You are currently browsing the tag archive for the ‘παρόν’ tag.

kairos2

Ειδήσεις στο αυτοκίνητο. Ουκρανία, Ρωσία, Ευρώπη, ΗΠΑ, μνήμες Ψυχρού Πολέμου μηδέποτε εξαφανισθέντος, μνήμες σχεδίων Βίσμαρκ και δογμάτων γεωπολιτικής στην Ευρασία. Το παρελθόν αναδύεται στο παρόν μεταμορφωμένο. Ειδήσεις από την Ελλάδα: η τρόικα σαν μέρα της μαρμότας, μικροκινήσεις ενόψει ευρωεκλογών, και μια κουβέντα με τεράστιο συμβολικό βάρος από νεόκοπο πολιτικό ηγέτη: «Δεν έχουμε το αμάρτημα του παρελθόντος…». Εδώ ας σταθώ.

Πιθανόν να ήθελε να πει «δεν κουβαλάμε αμαρτίες του παρελθόντος», δηλαδή, είμαστε καθαροί, άσπιλοι. Αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία όμως είναι η κυριολεξία της σόλοικης διατύπωσης: Το αμάρτημα του παρελθόντος. Δηλαδή: Το παρελθόν ως αμάρτημα. Γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει.

Για τον συγκεκριμένο λόγο, πολιτικό δια του απολιτικού, συμπεριληπτικό των πάντων δια της ασάφειας, είναι κομβικής σημασίας η καταδίκη του παρελθόντος και η υπόσχεση του μέλλοντος: καταδικάζεις τον ζόφο και τον πόνο, τις αποτυχίες των άλλων, και οικειοποιείσαι τη λύτρωση και το φως του άδηλου μέλλοντος. Κανείς δεν νοσταλγεί το καταδικασμένο παρελθόν, όλοι λαχταρούν το λαμπρό μέλλον. Win-win.

Αμέσως θυμήθηκα τον λόγο του τότε πρωθυπουργού Κ. Σημίτη προς τους διανοουμένους, δύο εβδομάδες προ των εκλογών του 2000. Στο σκοτεινό παρελθόν (των άλλων) αντιπαρέβαλε το λαμπρό παρόν, το δικό του παρόν: «Δεν νοσταλγώ την πτωχή και ταπεινή Ελλάδα της μεταπολεμικής ή της προπολεμικής περιόδου, την Ελλάδα της ήττας. Αντίθετα: έχω βαθιά εμπιστοσύνη στον δυναμισμό, την πνευματικότητα, τον πλούτο της σημερινής Ελλάδας…» Προσδιόριζε τα οράματα της ισχυράς Ελλάδος του χρηματιστηρίου έτσι: «απτά, συγκεκριμένα, προσιτά». Και κατέληγε: «Ως σήμερα η Ελλάδα κοίταγε τον κόσμο. Σήμερα ο κόσμος κοιτάει την Ελλάδα.»

Ολη η μεταμοντέρνα τσογλανιά των νάιντις συμπυκνώθηκε τότε έτσι, με ισοπεδωτικά δίπολα νικητών-ηττημένων, πλούτου-φτώχειας, νέου-παλιού. Τραβούσαμε την ανηφόρα της Μεγάλης Φενάκης, με πιστωτική επέκταση και λαϊκή χλιδή, στο βάθος έλαμπαν φάροι ολυμπισμού και αθλητικού κλέους, αυτοκινητόδρομοι και διακοποδάνεια. Το νέο επέλαυνε σίγουρο για το ποιοι θα κέρδιζαν και θα κυριαρχούσαν, για το ποιοι θα έχαναν και θα υποτάσσονταν. Προτού εξαντληθεί η δεκαετία της νεολατρίας, είχαμε ήδη δει ποιοι ήταν οι νικητές και οι ηττημένοι, οι κυρίαρχοι και οι υποτελείς. Ποιοι συγκροτούσαν τους στρατιές των ανέργων και των νεόπτωχων, για μια-δυο-τρεις γενεές, άχρι καιρού.

Ενδιαμέσως, ακούσαμε άλλη μια εκδοχή του νέου και της παρελθοντοκτονίας, από τον κατεξοχήν νεωτεριστή Γιώργο Α. Παπανδρέου: το μέλλον ερχόταν ολόφωτο και ευρυζωνικό, συμμετοχικό και μη κυβερνητικό, επινοημένο ως πεδίο για κατίσχυση, χωρίς κριτήρια, χωρίς πλαίσιο αναφορών, χωρίς επώδυνες συγκρίσεις. Στο δικό του μέλλον, ο νεωτεριστής συγκρίνεται μόνο με τον εαυτό του. Ο Κ. Σημίτης αντιπαρέβαλε την Ισχυρή Ελλάδα στην υπανάπτυξη και την ήττα του παρελθόντος, κήρυττε μια διαρκή λήθη. Ο ΓΑΠ επαγγελλόταν μεσσιανικά ένα διεσταλμένο μέλλον, αρνούμενος όχι μόνο να αναφερθεί στο παρελθόν αλλά και να δεσμευθεί επί του παρόντος. Εξαφανίζοντας το παρελθόν του διέπραττε πατροκτονία, και υποσχόταν ένα μέλλον όπου όλα θα ήταν δυνατά οριζόμενα εξαρχής. Ως εξής: μετονομάζοντας όλα τα υπουργεία με New Age ονομασίες.

Τι μας χωρίζει από το 2000, το 2004, το 2007, το 2009 ακόμη; Ενας σωρός ερειπίων. Η Ισχυρή Ελλάδα του χρηματιστηρίου και του e-gov είναι μια γονατισμένη χώρα με ξέπνοους πολίτες. Η παρούσα ήττα συντρίβει πρωτίστως τους κυριαρχούμενους, τους υποτελείς, όσους πίστεψαν προσώρας ότι το παρελθόν δεν τους αφορά, δεν τους συνέχει, δεν αξίζει να το αναχωνεύουν· όσους πίστεψαν ότι το μέλλον τούς προσφέρεται στο πιάτο από μεσσίες, χωρίς να το ονειρευτούν οι ίδιοι και χωρίς να το χτίσουν με τον ιδρώτα τους· όσους βούλιαξαν στην φενακισμένη ετερονομία τότε, όσους βουλιάζουν στην ενοχοποίηση και την απόγνωση τώρα. Η λήθη συμφέρει και πάλι τους κυρίαρχους: μέσα της θα ξεπλυθούν ανομήματα και αμαρτίες, ίχνη εγκλημάτων, τεκμήρια, υποσχέσεις παραδείσων, για να αναδυθούν ξανά κυρίαρχοι.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Ναι. Ομως η μνήμη καλλιεργείται από τους ηττημένους· είναι παρηγοριά και όπλο. Κι εδώ όμως μέτρο: μνήμη ναι, οπωσδήποτε, αλλά όχι παρελθοντική καθήλωση και υπεραναπλήρωση· μνήμη αναστοχαστική και δημιουργός, και ταυτοχρόνως μια πολιτικά λυσιτελής χρήση της λήθης που θα ρυθμίζει τις εκδικητικές τάσεις και της καταστροφικές πολώσεις. Σε τέτοιο κρίσιμο σταυροδρόμι στεκόμαστε σήμερα.

fra_angelico

Συναντάς έναν γνωστό, ανταλλάσσετε χαιρετισμούς, μεσολαβεί μικρή σιωπή, κενός χρόνος· αισθάνεσαι τον δισταγμό, το μετέωρο βήμα, προτού ακουστεί το «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Ακούγεται ίδιο με παλιά, τετριμμένο, κοινότοπο, αλλά στον τωρινό καιρό έχει πια άλλο βάρος. Περιέχει αγωνία. Μια αγωνία που σωρεύεται χωρίς να εκτονώνεται, απεναντίας μεταλλάσσεται και πολλαπλασιάζεται. Μια αγωνία που αφορά το μέλλον, μάλιστα το απολύτως κοντινό.

Αρκετούς συμπολίτες η τέτοια αγωνία τους έχει οδηγήσει σε μια παραδοχή: η κρίση δεν είναι περαστική, έχει εγκατασταθεί μόνιμα και έχει αλλάξει ήδη τις υποκείμενες δομές του βίου. Εχουμε αλλάξει ιστορική πίστα και η πιθανότητα επανόδου στην προ κρίσης κατάσταση είναι μηδαμινή, ανύπαρκτη. Η παραδοχή αυτή, παρότι πραγματιστική, δεν παρηγορεί και βέβαια δεν φωτίζει το άδηλο μέλλον. Βοηθά όμως να μετουσιωθεί ο φόβος, να μεταμορφωθεί δυνητικά σε πιο δημιουργικές συμπεριφορές. Ορισμένως διαλύει τις αυταπάτες και αποδυναμώνει την ποικιλόμορφη προπαγάνδα. Δεν παρηγορεί.

Αλλοι πάλι αρνούνται να παραδεχτούν ότι όλα έχουν αλλάξει και ότι δεν θα επανέλθουμε σε μια κατάσταση ίδια ή παρόμοια με την προ κρίσης. Η διάγνωσή τους: η κρίση είναι παροδική, η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση είναι δύσκολη, επίπονη, αλλά δεν αποκλείεται, είναι θέμα χρόνου. Αναγνωρίζουν το ζοφερό παρόν όπως και οι πραγματιστές, αλλά βλέπουν διέξοδο πάνω στο ίδιο επίπεδο πραγματικότητας, στην ίδια ιστορική πίστα, στο ίδιο παράδειγμα. Η τέτοια στάση απέναντι στο παρόν είναι παρηγορητική, στο μέτρο που ορίζει το μέλλον ως ανάκαμψη, ως επαναφορά στα πρότερα· σε αυτή την προσέγγιση, ο χρόνος εκτυλίσσεται ελικοειδής επί του ιδίου επιπέδου. Οι συμπολίτες αυτοί δεν βλέπουν ότι έχουμε αλλάξει ιστορική πίστα ― μάλλον: δεν θέλουν να δουν. Κι είναι πολύ περισσότεροι από τους προηγούμενους.

Η δεύτερη στάση είναι πλησιέστερη προς την αυθόρμητη αντίδραση των ανθρώπων ενώπιον μιας αλλαγής, μιας ανατροπής, μιας διάρρηξης της κανονικότητας. Η διάρρηξη εκλαμβάνεται ως παροδική και ανατάξιμη: με πόνο και κόπο ενδεχομένως, αλλά εντέλει θα επανέλθει η κανονική ροή, θα αποκατασταθεί η γραμμική πορεία προς το ολοένα καλύτερο. Αυτό συμβαίνει πράγματι σε αρκετές περιπτώσεις, όχι όμως στην παρούσα περίπτωση, όχι σε ό,τι συντελέσθηκε και συνεχίζει να συντελείται.

Καθώς διανύουμε τον τέταρτο χρόνο της κρίσης ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον αυτό: η κρίση έχει λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η ζωή, ατομική και κοινωνική, στο προβλεπτό μέλλον θα κυλάει με κρίση, σαν κρίση. Κρίση διττά: ως διαταραχή και ρήξη, και ως εξέταση, ζύγισμα, λογάριασμα. Αρνούμενοι να δούμε την κρίση ως νέα μόνιμη κατάσταση αρνούμαστε τη δυνατότητα να κρίνουμε τη νέα κατάσταση, να την εξετάσουμε, να τη ζυγίσουμε, να προσαρμοστούμε, να εξοπλιστούμε με νέα εργαλεία. Μόνο έτσι όμως, με κριτική παραδοχή και γνωστικό εξοπλισμό, με ενσυναίσθηση, θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε τα δυσμενή δεδομένα για να πετύχουμε μια ευνοϊκή νέα ισορροπία.

Η φύση απεχθάνεται το κενό; Μάλλον οι άνθρωποι το φοβούνται, γι’ αυτό επινοούν πληρώματα, γεμίζουν το φοβερό ιστορικό κενό με ελπίδες, το επενδύουν με αυταπάτες. Ουσιαστικά αυτό που ζούμε δεν είναι καν κενό, είναι μετάβαση, μεταίχμιο, μετασχηματισμός, μια κατάσταση ασταθούς ισορροπίας· αυτό μας φοβίζει, όλους. Μια εκδήλωση αυτού του αρχέγονου φόβου, η οδυνηρότερη ίσως, είναι η αίσθηση αδυναμίας να ορίζουμε τις ζωές μας, σαν να μας αρπάζει ένα σιδερένιο χέρι και να μας τινάζει στο μέλλον ενώ ταυτόχρονα το ίδιο αυτό χέρι σβήνει όλα τα φώτα, τους φάρους και τις σταθερές.

O κίνδυνος του μέλλοντος μάς φέρνει ενώπιον του παρελθόντος: όλο το παρελθόν μας αναρριπίζεται μπρος στα μάτια μας, σαν έλλαμψη, γιατί κι αυτό κινδυνεύει μαζί μας. Ο πραγματιστής και ο αισιόδοξος συμμερίζονται το κοινό παρελθόν και τον κοινό κίνδυνο, γι’ αυτό συγκλίνουν, από διαφορετικούς δρόμους, στην κοινή ελπίδα της λύτρωσης· να λυτρωθούν από το χρονικό συνεχές των γεννητόρων της κρίσης, προσδοκώντας ένα ρήγμα που θα τους ξανοίξει σε ένα διαφορετικό μέλλον, ανακουφιστικό, απελευθερωτικό.

Η κρίση είναι η ιστορία· αποκτά νόημα αν τη δούμε μέσα από τα ρήγματα και τα ερείπια της, ιδίως αν τη δουν έτσι τα ανθρώπινα θύματα της κρίσης, τα οποία προσδοκούν μια διάρρηξη, μια ασυνέχεια λυτρωτική, ώστε να ισορροπήσουν στη νέα πίστα. Αυτό, ναι, μπορεί να ονομάζεται ελπίδα.

Fra Angelico, Ευαγγελισμός, 1442-43

goyasleepofreason

Μέσα στη διάχυτη βουβαμάρα εγκλείεται φόβος. Φόβος για το παρόν, φόβος για το μέλλον. Οσα συμβαίνουν, κι όσα δεν συμβαίνουν, τροφοδοτούν διαρκώς αυτό τον φόβο του παρόντος, μια σταθερή δυσφορία, μια αίσθηση ανοικειότητας με την ίδια μας τη ζωή. Διότι απλούστατα δεν γνωρίζουμε πού μάς βγάζει ο δρόμος, δεν έχουμε καμία βεβαιότητα, αισθανόμαστε ανήμποροι να προγραμματίσουμε στοιχειωδώς τον βίο. Αισθανόμαστε να μας πλακώνει ένα ανοίκειο παρόν.

Κοιτάμε λοιπόν διαρκώς προς τα πίσω, στα τετελεσμένα, για να αντλήσουμε ολίγο νόημα, μήπως και με το νόημα του παρελθόντος φωτίσουμε τον ζόφο του παρόντος και φωτίσουμε τη σκολιά οδό προς το μέλλον. Το ξαναδιάβασμα του παρελθόντος μπορεί να είναι προωθητικό· το ίδιο και η επαναπροσέγγιση της παράδοσης, η οικείωσή της στη συγχρονία. Ετσι προχωρούν κοινωνίες και πολιτισμοί ― συναναστροφή με τους νεκρούς το έλεγε ο Ιωάννης Συκουτρής.

Αλλά ― υπάρχει πάντα ένα αλλά. Αλλά στη δική μας περίπτωση, του κλαψιάρη και έμφοβου νου, εμφιλοχωρεί ένας σοβαρός κίνδυνος: η αναψηλάφηση του παρελθόντος να οδηγεί είτε σε απεγνωσμένη εξωράιση και αφελή αγλαϊσμό του είτε σε δαιμονοποίησή του είτε σε βιαστικές έως γελοίες αναθεωρήσεις ― με κοινό παρανομαστή πάντα έναν τερατώδη αναχρονισμό, να προβάλλουμε τους φόβους και τους πόθους μας στο παρελθόν για να του δίνουμε το σχήμα του παρόντος.

Ο αναθεματισμός της Μεταπολίτευσης ως δεξαμενής αρνητικών ρευστών και τοξικών βλαστών, είναι μια τέτοια ατυχής δαιμονοποίηση. Οχι αξιολόγηση, κριτική, αποτίμηση· η Μεταπολίτευση, συμπαγώς και αδιαφοροποίητα, στέλνεται στη χωματερή της ιστορίας. Φυσικά μαζί της θάβουμε τους εαυτούς μας, όπως και όσο υπήρξαμε στη δημόσια σφαίρα.

Το ίδιο και το Πολυτεχνείο: μετά σαράντα χρόνια είναι δύσκολο να καταταγεί στα τρέχοντα ιδεοψυχολογικά σχήματα, αντιστέκεται πεισματικά. Αντί λοιπόν να το κατανοήσουν στο ιστορικό του πλαίσιο και να το ενσωματώσουν σε μια δυναμική αυτογνωσίας, κάποιοι απελπισμένοι αναθεωρητές το μικραίνουν, το χαμηλώνουν, το λοιδωρούν, κυρίως το μεταχρονολογούν, το αναχρονίζουν, για να μπορέσουν υποθέτω να το δουν στο μπόι τους, κι έτσι βολικά χαμηλοαναχρονισμένο να χαρακτηριστεί εργαλειακά ή και καφενειακά ως πηγή των παρόντων δεινών του έθνους κ.λπ. κ.λπ.

Από χθες σε αυτό τον χορό των αναχρονισμών μπήκε ολολύζουσα και η Αποστασία. Του ’65, των Ιουλιανών, των γελοιογράφων και των φαιδρών στιχοπλόκων, ό,τι παρά τη φαιδρότητά του εξέφραζε ένα υπαρκτό δίκτυο συνωμοσιών και εκτροπής. Λίγοι από τους πρωταγωνιστές ζουν πια, οι περισσότεροι γνωρίζουμε το κλίμα της εποχής από τις γελοιογραφίες του Μποστ. Ολα άλλαξαν. Κι όμως η αποσκίρτηση βουλευτών από το κομματικό μαντρί, όπως προσφυώς το ονόμαζε ο Ευάγγελος Αβέρωφ, επαναφέρεται ως αρχετυπικό σκιάχτρο, ως το Poltergeist που στοιχειώνει την τρέχουσα πρωθυπουργική δημοκρατία.

Είπαμε: ο παγωμένος έμφοβος νους ξαναπλάθει το παρελθόν. Τη θέση του Μποστ παίρνει ο Γκόγια: Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα, τις κουκουβάγιες της ανοησίας και τις νυχτερίδες της αμάθειας.

paul-celan

Δύο Φιλιππινέζες ανεβαίνουν τα σκαλιά του Αγίου Διονυσίου. Είναι προπαραμονή Πρωτοχρονιάς και ψιλοβρέχει. Στην εσοχή της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας ένας άνθρωπος ισχνός έχει κρύψει το πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατα. Στα πόδια του στέκεται ένα άδειο κύπελλο. Λίγο πιο πάνω, ένας παρόμοιος δεν έχει κρύψει το πρόσωπό του, το βλέμμα του είναι καρφωμένο σε μια ζελατίνα χάμω, με φωτογραφίες δύο παιδιών, ο τίτλος λέει «είμαι νηστικός, έχω παιδιά». Παραδίπλα, στην περίτεχνη αυλόθυρα της οικίας Σλίμαν, κόσμος μπαινοβγαίνει βιαστικά από το μπαζάρ του Νομισματικού Μουσείου. Στον γαλλικό φούρνο-καφέ οι προθήκες είναι στολισμένες με γκαλέτ ντυ ρουά, μπριός, κις, τάρτες. Είναι ζεστά και ήρεμα, οι πωλήτριες μιλούν ευγενικά, ζευγάρια με ψώνια πίνουν ζεστή σοκολάτα. Η λεωφόρος κοντοστέκεται ολιγόχρωμη λίγο πριν ανάψουν τα φώτα.

Την παραμονή ξυπνάω από ηλεκτρικά κάλαντα με beat box, μία-δύο-τρεις-τέσσερις φορές απανωτά, ύστερα το καλαντο-αυτοκίνητο μαρσάρει και κυλάει στην κατηφόρα. Στα αθηναϊκά στέκια τηρούνται οι παραδόσεις αλκοόλ και συναντήσεων· με κασκόλ και τραγιάσκες στα πεζοδρόμια. Ευχές, φίλοι από παλιά, τσουγκρίσματα, περιλήψεις βίων και προσδοκίες για το μέλλον, ευχές για υγεία και τύχη. Τύχη: φέτος την επικαλούνται όλοι παντού.

Το βαρύ παρόν τρυπώνει διαρκώς απ’ τις χαραμάδες: Αποκρύψεις, παραποιήσεις, τα γκόλντεν μπόις που ξιππάζονται, η αδικία και η ανισότητα. Ο περσινός θυμός κατασταλάζει φέτος σε ψυχρή, πικρή επίγνωση· σε ψυχρό μίσος, έλλογο σχεδόν, για το ψέμα, την κοροϊδία, την εξαπάτηση. Και σε περιφρόνηση, ανάμικτη με απελπισία, για την εθελοδουλία. Το παρατεταμένο σοκ, αφού περέλυσε τις πρώτες αντιστάσεις, τώρα παρέρχεται, αλλά εν τω μεταξύ πολλοί έχουν πληγεί καίρια, δεν ελπίζουν καν ότι θα βρεθούν στην προτέρα κατάσταση.

Οι πιο ψυχωμένοι, παρά τα πλήγματα, προσαρμόζονται και συνεχίζουν την ζωή τους εν ετέρα ισορροπία· μέρα τη μέρα, δημιουργοί και εφευρέτες του βίου, ακουμπώντας σε οικογένεια, αγαπημένα πρόσωπα, φίλους. Σκέφτονται πιο βαθιά, ποιητικά, χωρίς ποτέ να χάνουν την επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα. Ακούω έναν τέτοιο ψυχωμένο συνομήλικο, φίλο απ΄τα παλιά, κάτω απ’ το ουράνιο τόξο που στέφει τη σκυθρωπή Αθήνα και τη μεταμορφώνει. Η σκέψη του μεταμορφώνει και το δικό μου βλέμμα, φωτίζει το τούνελ του 2013, του πιο δύσκολου από τα δύσκολα χρόνια που σφράγισαν το δέρμα μας.

Στη βιαστική Σόλωνος ψιχαλίζει, στην Αλεξάνδρας όχι. Η φουρνάρισσα μαθαίνει ότι πάω για ένα τελευταίο τσούγκρισμα και κερνάει μια δεκάδα λαχταριστά κουλούρια και τέσσερις ελιόπιτες: «να τις ζεστάνετε λίγο, για το κρασί». Η παρέα ενθουσιάζεται, αναμίξ ηλικίες και γενεές, κρασιά τσουγκρίζουν με ξέχειλες μπίρες και βότκες, τελευταία νέα για μωρά και εφήβους. Ακόμη μια φορά παρατηρώ την εκλεπτυσμένη αισθητική της νεότερης γενιάς· δεν βλέπεις διαφορετικά πράγματα στα νεανικά μαγαζιά του Βίλατζ, του Μπρούκλιν, της Βαρκελώνης, το αθηναϊκό hippy chic έχει χαρακτήρα, ένταση, εύρος.

Αναρωτιέμαι: Πώς θα σταθούν όρθια αυτά τα παιδιά στα σκοτεινά χρόνια που έρχονται; Είναι στυλάτα, είναι και ανθεκτικά; Θα επινοήσουν νέους εαυτούς, θ’ αντέξουν, θα ανοίξουν παράπλευρους δρόμους. Ελπίζω μόνο να μη χάσουν τη γλώσσα, να μη φτωχύνουν μες στα κρεολικά αγγλικά, να ενσωματώσουν ποιήματα και τραγούδια στη φωνή τους. Οπως και να ‘χει, με εγκαρδιώνουν, αισθάνομαι ότι η ζωή κυλάει από γενιά σε γενιά, σαν το ουράνιο τόξο που ένωσε Λυκαβηττό και Ακρόπολη, τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Ταχτσή με τον Περικλή και τον Απόστολο Παύλο: συνέχειες, τομές, διάρκειες.

Αυτό που ζούμε τώρα είναι ρήξη, είναι γκρεμός, λυκόφως. Πώς θα είναι η απένταντι όχθη;

«Κερί,
να σφραγιστεί το άγραφο
που μάντεψε
το όνομά σου
που αποκρυπτογραφεί
το όνομά σου.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Δάχτυλα, κερωμένα κι αυτά,
τραβηγμένα μέσα από ξένα
πονεμένα δαχτυλίδια.
Σαν το κερί λιώνουν τα άκρα τους.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Κενές από χρόνο οι κερήθρες του ρολογιού,
γαμήλιο το σμάρι των μελισσών,
έτοιμο για ταξίδι.

Ελα, πλεούμενο φως.»

(Πάουλ Τσέλαν, Με γράμμα και ρολόι)

Δεν είναι οχτώ ακόμη, αλλά έχει νυχτώσει. Ανάμεσα σε αστράκια μπαρ και βιαστικούς τελευταίους, φρουροί με πλήρη εξάρτυση φυλάνε τα σβηστά γραφεία ενός άδειου κόμματος.

«Eστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Ακουσα τον ορισμό της πίστεως κατά τον Απόστολο Παύλο στο ραδιόφωνο, ψάχνοντας μουσικές ανάμεσα σε καθηλωμένα αυτοκίνητα. Θαύμασα τη διατύπωση, σαφή αλλά και ευρεία· πατάει στον ορατό κόσμο, ανοίγεται στη ζωή με τα ελπιζόμενα, αλλά κρατάει ανοιχτή και τη δυνατότητα για έλεγχο των ου βλεπομένων.

Καθώς ο χαμηλός ήλιος του Δεκέμβρη, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, έπεφτε στα μάτια μου και δεν έβλεπα, κράτησα το πρώτο μέρος, την ελπιζομένων υπόστασιν· αυτήν είχα ανάγκη για να βγάλω τη μέρα, αυτήν είχα ανάγκη για να βγάλω τον καιρό. Πίστη στη ζωή την ίδια, ελπίδα ζωής: γι’ αυτό διψούσε κάθε πόρος του δέρματός μου.

Να όμως που τα ου βλεπόμενα ήρθαν να με συναντήσουν από άλλη διαδρομή. Μόλις άνοιξα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, έπεσα πάνω στην ευχή από φίλο καλό για την ονομαστική εορτή: «Αγαπητέ Νίκο, σου εύχομαι χρόνια πολλά, δημιουργικά κι ευλογημένα. Όσο για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας μη λησμονούμε πως: Eστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων».

Μόλις είχα μισοχωνέψει τα ελπιζόμενα, και να, η παύλεια ρήση, ξαναφανερώνεται αμφίστομη, οξεία, πολυδύναμη. Μέσα σε λίγα λεπτά, η πίστη άνοιγε δυο φορές την πόρτα της ύπαρξης, συμπλήρωνε την κατανόησή μου της κατάστασης, υπενθύμιζε ότι ο περατός βίος ίσως είναι μισός και ακατανόητος χωρίς το μεταφυσικό συμπλήρωμα. Τα δυο ακούσματα μέσα σε λίγα λεπτά δεν ήταν πια σύμπτωση, ήταν φανέρωση, ήταν υπόδειξη για να δω το όλον: η ελπίδα φυτρώνει εδώ και τώρα, αλλά και συνεχώς ώς το επέκεινα· τα ορατά και τα αόρατα υπάρχουν εν όλω, μαζί, διαρκώς, είναι το παρόν και το μέλλον αδιάσπαστα, το διαρκώς διαφεύγον παρόν και το διαρκώς ερχόμενο μέλλον. Η ζωή μας είναι συνεχής, εδώ και εκεί, διαρκώς εμβαπτιζόμενη στα βάσανα και στην ελπίδα, σε δοκιμασίες και χαρές. Ποτέ δεν έχει ένα χρώμα, έναν τόνο.

Αν το πρώτο άκουσμα ήταν τυχαίο, το δεύτερο ήταν στοχευμένο· μου έγραφε ο φίλος: «Όσο για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας μη λησμονούμε…» Μου έλεγε να σταθώ, να ακούσω πιο προσεκτικά, μου υποδείκνυε έναν τρόπο να δω τον κόσμο και να τον αντέξω. Με οδηγούσε σε ένα άλλο βλέμμα· όπως ο ήλιος που μου ‘κλεινε τα μάτια με ανάγκασε να φορέσω μαύρα γυαλιά και να κατεβάσω το προστατευτικό, κι έβλεπα πάλι: Ο περιβάλλων ζόφος δεν είναι αδιαπέραστος, πάντα υπάρχει άνοιγμα στο τείχος της απογνώσεως, και όχι μόνο ένα. Η ελπίδα δίνει υπόσταση, ουσία και ύλη, στο διαρκώς εκτυλισσόμενο παρόν, για να το ζούμε· κι όσο για το διαρκώς ερχόμενο μέλλον, το ου βλεπόμενον, μπορούμε κι αυτό ακόμη να το ελέγχουμε, να του δίνουμε σχήμα κατά τις ανάγκες και τις προσδοκίες μας.


Η κατάδυση στην κρίση είναι σαν ν’ αλλάζεις φιδόδερμα, επώδυνα μα λυτρωτικά στο τέλος ― αν αντέξεις θα βγεις άλλος. Σαν να βουλιάζεις στη λάσπη ενός βάλτου, κατά τόπους ευεργετικού και κατά τόπους δηλητηριώδους· άλλοι θα ωφεληθούν κι άλλοι θα πνιγούν με πόνους. Σε κάθε περίπτωση, όσο βρίσκεσαι μες στην αδήριτη τελετουργία, υποφέρεις· κυρίως διότι η κρίση είναι ασυνέχεια, διαταραχή, ρήξη. Είναι αγωνία. Χάνεις το μέλλον απ’ τα μάτια σου, αποκόπτεσαι απ’ το παρελθόν, σπαρταράς μες στο διεσταλμένο παρόν. Αμφιβάλλεις για το ποιος είσαι: αφού σου αφαιρείται η δυνατότητα να ελέγχεις, ιχνογραφικά έστω, ένα στοιχειώδες μέλλον. Η κρίση, καθώς σε ξεριζώνει από τα ειωθότα, καθώς σου αμφισβητεί γνώσεις, συνήθειες και βεβαιότητες, στο τέλος σε αποκολλά από τον εαυτό σου, προκαλεί σχάση στον ίδιο τον πυρήνα του προσώπου· η κρίση βιώνεται εντέλει σαν κρίση ταυτότητας υπαρξιακή.

Μια όψη αυτής της κρίσης, ίσως όχι η πιο βαρύνουσα, αλλά η πιο φανερή στα δημόσια λόγια: η κρίση εθνικής και ταξικής ταυτότητας. Τις βάζω μαζί, γιατί κατά κάποιο τρόπο στα χρόνια της ευμάρειας, οι δυο ταυτότητες θάμπωναν και άλλαζαν ταυτόχρονα. Η απομάκρυνση από την αγροτοποιμενική και εργατική καταγωγή, η άνοδος προς τη μικρομεσαία αστικοποίηση, βιώθηκε ενδόμυχα ως απομάκρυνση από την ανατολική και βαλκάνια σβουνιά· το βρετανικό master’s μονοετούς ή το αμερικανικό κολέγιο ανατολικής ακτής ήταν μυητήριο για το λάμπον αλτάρι της Δύσεως, όπως ακριβώς το ευρωνόμισμα και το ευρωδιαβατήριο. Ολα έχτιζαν τη νέα ταυτότητα, καθαρμένη από σβουνιές καταγωγής και γεωανθρωπολογικά μεταίχμια. Μετά τον Φαλμεράιερ, η νεοελληνική ευδαιμονία ξαπόστελνε και τον Χάντιγκτον αδιάβαστο.

Το ολυμπιακό και ποδοσφαιρικό 2004 ήταν η παροξυσμική μεταμόρφωση της χρυσαλίδας, και η κορύφωση της ανιστορικής φενάκης. Γιάννα και Ζαγοράκης συνέθεταν αξεδιάλυτα το νέο ρίζωμα, θεμελιωμένο πάνω σε real estate μέθη, διακοποδάνεια, SUV, χρυσά malls, μεταμοντέρνα ιβέντς με ΔΕΚΟ χορηγίες, στρατιές άεργων πολυπτυχιούχων, νεοφιλελέ δοξασίες κρατικοδίαιτων, και άφθονο spleen υποκάτω του λαντόζ.

Κι ύστερα, ήρθε η παρακμή της Δύσεως. Η κρίση, σαν διαρκής καταιγίδα, ξεβάφει το πετσί του χλιδέλληνα, ακυρώνει το σήμα του iPhone, πνίγει τα γκρίκλις. Το σφοδρότερο πλήγμα: οι ξένοι μάς χλευάζουν, μας καταφρονούν, δεν μας αναγνωρίζουν, κανείς δεν θέλει να μοιάσει στον κακομοίρη· άρα: δεν θέλω πια τέτοια πατρίδα της ντροπής, αυτή την άθλια καταγωγή.

Σε ανύποπτο χρόνο, ο Νίκος Κ. μού είχε υποδείξει μια μεγαλοφυή διαπίστωση του Μπάιρον, πώς είδε τους Ελληνες το 1824, δυο-τρεις μήνες πριν πεθάνει στο Μεσολόγγι. Εχει προσφέρει τα χρήματά του, το πνεύμα του, όλο τον εαυτό του. Τον κλέβουν και τον εξαπατούν μπρος στα μάτια του. Αλλά ο μέγας ρομαντικός βλέπει τον κόσμο με ενόραση, βαθιά, ιστορικά. Το χρειαζόμαστε αυτό το βλέμμα σήμερα, για να ξεκολλήσουμε απ’ τη λάσπη της αυτοεκμηδένισης:

«Και τη στιγμή εκείνη κατάλαβα πως ο τόπος αυτός δεν είναι πλέον η αρχαία Ελλάδα. Είναι και υπήρξε επί αιώνες η εμπροσθοφυλακή του Βυζαντίου. Το αληθινό Βυζάντιο δεν είναι πια δοξασμένο, ούτε κραταιό και ούτε καν βυζαντινό, και η σύγχρονη Ελλάδα είναι απλώς μια θλιβερή και άθλια ηχώ ενός νεκρού Βυζαντίου.

» Έτσι είναι; Ή μήπως υπάρχει ακόμη, κρυμμένη, μια Ελλάδα πιο βαθιά, όπως υποστήριζε ο Άλεξ [Μαυροκορδάτος]; Παρ’ όλη την ανία και την απογοήτευσή μου, η θέα της Ελλάδας έχει ακόμη επιρροή πάνω μου ― αλλά μια επιρροή πιο σκοτεινή και πιο ύπουλη απ΄ ό,τι στο παρελθόν. Τα αρχαία ονόματα, Αγαμέμνων και Αλκιβιάδης, τώρα πια δεν σημαίνουν σχεδόν τίποτα. Στο μυαλό μου αντηχούν τώρα ονόματα όπως Πέτρος, Γιάννης και Αριστόβουλος. Νιώθω να έχω ρουφηχτεί μέσα σε μια Ελλάδα βαθύτερη και άγνωστη, να έχω μεταμορφωθεί σε έναν Έλληνα θλιμμένο και αισθησιακό, με κατιτί βαρβαρικό. Αρχίζει να κυλάει μέσα μου μια φρικαλέα ελληνική διττότητα. Η Ελλάδα του Περικλή είναι νεκρή, αλλά η Ελλάδα του Οδυσσέα είναι ακόμα ζωντανή, με τη μυρωδιά της από αλμυρό ψάρι, ρετσινωμένο κρασί και βαμμένο πετσί. Συλλαμβάνω το χνότο μιας Ελλάδας ακόμη αρχαιότερης, προαθηναϊκής, στη μυρωδιά του καμένου λαδιού και των φρεσκοσφαγμένων κατσικιών, των πλοίων που μόλις έφτασαν από την Ιθάκη και των ναυτών που στάζουν ιδρώτα καθώς σέρνουν τα πλεούμενά τους στη μακριά κόκκινη παραλία. […]

» Το παρελθόν! Δεν υπάρχει παρελθόν. Τα πάντα συγκλίνουν στο παρόν.»

Λαχτάρα για ελπίδα, να κάνουμε κάτι μαζί, cruel optimism, έγραψε μια αγγλίδα, σκληρή αισιοδοξία… Ο λόγιος φίλος έφυγε κι άφησε στο δωμάτιο τις ιδέες του να στέκουν λάμπουσες, σαν ρωγμές στο αδιάφανο παρόν. Δεν τις συμμερίστηκα όταν τις πρωτάκουσα, τραβήχτηκα ενστικτωδώς απ’ τη θέρμη τους, αλλά αρκετή ώρα μετά, οι ρωγμές είχαν εγκατασταθεί για τα καλά στον δικό μου, προφυλαγμένο, μισοσκότεινο χώρο.

Κατά κάποιο τρόπο, η ελπίδα και η αισιοδοξία ήρθαν από τη φλεγόμενη Αθήνα, από τον καύσωνα, μες στο κλιματιζόμενο μικροπεδίο μου, το θέρμαναν, κι ύστερα ξαναβγήκαν στον καύσωνα, στο τρέμισμά του, σ’ έναν κόσμο που αιωρείται αβέβαιος και σπασμένος ανάμεσα στο σβησμένο παρελθόν και στο άδηλο μέλλον.

Ο άγγελος του καύσωνος, με τη μορφή του Δ., έφερνε ένα μήνυμα: το παρόν. Μου το ‘πε καθαρά, ότι μόνο αυτό υπάρχει, και πάνω σε αυτό διεξάγεται η πάλη για κυριαρχία: όποιος υπόσχεται διάσωση στο μέλλον, ζητάει ταυτόχρονα να ξεχάσουμε το παρόν. Το παρόν θα κυλάει με θυσίες, με μια προπάντων: με την απάρνησή του. Και στο μέλλον θα έρθει η ανταμοιβή. Ας απαρνηθούμε το παρόν, λοιπόν. Αυτό ζητάει ο κυρίαρχος του παρόντος, που τυχαίνει να είναι και παραγωγός της κρίσης. Πίσω από τα ταξίματα του μέλλοντος, κρύβεται άγαρμπα η τόσο προφανής δίψα του για κατίσχυση.

Μα ποιος εγκαταλείπει το παρόν, την ίδια τη ζωή, να κυλήσει μεσ’ απ΄τα χέρια του, για μια αόριστη υπόσχεση μέλλοντος; Θα ήταν σαν να αφήνεις τη ζωή σου παρακαταθήκη στα χέρια τρίτων. Ενα αβέβαιο ενέχυρο, μια ολοκληρωτική ήττα. Κι όμως, πολλοί πείθονται, ακουμπάνε τις ζωές τους ενέχυρο σε μαγαζάκια “Αγοράζεται χρυσός, ασήμι, τιμαλφή”. Οι άνθρωποι χάνουν την πίστη στον εαυτό τους, αφού έχουν ήδη χάσει την αίσθηση ότι η ζωή τους ανήκει, ότι είναι ανεξαγόραστη, όση λίγη, όση είναι. Δεν έχουν φως.

Σε αυτό το κομβικό σημείο, της πτώσης στη γυμνή ζωή, ξεπροβάλλει ο cruel optimism, η σκληρή αισιοδοξία, η ελπίδα παρά την απόγνωση, και ο άνθρωπος της κρίσης προσπερνά το σαράφικο “Αγοράζεται χρυσός”. Δεν ενεχυριάζει την υπόστασή του, τον παρόντα χρόνο του, την αξίωση να ελπίζει και, κυρίως, την αξίωση να ζει εδώ και τώρα. Η αμυντική κίνηση, το “δεν”, είναι ουσιαστικά νικηφόρος μάχη, και είναι κατάφαση της ζωής. Είναι ξεπέρασμα ενός ντετερμινισμού, ότι το μέλλον θα είναι a priori καλύτερο, άρα ας δεχτούμε τώρα να υποφέρουμε. Είναι απόρριψη της συλλογικής ενοχής για το άφρον παρελθόν, για τις παλαιές ευτυχισμένες μέρες, που δεν τις αξίζαμε. Είναι εντέλει διεκδίκηση του σύνολου χρόνου και του χώρου, ξεκινώντας από την καυτή υλικότητα τού εδώ και τώρα.

Αισιοδοξία, ελπίδα, παρόν: η αξίωσή τους, η διεκδίκηση τους, δεν συνεπάγονται έλλειψη πραγματισμού ή σχεδίου για τα ερχόμενα, ούτε εξωραϊσμό του παρελθόντος και αγνόηση των σφαλμάτων. Κάθε άλλο. Η διεκδίκηση του παρόντος προϋποθέτει αλλαγές, προσαρμογές, μεταρρυθμίσεις, ρήξεις, τομές, γεννήσεις. Προϋποθέτει επίσης ξαναδιάβασμα του παρελθόντος και δημιουργική οικειοποίηση του, αναχώνευση μες στο διαρκές χυτήριο του παρόντος. Κυρίως όμως σημαίνει διεκδίκηση της κυριαρχίας, αυτόφωτη ζωή, αυτόνομα υποκείμενα, αυτοτελείς συνειδήσεις. Οχι ετεροχρονισμένη ζωή και ετερόνομους ανθρώπους.

Δεν είναι εγωισμός, δεν είναι ιδεολογία. Το αντίθετο: είναι υγιής έκφραση του ενστίκτου επιβίωσης και του ενστίκτου διαώνισης, είναι υγιής μετουσίωση των καταστροφικών ενορμήσεων και του πολυσυζητημένου ενστίκτου του θανάτου, αυτών ακριβώς που στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν οδήγησαν τους ανθρώπους να μαζοποιηθούν σε σκοτεινές αγέλες και να απαρνηθούν τη ζωή, την ελευθερία, την αυτονομία, έναντι του υπεσχημένου κήπου της μίας αλήθειας και της μίας καθαρότητας.

Η κρίση κλονίζει τη μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη χρόνου που συνέχει τον άνθρωπο της μεσαίας τάξης ― πώς θα σπουδάσει τα παιδιά του, πώς θα εξοφλήσει το δάνειο, πότε θα πάρει σύνταξη. Η εξάλειψη μεσοπρόθεσμης προβλεψιμότητας αποσαθρώνει ψυχοδιανοητικά τους ανθρώπους, υπονομεύει την αυτοκυριαρχία, κλονίζει την αίσθηση ότι ορίζουν ουσιώδεις παράμετρους του βίου, τη ζωή τους την ίδια. Η υπόσχεση ενός κάποιου μέλλοντος, με οδυνηρό αντάλλαγμα την εκχώρηση του παρόντος, της μόνης σαρκωμένης βεβαιότητας, της μόνης μας προίκας, αυτή η απατηλή υπόσχεση δεν προσφέρει ούτε καν πρόσκαιρη ανακούφιση. Μόνο υποταγή στην αχλή μιας άθυμης ουτοπίας, σε μια ναρκωτική πλάνη, σε μια αγωνιώδη προσδοκία: να ζούμε σαν φοβισμένα ζούδια στο άχρονο σύμπαν.

Μία εβδομάδα πριν από τις επαναληπτικές εκλογές. Τέσσερις εβδομάδες από τις περασμένες άγονες. Ενας λαός αιωρείται εν θυμώ, εν χώρω και χρόνω: ανάμεσα σε αισθήματα, ψυχανεμίσματα, υλικές ανάγκες και προσδοκίες, ανάμεσα στο πάτριο χώμα και τον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο, ανάμεσα στο αμετάκλητα απολεσθέν παρελθόν και το άδηλο απειλητικό μέλλον.

Αιωρούμενοι διαρκώς, αναπόσπαστο μέρος του φαινομένου, εντοπίζουμε ωστόσο δύο ρευστά μοτίβα, δύο μεταξύ πολλών άλλων. Ενα: τι διαιρεί και τι συνέχει το αιωρούμενο πλήθος. Δύο: ποια η υπόσταση και η υφή του χρόνου.

Η εκλογή της 17ης Ιουνίου θα επισφραγίσει χειρονομιακά, ποσοτικά, μια μετατόπιση που ήδη έχει συντελεστεί. Πρόκειται για τη μετακίνηση του πλήθους από τον χώρο της σιωπής, του ψίθυρου, του μυκτηρισμού και του αποκλεισμού, στο κεντρικό πεδίο, στην μεγάλη σκηνή, στην πλατεία. Η μετακίνηση μεταμόρφωσε το πλήθος από άφωνο κομπάρσο σε ομιλούντα πρωταγωνιστή: το πλήθος των πλατειών του Ιουνίου 2011 αναποδογύρισε τον τρόπο και τον χρόνο, αντέστρεψε τους ρόλους· με το καρναβαλικό του γέλιο, διόλου αστείο αλλά βαθιά απελευθερωτικό, κλόνισε τις εγκατεστημένες σχέσεις κυριαρχίας. Το καρναβάλι των πλατειών τα περιείχε όλα: και τον σπασμό της απόδρασης και τη λαχτάρα για αυτονομία και τη στερεοτυπικότητα και το kitsch. Ηταν μια ιστορική στιγμή όπου συναιρέθηκε το πρωτόγονο και το ενστικτώδες με το υπερμοντέρνο και τις αδύναμες σπίθες μιας ανεύρετης ουτοπίας.

Υστερα, οι σπίθες έσβησαν. Τα σώματα αποσύρθηκαν. Χωρίς όμως να ξεχάσουν. Στα σώματα είχε εγγραφεί η στάσις και ο έτερος τρόπος: αυτά τα σβησμένα ξαναφούντωσαν στις κάλπες. Το πλήθος κινήθηκε σαν την παλίρροια, φούσκωσε, φύρανε και ξαναφούσκωσε, και θα ξαναφυράνει. Στην παρούσα φάση το πλήθος του καρναβαλιού και της κάλπης αναζητεί τη συνέχουσα ύλη του, μια κοινή δόξα, μια μοιραζόμενη πίστη, ό,τι θα το μεταμορφώσει σε λαό που αποφασίζει τη μοίρα του, ή τουλάχιστον που γνωρίζει γιατί να αφεθεί σ’ αυτήν.

Ποια θα είναι η συνέχουσα ύλη, όταν θα καταγραφούν τα ποσοστά της απόφασης, ώστε η απόφαση να γίνει ιστορική ύλη, βίος και δράση; Θα τη λένε πατρίδα; Πολιτική κοινωνία; Γυμνή επιβίωση; Κάθε ενδεχόμενο είναι ανοιχτό και κάθε ενδεχόμενο οδηγεί σε άλλες καταστάσεις ισορροπίας, άλλες μορφές οργάνωσης βίου.
Γιατί η ενδιάθετη ροπή προς τη συνοχή αντισταθμίζεται διαρκώς από τη ροπή προς τη διαίρεση, προς τον κερματισμό και τις συγκρούσεις των επιμέρους. Το πλήθος συνεχώς νιώθει στο σώμα του φυγόκεντρες, αντίρροπες δυνάμεις. Στοιχειακά: φιλότης και νείκος.

Αυτή τη δυναμική των αντίρροπων να τη δούμε αναπτυσσόμενη σε έναν χρόνο που έχει πυκνώσει τόσο που μας ρουφάει και μας παγώνει, μας επιταχύνει και μας εκσφενδονίζει στο μέλλον, ταυτοχρόνως σαν παρατηρούμενα και σαν παρατηρητές. Ας δούμε τον χρόνο σε πολλαπλές φανερώσεις: Γέρων Χρόνος, Καιρός, Fortuna. Αλλοτε, σαν αρχαίους, μας όριζε η Μοίρα, τώρα οι νεωτερικοί αδράχνουμε την Τύχη απ΄τα μαλλιά. Εντός του χρόνου εκπτύσσονται η παράδοση και το μέλλον αξεχώριστα· εμείς, τα υποκείμενα, πασχίζουμε να μη χάσουμε την παράδοση, αλλά και να αδράξουμε το παρόν, να μη χάσουμε την επαφή με το μέλλον. Στην περίπτωσή μας τα φοβόμαστε όλα: το πρόσφατο παρελθόν των σωρευμένων απωλειών, το δύσθυμο παρόν, το απειλητικό μέλλον. Νομίζουμε ότι κινδυνεύουμε να τα χάσουμε όλα. Αλλά στην πραγματικότητα τίποτε δεν χάνεται οριστικά· μάλλον, συμβαίνει μια ρήξη σε ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως γραμμικό χρόνο. Στα χείλη του ρήγματος, αυτό μας φοβίζει: να χάσουμε, να βυθιστούμε στην άγνοια και τη λησμονιά. Ομως όχι, τίποτε δεν πάει χαμένο, ούτε το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο. Ολες οι ψυχές δικαιούνται τη χάρη· στη μακρά διάρκεια ορισμένως, αλλά ακόμη και στον περατό ορίζοντα του βίου.

Πόσο επηρεάζουν τη ροή των συμβάντων τέτοιες αυτοπαρατηρήσεις του αιωρούμενου μέσα στο πλήθος, στο κατώφλι μιας λύτρωσης ή μιας καταστροφής; Πολύ λίγο ίσως. Ομως παρηγορούν. Διότι αφενός μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε την κινδυνώδη συγκυρία σαν λάμψη και σαν δυνατότητα, όχι μόνο ως τραύμα. Και αφετέρου διότι επιτρέπουν να δούμε ακόμη και τη συντελούμενη καταστροφή σαν έναρξη αποκατάστασης, σαν επανεκκίνηση, σαν λύτρωση. Να ανοιχτούμε στο μέλλον. Με τα λόγια του Στρίνμπεργκ: «Η κόλαση δεν είναι διόλου αυτό που μας περιμένει ― αλλά αυτή η ζωή εδώ».

εικόνα: Αγγελος, Ρέκβιεμ για τον 20ό αιώνα, των Κατρ. Θωμαδάκη – Μαρίας Κλωνάρη

Πρίν από τέσσερα χρόνια σε μια μυθοπλασία στημένη στο μέλλον* περιέγραφα την Αθήνα ξεχειλισμένη από Ασιάτες, φτώχεια, βία, τοξική τεχνολογία, προορατικούς μαθηματικούς και στοιχήματα μέλλοντος. Δεν είχε ξεσπάσει ο Δεκέμβρης, το αθηναϊκό κέντρο δεν ήταν τόσο slum ακόμη και κανείς στην Ευρώπη δεν μιλούσε για κρίση χρέους. Αλλά η Ελλάδα ήδη αγκομαχούσε, δύσθυμη και στείρα· είχε φάει το ολυμπιακό κεφάλαιο, είχε κατακάψει δάση και ανθρώπους, και κυλιότανε στο τέλμα, ανίκανη να σηκώσει το κεφάλι και να οσμιστεί το μέλλον.

Ούτε καν το παρόν. Από το βαρύ καλοκαίρι του ’07 έως τον αβάσταχτο χειμώνα  του ’11 δεν οσμιζόμασταν ούτε το παρόν. Ηταν τόσος ο φόβος που τρύπωνε κάτω απ΄το δέρμα, μέσα στη σάρκα και πότιζε τον νου, που αποστρέφαμε το βλέμμα από το ζοφερό παρόν, μουρμουρίζοντας τάντρες και ξόρκια να διαλυθεί το κακό όνειρο και να ξυπνήσουμε στο γνώριμο ζεστό παρελθόν, ας ήταν και το ’07 ή το ’04 και ό,τι να’ ναι, φτάνει να μην είναι αυτό το αβέβαιο, κλονισμένο, ρηγματωμένο Τώρα, το κάθε μήνα και πιο αβέβαιο, πιο ζοφερό.

Από το καλοκαίρι 2007 της δυστοπικής μυθοπλασίας, ξαναπερπάτησα πολλές φορές τους πρωταγωνιστικούς αστικούς τόπους, πλασμένους από 40χρονη διαβίωση και 30χρονα διαβάσματα. Είχαν ήδη μεταμορφωθεί στο διάβα των δεκαετιών, αλλά αυτή η κρίσιμη τετραετία σφραγίστηκε πάνω στην πόλη όχι με τσιμέντο και χάλυβα, με γυαλί, με φόρμα, αλλά με αύρα, αύρα σωμάτων και ψυχών, με vibes φυλών και βλεμμάτων, και με δονήσεις ανάγκης, φτώχειας,φόβου, βίας, ερημιάς.

Είδα ας πούμε το κέντρο και τις γειτονιές να μελαχρινεύουν, να παίρνουν το σκούρο χρώμα των Ασιατών και το μαύρο των Αφρικανών. Οι λευκόδερμες φυλές συρρικνώθηκαν, τους απώθησε η φτώχεια του τόπου υποδοχής, και τους ξανάστειλε στην φτώχεια της πατρίδας τους. Πάνε οι Βαλκάνιοι και οι Ευρωπαίοι. Στα φανάρια, στους αυτοκινητόδρομους, κάτω απ΄τις γέφυρες, στα σοκάκια, στα πεζοδρόμια ων καφενείων, παντού τώρα βλέπω Ινδοασιάτες, μελαχρινούς, σιωπηλούς σχεδόν πάντα, με κάρβουνα μάτια, καθαρίζουν παρμπρίζ για δέκα σέντς, πουλάνε σκουπίδια made in China σε πτωχευμένους οδηγούς και βουβούς οδοιπόρους, γνέφουν ότι πεινάνε και ζητιανεύουν μικροκέρματα. Πάντα αμίλητοι. Μιλούν μονάχα με τα μάτια κάρβουνα.

[Μόνο τον Ισλαμ τον ράφτη της γειτονιάς μου ακούω να με ρωτάει πάντα γελαστά: Πώς θα πάει Ελλάδα αφεντικό; Και φέτος δύσκολα;]

Ο βιότοπος των φαναριών έχει αλλάξει ριζικά. Εχει γίνει απόκοσμος, όλοι κινούνται μαλακά, συρτά, σαν παγωμένοι, οι οδηγοί δεν κοιτούν, ούτε καν εχθρικά, ζαρώνουν στις θέσεις τους, και έχουν ασφαλισμένες πόρτες, οι πωλητές δεν πλησιάζουν και πολύ.

Στον βιότοπο του κυριακάτικου παζαριού στο Γκάζι, κάτω από μολυβένιο ουρανό, μυριάδες μικροβομβούντες διακινούν τόννους μικροσαβούρας, στραβοπατημένα παπούτσια και μικροσκοπικά πουκάμισα, ξεχαρβαλωμένα ράδια.· δεν διακρίνω συλλέκτες και χασομέρηδες αγοραστές, ο ένας παρίας ψωνίζει σαβούρα από τον άλλο παρία. Από τα βάθη της Πειραιώς πλησιάζει αχός και κρότος εξατμίσεων, μια μικροαγέλη Χαρλεάδων με νεοναζί κράνη διασχίζει το σύμπαν της σαβούρας κι ανηφορίζει προς την Ομόνοια. Σε μια στάση λεωφορείου περιμένουν καμιά διακοσαριά άνθρωποι.

Ανάμεσα στους κυρίαρχους μελαχρινούς slumdogs ξεφυτρώνουν και ανοιχτόχρωμοι. Ολο και συχνότερα. Πλησιάζουν ακόμη πιο διακριτικά και μιλάνε ιθαγενή ελληνικά, πουλάνε χαρτομάντηλα. Δεν κοιτούν κατάματα, απομακρύνονται γρήγορα. Οι ομόγλωσσοι στα τραπεζάκια κοιτούν με γυάλινο μάτι, δεν τους βλέπουν, δεν θέλουν να βλέπουν τίποτε. Ο καφές φαρμακώνει. Ενας χιλιαστής ψυχάκιας σχολιάζει μεγαλόφωνα: «Πίνετε τον καφέ σας ξένοιαστοι και κάνετε πως δεν βλέπετε! Δεν υπάρχουν αθώοι! Ερχεται, φτάνει, έφτασε!» Ο λήρος του στέλνει κρύα κύματα στα τραπεζάκια.

Κάθε μυθοπλασία περιέχει θραύσματα ξεχασμένης εμπειρίας, ξεφτίδια όνειρα, ανασυρμένες διηγήσεις, μισοχωνεμένα διαβάσματα. Περιέχει και πρόθεση, βούληση, σχέδιο, κατασκευή. Μα στον πυρήνα πάλλει πάντα μια προεικόνιση του μέλλοντος, ακούσια, σαν επίκληση ή σαν εξορκισμός του. Νόμιζα ότι πρόβαλλα το παρόν όταν ζωγράφιζα αποτροπαϊκά μια Αθήνα σκούρα ινδοευρωπαϊκή με ανδρόγυνα, μάντεις και ψυχεδέλεια, νόμιζα ότι ξόρκιζα το μέλλον σαν πιθανότητα. Εκανα λάθος. Το μέλλον είχε εισβάλει από τότε στο παρόν και ανέβλυζε από μόνο του, θρασύ, ζοφερό, παντοδύναμο.

Με τον ίδιο τρόπο περιμένω πάλι μια νέα φανέρωση.

εικ.: José Muñoz, Ma tristesse
* To «Να θυμάσαι. The Athens Syndrome» περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Οικοεγκλήματα. 14 διηγήματα», εκδ. Κέδρος 2008

Οι Ελληνες φίλοι που βλέπουν τη χώρα απέξω είναι πολύ περισσότερο ανήσυχοι και απαισιόδοξοι από εμάς, τους εντός των τειχών. Στα τηλεφωνήματα και στα μέιλ αισθάνεσαι πηχτή την αγωνία τους, μια αγωνία άλλης τάξεως από αυτή που βιώνουμε εμείς τα θύματα της κρίσης. Ισως γιατί τα αισθήματά τους για την πατρίδα τους είναι πιο αδιαμεσολάβητα, πιο ανιδιοτελή, ακόμη κι αν αυτή η πικρή πατρίδα τους έχει διώξει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μετά από κάθε τέτοια επαφή, προσπαθώ να δω τη ζωή γύρω μου με πιο ψυχρό μάτι, πιο αποστασιοποιημένα. Προσπαθώ να συγκρίνω την αγωνία του απέξω με ό,τι διαδραματίζεται εντός, ενώπιόν μου, για να νιώσω βαθύτερα το παρόν, αλλά κυρίως μήπως και μπορέσω να διαισθανθώ τα επερχόμενα.

Αδύνατον. Αδύνατον να προβάλλεις το παρόν στο εγγύτατο μέλλον, αδύνατον να χρησιμοποιήσεις την έως τώρα εμπειρία για να σχηματίσεις μια αδρή, έστω, μια θαμπή εικόνα του μέλλοντος. Η κρίση υπονομεύοντας το παρόν εξαφανίζει το μέλλον. Αυτή η απώλεια είναι ίσως η βαθύτερη, η πιο βουβή, και η πιο οδυνηρή: το πόδι προβάλλει εμπρός και μένει αιωρούμενο, στο κενό, δεν έχει πού να πατήσει. Κι έτσι στεκόμαστε όλοι στο ένα πόδι, σε ασταθή ισορροπία, αβέβαιοι, ετοιμόρροποι.

Εχει συσταλεί λοιπόν ο χρόνος, έχει πυκνώσει, και στέκεται διαρκώς πάνω μας, σαν βάρος στην πλάτη. Η τέτοια αίσθηση του χρόνου μάς ωθεί όμως και σε μια άλλη αίσθηση του τρέχοντος, δηλαδή της ίδιας της ζωής: τώρα τη νιώθουμε στα χέρια μας, να την κρατάμε σαν νεράκι που κυλάει άπιαστο, εντούτοις νεράκι δροσερό με μια πρωτοφανέρωτη μοναδική αξία. Η παλαιά βεβαιότης περί αδιατάρακτου μέλλοντος έχει εξατμιστεί· στη θέση της πάλλεται μια αίσθηση επείγοντος βίου, πιο ζωική, απόλυτη, υλική. Σαν να κατέρρευσαν η πλαδαρότητα, η ραθυμία, η αμεριμνησία, ο ανηδονική βουλιμία, της παλαιάς εποχής της ευμάρειας. Σαν να υποχωρούν σιγά σιγά και ο φόβος, η απόγνωση, η κλάψα, η τυφλή οργή. Ακόμη κι η οργή αρχίζει να παίρνει σχήμα και κατεύθυνση, να έχει σκοπό και στόχους, μέσα στο πυκνό, επείγον παρόν. Νιώθουμε άλλη τη ζωή, απαιτητική στην κάθε στιγμή της, απαιτεί απαντήσεις ακαριαίες, ζητάει πράξεις και προσφορά ζωτικότητας, ωθεί σε πολύστροφο πυρετώδη στοχασμό με συμπεράσματα και αποφάσεις.

Υπόκωφα ζούμε τη ζωή μας αλλιώς, τη νιώθουμε αλλιώς, ορμητική, δεν την περιμένουμε να ξετυλιχτεί σύμφωνα με ράθυμες βεβαιότητες, είμαστε έτοιμοι να αποκριθούμε στις αιφνίδιες ζητήσεις της. Με όλα τα νεύρα κουρδισμένα, όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση. Το λες προσαρμογή. Το λες φόρτιση για επανεκκίνηση. Το λες ανυπόκριτη δίψα για ζωή, εν θερμώ επαφή με το εδώ και τώρα. Ανάκληση ξεχασμένων δυνάμεων, θαμμένων αισθημάτων, πρωταρχικών αναγκών. Ξανακούγονται χαμένες λέξεις: συντροφικότητα, αλληλλεγγύη, συλλογικότητα, χάρισμα, χαρά, άγγιγμα, έγνοια, φίλος παλιός.

Ο Μίμης, τέτοιος φίλος παλιός, μου βάζει στο χέρι κλεφτά, σιωπηλά, ένα μικρό βιβλίο βυσσινί: Ο Τελάλης, Αθήνα 2011. Καμία άλλη ένδειξη, ούτε συγγραφέας ούτε εκδότης, τίποτε. Απλά ελληνικά σε κρεμ χαρτί, πολυτονικά. Ενα πολύστιχο ποίημα: «Λόγια του τελάλη, βασιλιά των Εβραίων. / Τζάμπα, τζάμπα, είπε ο τελάλης, / τζάμπα όλα κι ανώφελα.» Ετσι αρχίζει. Το ξεφυλλίζω όρθιος στο πεζοδρόμιο, μου θυμίζει κείμενο αρχαίο, σταματάω στη σελίδα 50:

«Βγες έξω λοιπόν, / Φάε το ψωμί σου με χαρά, / πιες το κρασί σου με χαρά, / γιατί ο αφέντης χάρηκε / με τα δικά σου έργα. / Κάθε μέρα φόρα τα άσπρα σου τα ρούχα / και ρίξε στο κορμί σου άρωμα καλό. / Και φτιάξε τη ζωή σου / με το κορίτσι που αγαπάς, / την κάθε μέρα της ζωής / που σου δόθηκε να ζεις. / Αυτό το μερτικό της ανώφελης ζωής σου, / αυτή η πληρωμή του ιδρώτα σου. / Κι όσα μπορείς να κάνεις / κάν’ τα όσο μπορείς. / Γιατί στον τάφο που θα μπεις / δεν θα ‘χει τίποτα να κάνεις, / και τίποτα να σκεφτείς.»

Η ανθρωποσυρμή της Σόλωνος σε παρασέρνει, όπως ο ρυθμός της βιβλικής αφήγησης: «Ευφραίνου, νεανίσκε, εν νεότητί σου, και αγαθυνάτω σε η καρδία σου εν ημέραις νεότητός σου, και περιπάτει εν οδοίς καρδίας σου άμωμος…» Ο Εκκλησιαστής λοιπόν… Ο χρόνος του: «το γενόμενον ήδη εστί, και όσα τού γίνεσθαι, ήδη γέγονε».

Οι μέρες της κρίσεως κυλούν αργά, βασανιστικά. Οι Ελληνες μετεωρίζονται αβέβαιοι, έρμαια του συνοφρυωμένου γέροντα Χρόνου, του αμφίβουλου Καιρού, κακόβουλου στο δικό μας παρόν. Σαν χάρτινα αθύρματα μας σηκώνει και μας στροβιλίζει ο Χρόνος, κρατώντας στα χέρια του δρεπάνι και κλεψύδρα, υπενθυμίζοντάς μας τη ματαιότητα του βίου αλλά και ότι ήμασταν ανέτοιμοι ακόμη και να αναλογισθούμε την κρίση.

Ενύσταξαν οι Ελληνες και εκάθευδον, σαν τις μωρές παρθένες του Ευαγγελίου, κρατώντας λαμπάδες χωρίς λάδι. Απέμειναν καθεύδοντες, με αδειασμένο κράτος, αδειασμένο από νόημα, χωρίς δομή και ζωτικότητα, χωρίς αποτέλεσμα. Απέμειναν καθεύδοντες, μαλθακοί και φενακισμένοι κι οι ίδιοι, ανεχόμενοι αχρείους άρχοντες και αλληλοεξαχρειούμενοι.

Ωστε όταν ο Αποκαλύπτων Χρόνος απεκάλυψε την κόρη του Αλήθεια, αυτή ήταν οδυνηρή για τους καθεύδοντες. Η αλήθεια απεκαλύφθη όχι μόνο ως ματαιότητα βίου, αλλά και ως κατάπληξη και πόνος. Και ως πικρή επίγνωση: οι Ελληνες ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν κράτος, ότι κατόρθωσαν να το φθείρουν, να το ευτελίσουν μέχρις αφανισμού, μέχρι το σημείο να αγκομαχούν πια τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες. Το άφησαν, το εγκατέλειψαν τρόπαιο στους προύχοντες κηφήνες στους λεηλάτες, να το διαμοιράζουν σαν λεία, κουρέλι κουρελάκι, εν όσω οι ίδιοι μετέπιπταν σε πλιατσικολόγους, μάζα πληβείων άβουλων και κυριαρχούμενων, εθελόδουλων. Συνέχεαν την ασυδοσία του πληβείου με την ελευθερία του πολίτη.

Ενώπιον του δραπάνου, λοιπόν. Για κούρεμα ή για αποκεφαλισμό. Αλλά και ενώπιον της κλεψύδρας, η οποία ρέει διαδοχικά αμφίδρομα· όταν στραγγίξει η άμμος κατά τη μία φορά, ο γέρων Χρόνος θα την αναστρέψει και θα αρχίσει νέα ροή. Το αβάσταχτο παρόν θα παρέλθει, θα περάσει μέσα απ΄τις ζωές μας, ο πόνος θα τελειώσει, θα αρχίσει νέα ροή, καθαρτήρια, λυτρωτική, αναγεννητική. Η αλήθεια πονά όταν αποκαλύπτεται, συντρίβει, και ύστερα γιατρεύει, αναγγενά. Τη λέμε Filia Temporis, Θυγατέρα του Χρόνου. Μητέρα της ελπίδας.

Μιλούσα με τον φίλο μου, ενός είδους αδελφοποιτό. Δεν μιλάμε συχνά, αλλά κάθε φορά συνεχίζουμε μια διακεκομμένη ανασκαφή, σε μεγαλύτερο βάθος, χωρίς προλόγους και εισαγωγές. Αρχίσαμε να μιλάμε για τους έφηβους γιους μας και καταλήξαμε στους έφηβους εαυτούς μας.

Μιλούσαμε διακεκομμένα και ελλειπτικά, μα χωρίς χάσματα. Οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα «να μιλάμε, ν’ ακούμε, αλλά και με κάθε αυστηρότητα» ― τι συμπέρασμα, δηλαδή, μάλλον λήψις ζητουμένου. Κι έπειτα;

Το ζητούμενο είναι το όριο της ελευθερίας και ο χρόνος: ο δικός μας χρόνος που περνά και φυραίνει, και ο χρόνος των παιδιών που έρχεται και φουσκώνει. Τι λέμε στους φουρτουνιασμένους έφηβους για την πολιτική, την ελευθερία, την ευθύνη, τη δουλειά, τη μόρφωση, τον έρωτα, τη φιλία, τη σύγκρουση, τη δικαιοσύνη; Πώς αφηγούμαστε το δικό μας παρελθόν, τη μικροϊστορία μας; Πώς μιλιούνται η ουτοπία και η ματαίωση, οι μικρομάχες και οι συμβιβασμοί;

Υπήρξαμε τρελόπαιδα, ερωτευμένα με στίχους και ιδέες, μεθυσμένα από ζωή, αφηνιασμένα από ορμόνες. Πρόσφατα… Ημασταν οι διαδάξαντες τις καταλήψεις πανεπιστημίων ― σαν υπαρξιακή μέθη μάλλον, παρά σαν πολιτικό σχέδιο. Εκεί φτιάξαμε συνείδηση ομάδας και φυλής, εκεί πήξαμε ατομικότητα. Τώρα όμως δεν καταλαβαίνω τις καταλήψεις των λυκείων.

Τις κάνουν οι τελειόφοιτοι για να πάρουν ανάσα από τον βρόχο σχολείο-φροντιστήριο, μου εξήγησε ο φίλος. Δεν το ‘χα σκεφτεί έτσι. Μια χωματερή: το σχολείο ― μουρμούρισα. Χωματερή, νταμάρι άξενο, ένας διάδρομος για το πανεπιστήμιο, πέρασμα. Και το πανεπιστήμιο; Αλλο νταμάρι. Κι έπειτα;

Αλλαξαν όλα. Μέσα σε δύο δεκαετίες το πανεπιστήμιο έγινε λύκειο και το λύκειο τίποτε. Μορφωτικά, πνευματικά, επαγγελματικά και κοινωνικά. Είμαστε απ’ τις τελευταίες γενιές που κάπως σεβάστηκε το σχολείο, ακόμη κι όταν το πετροβολούσε ή το καταλάμβανε· που κάτι αποκόμισε: ολίγα γράμματα, αίσθηση του ανήκειν.

Λίγο το σεβαστήκαμε, πολύ το πετροβολήσαμε. Δεν αξιολογώ, περιγράφω. Το σχολείο ήταν η κολυμπήθρα της πολιτικής. Κι ήταν ο κυματοθραύστης: πάνω του έσκαγαν οι υπαρξιακές μας περιπέτειες, οι πυρετοί. Γύρω από το κλειστό πεδίο του σχολείου ανοίγονταν κάμποι και ακρογιάλια, πειρασμοί, άρχιζαν οι λαβύρινθοι της ενηλικίωσης. Κι έπειτα;

Παραμείναμε πεισματικά έφηβοι. Ως τα τριάντα και τα σαράντα. Παλινδρομούντες ανάμεσα σε φαντασιώσεις, ναρκισισμούς, προδοσίες και ματαιώσεις. Παντρευόμασταν, μπαίναμε σε καριέρες, κάναμε παιδιά, κι ακόμη δεν το παίρναμε απόφαση: ο Ρεμπώ και ο Τζιμ Μόρισον στοίχειωναν την ολοένα πιο πεζή καθημερινότητα, τα νοίκια, τις δόσεις, τα δίδακτρα, τα επαχθή ωράρια της εργασίας. Κι έπειτα;

Επειτα, άλλοι έφηβοι, ολοζώντανοι και απαιτητικοί, ψήλωσαν απότομα κι άρχισαν να μας σπρώχνουν. Ηταν οι όντως έφηβοι, με το χνούδι και τη βραχνή φωνή, αναγνωρίσαμε τον πυρετό στα μάτια, τις μεταπτώσεις και την ποιητική μελαγχολία, ό,τι πια έλειπε σε μας από χρόνια πολλά. Οι όντως έφηβοι. Οι άλλοι. Αυτοί μάς τέλειωσαν την εφηβεία αρχίζοντας μιαν άλλη.

Τι να του πεις τώρα αυτού του αθάνατου με το μπλαζέ βλέμμα; Τι να τον κανοναρχήσεις; Τι λουρί να του βάλεις; Κατά βάθος τον ζηλεύεις· τον καμαρώνεις και τον ζηλεύεις, λαχταράς τη γεύση του χρόνου του του απέραντου, μια κουρασμένη αρτηρία σφύζει αιφνίδια και σε ζαλίζει.

Τι να του πεις; Για το ’79 και το ΄81; Για την πυρπόληση της αδρεναλίνης; Τους στίχους και τα τυπογραφεία; Για τις μυήσεις ηδυτάτης ματαιότητας στο Μπράιτ Σου και το Βιτόφσκι, τις καταδύσεις επέκεινα της ρωγμής, την ντεκαντάνς των λόφων, το μπλέ βελούδο; Για την κλινοπάλη των σεισμών;

Δεν τα λες ― έτσι. Ο καθείς φλέγεται απ’ τη δική του εφηβεία, και η καθεμιά είναι πιο γοητευτική, πιο ριψοκίνδυνη απ’ την προηγούμενη. Καίει. Μόνο αφουγκράζεσαι, πατέρας και ληγμένος έφηβος, ματαιωμένος Ρεμπώ και σώφρων μεσήλιξ. Αφουγκράζεσαι νύχτα τη σκάλα να τρίζει, το κλειδί στην κλειδαριά. Αφουγκράζεσαι πάνω απ’ τ’ ανταριασμένα κρεβάτια. ‘What then?’ sang Plato’s ghost. ‘What then?’

Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις γλυκόπικρα το τραγούδι του Γιέιτς, να το αποδεχθείς:

«Το έργο μου επιτεύχθηκε», σκέφτηκε όταν γέρασε
«Σύμφωνα με το σχέδιο το νεανικό,
Ας εξεγείρονται οι ανόητοι, ποτέ δεν παρεκτράπηκα,
Την τελειότητα άγγιξα.»
Ομως το φάντασμα του Πλάτωνα πιο δυνατά τραγούδησε: Κι έπειτα;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 04.11.2007

Μετάφραση W. B. Yeats: Μαρία Αρχιμανδρίτου

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Άρθρο στην Αυγή της Κυριακής: Ασύμμετροι και απρόθυμοι εταίροι ωθούν την Ε.Ε. στον κερματισμό avgi.gr/article/10927/… 3 hours ago
  • Στον Ν. Στραβελάκη, Real fm για διαπραγμάτευση, αποτυχία του ΔΝΤ, ανάγκη για συνεννόηση απέναντι σε δανειστές xydakis.gr/?p=9368 5 hours ago
  • 3/3 Σόιμπλε/ΔΝΤ το ξέρουν: το Πρόγραμμα έσωσε τις γερμανικές τράπεζες και μετέφερε το χρέος στους ευρωπαϊκούς λαούς xydakis.gr/?p=9363 1 day ago
  • 2/3 Ξαφνικά ανακάλυψαν ότι είναι δίκαιο να καμφθεί η τιμωρητική εμμονή Σόιμπλε & το πείσμα του αρχιτέκτονα του ελληνικού προγράμματος Τόμσεν 1 day ago
  • 1/3 Στο Κόκκινο: Όχι τυχαία η μεταστροφή που διαφαίνεται σε τμήμα κοινής γνώμης και πολιτικής σκηνής στη Γερμανία stokokkino.gr/article/100000… 1 day ago
  • 3/3 Προτίμησαν με εσφαλμένες παραδοχές να πείσουν το ΔΣ του ΔΝΤ να χρηματοδοτήσει το ελληνικό πρόγραμμα, οδηγώντας τη χώρα στην καταστροφή 1 day ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 983,690 hits
Αρέσει σε %d bloggers: