You are currently browsing the tag archive for the ‘Πικιώνης’ tag.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στεγάζεται προσωρινά (για χρόνια) στο μοντερνιστικό κτίριο του Ωδείου Αθηνών, στα γυμνά του υπόγεια. Το ημιτελές κτίριο του Γιάννη Δεσποτόπουλου, μέρος ενός απραγματοποίητου φιλόδοξου συγκροτήματος, στέκεται ατημέλητο αλλά κομψό μες στο παρκάκι, ένα μαρμάρινο δείγμα αττικού Bauhaus, με σταθμευμένα οχήματα μες στην πόρτα του, με έφηβους σκεϊτάδες να ακροβατούν στα πεντελικά του μάρμαρα. Το όλον συνιστά καλλιτεχνικό συμβάν, προτού καν διαβείς την πόρτα. Μια οσμή βαλκάνιας φτώχειας ξεπροβάλλει, αλλά αποκρούεται από την κομψότητα του κτιρίου, την αρχοντιά των πεύκων, την ευγένεια των υπαλλήλων, την εισχώρηση του παρελθόντος μες στο παρόν, το υπεραισιόδοξο ’60-’70 του Ωδείου ξαποσταίνει μες στο ζοφερό 2012. Μια αίσθηση ξεπεσμένου αστισμού, λοιπόν, αλλά όχι παρακμή, μια αιώρηση ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο, ασταθής ισορροπία σε ιστορικό μεταίχμιο· προσλήψεις του υλικού περιβάλλοντος που εκβάλλουν σε μια μεταφυσική σύλληψη του τρέχοντος.

Δεν ξέρω αν μπήκα στο ωδείο-μουσείο με αυτή την αίσθηση, ή αν κατακάθισε εντός μου, αφού είδα στα έγκατά του τον «Ζωγράφο Α.Κ.», ένα ζωγραφικό μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζημιχάλη. Διότι και το έργο του Χατζημιχάλη μου μετέδωσε παρόμοιες μεταφυσικές δονήσεις μέσα από εξόχως υλικά σημάδια. Ενας ζωγράφος αφηγείται ζωγραφικά τον βίο, το πνεύμα και την ψυχή ενός επινοημένου προσώπου, εν προκειμένω του Α.Κ., ζωγράφου το επάγγελμα, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και πέθανε στα μέσα της δεκαετίας ’80. Ο Α.Κ. βιογραφείται μέσω των έργων του, από το πρώτα του 1939 έως τα τελευταία, των χρόνων του αυτοεγκλεισμού του, στην οικία Πολυλά 51, Κυπριάδου. Εξπρεσιονισμός, ανθρώπινες φιγούρες, αφαίρεση, τοπία, ξανά φιγούρες, κιβούρια, κενά, απουσίες· φουλ χρώμα, ολίγο χρώμα, καθόλου χρώμα, σκοτάδι· ζωγραφική, φωτογραφία, βίντεο, μακέτα. Διάφορα μέσα, διάφορες φόρμες, ένα χέρι όμως, ένα μάτι, και μια ψυχή που τρικυμίζει, επιπλέει, και στο τέλος βυθίζεται στη σιωπή. Στη σιωπή, σαν τον Παρθένη, διδάχο των Ελλήνων ζωγράφων. Στη γειτονιά των μεγάλων ζωγράφων, στην Κυπριάδου, του Κόντογλου και του Παπαλουκά, εκεί όπου ο Πικιώνης εντόπιζε μυστικά ρεύματα δροσιάς να κατεβαίνουν απ’ την Πάρνηθα.

Τα οκτώ χρόνια του εγκλεισμού του ο Α.Κ. ζωγραφίζει λεπτομέρειες του σπιτιού, όταν όλος ο κόσμος συστέλλεται και γίνεται σπίτι: πλακάκια, διακόπτες, ρουμπινέτα, σοβατεπί, δυο φέτες καλοριφέρ, μωσαϊκά, πόμολα, σύρτες, μεντεσέδες, γύψινες ροζέτες, ρωγμές, σκασίματα, κενά. Δεκάδες τετράγωνα πινακίδια, σελίδες τετραδίου, το ένα πλάι στ’ άλλο, φύλλα ημερολογίου. Είναι μια βαθύτατη, λεπταίσθητη ελεγεία για τον αστικό βίο εν Αθήναις, μια καθολικότητα κατορθωμένη με υλικά θραύσματα, βαθιά συγκινητική και ταυτόχρονα κλινικά ακριβής.

Ολα τα υπόλοιπα κεφάλαια, τα έργα, υπάρχουν για να καταλήξουν σε αυτή την αισθητική και πνευματική κορύφωση. Ζωγραφίζοντας, φωτογραφίζοντας, εικονίζοντας, ο Α.Κ. κυνηγάει την ψυχή των ανθρώπων, και τη βρίσκει όταν όλα βουβαίνονται και σιωπούν· όταν έχει στεγνώσει η ζωή, του αποκαλύπτεται η ουσία της τέχνης, και τότε σαν να γνέφει πάλι στη ζωή, δοξάζοντας τα πράγματα.

Ο βίος του Α.Κ. είναι η ζωγραφική στον 20ό αιώνα, οι αναζητήσεις και τα βάσανα των ζωγράφων, που παύουν να είναι αφηγητές του κόσμου και παρηγορητές των ανθρώπων, και γίνονται μοναχοδαρμένοι ήρωες, δημιουργοί των εαυτών τους. Κι είναι ακόμη μια σύνοψη του νεοελληνικού αστικού βίου, ένα τυραννισμένο χρονικό, φόρος τιμής στους δασκάλους των τεχνών, αλλά και φόρος τιμής στους σιωπηλούς ήρωες της ζωής, στους ανώνυμους, πλην όχι απρόσωπους, του ιστορικού πλήθους. Ο Α.Κ. δεν έχει ολόκληρο όνομα, κατάγεται από τους συνοπτικούς ήρωες του Κάφκα και του Καμύ, είναι υπαρξιακός ήρωας αλλά και ιστορικός άνθρωπος: πρωτοεκφράζεται στην αυγή του Δευτέρου Πολέμου, και σβήνει κατά τη δύση του Ψυχρού Πολέμου.

Εντοπίζω την ελληνικότητά του: τόση όση και η οικουμενικότητά του. Υπολογίζω το βάρος αυτού του μυθιστορήματος, του χρονικού, της παραβολής, στη σημερινή ιστορική σύμφραση: μου δείχνει τον Ελληνα του 21ου αιώνα, βασανισμένο, ραγισμένο, άτυχο, αλλά και βαθύ, πλούσιο, ποικίλο. Δεν εξωραΐζει, δεν νοσταλγεί, παρηγορεί κι εγκαρδιώνει, εξημερώνει. Ισως είναι ένα έργο που το γέννησε η κρίση: το άτομο τυρρανισμένο από την ύπαρξη, ζωγραφισμένο στο κάδρο της ιστορικής διάρκειας. Σίγουρα ένα έργο που έτσι είχα ανάγκη να το εισπνεύσω, ζεστό, ψυχρό, οικείο, απόμακρο, αθηναϊκό, οικουμενικό, θραυσμένο, καθολικό, σαν τις ψηφίδες των μωσαϊκών και τις ραγισματιές στα σπίτια μας. Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική της.

Advertisements

Η κρίση αναδεύει τα στερεότυπα. Αφρός και σώμα και πάτος ανακατεύονται βίαια, κοντά στο σημείο ζέσεως, δοκιμάζοντας βεβαιότητες, εδραίες πεποιθήσεις, κλισέ ορθοφροσύνης. Παραχωμένες ή ξεχασμένες λέξεις, εξορισμένες από το καθημερινό λεξιλόγιο του κανονικού βίου, κατά τον βρασμό της κρίσης κοχλάζουν στον αφρό, ταράζουν την μέχρι προ τινος αμέριμνη επιφάνεια. Πατρίδα, κοινότητα, κοινωνία, φιλία, αλληλεγγύη, οικογένεια, γειτονιά, συναδελφικότητα, ανάγκη, δανεικά, δουλειά, ματαίωση, φόβος…

Ενα μεσημεριανό Κυριακής, εντοπίσαμε μερικές ακόμη απρόοπτες φυσαλίδες. Καθόμασταν γύρω απ’ το συνηθισμένο φιλόξενο τραπέζι, φίλοι, συνομήλικοι, με παρόμοιες εμμονές. Ολοι είχαν συνεισφέρει το κατιτίς δικό τους. Διαπιστώσαμε ότι τα κατιτίς ήταν, επί το πλείστον, τοπικές λιχουδιές, προερχόμενα από σπίτια, κτήματα, κήπους, οικοτεχνίες, μικρές βιοτεχνίες. Ολα ξεχωριστά, διακεκριμένα, από χέρι, με ονομασία προελεύσεως, με αύρα προσώπων. Και υψηλής ποιότητας. Μπουρέκι σπιτικό από το Ηράκλειο, ελιές με ξύσματα πορτοκαλιού από τη Μάνη, κάστανα και αφρώδης οίνος Ιωαννίνων, γλυκό φραγκόσυκο και λιαστό κρασί απ’ τις Κυκλάδες, μανταρίνια Κορινθίας. Στο τραπέζι έλαμπε πολιτισμός: υλικός, αισθητηριακός και πνευματικός, παλαιός και απολύτως μοντέρνος.

Ενα αντικείμενο, μια χειρονομία μάλλον, μάς έσπρωξε να τα αντιληφθούμε αυτά σαν όλον, με δυναμική απρόσμενη. Ενας συνδαιτυμόνας κατέφθασε με την προσφορά του, ένα καλάθι. Το καλάθι περείχε εσπεριδοειδή, κίτρα, λεμόνια, μανταρίνια, τόνους του κίτρινου, το πικρό και το ωχρό, λαμπρό πορτοκαλί, πράσινο· υφές των καρπών και υφή του καλαμιού· σφαίρες, ελλλείψεις και κυλίνδρους. Το είδαμε σαν δώρο προς όλες τις αισθήσεις και σαν κέντρισμα του πνεύματος. Το καλάθι ερχόταν από την Κορινθία, συγκροτημένο από το φιλόπονο χέρι όχι ενός αγρότη, αλλά ενός αστού. Ο οποίος ωστόσο ζει τον τόπο, το νησί του, το χωριό του, το κτήμα, τον οπωρώνα, το άστυ, το πανεπιτήμιο, το όλον. Και το χέρι του συνεχίζει μια πράξη υπέρτατης κομψότητας και πραγματισμού: συνάζει τους καρπούς και τους ταιριάζει σ’ ένα καλάθι, κι ύστερα το μεταφέρει απ’ την εξοχή στην πόλη, από την Κορινθία στον Λυκαβηττό. Οι κόσμοι συναιρούνται, σαν να μην ήταν ποτέ χωρισμένοι, και το καλάθι απιθωμένο στο αστικό σαλόνι λάμπει, ακτινοβολεί, αρχαίο, μυθικό, μοντέρνο, αισθαντικό. Μάς φανερώνεται μια εκδοχή της ομορφιάς η ελληνική αρχοντιά, το Greek Chic, μια εκδοχή κομψότητας εφάμιλλη της τοσκανέζικης φινέτσας, της νοτιοϊταλικής, της σικελικής, της προβηγκιανής, της γοητείας του Χαλεπιού και της Μπαρμπαριάς, της ακατάλυτης αρχοντιάς της Μεσογείου.

Αυτή η ομορφιά έχει αλήθεια. Είναι η αλήθεια. Τολμώ να πω, είναι το κοινό και το κύριο των ρομαντικών και του Σολωμού, η sophia perennis του Πικιώνη, η sprezzatura του Καστιλιόνε και του Ραφαήλ, η ενορατική σύνθεση του Μπρωντέλ, η πυρετική διαύγεια του Καμύ. Είναι η αισθητή, η κτιστή ουσία του αρχαιότατου κόσμου που μας περιβάλλει, που τον ζούμε, κι είναι ουσία ολοζώντανη, παρούσα, δραστική, σήμερα, στον δύσκολο καιρό μας.

Κάλλος, φινέτσα, αλήθεια, ύλη, στρώματα πολιτισμού: αν τα αισθανθούμε, αν τα αντιληφθούμε, κι αν τα εντάξουμε μαλακά, αβίαστα, στον τωρινό βίο τον ψηφιοδικτυακό, τότε ίσως νιώσουμε λιγότερο αμήχανοι, λιγότεροι αβέβαιοι μες στο σκυθρωπό παρόν, λιγότεροι φοβισμένοι μπρος στο σκοτεινό μέλλον. Η λησμονημένη και ταπεινωμένη ύλη του περιβολιού, και άλλες ύλες σαν κι αυτή, φέρνοντας τον χυμό, φέρνει τη μνήμη, τον αναστοχασμό, τη συνείδηση. Το ρίζωμα και τα κλαδιά. Με τη συνείδηση έρχεται και η περηφάνια της επάρκειας: να ξέρεις ποιος είσαι, ποιες φωνές αντηχείς, φωνές κεκοιμημένων, ηρώων, αισθητών, ταπεινών βροτών, να ξέρεις πόσος είσαι, περατός και συνεχόμενος.

Είδαμε το θαύμα του καλαθιού με τα κίτρα. Μια έλλαμψη, μια εμπειρία. Κι ακούσαμε φωνές: ένα λόγιος μάς διηγήθηκε την ιστορία ενός δυσειδούς αντάρτη που τραγούδησε αγγελικά το κλέφτικο του Κατσαντώνη τις μέρες της απελευθέρωσης: «Αυτού που πας μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,
να χαιρετάς την κλεφτουριά κι’ αυτόν τον Κατσαντώνη», μα αυτός το άλλαζε κι έβαζε “κι’ αυτόν τον Βελουχιώτη”, καταλαβαίνετε, και το χωριό εμύριζε ψωμί φρεσκοψημένο, συμπληρώνει ο αφηγητής. Ενας άλλος λόγιος αφηγήθηκε ιστορίες της φυλακής και της εξορίας, με θηριώδεις φονιάδες και ζωοκλέφτες, ομηρικές μορφές, πρώην ήρωες πολέμων, άγριες ιστορίες ειπωμένες ανάλαφρα, σκανδαλωδώς χαριτωμένα, με το αίσθημα ιστορικού ανθρώπου, που βάζει σιμά τον πόνο και την αγαλλίαση, που ξέρει να μετράει τα μεγέθη και τους χρόνους. Θυμηθήκαμε έναν κεκοιμημένο φίλο, μαέστρο της ζωγραφικής, άρχοντα των αφηγήσεων, ακραίο αισθητή εν πτωχεία, αυθεντικό αριστοκράτη.

Κοχλάζει ο καιρός. Ας δούμε το καλάθι με τα εσπεριδοειδή.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

Σφάλμα: Το Twitter δεν απάντησε. Προσπαθήστε ξανά.

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.437 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: