του μεταναστευτικού ρεύματος και της αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια, κι επίσης επηρέασε βαθιά τη μείζονα Αριστερά, κυρίως παραλυτικά αλλά και ερεθιστικά. Στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον η Ελλάδα αντέδρασε με εσωστρέφεια και ταυτοχρόνως με αυξανόμενη εξάρτηση από την Ε.Ε.: η ένταξη στην ΟΝΕ και την ευρωζώνη είναι στρατηγικές επιλογές σε έναν ρευστό πολυπολικό κόσμο.

Φευ, η αναζητηθείσα προστασία εντός της ευρωζώνης και το ιδεολόγημα της Ισχυρής Ελλάδος, κορυφωμένο φαντασιακά το καλοκαίρι του 2004, κατέρρευσαν με τη διεθνή κρίση του 2008. Το επόμενο ορόσημο είναι το ρήγμα του 2010, η πτώχευση, η διεθνής επιτήρηση, η συρρίκνωση της οικονομίας, και ο έκτοτε βίαιος μετασχηματισμός της κοινωνίας.

Η Μεταπολίτευση τελείωσε τυπικά το 2010, με μια ιστορική ήττα ανάλογη του ’74, χωρίς καν τις προσδοκίες ανασυγκρότησης του τότε.

Advertisements

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.


Η ζωή ακολουθεί την τέχνη. Αν δεχτούμε ότι η ταινία Avatar είναι έργο τέχνης ― και γιατί να μην το δεχτούμε;― τότε αυτή η ταινία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική συνείδηση των μαζών που τη βλέπουν με 3D γυαλιά πολύ πιο βαθιά και αποτελεσματικά από οποιοδήποτε βιβλίο, έντυπο μέσο ή προπαγάνδα άλλης συμβατικής μορφής.

Το οικολογικό, βιοσοφικό και αντιμιλιταριστικό πακετάρισμα της υπερπαραγωγής του Τζ. Κάμερον, όσο αφελές ή προφανές κι αν φαίνεται, είναι σε θέση να διαμορφώσει μια νέα στάση απέναντι στα μείζονα πλανητικά προβλήματα, και μάλιστα σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ισχυρότερα κράτη δείχνουν να περιφρονούν τις ανησυχίες της παγκόσμιας κοινής γνώμης για την υπερθέρμανση και τις κλιματικές αλλαγές: Το Avatar συμπίπτει με την αποτυχία της Συνόδου της Κοπεγχάγης.

Δηλαδή, μια ποπ υπερπαραγωγή, διασταύρωση παραμυθιού, επιστημονικής φαντασίας, δράσης, και role playing game, μπορεί να πετύχει εκεί που αποτυγχάνουν οι πολιτικοί και οι ακτιβιστές. Αυτή είναι η ιδιαίτερη δύναμη της ποπ, από την έκρηξή της στη δεκαετία του ’60, έως τις πρόσφατες μεγάλες μυθικές αφηγήσεις, όπως ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών και το Matrix.

Το Avatar είναι συμπίλημα πολλών παραμυθιών και πολλών μοτίβων της ποπ κουλτούρας. Ο σεναριακός πυρήνας, η συνάντηση του εισβολέα λευκού με την ευγενή “άγρια” ιθαγενή, προέρχεται ατόφια από το μυθολογούμενο ρομάντσο της Ινδιάνας πριγκίπισσας Ποκαχόντας με τον λευκό άποικο Τζων Σμιθ ― που έδωσε αφορμή για βιβλία και ταινίες. Το περιβάλλον, το κόνσεπτ και πολλά μοτίβα του Αβαταρ, είνα παρμένα από προηγούμενα έργα επιστημονικής φαντασίας. Λ.χ. το σμίξιμο των αισθητήρων των εξωγήινων ανθρωποειδών Nαβί με τα ζώα τους, με το δέντρο των προσευχών και μεταξύ τους, έχει περιγραφεί πιο σκοτεινά και δυσοίωνα από τον Ντ. Κρόνεμπεργκ στο φιλμ Existenz, όπου οι άνθρωποι καλωδιώνονται τεχνοβιολογικά με συσκευές ονείρων και γκέιμς σε ένα πλατωνικό σύμπαν προβολών και ειδώλων. Οι επάλληλοι, ασύμπτωτοι κόσμοι του Matrix είναι επίσης παρόντες στο Αβαταρ, όπως και απόηχοι από το Solaris των Στάνισλαβ Λεμ και Ταρκόφσκι· η μάχη του κακού με το καλό, του σκότους με το φως, οι παράλληλες ανθρωπολογίες και οι γλώσσες όπως στον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, στον Πλανήτη των Πιθήκων, στο Star Wars, κ.λπ.

Δραματουργικά και αισθητικά το Αβαταρ δεν φτάνει, ούτε καν πλησιάζει, δημιουργίες όπως το Solaris, το Blade Runner, o Αρχοντας των Δαχτυλιδιών. Προφανώς: ο συγγραφέας Κάμερον δεν είναι Λεμ, Φίλιπ Ντικ, Τόλκιεν, και ο σκηνοθέτης Κάμερον δεν είναι Κιούμπρικ ή Ταρκόφσκι. Ωστόσο, είναι ικανότατος παραγωγός ποπ εικονοποϊας, κι επίσης αφοσιωμένος κήρυκας ενός ιδιοσυγκρασιακού New Age οράματος, όπως φάνηκε στην «Αβυσσο».

Κι έτσι το Αβαταρ, ερανιζόμενο και σαμπλάροντας κάθε πτυχή της επικής ποπ, των υπερβατικών ενοράσεων, της οικολογικής ρομαντικής αφήγησης, των διεπιστημονικών συνθέσεων, από την υπόθεση Γαία του Τζ. Λάβλοκ έως τη Νοόσφαιρα του Τεγιάρ ντε Σαρντέν, κατορθώνει μια προπαγάνδα εύληπτη, και γι’ αυτό λυσιτελή. Οι άνθρωποι δεν είναι άξιοι της ανθρωπινότητάς τους· είναι άπληστοι, μοχθηροί, αυτοκαταστροφικοί, πονηροί, υβριστικοί. [Παρομοίως περιγράφεται η ανθρώπινη κατάσταση στα πρόσφατα φιλμ District 9, Children of men, και στο παλαιότερο 12 Monkees.]
Αυτή η περιγραφή βρίσκεται κοντά στον πυρήνα της ρομαντικής οικολογίας και του ελευθεριακού ουτοπικού στοχασμού, από τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ έως τον Φουριέ και τον Θορώ. Τα πλάσματα του πλανήτη Πανδώρα (οι Αλλοι) φέρουν την ελπίδα μετά την καταστροφή, επαναφέρουν τον εκπεσόντα άνθρωπο στην πρωταρχική κατάσταση της Χάρης, της ένωσης με το απέραντο δίκτυο της βιόσφαιρας και της νοόσφαιρας.

Φτιαγμένο με τον τρόπο του ποπ έπους και των παραισθητικών βίντεο γκέιμ, το Αβαταρ εκτός από οικολογικό κήρυγμα είναι, με τον τρόπο του, και σκληρά αντιμιλιταριστικό και αντιαμερικανικό. Καθρεφτίζει την ανησυχία των Αμερικανών πολιτών για τους συνεχιζόμενους πολέμους των ΗΠΑ σε μακρινά, “άλλα” εδάφη, με λεία ένα πολύτιμο ορυκτό· καθρεφτίζει την ανησυχία των Αμερικανών για την εικόνα τους στον κόσμο των άλλων, για την αυτοεκτίμησή τους.

Και, υπό αναλογία, μπορεί να έχει την προφητική επίδραση της ταινίας “Το σύνδρομο της Κίνας” το 1979 για τον κίνδυνο χρήσης πυρηνικών αντιδραστήρων: η ταινία προβλήθηκε 12 ημέρες πριν από το ιστορικό ατύχημα στον αντιδραστήρα του Three Mile Island στην Πενσυλβάνια.

Βλέπεις τηλεόραση βραδινή ζώνη, ακουμπάς με το βλέμμα τις γιγαντοαφίσες των λεωφόρων, μπαίνεις σ’ ένα μαγαζί κινητής τηλεφωνίας, ξεφυλλίζεις περιοδικά, περνάς νύχτα από την Πειραιώς και την Ιερά οδό. Αντικρίζεις τα πολλά πρόσωπα της Ελλάδας σήμερα· στις όψεις της συμφύρονται η ultra νεωτερικότητα και θραύσματα της παράδοσης, το αφελές λαϊκό με το έντεχνο νεολαϊκό, η διεθνοποιημένη ποπ με την εγχώρια σκυλοπόπ, το φθαρμένο παλιό με το αναφομοίωτο νέο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Βρεθήκαμε φίλοι και γνωστοί, ποικίλων βαθμών οικειότητας, σε μια κοσμικοκαλλιτεχνική εσπερίδα. Νέοι, μεσήλικες, προφέσιοναλ, μιντιάδες, καλλιτέχνες, ολίγη ιντελιγκέντσια, ψηλόλιγνα κορίτσια. Οι έχοντες θάρρος αναγνωριζόμαστε κάπως έτσι: «καλώς τον μαϊντανό του γκλαμ», «μου την πέφτεις; μου έλειψες» «τι παίζει απόψε;» «ό,τι βλέπεις». Θραύσματα αυτογνωσίας με ολίγο σικ αυτοοικτιρμό. Καθώς τζακντάνιελς και τζιντόνικ δροσίζουν τη χλιαρή νύχτα, οι συζητήσεις αλλάζουν συνομιλητές, πηδούν από θέμα σε θέμα, κουτσομπολιά, πόζες, ψήγματα πολιτικής, συστάσεις, πώς πάνε τα παιδιά στο σχολείο, και αργά, στην ουρά και στο όρθιο, ερχόμαστε και στο προκείμενο: τέχνη σήμερα. Ποιος, πού, σε ποια συμφραζόμενα, με ποια απεύθυνση.

Οι λίγο-πολύ συνομήλικοι έχουν διολισθήσει σε άλλα· απομένω με καλλιτέχνες νεότερους, ορμητικούς, δραστήριους, γεμάτους ερωτήματα. Οι περισσότεροι φοράνε μαύρα, έχουν ξυρισμένα κεφάλια, δεν πίνουν ιδιαιτέρως, δεν καπνίζουν καθόλου. Μερικούς τους ξέρω από παλιά, από τα πρώτα τους βήματα στην καλλιτεχνική σκηνή. Μπορώ να πω ότι τους αισθάνομαι οικείους. Σύντομα βρίσκομαι ευχάριστα στριμωγμένος, να προσπαθώ να απαντήσω σε βροχή ερωτημάτων. Τα ευφυολογήματα δεν αρκούν. Προβάλλω μια εκτίμησή μου, μάλλον μια αίσθηση: Οι καλλιτέχνες πρέπει να ξαναθέσουν ζητήματα που θεώρησε ληγμένα ο μοντερνισμός: την αναπαράσταση, την αφήγηση, το κάλλος, το έμμορφο.

Βρισκόμαστε σε έναν από τους πιο «ιν» ναΐσκους της ποπ –τους προκαλώ– αλλά η τέχνη σας είναι εσωστρεφής, σαν να φοβάται την ανοιξιά και τα ρίσκα της ποπ, τη σκανταλιάρικη επιφανειακότητά της. Είσαστε σχεδόν-ποπ…, εγκλωβισμένοι στο γούστο των κιουρέιτορ και των συλλεκτών, με μια μικρούτσικη μα κρίσιμη υστέρηση ως προς τι παίζει «έξω». Και με προφανή υστέρηση ως προς το εγχώριο χρώμα, τους κραδασμούς της παράδοσης, τον κυματισμό της καθόλου κοινωνίας. Είμαι εμφανώς προκλητικός, αλλά οι συνομιλητές μου δεν τσιμπάνε το δόλωμα εύκολα. Συμφωνούν στις διαπιστώσεις, και παραθέτουν ήρεμα, ειλικρινά τις εμπράγματες απαντήσεις τους. Δεν τρέφουν ψευδαισθήσεις, ξέρουν ότι έξω από τον ποπ ναΐσκο μας, κανείς δεν τους ρωτά τι κάνουν, τι θέλουν να πουν, τι λέει αυτό που κάνουν. Αλλά τι να κάνουμε, να σταματήσουμε να δουλεύουμε; Οχι, ασφαλώς. Τους αναφέρω μια ατάκα του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Πέρσιβαλ Εβερετ· ο μεταστρουκτουραλιστής συγγραφέας και πανεπιστημιακός συναντά τη γιατρό αδελφή του. Η σχέση τους είναι τεταμένη, σαν να μην τον παραδέχεται. Μέσα στο πολυτελές κονβέρτιμπλ, γυρνάει και του λέει ειρωνικά αλλά και ειλικρινά: Μπορείς να γράψεις κάτι που να το καταλαβαίνω;

Μπορείτε, βρε παιδιά, να κάνετε κάτι που να το καταλάβει ο «αμύητος» φίλος σας, η μάνα σας ακόμη; Χωρίς να είναι αναγκασμένοι να διαβάσουν ένα κατεβατό του κιουρέιτορ ή να είναι συνδρομητές του Frieze; Αυτό είναι ποπ… Η πρόκληση πέφτει σε καρπερό έδαφος: Αυτό θέλουμε… Ο ερμητισμός δεν μας οδηγεί ούτε στις μεγάλες συλλογές ούτε στο κοινό. Αλλά πώς να διαπεράσουμε τα μίντια, τον αφρό του θεάματος, τον καταιγισμό των διαφημιστικών εικόνων;

Γυρνάμε τη συζήτηση στις συναναστροφές, τις αλληλεπιδράσεις, τις παρέες. Γιατί δεν υπάρχει σήμερα η ώσμωση ζωγράφων, ποιητών, δικιμιογράφων, μουσικών, αρχιτεκτόνων, φιλοσόφων, κινηματογραφιστών, ψυχαναλυτών, που σφραγίζει εν πολλοίς όλα τα πρωτοποριακά κινήματα της νεωτερικότητας (τουλάχιστον); Γιατί, λ.χ., δεν βλέπουμε υπό αναλογία στη σημερινή σκηνή τις διαπιδύσεις της περίφημης γενιάς του ’30; Γιατί οι κατά τα άλλα εννοιακοί εικαστικοί δεν συναναστρέφονται, ή δεν γνωρίζουν καν, τους γραφιάδες ή τους κινηματογραφιστές ή τους τραγουδοποιούς της γενιάς τους; Γιατί το κειμενικό αλισβερίσι περί την εικαστική τέχνη διεξάγεται με όρους και κλισέ βρετανικών μάστερ μονοετούς φοιτήσεως;

Οι συνομιλητές μου συμφωνούσαν, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνουν ακεραία την ευθύνη. Δεν την έχουν άλλωστε. Στην Ελλάδα σήμερα οι λόγιοι τρέχουν πίσω από μια θέση λέκτορος ή επίκουρου, οι καλλιτέχνες της βιομηχανίας –μουσικής, κινηματογραφικής…– στενάζουν στα γρανάζια της παραγωγής και της διανομής, οι συγγραφείς κυνηγάνε αλαφιασμένοι το μπεστ-σέλερ, οι ποιητές λοιδωρούνται, οι ζωγράφοι εκλιπαρούν για γκαλερί. Μόνο οι χαλκέντεροι, οι πεισματάρηδες και οι τυχεροί μένουν εντός πεδίου· οι περισσότεροι, συχνά και ταλαντούχοι, εγκαταλείπουν τη μάχη πριν τα τριάντα.

Παρά τις σκοτεινές διαπιστώσεις, δεν απαισιοδοξήσαμε. Πίναμε τα λιωμένα παγάκια, ο χώρος άδειαζε. Ο Δ. μου πέταξε μια σπόντα: Γιατί δεν γράφεις τόσο για τέχνη και ασχολείσαι με την πολιτική; Χμ, για πολιτική ή τέχνη συζητάμε τόση ώρα; Μήπως συμπίπτουν; Σχεδόν συμφωνήσαμε. Ο Π. χαμογελαστός μου πέταξε το τελευταίο: Θα γράψεις αυτά που είπαμε απόψε; Οπωσδήποτε. Οι άνθρωποι στην πόλη με διδάσκουν και όχι τα δέντρα…

Ενα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25.09.05

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.445 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: