You are currently browsing the tag archive for the ‘ποίηση’ tag.

Tα κυπαρίσσια έγερναν κουρασμένα, κι έσκεπαν τον αποχαιρετισμό, μακρύ, αργόσυρτο, βαθιά σιωπηλό, μες στην κάψα του Ιούλη· μόνο στην αρχή, τη σιωπή διέκοψε δειλά μια μουσική από κινητό, που κράτησε όσο η κάθοδος, πριν τα άνθη και τις χοές: «Τe quiero puta!», ξεχώριζες το τεξ-μεξ μέταλ των Rammstein, ένα υβρίδιο, μια κραυγή ζωής. Ηταν το σήμα μορς του Πάνου που μας άφηνε: «Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες πόνου. Δεν του αρκούν. Βρήκε ωραίο χουζούρι στο κορμί μου. Θα μείνει, λέει. Κι άλλο. Μόνο που, όσο θρονιάζεται, τόσο δυναμώνω τα ηχεία και του φωνάζω στο αυτί: ‘Σ’ αγαπάω, πουτάνα ζωή (ακόμη κι έτσι)’. Με αυτήν τη μελωδία. Πάντα.»

Το σαββατοκύριακο είχε πανσέληνο. Το πρώτο μήνυμα ήρθε από τη γυναίκα μου, απ’ το νησί: «Πέθανε ο Κοντραμπάντο, ε;» Σοκαρίστηκα, αν και περίμενα ότι κάποια στιγμή ο Πάνος Οικονόμου, ο κατά ραδιόφωνο και τουίτερ contrabbando ή Καίσαρ Εμμανουήλ, πιθανότατα θα νικιόταν από την αρρώστια που πολεμούσε σθεναρά επί επτά χρόνια. Σοκαρίστηκα όμως. Τον φαντάστηκα στον Ευαγγελισμό, όπου πέρασε τους τελευταίους μήνες, τουιτάροντας με οξύτητα και διαύγεια, όπως πάντα τα τελευταία επτά χρόνια, αφηγούμενος τη ζωή με δίψα και βιωμένη σοφία, βλέποντας τον έξω κόσμο από ένα παράθυρο με θέα, αναμεταδίδοντας τη ζωή ολόχυμη και πεισματάρα, μεταδίδοντας πίστη σ’ εμάς τους απέξω τους λιγόψυχους, τους κλαυθμηρίζοντες. Τον φαντάστηκα όπως τον πρωτογνώρισα, το 2009 (ή ’10;), ρωτώντας τον γιατί Κοντραμπάντο και γιατί Καίσαρ Εμμανουήλ, μια ποιητική συλλογή της Μέλπως Αξιώτη κι ένας φανταιζίστ ποιητής του μεσοπολέμου. Ε, μα ήταν οι αγάπες του, και περίπου το θέμα της διατριβής του.

Η ποίηση λοιπόν· αυτή διαπερνούσε το λόγο του, τις μουσικές που έβαζε, τα γραφτά που διάλεγε να αναγνώσει, αυτή ήταν στο βιβλίο που έγραψε («Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου»). Και η αντίσταση, η ανυπακοή ― κατέναντι της φθοράς, εννοείται, πρώτα απ’ όλα, κι ύστερα έναντι του κομφορμισμού και της άβουλης συγκατάβασης, της μεμψιμοιρίας. Αυτά εδίδαξε ο καθηγητής ιστορίας και ελληνικών Πάνος, απ’ τα σαράντα ώς τα σαράντα επτά του, όχι μόνο στους έφηβους μαθητές του, αλλά κυρίως στους ώριμους της γενιάς του, στους μεσήλικους, σε όλους όσοι βαρυγκομάνε για μια αναποδιά. Αυτό το μάθημα το πρόσφερε με ποίηση και σώμα, κάνοντας την ασθένεια ορμητήριο ζωής: όση είναι, όση υπάρχει, όση μένει: «Η μόνη αξιοπρέπεια είναι να μείνεις ζωντανός. Και να ανταποδώσεις. Όσο κι όπως μπορείς. Και λίγο θα είναι πάλι. Διάφανοι, αδέρφια, είμαστε. Ζώα διάφανα που μας τρομάζει η αντανάκλασή μας στα ποτάμια της ζωής, πάσχοντα από αγνή, καθαρή ύπαρξη.»

Ο Χρήστος έκλαιγε γοερά, ο Αποστόλης άφησε κτερίσματα μια παιδική ζωγραφιά και ρακή, ο Κωστής εκφώνησε ένα σπαρακτικό «γεια σου, αγάπη μου», πύκνωση της φιλίας ως έρωτα, εκατοντάδες φίλοι και γνωστοί, οικείοι με το πρόσωπο ή με τη διαδικτυακή περσόνα, νέοι, ώριμοι, ηλικιωμένοι.

Είτα η Σοφία πρόσφερε ιχθύες και οίνο, για να θυμόμαστε τον γενναίο, οδυνηρά ειλικρινή ποιητή, και πώς έβλεπε την Ελλάδα:

«Τι συμβαίνει όμως με τις χώρες όταν πεθαίνουν; Γιατί καμιά φορά, μέσα στους αιώνες της πηχτής ιστορίας, και οι χώρες πεθαίνουν. Μη μου αναφέρετε το Δημητριάδη και το Σαραμάγκου. Αυτές είναι δυο θεωρήσεις μόνο, όχι η αλήθεια… Τι κάνουν, τελικά, αυτοί που ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα; Ο Γκαλεάνο γράφει: ‘Και η μειονότητα των ζωντανών κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει’. Εγώ πάλι απλώνω μια μικρή μεξικάνικη κουβέρτα στον εθνικό μας καναπέ, όπου κοιμόμαστε βαθιά.»

Advertisements

kondylakis

«Για να βγει η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη»: η ρήση αποδίδεται στον Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφορά πολλούς επιφανείς Ελληνες λογοτέχνες, που έγραψαν, ίδρωσαν, έχτισαν με τις λέξεις τους τις ελληνικές εφημερίδες. Κονδυλάκης, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, ας μη συνεχίσουμε, ο κατάλογος είναι μακρύς. Επειδή όμως γράφω στην Καθημερινή, μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω «πατριωτικά» τους προπάτορες, τους μυθιστοριογράφους Ανδρέα Φραγκιά και Αλέξανδρο Κοτζιά, τους κριτικούς Στάθη Δρομάζο και Τάσο Λιγνάδη, που δεν τους πρόλαβα στην οδό Σωκράτους, και τον πρόωρα χαμένο Γιάννη Βαρβέρη, τον ποιητή και κριτικό, με τον οποίο συνεργάστηκα με αγάπη και χιούμορ.

Γιατί όμως τα ανασύρω αυτά τα παλιά; Εξ αφορμής της σειράς «Ελληνες Ποιητές», την οποία επιμελείται ο ακριβός συνάδελφος και φίλος Παντελής Μπουκάλας. Ο Παντελής λοιπόν συνεχίζει με μοναδική αξιοσύνη την παράδοση λογοτεχνών δημοσιογράφων, σαν να ήταν εγγονός του συντοπίτη του Παλαμά. Χαλκέντερος αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος, συστηματικός κριτικός λογοτεχνίας, ποιητής από τους ξεχωριστούς της γενιάς του, δόκιμος μεταφραστής αρχαίου δράματος, και τώρα ανθολόγος με ευαισθησία και κριτήριο. Η σειρά «Ελληνες Ποιητές» υπό μία έννοια φέρει τη σφραγίδα του Παντελή Μπουκάλα, το περρίσευμα της γνώσης και της λογιοσύνης του, την αγάπη του για την ποίηση και τα ελληνικά γράμματα. Δηλαδή ό,τι έχει φανεί τόσα χρόνια μέσα από τις φιλόξενες σελίδες της «Κ» και ό,τι παρουσιάστηκε ήδη στον πρώτο τόμο της σειράς, με το εκτενές μελέτημά του για τον Καβάφη.

Αυτή είναι και η ιδιαίτερη αξία όλης της σειράς: αφενός η πρωτογενής ανθολόγηση ή η προσφυγή στους αξεπέραστους προγόνους, φερ’ ειπείν στον Κατσίμπαλη, ή σε νεότερες εμβληματικές εργασίες, όπως η ανθολόγηση Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Ας μνημονεύσουμε και τον Γιάννη Κουβαρά, που επιμελείται τον Τάσο Λειβαδίτη, τον αγαπητό συνάδελφο Μιχάλη Κατσίγερα, που επιμελείται τον προσφιλή του Διονύσιο Σολωμό, τον Κώστα Μπουρναζάκη για τον Αγγελο Σικελιανό, τη Θεανώ Μιχαηλίδου για τον Βαρναλη, τον Κώστα Χατζηαντωνίου για το προλόγισμα του Παλαμά.

Μετά την ανθολόγηση, συχνά δυσκολότατη, ιδαίτερη αξία στη σειρά δίνει η πρόταξη πρωτότυπων εργοβιογραφικών μελετημάτων, τα οποία μαζί με τις σπάνιες ηχογραφήσεις, προσφέρουν ένα πυκνό πανόραμα για κάθε ποιητή. Είναι μοναδική αισθητική εμπειρία να διαβάζεις τα ποιήματα που σφράγισαν το πρόσωπο του νεότερου ελληνισμού και ταυτοχρόνως να ακούς τη φωνή του Σικελιανού, του Παλαμά, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου…

Δεν διαφημίζω τη σειρά. Δεν χρειάζεται το δεκανίκι μου· ο αναγνώστης της «Κ» είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Επανέρχομαι στην ποίηση, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της σειράς, για να αποδοθούν οι δέουσες τιμές στους ακοίμητους Ελληνες λόγιους που κρατούν αναμμένο το φως των γραμμάτων, τώρα, στους δύσκολους καιρούς. Πίσω από κάθε έργο που απολαμβάνουμε, υπάρχει ο κόπος και η έγνοια ανθρώπων ― μου το θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης στο πλατύσκαλο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Επανέρχομαι για να ξαναφωτίσω τη συνέχεια, την παράδοση που ανακαλύπτει κάθε γενιά με τον τρόπο της, εν προκειμένω την ποιητική παράδοση. Επανέρχομαι για να πω ότι ο Τύπος έχει ιστορία προσφοράς στην Ελλάδα, και αυτή η εργασία είναι μια όψη της. Επανέρχομαι για να πω ψιθυριστά ότι η ποίηση είναι το καταφύγιο που χρειαζόμαστε, κι ας το φθονούμε…

Βγαίνω από το δέρμα του δημοσιογράφου. Θα έγραφα τα ίδια και σαν αναγνώστης.

φωτ.: Ιωάννης Κονδυλάκης

humpty-dumpty

Η αναγραφή στίχων του Κ. Π. Καβάφη στα τρόλεϊ πυροδότησε πλήθος αντιδράσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επί το πλείστον επικριτικών ή και χλευαστικών. Τα social media γέμισαν «τρολαρίσματα», αληθοφανείς παραποιήσεις και εκτροπές του αρχικού μηνύματος.

Τις περισσότερες επικρίσεις συγκέντρωσε το «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία». Ετσι αποκομμένος ο στίχος παρουσιάζεται σαν ταυτολογία, στο όριο της ανοησίας: προφανώς και είναι επικίνδυνη η βία. Αλλά ο ποιητής εννοεί τη βιασύνη, κι έτσι ο στίχος αποκτά μιαν αξία· αλλά για να εννοήσουμε τη βία-βιασύνη, πρέπει να εντάξουμε τον στίχο στο συγκείμενό του, στο ποίημα (Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.). Ομως ο στίχος γραμμένος στο τρόλεϊ, τεράστιος, με τον Καβάφη κυβοφουτουριστική καρικατούρα παραδίπλα, δεν έχει συγκείμενο το ποίημα, αλλά το συνολικό ντιζάιν, το τρόλεϊ, το αστικό τοπίο, την κοινωνική και πολιτική συγκυρία του 2013. Ο στίχος είναι ήδη σλόγκαν, μάλιστα ακατάληπτο, προτού καν προφτάσει να γίνει παρεξηγήσιμο και να ερεθίσει ακόμη περισσότερο τα τεντωμένα νεύρα των περαστικών. Ο,τι και να λέει ο ποιητής, το σλόγκαν λέει τα δικά του.

Η κρίση επέδρασε καταλυτικά στις λέξεις. Πόσες λέξεις εμφανίστηκαν ως καινοφανείς αστέρες για να εκφράσουν καινοφανή πάθη, και πόσες άλλες λέξεις άδειασαν από το παλιό περιεχόμενο και γέμισαν με καινούργιο… Μεταρρυθμίσεις, αναδιάρθρωση, ευθύνη, δικαιώματα, κέντρο, άκρα, ευημερία, φτώχεια, ανάγκη, κυριαρχία, Ευρώπη, ανάπτυξη, ευτυχία, όραμα, μέλλον, βία. Οι λέξεις ανασημασιοδοτούνται, αποκτούν νέα φορτία, που ποτέ δεν είναι ουδέτερα, ποτέ δεν ήταν ― έτσι όπως το παραδίδει ο Λιούις Κάρολ:

«Οταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, σημαίνει ακριβώς ό,τι εγώ την επιλέγω να σημαίνει, μήτε περισσότερα μήτε λιγότερα. Το ζήτημα, επέμεινε η Αλίκη, είναι αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα. Το ζήτημα, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, είναι να ξέρεις ποιος κάνει κουμάντο, αυτό είναι όλο».

topio

Στο τελευταίο ζουρ-φιξ πριν απ’ την πασχαλινή ανάπαυλα, ανακοινώναμε μέσες-άκρες πού θα αναστήσουμε. Ανακοινώναμε πατρίδες κατά το πλείστον, όχι προορισμούς. Μακεδονία, Ιόνιο, Αιγαίο, Πελοπόννησος, Ρούμελη, χωριά, νησιά, πολίχνες. Μερικοί είχαν μεγάλα σπίτια κι είχαν εκεί ήδη χωρέσει φίλοι· άλλοι θα περνούσαν ανυπερθέτως την Κυριακή τ’ απόγευμα για κρασί, ή τη Δευτέρα για κοινή εκδρομή. Προσκλήσεις αμοιβαίες, χαλαρά ραντεβού και συναγωνισμοί, σε ποιον τόπο μεθάει περισσότερο η άνοιξη· για μια στιγμή, νιώσαμε τη ζωή να μας παίρνει απ’ το χέρι και να μας τραβάει ανακουφιστικά από τις μέριμνες και τις σκοτεινές προβλέψεις.

Το Πάσχα μάς σπρώχνει τον ένα προς τον άλλο. Ανταλλάσσοντας πατρίδες και πασχαλινούς προορισμούς, μοιραζόμαστε την εμπειρία κοινού ή παρόμοιου βίου, κοινού ή παρόμοιου βιωματικού υποστρώματος, κληρονομιάς, πολιτισμού, και όλα μαζί συμμεριζόμενα βοηθούν να βαστάξουμε τα βάρη, δικά μας και άλλων. Ωστε το βάρος ν’ αλαφρώσει, και η ζωή να μην είναι βράχος. Ο Σέργιος μου θύμισε την παύλεια ρήση: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Προς Γαλάτες 6). Ταίριαζε.

Κι ύστερα αυτή η ταλαιπωρημένη έννοια η πατρίδα, η ιδιαιτέρα και η καθόλου. Αλλοτε φορτωμένη, ηλεκτρισμένη, κι άλλοτε άδεια, πάντοτε όμως παρούσα, πολύσημη, ερεθιστική, συχνά επώδυνη. Τη σκεφτόμαστε όταν τη χάνουμε, όταν μας λείπει, όταν κινδυνεύει, όταν λιγοστεύει η ύλη και φουντώνει η νοσταλγία. Τη σκεφτόμαστε όταν ανακαλείται απ’ την παράδοση, όταν ο χρόνος ξαναγίνεται για λίγο κυκλικός, και τότε μες στη γιορτή η πατρίδα ξεπροβάλλει σαν ηθογραφία, μια γραφικότητα επιπολής που ωστόσο χαράζει την επιδερμίδα και διεισδύει με γλυκό πόνο. Τότε μπορεί να συμβούν μεταμορφώσεις απρόσμενες: εμβρόντητοι μαγεμένοι στεκόμαστε στο αναστάσιμο προαύλιο μοναστηριού στις Πλάτρες και κατακλυζόμαστε από το όλον. Τότε η πατρίδα, μυθολογημένη μέσω ηθογραφίας και ποιήσεως, επιστρέφει πανίσχυρο deja vu, σαρκωμένο βίωμα και συνείδηση.

Αλλά κι όταν ξεπροβάλλει σαν παραχωμένη ρίζα, μισοξεχασμένη, μια θαμπή ουλή: εδώ η αυλή με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, οι ξεφτισμένοι τοίχοι της ώχρας και του λουλακιού, το υπόγειο (πόσο μικρό φαίνεται τώρα), το πηγάδι, διόλου τρομακτικό πια, εκεί ήταν μια κυδωνιά, κι εδώ στέκει ακόμη ο ομιλητικός ευκάλυπτος. Τέτοια πράγματα αναδύονται πάντα σε όνειρα αναστατωμένα μαζί με φωνές παγωτατζήδων, σφυρίγματα βαποριών, δειλινές ευωδιές από φούλι.

Τέτοια πατρίδα το Πάσχα. Τώρα, καλούμαστε να ακούσουμε την παιδική ηλικία, τα ριζώματα του ενήλικου βίου, ή ακόμη και την επιλογή· εντέλει, πατρίδα είναι εκεί που γέρνει η καρδιά. Μπορεί να ’ναι και η πόλη στην οποία μετοίκησες και δέθηκες, μπολιάστηκες με φίλους, έκανες οικογένεια. Μπορεί να ‘ναι και μια εξοχή, ένα νησί, μια νεοκλασική πλατεία, όπου ερωτεύτηκες έφηβος και πάντα επιστρέφεις μεσήλικος, ένας λοφίσκος με βράχους τιτάνων και παπαρούνες, ένα αγνάντεμα. Η παιδική ηλικία θα μένει πάντα σπόρος και πυρήνας, αλλά εσύ θα απλώνεσαι διαρκώς σε άλλες πατρίδες, θα παίρνεις το σχήμα του δοχείου της ζωής.

Βρισκόμαστε ήδη σε αυτοκίνητα και πλοία, αραιωμένοι μες στον θόρυβο παρόμοιου πλήθους, με το βλέμμα μια στο πέλαγος και μια στο βιβλίο που πυκνώνει τις ώρες. Αυτό: Ο ποιητής Νίκος Φωκάς, απών από τον Απρίλη 2003, στέλνει ένα γράμμα δέκα χρόνια αργότερα, τα τελευταία του χαρτιά. Ο αστός επιλέγει την πατρίδα που του ζεσταίνει την ψυχή:

«Μικρή ξεκομμένη ανθρωπότητα / ο οικισμός τ’ Αϊ-Δημήτρη. / Αυτόν θεωρώ πατρίδα. Κι όμως με κρατά / η πόλη σαν απαγωγέας. / Κι όπως πουλί στην όψη του φιδιού, / έτσι νιώθω την παραλυτική της εξουσία / λίγο προτού με καταπιεί / και γίνω ίδιος μ’ εκείνη, / ουσία απ΄την ουσία της. / κι ωστόσο είναι φορές / που παραλυτικός, αλλ΄όχι ολότελα, / ψάχνοντας μ’ αγωνία / να κρατηθώ από μία λαβή / γυρίζω προς το βράχο τ’ Αϊ-Δημήτρη./ […]
»Ευθύς μεταμφιέζομαι σε ντόπιο / κάτοικο του μέρους και χάνομαι / μέσα στη γλύκα μιας άλλης κοινωνίας, / στοιχειωμένης / στο περιθώριο της εποχής μας / κάτι σαν εξαίρεση απ΄αυτήν / σαν κοινωνία Ερυθροδέρμων, / μια ανωμαλία που γίνεται κανόνας μου / και μέτρο της ζωής μου για λίγο / στο πλαίσιο ενός μικρόκοσμου / όχι μακριά απ΄την πρωτεύουσα, / ίδια αβλεψία της προόδου.»

lathos

Το προπερασμένο Σάββατο συμμετείχα σε μια ωραία εκδήλωση με θέμα «Ποίηση και πραγματικότητα», οργανωμένη από τον Κύκλο Ποιητών στο αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Μεσημέρι μιας δραστήριας μέρας, προορισμένης για εξωτερικές δουλειές και βόλτα, με δοξαστική λιακάδα άνοιξης αττικής, σε μια από τις ωραιότερες αίθουσες των Αθηνών, περιστοιχισμένοι από μνημεία πολιτισμού, οι Ελληνες της κρίσης συγκεντρώθηκαν για να ακούσουν ομιλίες και απαγγελίες ποιημάτων. Ηταν μια εμπειρία εγκαρδιωτική. Εμπειρία αισθητική κατ’ αρχάς, αλλά και πνευματική και ψυχική: η ποίηση δρα παρηγορητικά και εξυψωτικά. Δεν σε αλλάζει, αλλά τουλάχιστον σε βοηθά να αντέχεις· να ξαναπιάνεις το νήμα της μεγάλης παράδοσης, να βλέπεις για λίγο τον κόσμο μέσα απ’ τις στοχαστικές προσαρμογές των ποιητών, να βρίσκεις τον λυρισμό κρυμμένο μες στην καθημερινή ζωή.

Προτού μπεις όμως στη μεγαλοπρεπή αίθουσα με τον γυάλινο ουρανό, πρέπει να περάσεις μέσα από τα φίλτρα της πραγματικότητας. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως του Μαρτίου, στην καρδιά της πόλης, η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της στο κατώφλι ήδη της Βιβλιοθήκης: στις σκιερές παρυφές της ελικοειδούς μαρμάρινης κλίμακας οι τοξικοεξαρτημένοι δοκίμαζαν τις δικές τους εμπειρίες, τις δικές τους αποδράσεις. Υπό το φως της ημέρας. Υπό τα όμματα των ανερχομένων την κλίμακα προς την ποίηση. Υπό το άγρυπνο όμμα των Αφρικανών ντίλερ με τα κινητά στην οδό Ιπποκράτους.

Η πραγματικότητα έξω από τη Βιβλιοθήκη, προτού καν ανέβεις το υπερυψωμένο πεζοδρόμιο, δεν ήταν ούτε μία ούτε ομοούσια: ήταν αμέριμνη, ανυποψίαστη, σκυθρωπή, χαρωπή, βιαστική, σκεφτική, αφηρημένη, αναλόγως του τι πρόσωπα αντίκριζες. Οταν ανέβαινες όμως το πεζοδρόμιο και πλησίαζες τη μεγαλοπρεπή σκάλα, η πραγματικότητα σχιζόταν στα δύο: από τη μια, το δυστοπικό έξω, οι ανθρώπινες σκιές να αναζητούν φλέβα με τη βελόνα στο χέρι· από την άλλη, οι φιλομαθείς και φιλόκαλοι ανέβαιναν τη σκάλα και προσήρχοντο στο ευτοπικό μέσα, με την προσδοκία της ευφροσύνης. Σκοτάδι και φως. Οπου οι μεν αγνοούν τους δε: πράγματι, όσοι ανέβαιναν από τον άπω κλάδο της διπλής σκάλας, δεν αντιλαμβάνονταν απολύτως τίποτε απ’ όσα συνέβαιναν κάτω από τον εγγύς κλάδο, λίγα μέτρα πιο πέρα, στη σκιά. Ασύμπτωτοι κόσμοι.

Ακαριαία σκέφτηκα ότι, πριν καν μπω στη Βιβλιοθήκη, μου φανερωνόταν ο ένας από τους δύο θεματικούς όρους της εκδήλωσης, η πραγματικότητα, με τα πολλά της πρόσωπα. Και ταυτόχρονα ετίθετο σαν δυσεπίλυτο πρόβλημα η σχέση ανάμεσα στους δύο όρους: πώς συνυπάρχουν ποίηση και πραγματικότητα. Ή: πώς μιλάει η ποίηση γι’ αυτή την πραγματικότητα; Διαλέγει ο ποιητής για ποια πραγματικότητα να μιλήσει; Αραγε, υπάρχει κάποια πραγματικότητα πιο ποιητική, πιο συμβατή με την ποίηση; Ενα κουβάρι ερωτήματα και απορίες με τύλιξε και με μπέρδεψε, με απέσπασε από την αρχική πραγμάτευση του θέματος, παρότι θεωρούσα ότι κάπως τολμηρά είχα προσπαθήσει να το προσεγγίσω.

Δεν μπόρεσα να ενσωματώσω αυτή την αποκαλυπτική εμπειρία στην ομιλία μου. Το ανέφερα, αλλά μέχρις εκεί. Μίλησα για ό,τι θεωρώ ποιήματα στον καιρό μας, για δυο χειρονομίες, λεκτικές και οπτικές, που σφραγίζουν το αστικό τοπίο, σε σημεία κενά ή τυφλά: τα γκράφιτι «βασανίζομαι» και «λάθως». Τα θεωρώ από τα πιο δραστικά έργα τέχνης των τελευταίων χρόνων, πυκνές εκφράσεις της διάχυτης συλλογικής δυσθυμίας αλλά και εκφράσεις μιας φιλόσοφης στάσης, τα οποία παρά την όποια σημασιολογική αφετηρία τους καταλήγουν σε κάτι πολύ βαθύτερο και πλούσιο, κάτι που υπερβαίνει ενδεχομένως και τις προθέσεις του δημιουργού.

Οταν ξαναβγήκα στο ηλιόφως, οι τοξικομανείς είχαν χαθεί. Σκέφτηκα τότε ότι η ανάλυση των «βασανίζομαι» και «λάθως» ήταν φορμαλιστική, εκτός πεδίου. Μερικές μέρες αργότερα άλλαξα γνώμη: τα τρεμάμενα γκράφιτι εξέφραζαν επακριβώς την αντινομία και τους παράλληλους ασύμπτωτους κόσμους. Περιέγραφαν το «βασανίζομαι» αυτών των ανθρώπων, που ήρθαν και αποσύρθηκαν σαν σκιές. Περιέγραφαν και το «λάθως» της ζωής τους; Ποιος μπορεί να το πει; Πάντως, όσα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ανατρέπουν τις βεβαιότητες, τα δείχνουν όλα λάθως. Περιέγραφαν και τη δική μου βάσανο: Πόσο αβασάνιστα κρίνω αυτούς τους παρίες της δικής μου ορθής πραγματικότητας; Πόσο «λάθως» ήμουν άραγε μες στην αυταρέσκεια και την καλλιλογία της ποιήσεως, στην προστατευμένη αίθουσα με τα βιβλία; Και ούτω καθεξής.

Ολοι μας ζούμε την πραγματικότητα σαν βάσανο και σαν λάθως.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 998.323 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: