You are currently browsing the tag archive for the ‘πατρίδα’ tag.

tzamouranis_web

Καθημερινά περισσότεροι Ελληνες, όχι όλοι, ρωτούν εαυτούς και αλλήλους εάν υπάρχει εναλλακτική οδός. Είναι πεισμένοι ότι ο δρόμος που ακολουθούμε εκτός από οδυνηρός είναι και αδιέξοδος. Δεν χρειάζεται καν να μελετήσουν στοιχεία, μοντέλα, αναλύσεις· αρκεί μια ματιά στο νοικοκυριό ή στο άμεσο περιβάλλον, μια ματιά στα άνεργα παλικάρια, στους μαραμένους μεσήλικες, τέκνα, ανίψια, φίλους, τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι καλόπιστοι και ευαίσθητοι Ελληνες λοιπόν αναρωτιούνται αν υπάρχει άλλη οδός, με διέξοδο, ας περιέχει και πόνο. Η αναρώτηση δεν είναι τυπικά πολιτική, αλλά είναι βαθύτατα πολιτική, υπό την έννοια ότι δεν αναζητούν τη Μία Λύση και τον Μεσσία σε έναν κομματικό σχηματισμό και ένα πρόσωπο, αλλά σε ένα σχέδιο, ένα όραμα, μια στρατηγική, που θα περιέχει σκληρές αλήθειες, κόπο, ρίσκο, αλλά και που οπωσδήποτε θα εγγυάται ισότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα, δημοκρατία. Το ερώτημα λοιπόν βρίσκεται στα χείλη πολλών, όλο και περισσότερων, ανεξαρτήτως τυπικών κομματικών προτιμήσεων του παρελθόντος. Διότι τίποτε σημερινό δεν μοιάζει με το παρελθόν, τουλάχιστον με το βιωμένο παρελθόν των περασμένων σαράντα-πενήντα χρόνων· είναι τόση η ένταση και τέτοια η φύση των ιστορικών αλλαγών, ώστε αδρές αναλογίες με τα σημερινά μπορείς να βρεις μόνο με αναδρομές στον μακρύ ιστορικό χρόνο: στον εμφύλιο και στον επαχθή δανεισμό μετά το ξέσπασμα του Αγώνα του ’21, στη χρεοκοπία του 1893, στην καταστροφή του ’22, στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφύλιου. Εντούτοις, η μελέτη της ιστορίας δεν περιέχει συνταγές· ούτε καν παρηγοριά.

Υπάρχει άλλη οδός; Η αναρώτηση περί της άλλης οδού παίρνει χαρακτηριστικά υπαρξιακής αγωνίας. Για μέγα μέρος του πληθυσμού τίθεται με όρους ζωής ή θανάτου – και δεν εννοώ μόνο όρους υλικούς, που ασφαλώς είναι αλλά και πνευματικούς: Υπό ποίους όρους θα συνεχίσουμε να ζούμε, εφόσον επιβιώσουμε από την καταιγίδα; Σε ποια κοινωνία, ποιο κράτος; Σε χώρα ή χώρο; Με ποια ταυτότητα, ποια συνείδηση εαυτού και συνόλου;

Το σοκ έχει σπάσει βίαια τη ροή του χρόνου για όλους· σε πολλούς έχει αφαιρεθεί ο χρόνος, επιζούν σε κενό. Εξ ου και μεγάλο μέρος του πληθυσμού τείνει να εναποθέσει τη μοίρα του σε έναν Μεσσία, σε έναν σωτήρα που θα θυσιαστεί υπέρ αυτών, ή σε έναν Μωυσή που θα αρπάξει τους γιους του Ισραήλ και θα τους οδηγήσει μακριά από την κοιλάδα των δακρύων. Η αναμονή του Μεσσία ή του Μωυσή είναι κατά κάποιον τρόπο παρηγορητική, ναρκωτική, μουδιάζει τον νου και την ψυχή, να μην πονούν, να μην αισθάνονται το δάγκωμα του φόβου, τις τρυπανιές της αμφιβολίας και της διερώτησης. Τα πνεύματα οργωμένα από τη χειραγώγηση, εθισμένα στην ανάθεση, ποτισμένα από την ετερονομία, έτοιμα από καιρό, τρέπονται αβίαστα προς την εθελοδουλία και τον ανδραποδισμό. Και είναι τόσο βαθιά ποτισμένη η ύπαρξη από την ετερονομία που ακόμη και συντριβόμενοι, μπορεί να βιώνουν την καταστροφή τους ως θέαμα, ως την αναπόφευκτη πτώση, ως δίκαιη τιμωρία για το προπατορικό αμάρτημα. Και να πιστεύουν ότι ο πραγματικός Μεσσίας θα έρθει αργότερα.

Μια άλλη μερίδα, όχι κατ’ ανάγκην ολιγομελέστερη, δεν αναρωτιέται καν αν υπάρχει άλλη οδός, αν η σωτηρία θα έρθει έξωθεν ή έσωθεν ή άνωθεν. Σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, πιστεύουν ότι μόνο αυτή η οδός υπάρχει και καμία άλλη, τουλάχιστον έτσι λένε για να απεμπλακούν από σχετικές συζητήσεις. Κατά βάθος αισθάνονται ότι τίποτε απ’ όσα συμβαίνουν δεν τους αφορούν ― ίσως διότι δεν τους αγγίζουν. Δεν βλέπουν τον πόνο των άλλων, δεν αντιλαμβάνονται την κατάρρευση του δημόσιου χώρου, ορισμένως δεν αισθάνονται μέλη μιας δοκιμαζόμενης συλλογικότητας. Πιστοί στο δόγμα «ο καθείς για τον εαυτό του» και στο «there is not such thing as society», πορεύονται την ευθεία οδό της ατομικής σωτηρίας παντί τρόπω, επανερχόμενοι στην πρωταρχική φύση του πολέμου όλων εναντίον όλων.

Ανάμεσα στις αδρομερώς σκιαγραφηθείσες ομάδες, υπάρχουν ασφαλώς και πολλές άλλες· συμπολίτες μας που παλινδρομούν ή δοκιμάζουν περισσότερες της μιας απαντήσεις. Τα ερωτήματα άλλωστε ποικίλλουν σε ένταση και εξειδίκευση, η κρίση πλήττει διαφορετικά την κάθε ζωή, τον κάθε άνθρωπο. Θα διακινδύνευα όμως ακόμη μία παρατήρηση, πάνω σε αυτό την ήδη ριψοκίνδυνη ανθρωπολογική σκιαγραφία: Οι περισσότεροι, κι αν όχι οι περισσότεροι σίγουρα οι πιο ενεργοί, αυτοί που με το βάρος τους θα επηρεάσουν την ιστορική ζυγαριά, είναι όσοι αναρωτιούνται και ήδη αναζητούν διεξόδους, εναλλακτικές οδούς, χαραμάδες φωτός.

Επαναλαμβάνω: όσοι αναζητούν δεν αθροίζονται σε ένα ομοιογενές ή ομοιόχρωμο σύνολο, δεν ανήκουν σε ίδιες κοινωνικές ομάδες, δεν ταυτίζονται πολιτικά με τυπικούς όρους, δεν συμμερίζονται καν ίδιες κοσμοθεωρήσεις ή άλλες πεποιθήσεις. Εχουν κοινή όμως την αγωνία: Τι μπορούμε να κάνουμε, εδώ και τώρα και εφεξής, για να ανακόψουμε τη διαρκή πτώση και να σταθούμε στα πόδια μας; Τι μπορούμε να κάνουμε για μας, τα παιδιά μας, την κοινωνία και την πατρίδα μας; Αυτό το απλό, το πυρηνικό, το κατεπείγον ερώτημα είναι η κοινή αγωνία, και σπαθίζει ήδη το σκοτάδι μπροστά μας.

ζωγραική: Δημήτρης Τζαμουράνης, Νύχτα.
Advertisements

topio

Στο τελευταίο ζουρ-φιξ πριν απ’ την πασχαλινή ανάπαυλα, ανακοινώναμε μέσες-άκρες πού θα αναστήσουμε. Ανακοινώναμε πατρίδες κατά το πλείστον, όχι προορισμούς. Μακεδονία, Ιόνιο, Αιγαίο, Πελοπόννησος, Ρούμελη, χωριά, νησιά, πολίχνες. Μερικοί είχαν μεγάλα σπίτια κι είχαν εκεί ήδη χωρέσει φίλοι· άλλοι θα περνούσαν ανυπερθέτως την Κυριακή τ’ απόγευμα για κρασί, ή τη Δευτέρα για κοινή εκδρομή. Προσκλήσεις αμοιβαίες, χαλαρά ραντεβού και συναγωνισμοί, σε ποιον τόπο μεθάει περισσότερο η άνοιξη· για μια στιγμή, νιώσαμε τη ζωή να μας παίρνει απ’ το χέρι και να μας τραβάει ανακουφιστικά από τις μέριμνες και τις σκοτεινές προβλέψεις.

Το Πάσχα μάς σπρώχνει τον ένα προς τον άλλο. Ανταλλάσσοντας πατρίδες και πασχαλινούς προορισμούς, μοιραζόμαστε την εμπειρία κοινού ή παρόμοιου βίου, κοινού ή παρόμοιου βιωματικού υποστρώματος, κληρονομιάς, πολιτισμού, και όλα μαζί συμμεριζόμενα βοηθούν να βαστάξουμε τα βάρη, δικά μας και άλλων. Ωστε το βάρος ν’ αλαφρώσει, και η ζωή να μην είναι βράχος. Ο Σέργιος μου θύμισε την παύλεια ρήση: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Προς Γαλάτες 6). Ταίριαζε.

Κι ύστερα αυτή η ταλαιπωρημένη έννοια η πατρίδα, η ιδιαιτέρα και η καθόλου. Αλλοτε φορτωμένη, ηλεκτρισμένη, κι άλλοτε άδεια, πάντοτε όμως παρούσα, πολύσημη, ερεθιστική, συχνά επώδυνη. Τη σκεφτόμαστε όταν τη χάνουμε, όταν μας λείπει, όταν κινδυνεύει, όταν λιγοστεύει η ύλη και φουντώνει η νοσταλγία. Τη σκεφτόμαστε όταν ανακαλείται απ’ την παράδοση, όταν ο χρόνος ξαναγίνεται για λίγο κυκλικός, και τότε μες στη γιορτή η πατρίδα ξεπροβάλλει σαν ηθογραφία, μια γραφικότητα επιπολής που ωστόσο χαράζει την επιδερμίδα και διεισδύει με γλυκό πόνο. Τότε μπορεί να συμβούν μεταμορφώσεις απρόσμενες: εμβρόντητοι μαγεμένοι στεκόμαστε στο αναστάσιμο προαύλιο μοναστηριού στις Πλάτρες και κατακλυζόμαστε από το όλον. Τότε η πατρίδα, μυθολογημένη μέσω ηθογραφίας και ποιήσεως, επιστρέφει πανίσχυρο deja vu, σαρκωμένο βίωμα και συνείδηση.

Αλλά κι όταν ξεπροβάλλει σαν παραχωμένη ρίζα, μισοξεχασμένη, μια θαμπή ουλή: εδώ η αυλή με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, οι ξεφτισμένοι τοίχοι της ώχρας και του λουλακιού, το υπόγειο (πόσο μικρό φαίνεται τώρα), το πηγάδι, διόλου τρομακτικό πια, εκεί ήταν μια κυδωνιά, κι εδώ στέκει ακόμη ο ομιλητικός ευκάλυπτος. Τέτοια πράγματα αναδύονται πάντα σε όνειρα αναστατωμένα μαζί με φωνές παγωτατζήδων, σφυρίγματα βαποριών, δειλινές ευωδιές από φούλι.

Τέτοια πατρίδα το Πάσχα. Τώρα, καλούμαστε να ακούσουμε την παιδική ηλικία, τα ριζώματα του ενήλικου βίου, ή ακόμη και την επιλογή· εντέλει, πατρίδα είναι εκεί που γέρνει η καρδιά. Μπορεί να ’ναι και η πόλη στην οποία μετοίκησες και δέθηκες, μπολιάστηκες με φίλους, έκανες οικογένεια. Μπορεί να ‘ναι και μια εξοχή, ένα νησί, μια νεοκλασική πλατεία, όπου ερωτεύτηκες έφηβος και πάντα επιστρέφεις μεσήλικος, ένας λοφίσκος με βράχους τιτάνων και παπαρούνες, ένα αγνάντεμα. Η παιδική ηλικία θα μένει πάντα σπόρος και πυρήνας, αλλά εσύ θα απλώνεσαι διαρκώς σε άλλες πατρίδες, θα παίρνεις το σχήμα του δοχείου της ζωής.

Βρισκόμαστε ήδη σε αυτοκίνητα και πλοία, αραιωμένοι μες στον θόρυβο παρόμοιου πλήθους, με το βλέμμα μια στο πέλαγος και μια στο βιβλίο που πυκνώνει τις ώρες. Αυτό: Ο ποιητής Νίκος Φωκάς, απών από τον Απρίλη 2003, στέλνει ένα γράμμα δέκα χρόνια αργότερα, τα τελευταία του χαρτιά. Ο αστός επιλέγει την πατρίδα που του ζεσταίνει την ψυχή:

«Μικρή ξεκομμένη ανθρωπότητα / ο οικισμός τ’ Αϊ-Δημήτρη. / Αυτόν θεωρώ πατρίδα. Κι όμως με κρατά / η πόλη σαν απαγωγέας. / Κι όπως πουλί στην όψη του φιδιού, / έτσι νιώθω την παραλυτική της εξουσία / λίγο προτού με καταπιεί / και γίνω ίδιος μ’ εκείνη, / ουσία απ΄την ουσία της. / κι ωστόσο είναι φορές / που παραλυτικός, αλλ΄όχι ολότελα, / ψάχνοντας μ’ αγωνία / να κρατηθώ από μία λαβή / γυρίζω προς το βράχο τ’ Αϊ-Δημήτρη./ […]
»Ευθύς μεταμφιέζομαι σε ντόπιο / κάτοικο του μέρους και χάνομαι / μέσα στη γλύκα μιας άλλης κοινωνίας, / στοιχειωμένης / στο περιθώριο της εποχής μας / κάτι σαν εξαίρεση απ΄αυτήν / σαν κοινωνία Ερυθροδέρμων, / μια ανωμαλία που γίνεται κανόνας μου / και μέτρο της ζωής μου για λίγο / στο πλαίσιο ενός μικρόκοσμου / όχι μακριά απ΄την πρωτεύουσα, / ίδια αβλεψία της προόδου.»

Η Ελλάδα αλλάζει. Σαν να ζαρώνει, να μαζεύει, να σουρώνει. Ας το πούμε σωστά: οι Ελληνες αλλάζουν. Ζαρώνουν, περιφέρονται αλλοπαρμένοι και άδειοι, σαν χαμένοι, θαμπωμένοι μες στο εκτυφλωτικό ηλιόφως του Αυγούστου που όλα τα λιώνει και όλα τα ξεπλένει. Γιατί η χώρα η ίδια, παρ’ όλα τα φορτώματα και τους βιασμούς πάνω στο σώμα της, αντέχει: υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, και μετά από μας, όταν θα ‘μαστε κόνις και σκιά και θα μας σιχτιρίζουνε οι απόγονοι από τις Αυστραλίες.

Το συνήγαγα σιωπηρά αυτό το συμπέρασμα, ανάμικτο από στωικότητα και μελαγχολία, όταν διάβασα το γράμμα του φίλου μου. O Δημήτρης, λοιπόν, διαρκώς συνομιλητής και συμπαραστάτης, κάθεται σε έναν ίσκιο στη Σκόπελο, αντικρύ της Σκιάθου, και πέμπει δικτυακά:

«Αγαπητέ φίλε, άλλος ένας θρήνος το σημερινό σου κείμενο, για έναν τόπο που δεν θέλει να σωθεί. Έχεις σκεφτεί πως υπερασπιζόμενοι την εθνική ανεξαρτησία, προτιμούν να άρχονται από κλεφτρόνια ομιλούντα την ελληνική (ναι, τους γνωστούς Τσοχατζό, κ.λπ.), παρά από τον Ράιχενμπαχ, ενώ είναι ολοφάνερο πως για να ισιώσει (κάπως!) ο εγχώριος καπιταλισμός δεν αρκεί ο Ράιχενμπαχ, ίσως ούτε μια ολόκληρη εκατοντάδα SS Panzer Divisionen; Καλό κουράγιο. Το χρειαζόμαστε, ιδίως όσοι από μας δυσκολεύονται να καταλάβουν πως δεν αλλάζουν εύκολα ορισμένα πράγματα.»

Εναν λαό που δεν θέλει να σωθεί ― μεταφράζω νοερά. Είπαμε, ο τόπος θα μείνει, υπό αυτή ή υπό ετέρα μορφή. Οσο το μετέφραζα, στα μάτια μου περνούσαν εικόνες από δρόμους Κυκλάδων: στο ένα νησί, σκουπίδια, νάιλον σακούλες μπλεγμένες σε φρύγανα και γαϊδουράγκαθα, σαν σημάνσεις πλήθους τουριστικού και ερημίας ανθρώπινης, σημαίες αφροντισιάς και παραίτησης, ίχνη επέλασης βαρβάρων. Πλάι στις σημαίες της διαδρομής γκάζωναν γουρούνες τρίκυκλες και τζιπάρες, αγέρωχες, τυφλές, ρυπογόνες ― ο λαός.

Στο άλλο νησί, οι δρόμοι ήταν πεντακάθαροι, οι κάδοι ανακύκλωσης λειτουργούντες, τα αυτοκίνητα λιγοστά και ταπεινά, δεν μαρσάριζαν. Πλάι πλάι τα δύο νησιά, πλάι πλάι δύο φανερώσεις ενός λαού, ίδιου στον πυρήνα του. Αρα, μήπως μπορούμε;

Στήνω αυτί: Ακούγεται δεξιά-αριστερά, όλο και συχνότερα, με ένταση αυξανόμενη: Θέλω πίσω την πατρίδα μου… Πού είναι η Ελλάδα που ξέραμε… Κλιμακωτά, μέχρι το απειλητικό: Να ξεβρωμίσει ο τόπος. Τέτοια. Σαν αυτό που λέει το αντιδραστικό Tea Party στις ΗΠΑ: «To take back our country», να πάρουμε πίσω τη χώρα μας.

Μεταξύ θρήνου και ελπίδας, αναρωτιέμαι πάλι: Ποια πατρίδα, ποια Ελλάδα; Αυτήν που κάναμε σαν τα μούτρα μας τα άπληστα; Από ποιους να ξεβρωμίσει, αν όχι από εμάς που τη μαγαρίσαμε, άπονοι, αδιάφοροι, αλαζόνες, ιδιοτελείς; Καλύτερα να μην την πάρουμε πίσω έτσι, λεηλατημένη, με νάιλον σκουπίδια μπηγμένα στ’ αγκάθια. Ας την αφήσουμε να αλλάξει, να ξεπλυθεί, να λυτρωθεί απ’ τα δικά μας κρίματα. Μήπως αλλάξουμε κι εμείς, και έτσι ξαναγεννημένοι μετά τη συντριβή, μπορέσουμε να τοπώσουμε, να ταιριάξουμε αρμονικά στους κόλπους της πατρίδας, να βρούμε τη Διαμονή. Τέτοια πατρίδα.

ζωγραφική: Αλέξης Βερούκας, Δελφοί, 2002.

Από τον εξώστη βλέπαμε φωτισμένη την Αθήνα, από την Πεντέλη ώς τον Υμηττό και στο βάθος τη θάλασσα. Μου πρόσφερε φωτιά και συστήθηκε: Ρατζίβ, asset manager με έδρα το Ντουμπάι, για λογαριασμό επενδυτικού οίκου από τους μεγαλύτερους διεθνώς. Στη διάρκεια δύο τσιγάρων, ο Ινδός συγκαπνιστής, πάντα χαμογελαστός και ήρεμος, με διαβεβαίωσε ότι σε τρία χρόνια η ευρωπαϊκή κρίση θα έχει παρέλθει. Η Ασία έχει ανάγκη μια σταθερή Ευρώπη, μου είπε, όλοι τη χρειάζονται. Η Ευρώπη κινδυνεύει από την ανένδοτη στάση της ηγεμονεύουσας Γερμανίας, αντείπα· πιέζει υπερβολικά τις χρεωμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης και αρνείται προς το παρόν να διαχειριστεί την κρίση με εργαλεία άλλα πλην της ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και της τιμωρίας των αμαρτωλών. Η Γερμανία έχει ανάγκη την Ευρώπη, μου απάντησε ο Ρατζίβ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο τέλος θα επιτρέψει και κυκλοφορία χρήματος από την ΕΚΤ και έκδοση ευρωομολόγου. Και η Ελλάδα πού θα βρίσκεται στο νέο τοπίο μετά την κρίση; επέμεινα. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει το συμβολικό της κεφάλαιο, αυτό είναι το πολυτιμότερο asset που διαθέτει κι αυτό έχει χάσει τον τελευταίο καιρό. Ακούω τους Ελληνες πελάτες μας, έχει κλονιστεί η αυτοπεποίθησή τους, είναι απαισιόδοξοι, κι όμως είναι πολύ δυναμικοί επιχειρηματίες, δεν θα έπρεπε να λυγίζουν, αυτό τους λέω. Είσαι πολύ αισιόδοξος, Ρατζίβ… Είμαι! Βλέπω την Ευρώπη απέξω, εξ Ανατολών, και πίστεψέ με, σαν Ινδός ξέρω τι σημαίνει αποικιοκρατία, φτώχεια, ιστορία, παράδοση… Η Ελλάδα είναι η ιστορία της, είναι ένας μύθος αναγκαίος για την Ευρώπη, κι αυτό είναι κεφάλαιο, πλούτος, που πρέπει να το αξιοποιήσετε.

Το δεύτερο τσιγάρο είχε τελειώσει από ώρα, και η ήπια ψύχρα του Νοεμβρίου μάς είχε πιάσει. Ο γελαστός Ινδός και ο κατηφής Ελληνας πήγαν ο καθείς στην παρέα του.

Εφερα τα λόγια του Ρατζίβ περί συμβολικού κεφαλαίου σε έναν άλλο συνομιλητή, asset manager κι αυτόν, Ελληνα του εξωτερικού, με πλούσια πείρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Συμφώνησε ακαριαία ότι η εικόνα της Ελλάδας έχει πληγεί βαριά και άδικα: Τα περισσότερα δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, ιδίως τον ευρωπαϊκό, για την Ελλάδα και τους Ελληνες, είναι συκοφαντικά και ανακριβή, χρησιμοποιούν την Ελλάδα σαν σάκο του μποξ για να γαργαλήσουν το κοινό τους και να του σερβίρουν εύκολα κλισέ. Πρέπει να απαντάμε άμεσα, είτε ατομικά είτε συλλογικά.

Μου έκανε εντύπωση η σύγκλιση απόψεων δύο ανθρώπων των χρηματαγορών σε ένα θέμα που δεν αφορά καθόλου το χρήμα, αλλά κάτι πέρα απ’ αυτό. Και ας δεχτούμε ότι ο Ελληνας έχει μια ευαισθησία για την διασυρόμενη πατρίδα του. Ο Ινδός τι συμφέρον έχει; Να κολακέψει έναν άγνωστό του Ελληνα; Νομίζω ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι των αγορών, οι “χωρίς ιδεολογίες”, λένε με τον τρόπο τους αυτό που εμείς οι Ελλαδίτες του αθηναϊκού κράτους αδυνατούμε να δούμε εναργώς, να δούμε δηλαδή πανοραμικά ολόκληρο το τοπίο ― στο μέτρο που είμαστε βυθισμένοι μέσα στην αναταραχή και αποτελούμε μέρος του τοπίου. Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου σαν παρατηρητής. Κι είναι δύσκολο να αποσπαστείς από μια ρουτίνα σκέψης, σύμφωνα με την οποία όταν χρωστάς είσαι απολύτως ηττημένος, ακόμη και στο ηθικό πεδίο, χάνεις το δικαίωμα να συνομιλείς και να διαπραγματεύεσαι. Αυτή η ρουτίνα, κατ΄ακρίβειαν ολοκληρωτική σκέψη, προβάλλεται από τον δανειστή σαν μοναδική σκέψη, και σαν μοναδικός τρόπος ύπαρξης για τον δανειζόμενο. Απώτερος στόχος είναι αυτή η θέση να ενδοβληθεί από τον αμαρτωλό δανειζόμενο, να το αισθανθεί κιόλας στα τρίσβαθά του σαν μοναδική δυνατή κατάσταση, και να αισθανθεί κατώτερος, ανήθικος, αναξιοπρεπής, εξουθενωμένος.

Το ερώτημα «είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα;» που θέτουν Γερμανοί και Γάλλοι, απαντιέται με μια ερώτηση: Τι είναι Ευρώπη; Νοείται Ευρώπη χωρίς Αθήνα, χωρίς Ρώμη, ακόμη και χωρίς Ιερουσαλήμ; Ο Γερμανός ή Γάλλος ερωτών ας σκεφτεί κι ας απαντήσει μόνος του. Εν τω μεταξύ, ας σκεφτόμαστε κι εμείς τι είναι Ελλάδα. Πώς έχει υπάρξει, πότε υπέφερε από ξένους και πότε από Ελληνες, πώς την καταντήσαμε, ποια είναι η δική μας ευθύνη έναντι των επερχόμενων γενεών, πώς σπαταλήσαμε το συμβολικό κεφάλαιο, αν το αντιληφθήκαμε κιόλας ως πολύτιμο. Τέλος: Τι μπορούμε να κάνουμε για να ανακτήσουμε την Ελλάδα, συμβολικά και υλικά.

Τρεις σταθμοί στη ρητορική του ΠΑΣΟΚ, από την επιβολή του Μνημονίου έως σήμερα, μέρες χρεοκοπίας και καλπάζουσας φτωχοποίησης. Πρώτος: συλλογική ενοχοποίηση, μαζί τα φάγαμε, φταίει ο υδραυλικός. Για το χρέος που σώρευσε η κακοδιαχείριση και η διαφθορά φταίει η κοινωνία. Σοκ και δέος λοιπόν για την κοινωνία. Και δίλημμα: Μνημόνιο ή χρεοκοπία.

Δεύτερος σταθμός, όταν πλέον το Μνημόνιο είχε φουντώσει την ύφεση, την ανεργία και το έλλειμμα, ενώ το χρέος σταθερά αυξανόταν: δεν φταίει η κυβέρνηση, φταίνει οι δανειστές. Φταίνε οι άλλοι, οι κακοί οι ξένοι, οι ανάλγητες αγορές, αλλά ποτέ το εγχώριο πολιτικό σύστημα που σώρευσε το χρέος και επιτάχυνε την κρίση. Πάντα φταίει ο άλλος.

Τρίτος σταθμός. Εχουμε πόλεμο, να σώσουμε την πατρίδα ψηφίζοντας κι άλλους φόρους, κατεδαφίζοντας το εργατικό δίκαιο, ρημάζοντας τη μικροϊδιοκτησία και τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατάσχοντας μισθούς και συντάξεις για χαράτσια.

Η πατρίδα εν κινδύνω επανέρχεται όλο και συχνότερα στον λόγο του πρωθυπουργού και των υπουργών. Ποτέ άλλοτε στους μεταπολιτευτικούς χρόνους, οι Ελληνες πολιτικοί δεν κατέφυγαν με τέτοια σπουδή στην έννοια “πατρίδα” ― και ποτέ άλλοτε δεν έγιναν λιγότερο πιστευτοί. Είναι προφανές ότι η υπερβατική πατρίδα χρησιμοποιείται σαν καταφύγιο, για να αποκρυβεί η χρεκοπία της πολιτικής. Η λογόρροια σημαίνει την έκλειψη του λόγου. Αλλά η επίκληση της πατρίδας σημαίνει επίσης υπαρκτούς κινδύνους: όσο περισσότερο μιλιέται από τους ηγέτες η πατρίδα σε αυτό το συγκείμενο, τόσο περισσότερο συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο απειλείται. Ο κυβερνητικός λόγος πλημμυρίζει πατρίδα σε μια συγκυρία κατά την οποία ομολογείται, από τους ίδιους τους κυβερνώντες, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, και βιώνεται καθημερινά η ατομική και εθνική ταπείνωση.

Στις δύσκολες μέρες που έρχονται, η πατρίδα θα χρησιμοποιηθεί από πολλούς, με πολλές αποχρώσεις. Ωστόσο στην σφοδρή πολύπλευρη κρίση που ζούμε, η πατρίδα, ως υλικότητα, ως πεδίο αυτοαναγνώρισης, ως πεδίο συνάντησης ελεύθερων πολιτών, και ως πεδίο δημοκρατίας, θα ήταν ο μόνος κοινός τόπος που θα μπορούσε να ενώσει και να συνεγείρει το κερματισμένο και απογοητευμένο πλήθος. Ποιος πατριωτισμός όμως; Από τον ρομαντικό πατριωτισμό του 19ου αιώνα μέχρι τον συνταγματικό πατριωτισμό του Χάμπερμας, έχει κυλήσει πολλή ιστορία: εν ονόματι της πατρίδας έχουν διαπραχθεί ηρωικές πράξεις ελευθερίας αλλά και φρικαλεότητες.

Η κρίση εντούτοις ξεκαθαρίζει, βασανιστικά έστω, τις έννοιες και τους προσδίδει την ιδιαίτερη υπόστασή τους σήμερα. Πατρίδα εν κινδύνω σήμερα σημαίνει, όλο και περισσότερο, ότι κινδυνεύουν άμεσα η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατία, ότι επαπειλείται οικονομικός ανδραποδισμός και αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος. Βασανιστικά, επώδυνα, συνειδητοποιούμε ότι η υπερβατική πατρίδα είμαστε εμείς, η φθαρτή μας ύλη και οι ανθρώπινοι φόβοι μας, η ιστορία και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών μας, δεν είναι ένας αδρανής στίχος του εθνικού ποιητή. Μάλλον: τώρα νιώθουμε ως τα τρίσβαθα τον εθνικό ποιητή, κάθε ποιητή, από τον Σολωμό και τον Παλαμά, έως τον Καβάφη και τον Ελύτη.

O Αντώνης μου γράφει μες στη νύχτα από μακριά: «Δεν υπάρχει πλέον σωτηρία για το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η ρητορική των επανεκκινήσεων και των ανορθώσεων εξαντλήθηκε. Εάν αυτό που μας κόφτει είναι η μοίρα του ελληνισμού, δηλαδή μίας από τις μεγάλες διάρκειες της Μεσογείου, τότε καλό θα είναι ν’ αρχίσουμε να μελετούμε αν υπάρχουν δυνατότητες ριζικής μεταπολίτευσης, δηλαδή συνέχισης του Ελληνισμού εν ετέρα μορφή».

Στη διπλανή μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, την italianità, προ ημερών λαός, χορός και μαέστρος τραγούδησαν ενωμένοι, δακρυσμένοι «Oh ma patria, si bella e perduta!» – Πατρίδα μου, τόσο ωραία και χαμένη! Οι Ιταλοί τραγουδούσαν την επανένωση της πατρίδας 150 χρόνια πριν, και ανησυχούσαν για τα τωρινά. Ετσι να τραγουδήσουμε κι εμείς στην πλατεία Συντάγματος και στην πλατεία Ομονοίας, λίγο πριν τα 200 χρόνια της Επανάστασης: «Oh mia patria, si bella e perduta!», προτού χαθεί, για να μη χαθεί. Σαν τον πατριώτη Βέρντι και σαν τον Ιερεμία: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. Επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς, ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών».

Πάντα θα εκβάλλουμε απ’ την αιχμαλωσία μες στη μεγάλη διάρκεια, εν τοιαύτη ή εν ετέρα μορφή.

φωτ.: Μονόδρομος. Athens Biennale 2011.

Με τεντωμένα νεύρα, ακροποδητί, φτάσαμε στο Πάσχα, με άνοιξη που διστάζει να ξεμυτίσει, με κλίμα που περιγράφει τον μέσα καιρό, καιρό κρύο και θαμπό. Θα το θυμόμαστε κι αυτό το Πάσχα, αχνό, όπως αχνό θυμόμαστε το περασμένο, παραμονές του Μνημονίου, θα το θυμόμαστε μες στις προφητείες για τη χρονιά του ’11, σκληρή χρονιά, για όσους ξεπέφτουν και δυστυχούν, για όλους όσοι αγωνιούν, για όλους όσοι μαζεύονται να πιουν ένα ούζο με νηστίσιμα και γυρνάνε την κουβέντα στον παρόντα ζόφο και μαυρίζουν.

Αλλά έχουν και οι προφητείες τις διαψεύσεις τους, έχουν και οι ζόφοι τα φώτα που τους διαλύουν. Αίφνης, παρά τη σύγχυση και την απαισιοδοξία, όλο και περισσότεροι Ελληνες κατανοούν ότι από τη συμφορά δεν μπορείς να κρυφτείς ατομικά. Ακόμη κι αν γλιτώσεις μια περιουσία κι ένα εισόδημα, μια δουλειά, είναι δύσκολο να ζήσεις σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι θα δυστυχούν, όπου οι κάδοι απορριμμάτων στις αστικές συνοικίες θα ‘ναι καβατζωμένοι από πρωινούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, όπου οι ζητιάνοι θα περνούν ανά τρίλεπτο στο καφενείο, και στις χωματερές θα αλληλοεξοντώνονται συμμορίες ρακομεταλλοσυλλεκτών, ένυλα slum που διαχέονται στο ιστορικό κέντρο και στις παρυφές, άυλα slum, ψυχικά, που διαχέονται σε όλη τη δημόσια σφαίρα: Πώς γλιτώνεις από αυτά;

Δεν γλιτώνεις. Ακόμη κι αν υψώσεις τοίχους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα στην παρ’ ημίν suburbiana, ακόμη κι αν το χρήμα έχει παρκάρει από καιρό στα νησιά Cayman, αφορολόγητο και θρασύ, ακόμη κι αν οι μετακινήσεις γίνονται πίσω από φυμέ τζάμια, ακόμη κι έτσι, ο ζόφος και ο κοχλασμός θα εισβάλλει από διάπλατες πόρτες μηντιακές: δεν κρύβεται, δεν θάβεται, δεν αποσιωπάται.

Δεν γλιτώνει λοιπόν κανείς. Ούτε ο πλούσιος ούτε ο μεσαίος. Ολοι θα ζουμε, ζούμε ήδη, σε μια υπόκωφη δυστοπία, με σιωπηρές πτωχεύσεις και αποδράσεις, με αιτήσεις μετανάστευσης, με απεγνωσμένες φυγαδεύσεις μικροαποταμιεύσεων, ανάμεσα σε σκονισμένα ενοικιαστήρια και οργισμένες αφίσες, σε έναν ακήρυκτο εμφύλιο, όπου συμφύρονται θύματα και θύτες αδιακρίτως, ενοχοποιημένοι και έξαλλοι εν ταυτώ. Ομως βλέπεις, ακούς, αφουγκράζεσαι, νιώθεις, ότι δεν πάει άλλο έτσι, όλοι να αλληλοϋποβλέπονται, όλοι να ενοχοποιούνται, όλοι να αδρανούν, όλοι να αναζητούν δοχείο για τη χολή που τους ανεβαίνει στο στόμα.

Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του. Αλλά πώς θα αναγνωριστούν αυτοί οι πολλοί μόνοι σε ένα ενοποιημένο σύνολο, προσωρινό έστω, σε ένα όλον που θα ενώνει πολλαπλασιαστικά τις δυνάμεις, ώστε να αντέξουν το βάρος της συγκυρίας και να διαπλεύσουν τον μακρύ καιρό της κρίσης; Αυτός ο κοινός παρονομαστής αναζητείται τώρα, που θα συνενώσει σκόρπιες και ανοιμοιογενείς δυνάμεις προς κάποιο μίνιμουμ στόχο. Καλύτερα: ένας τελεστής, με τη μαθηματική έννοια· μια σχέση που θα μπορεί να δράσει πάνω σε όλη την υπάρχουσα ζοφερή σχέση και να τη μετασχηματίσει, να οδηγήσει σε μια ριζικά άλλη κατάσταση συνολικά.

Η κρίση οδηγεί σε υπερβάσεις και επανευρέσεις. Υπέρβαση των γνωστών εργαλείων, εννοιολογήσεων, συνηθειών· επανεύρεση μέσων, εργαλείων, εννοιών, στόχων. Υπερβαση των γνωστών ομαδώσεων ανά επάγγελμα, συντεχνία, κλάδο, συμφέρον, λόμπι, κλαν, συνλαμογικό γκρουπ· επανεύρεση άλλων πυρήνων για συσπείρωση: από το συγκεκριμένο ένυλο μικροπεδίο της κοινότητας έως το αφηρημένο, υπερβατικό μακροπεδίο της πατρίδας. Νέοι στόχοι: σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επείγει η υπεράσπιση της δημοκρατικής τάξης, της ουσίας της, και όχι η περιστολή και η συρρίκνωσή της για δήθεν πρακτικούς λόγους.

Επείγει η ριζική αναθεώρηση του κυρίαρχου οικονομισμού υπέρ των λατρευομένων αγορών, αυτού που μάς οδήγησε εν πολλοίς στον παρόντα ζόφο. Επείγει η επανεπινόηση του πολιτικού. Η πολιτική κοινωνία οφείλει τώρα, περισσότερο από ποτέ πριν, να ανασυνταχθεί και να απαιτήσει δικαιοσύνη: δίκαιη φορολογία, δίκαιη κατανομή βαρών, τιμωρία κλεφτών, επίορκων και φοροφυγάδων. Δικαιοσύνη στο υλικό και στο ηθικό πεδίο, αλληλένδετα. Πώς καλούνται να θυσιαστούν μαζικά οι αδύναμοι, όταν κανείς επιφανής της κλεπτοκρατίας δεν έχει πληρώσει, δεν έχει τιμωρηθεί; Η επανεπινόηση του πολιτικού άρα περνάει, πρώτα απ’ όλα, από την απονομή δικαιοσύνης. Χωρίς υστερία, χωρίς δημαγωγία· ψυχρά, με ιστορική ευθύνη. Τότε, μπορούμε να δούμε και τους άλλους όρους του συνανήκειν, τους υπερβατικούς και προωθητικούς ― ώστε να δράσει ολοκληρωμένα ο τελεστής.

Ο υπόκωφος εμφύλιος που ζούμε τροφοδοτείται από οργή, από φόβο και σύγχυση. Τροφοδοτείται όμως και από δόλια φερέφωνα, όρνια αγορών, νεοδοσίλογους αριβίστες που πλασάρονται σε θέσεις κυριαρχίας πατώντας σε κοινωνικά ερείπια. Αλλά ο εμφύλιος, έτσι όπως διεξάγεται τώρα, τυφλός και πανδαμάτωρ, συδαυλισμένος κιόλας από τους αριβίστες, θα αφανίσει τους αδύναμους, θα πλήξει σφοδρά τους μεσαίους, θα ψαλιδίσει ακόμη και τους αστούς. Αυτό τον σωρό ερειπίων, το σωρό της αδικίας, ας δούμε πρώτα απ’ όλα: ορθώνεται και φράζει το μέλλον.

Είναι αλήθεια λοιπόν. Απομακρυνόμενος γεωγραφικά από την Ελλάδα, τη βλέπεις πιο καθαρά. Και βλέπεις επίσης τους άλλους Ελληνες, της διασποράς, τους μη Ελλαδίτες, αυτούς που δεν τους λογιαριάζεις όταν τρώγεσαι με τα ρούχα σου και με τον διπλανό σου, εσύ, ο αυτάρεσκος Ελλαδίτης, ο κλεισμένος στον κύκλο της έριδος και της κατακραυγής, ο πιασμένος στον κύκλο της απαισιοδοξίας και της ανημπόριας.

Βλέπεις πιο καθαρά τους Ελληνες. Και αντιλαμβάνεσαι, μάλλον αισθάνεσαι σωματικά, ότι οι Ελληνες της διασποράς είναι ενημερωμένοι, είναι πολιτικοποιημένοι, πονάνε τον τόπο, και κυρίως δεν φοβούνται να πουν τη λέξη πατρίδα. Συντηρητικοί, αριστεροί, διανοούμενοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες, βαθύπλουτοι και βιοπαλαιστές, καλλιτέχνες, εκδηλώνουν τον πατριωτισμό τους ανοιχτά, απερίφραστα, θερμά, ανιδιοτελώς (πώς αλλιώς;).

Ισως αυτά τους διαφορίζουν από τους κακορίζικους Ελλαδίτες: η ανιδιοτέλεια, το καθαρό βλέμμα, ο άδολος πατριωτισμός. Ιδίως όσοι προκόβουν και σταδιοδρομούν στα εξόχως ανταγωνιστικά πεδία των ΗΠΑ είναι εκτεθειμένοι σε μια νοοτροπία αριστείας και αξιοκρατίας, άνευ της οποίας ουδέν επιτυγχάνει ο μέτοικος, κι αυτή τη νοοτροπία θέλουν να δουν και στην Ελλάδα. Και βεβαίως είναι εκτεθειμένοι στη νοσταλγία, αλλά όχι για μια ιδεατή Ελλάδα που έχουν να τη δουν δεκαετίες, διότι τη βλέπουν κάθε χρόνο· η νοσταλγία τους κατευθύνεται προς μια Ελλάδα ήδη εξελιγμένη που την έχουν δει να μην υστερεί στο υλικό μέρος. Η νοσταλγία τους αναζητεί μια ηθικά ακέραιη Ελλάδα – αυτή που δεν υπάρχει. Αυτή τη νοσταλγία τους την ένιωσα μεταδοτική και ευεργετική.

Οι κοσμοπολίτες και καλλιεργημένοι Ελληνες των ΗΠΑ, 30 – 50 ετών, αριστούχοι των πιο φημισμένων πανεπιστημίων και αριστούχοι στις μπίζνες, είναι επίσης εκτεθειμένοι στον αμερικανικό πατριωτισμό, που είναι φλογερός, συνταγματικός πατριωτισμός, με δημοκρατικές ρίζες.

Και από μια τεθλασμένη διαδρομή αναβαπτίζουν τον πατριωτισμό τους προς την Ελλάδα στην αμερικανική κολυμπήθρα και τον ξαναβρίσκουν: άδολο, δημοκρατικό, ανιδιοτελή, θερμό. Τέτοιον που στον ελλαδικό χώρο δεν τολμούμε καν να τον ονοματίσουμε, όχι να τον διακηρύξουμε.

Τι μπορούμε να κάνουμε για την πατρίδα; Αυτή τη βαθιά κουβέντα την άκουσα από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, μέσα σε δέκα αμερικανικές ημέρες· από κορυφαίους πανεπιστημιακούς, λόγιους, επιχειρηματίες, τεχνοκράτες. Δεν είχα απαντήσεις. Τι να πω; Αντίκριζα μια πλουσιότατη δεξαμενή ταλέντων, σκέψης, ζωτικότητας, που τροφοδοτεί τον Νέο Κόσμο που τους υποδέχθηκε.

Από αυτή τη ζωτικότητα μπορεί να ωφεληθεί και ο χειμαζόμενος ελλαδικός κορμός. Με κάθε τρόπο και κάθε σχήμα συνεργασίας, με μικροδίκτυα και άμεσες συμπράξεις, προπάντων με ειλικρίνεια και σεβασμό προς αυτούς τους πολύτιμους συμπατριώτες. Τους έχουμε ανάγκη, μας έχουν ανάγκη. Οπως μου είπε σαραντάρης πλούσιος: Αν βουλιάξει η Ελλάδα, τι θα είμαστε; Τίποτα!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ποιος τολμά σήμερα να μιλήσει για την Ελλάδα και τους Ελληνες, με την Ελλάδα στα γόνατα και τους Ελληνες αλαφιασμένους και ασύντακτους; Λίγοι, πολύ λίγοι ― όσοι τολμούσαν και πριν, όσοι προσφέρονται να διακινδυνεύσουν με τη σκέψη τους, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μες στο παρόν, χωρίς στερεότυπα και δεκανίκια. Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι ένας απ’ αυτούς τους ολίγους ριψοκίνδυνους. Στο τελευταίο του βιβλίο, ο γνωστός δοκιμιογράφος πραγματεύεται ένα ακανθώδες θέμα, την πολιτική ηθική των Ελλήνων, υπό τον δραματικό τίτλο “Διχασμός και εξιλέωση”.

Η αφήγησή του ξεκινά αδρά από το ξέπασμα της Επανάστασης του ‘21 και φθάνει ώς το τέλος του εμφυλίου· στη διαδρομή εξετάζει πρόσωπα, πράξεις, αισθήματα και λόγια, κομβικά, που σφραγίζουν δύο αιώνες νεότερου ελληνισμού. Εξετάζει πρόσωπα σαν τον Καραϊσκάκη, τους εθνικούς ευεργέτες του 19ου αι., τον Παύλο Μελά, τον Ιωνα Δραγούμη και τον Ελ. Βενιζέλο, τον Αρη Βελουχιώτη, εξετάζει στιγμές ιστορικές, τον ξεσηκωμό του ‘21, την πτώχευση του 1893, την ντροπή του 1897, το ξύπνημα της Μεγάλης Ιδέας, τους βαλκανικούς πολέμους, την καταστροφή του ‘22, τον πόλεμο του ‘40-’41, την αντίσταση και τον εμφύλιο. Και εξετάζει τους Ελληνες ως πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά όντα σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές.

Ο διχασμός νοείται διττός: εμφύλιος κοινωνικός και σχίσμα ατομικό. Ο Ελληνας αιωρείται: από τη συνήθη θέση του, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού, της κοινωνικής αδιαφορίας, προς την υπέρβαση του εαυτού, τον ηρωισμό, τη δοτικότητα, τη θυσία. Ο Β.Κ. αναρωτιέται: Πώς και γιατί ο εγωιστής, απείθαρχος, άπληστος Ελληνας μεταμορφώνεται σε γενναίο, σε ήρωα, σε ανιδιοτελή δότη; Πώς ο δαίμονας των «καπακιών» Καραϊσκάκης μεταμορφώνεται σε άγγελο που εγείρεται υπεράνω όλων και θυσιάζεται; Πώς επινοούν την πατρίδα τους οι οπλαρχηγοί και γιατί αμέσως μετά περιφρονούν το κράτος; Ποιο όραμα πατρίδος εμπνέει τους ευεργέτες ώστε να σχεδιάζουν καταλεπτώς τις διαθήκες τους υπέρ παιδείας και συνανθρώπων, πάντα καχύποπτοι προς το κράτος; Ποια δύναμη οδηγεί τον ανυποψίαστο Μελά στους βάλτους και τον θάνατο; Πώς αντιλαμβάνεται την πατρίδα και το Εμείς ο Αρης Βελουχιώτης, με τα έργα του και τον λόγο της Λαμίας;

Οι απαντήσεις που ρισκάρει ο συγγραφέας είναι συναρπαστικές, γραμμένες σε υψηλής θερμοκρασίας πρόζα, με πάθος ρομαντικό ― άλλωστε οι αραιές αναφορές του είναι σε στοχαστές οριακούς, συναρπαστικούς: Σέλερ, Ντοστογιέφσκι, Σοπενχάουερ, Νίτσε… Αναλόγως συναρπαστική είναι η εμβάθυνση, η ένταση που προσδίδει στις ερωτήσεις του, καθώς τις παίρνει από παλαιότερα χείλη (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Ζαμπέλιος, Παλαμάς, Σικελιανός, Περ. Γιαννόπουλος, Καραβίδας, Σβορώνος) και τις φέρνει δραματικά στο παρόν. Πόσω μάλλον που το παρόν εκρήγνυται τώρα στα χέρια μας σαν προαναγγελθείσα καταστροφή, ομοιάζουσα με άλλες καμπές, με παλιότερα πάθη και καταστροφές.

Το θέμα του Καραποστόλη, μα και η θερμή πραγμάτευσή του, είναι ντεμοντέ, εκτός ακαδημαϊκού λειμώνα, και εκτός του τρέχοντος κανόνος πολιτικής ορθοφροσύνης. Διότι τολμά να γράφει περί πατρίδας, περί συλλογικού θυμικού και ασθημάτων, περί διλημματικών προσώπων, χωρίς ωστόσο ποτέ να λησμονεί το υλικό πλαίσιο, το γεωπολιτικό περιβάλλον, τις εξωτερικές συνθήκες.

Βασικό μοτίβο της σκέψης του, για να ερμηνεύσει τον ατομιστή που γίνεται ήρωας, είναι η αντιπαραβολή της κοινωνίας προς την πατρίδα. Η κοινωνία δεν συνεγείρει τον εγωιστή Ελληνα, τη βλέπει σαν εργαλείο, σαν μέσον, δεν της οφείλει τίποτε. Μόνο η πατρίδα, και μάλιστα η εν κινδύνω, η πάσχουσα, η διακονιάρα πατρίδα, μπορεί να συνεγείρει τον Ελληνα, να τον οδηγήσει πέρα από τον εαυτό του, πέρα από τα αποκτήματά του, να τον βάλει στην περιοχή του δότη, του γενναίου, ακόμη και του ήρωα. Το είδαμε το ‘21, όταν οι κλέφτες, τροφοδότες μιας συνείδησης αντίστασης και ρεμπελιού, επινοούν την πατρίδα, γεννούν τη μητέρα· το είδαμε και το ‘40, όταν οι διχασμένοι και απογοητευμένοι με την κραυγή “αέρα!” ξαναβρίσκουν τη ζωτική τους φαντασίωση, ότι οι Ελληνες υπερέχουν έναντι του ίδιου τους του εαυτού, και αντικρίζουν τον θάνατο χωρίς τρόμο.

Η πρόζα του Καραποστόλη πάλλεται, κυματίζει, βυθίζεται σε αισθήματα και ντοκουμέντα, και αναδύεται απρόοπτη, σκληρή, θερμή· ποτέ αδιάφορη. Είναι ένα έργο λοξό, έκκεντρο, ρηξικέλευθο, πρωτότυπο. Και μιλάει για εμάς, τώρα, τους εγωιστές και άπληστους, τους μισούντες το Εμείς, τους βουλιαγμένους στο Εγώ, τους αντιφατικούς και αντινομικούς, τους κλονισμένους και έμφοβους τώρα. Και μιλάει οδυνηρά.

Στους τοίχους της Τραπέζης της Ελλάδος επί της Πανεπιστημίου, δύο γκράφιτι: Δεν συναινούμε έχουμε πόλεμο· και παρακάτω, Γιώργο θα φύγεις νύχτα. Τις προηγούμενες μέρες, κορυφαία πρόσωπα της απελθούσας κυβέρνησης προπηλακίστηκαν από οργισμένους πολίτες ενώπιον ακροατηρίων, εκδιώχθηκαν από αίθουσες, γιουχαρίστηκαν. Την παγωνιά μετά το σοκ διαδέχεται τυφλή οργή που ξεχειλίζει, και θα ξεσπάει επί δικαίων και αδίκων.

Ολόκληρο το άρθρο

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.466 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: