You are currently browsing the tag archive for the ‘παραγωγική ανασυγκρότηση’ tag.

Οι κυβερνητικές ηγεσίες, εντός και εκτός Ελλάδος, διαβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα ολοκληρώνει επιτυχώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης, βγαίνει από την επιτήρηση του μνημονίου και θα αναζητήσει χρηματοδότηση από τις αγορές. Φανερά τουλάχιστον, αυτό λέγεται. Ευλόγως. Η ελληνική κυβέρνηση έχει τους δικούς της λόγους: οφείλει να διακηρύξει την επιτυχία της κατά την εκτέλεση του προγράμματος, μήπως και αποκομίσει πολιτικό όφελος. Το Βερολίνο και οι Βρυξέλες υποστηρίζουν σταθερά τον πολιτικό πυρήνα του προγράμματος που οι ίδιοι επινόησαν, άρα έχουν κάθε λόγο να διακηρύσσουν την επιτυχία του. Πολύ περισσότερο υπό την παρούσα συγκυρία: όταν η Ευρώπη περιδινίζεται γύρω από την κρίση της Γαλλίας και της Ιταλίας, των μεγάλων χωρών-πυλώνων, και όχι γύρω από το περιβόητο «ελληνικό πρόβλημα». Οταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαράσσει τη δική της νομισματική πολιτική, προκαλώντας φανερά τη δυσαρέσκεια του Βερολίνου. Και όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή μεθόριο και, κατά κύριο λόγο, στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνουν όχι μόνο τη στασιμότητα και την ύφεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την ειρήνη στην μείζονα περιοχή.

Το ελληνικό πρόβλημα άρα μπαίνει διακριτικά κάτω από το χαλί των καλών λόγων, για να κερδηθεί χρόνος. Χρόνος για να διευθετηθούν τα προβλήματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, χρόνος για να διεξαχθούν τα κρίσιμα stress tests των συστημικών τραπεζών της ευρωζώνης, χρόνος για να αρχίσουν να αποδίδουν τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης του κεντρικού τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι. Χρόνος επίσης για να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα: οι Ευρωπαίοι βλέπουν ότι η παρούσα δικομματική κυβέρνηση εξασθενεί σταδιακά και ότι είναι πολύ πιθανή, έως την άνοιξη, μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να οδηγήσει σε άλλο κυβερνητικό σχήμα. Ευλόγως, δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες συμφωνίες στρατηγικού χαρακτήρα με μια κυβέρνηση εν αποδρομή. Το προηγούμενο της επεισοδιακής πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου το φθινόπωρο του 2011 και του σχηματισμού έκτακτης κυβέρνησης τεχνοκρατών, για την ολοκλήρωση του μνημονίου, είναι δύσκολο ή αδύνατον να επαναληφθεί. Το γνωρίζουν. Γνωρίζουν επίσης ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα της χώρας και για την επιβαλλόμενη προσπάθειά της να αναδυθεί από το υφεσιακό σπιράλ και την κοινωνική αποσάθρωση.

Με αυτή την οπτική, μια ενδεχόμενη πολιτική στροφή θα μπορούσε να γίνει ανεκτή. Υπό δύο όρους: Ενας, να συνεχιστεί η ομαλή αποπληρωμή των δανείων. Δύο, να μην ανατραπεί βιαίως η ακολουθούμενη πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, δημιουργώντας προηγούμενο «απείθειας». Στον πρώτο όρο συμφωνούν όλοι οι δανειστές. Στον δεύτερο όρο επιμένει με εντονότερο ζήλο η Γερμανία.

Ο πρώτος όρος προϋποθέτει μια ρύθμιση του χρέους· άλλωστε υπάρχει ρητή δέσμευση των εταίρων δανειστών περί αυτού, αν και χωρίς ποιοτικό προσδιορισμό. Η ρύθμιση του χρέους συζητείται πυρετωδώς στο παρασκήνιο και μια τουλάχιστον μορφή του δημοσιοποιείται διαρκώς: πρόκειται για την επιμήκυνση αποπληρωμής και τη σταθεροποίηση των ήδη χαμηλών επιτοκίων. Σε αυτά προστίθενται ως αιτήματα προς συζήτησιν το μορατόριουμ αποπληρωμής τόκων για ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της αποπληρωμής με μια ρήτρα ανάπτυξης, και το μερικό κούρεμα. Ρύθμιση θα γίνει· κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η παρούσα Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί το γιγάντιο χρέος της υπερφορολογώντας τους πολίτες και παράγοντας πλεονάσματα πάνω σε έδαφος ύφεσης, ανεργίας και αποεπένδυσης. Το ζήτημα είναι λοιπόν τι είδους ρύθμιση χρέους θα γίνει ώστε να επιτραπεί στην Ελλάδα να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Εδώ, υπεισέρχεται ο δεύτερος όρος: πώς θα συνυπάρξουν δημοσιονομική πειθαρχία και ανάπτυξη.

Η καγκελάριος Μέρκελ διακριτικά, αλλά και πολλοί άλλοι παράγοντες πιο ανοιχτά, αναγνωρίζουν ότι χρειάζεται επειγόντως ένα αναπτυξιακό σοκ για να αποκολληθεί η οικονομία από το υφεσιακό τέλμα, αφενός, και για να ξαναβρεί συνοχή και δυνάμεις η κοινωνία. Αυτό είναι το κλειδί. Κι εδώ ξαναμπαίνει η πολιτική βούληση και το πολιτικό σχέδιο. Με ποιους πόρους, ποια στρατηγική, προς ποία κατεύθυνση, με ποια ηγεσία, θα επιχειρηθεί η ανασυγκρότηση της πληγωμένης χώρας;

Η γερμανική πρόταση για ανάπτυξη έως τώρα ήταν η συμμετοχή της κρατικής KfW στη δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, με έδρα το Λουξεμβούργο. H KfW συμμετέχει με 100 εκατ. ευρώ στο συνολικό κεφάλιο των 700 εκατ. του ταμείου… Αλλοι συμμέτοχοι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το γαλλικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η Ευρωπαϊκή Τραπεζα Επενδύσεων, το Ιδρυμα Ωνάση, ενώ προβέλεπται η εισροή κονδυλίων από τα ελληνικά ΕΣΠΑ. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του ΕΕΤ αναφέρουμε ότι το ΕΤΕΑΝ (Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης) διαθέτει κεφάλαια 1 δισ. ευρώ και έχει διαθέσει ήδη 700 εκατ. χωρίς να έχει ανασχέσει τη ραγδαία καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αλλοι ουδέτεροι αναλυτές υπολογίζουν ότι για το ελληνικό αναπτυξιακό σοκ απαιτούνται συνολικά κεφάλαια έως 50-60 δισ., σχηματιζόμενα από αρχικές συνεισφορές και μοχλεύσεις κεφαλαίων.

Με λίγα λόγια: Ποιος θα είναι υπεύθυνος για τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι πολιτικό ερώτημα, που απαιτεί πολιτική απάντηση, δημοκρατική λειτουργία, προσήλωση στο εθνικό συμφέρον. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί η πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, είτε προς την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη είτε προς πολλαπλές αποκλίσεις και αποκλεισμούς.

Advertisements

Πέτρος Ζουμπουλάκης Αναμονή 1977. Υδατογραφία σε χαρτί

Από όποια αφετηρία κι αν ξεκινήσουμε, αναγνωρίζουμε ότι η πολλαπλώς χρεοκοπημένη Ελλάδα χρειάζεται μια γενναία μεταρρύθμιση για να επιβιώσει και να προχωρήσει. Επανίδρυση του δημοκρατικού κράτους, ανασυγκρότηση της παραγωγικής δομής, αναπροσανατολισμό της παιδείας, ενίσχυση και εμπλουτισμό της εθνικής ταυτότητας. Ο τελικός σκοπός και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία των συνομολογούμενων μεταρρυθμίσεων ασφαλώς διαφέρουν· εξαρτώνται από ιδεολογίες και ταξικές τοποθετήσεις, από τη διαπάλη για κυριαρχία. Εντούτοις, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι σχεδόν όλοι οι Ελληνες, ανεξαρτήτως ιδεολογίας και κοινωνικής θέσης, επιθυμούν ένα κοινό ελάχιστο: να ζήσουν αυτοί και τα παιδιά τους στον τόπο τους, εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία.

Αυτό το κοινό ελάχιστο μάς οδηγεί να δούμε αφενός ποια είναι η θέση της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον, ποιες οι σχέσεις της με εταίρους, συμμάχους, γείτονες, δανειστές, ποια η θέση της μέσα στο ιστορικό ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα. Αφετέρου, να αναρωτηθούμε για τη θέση του έθνους-κράτους σήμερα σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, ιδίως τη θέση ενός μικρού έθνους-κράτους υπό το βάρος μιας μείζονος οικονομικής αποτυχίας. Διότι άλλη η αντοχή ενός ισχυρού κράτους, ακόμη και στην εποχή της ιστορικής παρακμής του έθνους-κράτους, κι άλλη η αντοχή ενός μικρού κράτους, πολύ περισσότερο μιας Ελλάδας που έχει περάσει από ποικίλα στάδια εξάρτησης και υποτέλειας.

Τα ερωτήματα αυτά υπάρχουν από χρόνια, τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’70-’80, όταν μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη άρχισε να διαπερνά τις πολιτικές πρακτικές στον Δυτικό κόσμο, και κυρίως όταν κατακρημνίσθηκε το μπλοκ του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είδαμε σταδιακά την υποχώρηση της ισχύος των κυρίαρχων εθνών-κρατών και την ανάδυση υπερεθνικών κέντρων ισχύος, όπως οι διεθνείς οργανισμοί, και νέων δογμάτων. Στον διεθνή λόγο, ακόμη και σε επίπεδο ΟΗΕ, υπερτονίστηκε η διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κράτος αντιμετωπίστηκε ως τυραννικό, κάποτε δικαιολογημένα. Αυτή η μετάβαση περιέχει μιαν αντινομία: ο ίδιος ο ΟΗΕ υπάρχει χάρη στην επέκταση της αυτοδιάθεσης των λαών και της κυριαρχίας των κρατών. Ταυτοχρόνως η δράση διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, βοηθούσης της ραγδαίας χρηματιστικοποίησης, κατευθύνθηκε προς μια αναχαρτογράφηση των οικονομικών συνόρων και σε έναν επαναπροσδιορισμό της διάκρισης ιδιωτικού-δημόσιου στις αδύναμες χώρες όπου επενέβαιναν. Η κυβέρνηση ενός κυρίαρχου κράτους υποκαταστάθηκε από τη διακυβέρνηση, με όρους εταιρικού μάνατζμεντ, και η μέριμνα για πλήρη απασχόληση, για ισοπολιτεία και εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων υποκαταστάθηκε από την εταιρική ευθύνη, τις ατομικές ευκαιρίες και τη φιλανθρωπία.

Η κρίση του 2008 έδειξε τα όρια αυτής της φούσκας ανανοηματοδότησης, και κυρίως έδειξε πώς τα συκοφαντημένα έθνη-κράτη έσπευσαν να καλύψουν με δημόσιο χρήμα τις πελώριες ζημιές που προκάλεσε η ιδιωτική απληστία του χρηματοπιστωτισμού. Εδώ στεκόμαστε τώρα: με το έθνος-κράτος κλονισμένο, με την Ευρώπη σε τροχιά παρακμής ή τουλάχιστον σε αποδρομή ισχύος.

Οι Ελληνες πολίτες, ζαλισμένοι από το σοκ της πτώχευσης, αδυνατούν να βάλουν στη σκέψη τους αυτή τη διεθνή ιστορική διάσταση. Οι περισσότεροι βλέπουν την παγκοσμιοποίηση μόνο στις κατεξοχήν υλικές φανερώσεις της: στα φτηνά κινέζικα προϊόντα και στις μεταναστευτικές ροές. Τα αποδέχονται, τα απορρίπτουν, τα φοβούνται. Με την κρίση είδαν επίσης τον καθοριστικά κυρίαρχο ρόλο των υπερεθνικών οργανισμών, των αγορών, των διεθνών καταναγκασμών. Ωστόσο σαν πολίτες εξακολουθούν να αναφέρονται στο έθνος-κράτος, σε αυτό ψηφίζουν αντιπροσώπους και ηγέτες, από αυτό προσδοκούν δημόσια αγαθά και εγγύηση του δημόσιου χώρου. Αλλωστε η ψήφος τους ή η βούλησή τους ελάχιστα ή καθόλου μπορούν να επηρεάσουν το διεθνές περιβάλλον. Κρίσιμο επίσης: δεν μπορούν να αναγνωριστούν σε μια διεθνική ταυτότητα, ακόμη και στην πιο οικεία ευρωπαϊκή, εγκαταλείποντας την εθνική ταυτότητα.

Ποια εθνική ταυτότητα όμως; Κι αυτή αδυνατισμένη είναι, μπλεγμένη σε ένα κουβάρι παλαιών και καινοφανών ιδεών, νέων υλικών δεδομένων, ρευστών συσχετισμών. Αυτή η αδυναμία, η σύγχυση ταυτότητας, βρίσκεται στην καρδιά του ελληνικού προβλήματος, εφόσον αποδεχτούμε έναν βαθμό ιδιομορφίας του στο πλαίσιο της συνολικής ευρωπαϊκής κρίσης. Διότι η εθνική ταυτοτική σύγχυση συνεπιφέρει μια αποφασιστικής σημασίας πτώση του ηθικού, του συλλογικού φρονήματος, αφενός· η σύγχυση, αφετέρου, υπονομεύει τη συλλογική ενότητα σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, τη συνένωση δυνάμεων την απολύτως αναγκαία εκ της συγκυρίας. Η σύγχυση αδυνατίζει και το φρόνημα και τη βούληση για ενότητα και τις υλικές προϋποθέσεις για αντιμετώπιση της κρίσης.

Ποια εθνική ταυτότητα; Η κρίση διέλυσε την αδιάφορη ισορροπία των αυτονοήτων, των ασύμπτωτων συγκρουόμενων ατομικοτήτων, του νοσηρού κορπορατισμού. Ταυτόχρονα μάς παρακινεί να ξαναβρούμε ταυτότητα, συλλογικότητα, γενική βούληση υπό νέες συνθήκες, με νέες απαιτήσεις. Ο λόγος των πολιτικών ηγετών, όσων δρουν τώρα και όσων θα αναδυθούν στο ταραγμένο εγγύς μέλλον, πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Να ενώνει, να συνθέτει, να συναιρεί, να υπερβαίνει, να απορρίπτει και να ξεδιαλέγει, να επικοινωνεί διαρκώς αμφίδρομα με τους πολίτες, να υποκινεί διαρκώς τις ποικίλες ομαδώσεις τους προς προωθητικές συνθέσεις. Το φρόνημα ενός έθνους, η ηθική δύναμη ενός λαού, η επαναφορά της συλλογικότητας, η ανασυγκρότηση του δημοκρατικού κράτους, είναι τα πολυτιμότερα όπλα για αντιμετώπιση της δεινής δοκιμασίας, για να διασχίσουμε την Ερυθρά Θάλασσα της χρηματοπιστωτικής πατρωνίας και της ολιγαρχικής παγκόσμιας διακυβέρνησης, ακέραιοι και αναγεννημένοι. Πολίτες και πρόσωπα, όχι καταναλωτές και νεοπληβείοι.

ζωγραφική: Πέτρος Ζουμπουλάκης, Αναμονή 1977

man_web

Ελληνικό πρόβλημα υπάρχει, αν και δεν είναι μοναδικό· ως προς τους δείκτες ύφεσης και ανεργίας, απελπισίας και κατάθλιψης, σύγχυσης και μετανάστευσης, μοιάζει με το πορτογαλικό πρόβλημα, το ιρλανδικό, το ισπανικό. Υπό αυτή την έννοια, το ελληνικό πρόβλημα είναι απεικόνιση και προοικονόμηση του ευρωπαϊκού προβλήματος: ανοιχτά, επώδυνα ερωτήματα για τη διατήρηση της ευημερίας, τους δρόμους ανάπτυξης, την προστασία της δημοκρατίας, την εύρεση μιας λειτουργικής κοινής ταυτότητας.

Το ελληνικό πρόβλημα έχει φυσικά και ιδιαίτερους χαρακτήρες, πηγάζοντες από γεωπολιτικά, ιστορικά, εθνικά δεδομένα. Και φανερώνεται διαφορετικά εντός και εκτός Ελλάδος. Αλλιώς το αντιλαμβάνονται οι ξένοι αναλυτές ή απλοί παρατηρητές, και διαφορετικά οι ζώντες εντός συνόρων, πολύ περισσότερο όσοι, πολλοί δυστυχώς, βιώνουν το πρόβλημα ως αλυσίδα καταστροφών.

Για κάποιους ανήσυχους ξένους το ελληνικό πρόβλημα είναι ένα εργαστήρι μέλλοντος, από το οποίο μπορεί να βγει η δυστοπία ή η ελπίδα. Για τα πλήθη που συγκροτούν κοσμοείδωλο από τα μαζικά μέσα, η Ελλάδα υποφέρει ένα ιστορικό ατύχημα, για το οποίο ευθύνονται οι φαύλοι ηγέτες και ο αμέριμνος λαός. Για της ξένες ηγετικές ελίτ το ελληνικό πρόβλημα είναι καινοφανές ως προς τους χειρισμούς που απαιτεί, ούτως ώστε να μην αποσταθεροποιηθεί το τοπικό υποσύστημα και συμπαρασύρει το μεγάλο σύνολο, αλλά και να παραμείνει υπό αυστηρά επιτήρηση, ως οιονεί αποικία χρέους. Ενα γερμανικό think tank προ ημερών περιέγραψε ωμά πώς οι εταίροι-δανειστές ασχολούνται με την Ελλάδα για τους ενεργειακούς αγωγούς και πώς θα ωφεληθούν οι εγχώριες ελίτ ενώ ο λαός θα συνεχίσει να υποφέρει απαράλλαχτα. Σε αυτή την οπτική, το ελληνικό πρόβλημα είναι η διαχείριση του γεωοικονομικού και γεωπολιτικού οικοπέδου.

Το κύριο όμως και το προέχον είναι πώς αντιμετωπίζουμε εμείς οι Ελληνες το ελληνικό πρόβλημα, τις ποικίλες φανερώσεις του, και πώς προσπαθούμε να απαντήσουμε. Ασφαλώς, λαμβάνουμε υπ’ όψιν το διεθνές περιβάλλον. Αλλά δεν μας επιτρέπεται να δούμε το δικό μας πρόβλημα με ξένα γυαλιά. Απαιτούνται η δική μας όραση, η δική μας κρίση, η δική μας λύση. Τα δικά μας λάθη. Η διεθνής συγκυρία μπορεί οπωσδήποτε να ευνοήσει ή να επισπεύσει μια καλή λύση, αλλά ώς εκεί. Τον υπόλοιπο, μακρύ και δύσβατο, δρόμο πρέπει να τον διανύσουμε με τις δικές μας δυνάμεις.

Συμπυκνώνω αδρά τρεις, κατά τη γνώμη μου, ταυτόχρονες απαντήσεις που απαιτεί το πρόβλημά μας. Επανίδρυση κράτους· παραγωγική ανασυγκρότηση· ψυχική ενότητα. Ξέρω, είναι κλισέ, λέξεις φθαρμένες, αλλά ας δούμε την ψίχα τους, την υλικότητά τους. Επανίδρυση κράτους, όχι εργαλειακή, όχι μόνο για τη λειτουργικότητα, αλλά και για την ανάκτηση του τρωθέντος σήμερα δημοκρατικού φρονήματος και την εμπέδωση μιας οργανικής αμοιβαίας σχέσης κράτους-πολίτη. Η υπερτριετής κατάσταση εκτάκτου ανάγκης έχει τραυματίσει πολλαπλώς τους θεσμούς και βασικές λειτουργίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· το κράτος ήταν διανομέας φαυλότητας και μεταλλάχθηκε σε λεηλάτη· θα πρέπει να γίνει εγγυητής ελευθεριών και ισότητας.

Η αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού, υπό τον μανδύα της ψευδοαναδιανομής και με τη πάνδημη προπαγάνδα υπέρ καταναλωτισμού-δανεισμού, προκάλεσε αποσάθρωση συνειδήσεων και εργασιακού ήθους. Ο επιτήδειος διορισμένος, ο γάτος του χρηματιστηρίου, ο σαλταδόρος του μαύρου χρήματος, ήταν τα υποδείγματα των περασμένων δεκαετιών. (Τα glossy media υποδείκνυαν: τα κορίτσια μοντέλα και τ’ αγόρια ντι-τζέι. Καταλήξαμε να πουλάμε ο ένας στον άλλο υπερτιμημένα ακίνητα και καρτοκινητά, και να εισάγουμε καλαμάκια για τους φραπέδες.)

Η παραγωγική αναδιάρθρωση προϋποθέτει ορισμό στόχων, σκοπού, μέσων, μια αποκρυστάλλωση ταυτότητας. Ποιο είναι «από την αρχή ώς το τέλος, το Κοινό και το Κύριο» ― έλεγε ο Σολωμός. Δεν είναι άρα οικονομισμός και εργαλειακότητα, είναι ουσία, είναι γνώση του τόπου και των ανθρώπων, είναι θέση στον κόσμο, είναι θέαση του κόσμου και του εαυτού, είναι ταυτότητα.

Ιδού: το αίτημα για ψυχική ενότητα. Οχι στατική ταύτιση, αλλά δυναμική συνύπαρξη με έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, μια αίσθηση κοινού σκοπού: τη σωτηρία και την ανάδυση. Το αίτημα για σκέψη υπερβαίνουσα το σεσηπός παρόν. («Σκέψου βαθιά και σταθερά [μία φορά για πάντα] τη φύση της Ιδέας, πριν πραγματοποιήσεις το ποίημα» ― πάλι ο Σολωμός.) Η παρούσα διαίρεση, ο πολυκερματισμός, το διάσπαρτο μίσος συχνότατα χωρίς στόχο, ο α-τυπικός εμφύλιος χαμηλών οκτανίων, το πιθανότερο δεν οδηγούν καν σε σύγκρουση εκτόνωσης και ανασύνταξης σε άλλη πίστα, αλλά σε δομική κατάθλιψη και ενδόρρηξη, σε κοινωνική εντροπία.

Τα έχουμε ξαναπεί. Τα ξαναλέμε.

ζωγραφική: Γιώργος Μανουσάκης, Πλάκα, ακουαρέλα, 1963.

Η αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την κυβέρνηση σήμανε αλλαγή πολιτικής του κεντροαριστερού κόμματος: παύει να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν μπορεί να τις αντέξει ηθικά, ιδεολογικά αλλά και υλικά. Η απαγκίστρωσή του από τη διακυβέρνηση προκαλεί κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του, αλλά ίσως αυτή η αναστάτωση οδηγήσει σε αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας του και ουσιαστικότερη σχέση με την εκλογική του βάση, ωφέλιμη εν όψει πολλαπλών ανακατατάξεων. Αν δεν εμπλακεί σε έριδες και πόλωση, η πολιτική πείρα των στελεχών του και, ιδίως, η ιδεολογική τους συγκρότηση, θα είναι η μαγιά για ανασυγκρότηση του χαμένου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, στην οποία μάλλον αποκλείεται πια να παίξει ρόλο το ΠΑΣΟΚ.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ΔΗΜΑΡ θα πλησιάσει προς τον φυσικό της όμορο και ετεροθαλή αδελφό, τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αυτές τις μέρες με το ιδρυτικό του συνέδριο παύει να είναι ιδιότυπη ομοσπονδία συνιστωσών και συγκροτείται ως πολυτασικό μεν, πλην ενιαίο κόμμα, με πρόεδρο μάλιστα αντλούντα ισχύ και νομιμοποίηση απευθείας από το συνέδριο. Δεν είναι λίγοι άλλωστε όσοι υποστηρίζουν ότι η ανάδυση της μεγάλης κεντροαριστεράς δεν μπορεί παρά να συνυπολογίζει σαν πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι μόλις τώρα αρχίζει να φαίνεται ο πυρήνας μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Εως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, εκπλαγείς από το εντυπωσιακό εκλογικό του σκορ, δεν είχε κατορθώσει να συνθέσει μια πρόταση διακυβέρνησης, αν όχι ολοκληρωμένη και τολμηρή, τουλάχιστον ρεαλιστική και πειστική. Ηταν διστακτικός διττά: και ως προς την πρόταση εξουσίας και ως προς την άντληση ζωτικότητας και ιδεών από την κοινωνία. Η οργανωτική και κυρίως η πνευματική του δομή δεν προέβλεπαν τέτοιο άλμα μεγέθυνσης, μαζί με τα συνοδά αμφίπλευρα ανοίγματα και τις αυτοϋπερβάσεις.

Το συνέδριο πιθανότατα θα τερματίσει την εσωστρέφεια του μικρού αριστερού κόμματος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό· το νέο κόμμα πρέπει να απαντά στην κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσείλκυσε ψήφους πολιτικά αστέγων και προσφύγων που εξέφραζαν ταυτοχρόνως οργή, απόγνωση, προσδοκία. Θα πρέπει να διασκεδάσει τον φόβο και την απόγνωση και να ανταποκριθεί στην προσδοκία, στην ελπίδα για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για κοινωνική δικαιοσύνη, για μεταρρύθμιση του κράτους: αυτά άλλωστε εμπεριέχονται ιστορικά στο πρόγραμμα και της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Κάποιες από τις εξυγιαντικές του πελατειακού κράτους μεταρρυθμίσεις, λ.χ., που ζητούνται από την τρόικα, θα μπορούσαν να είναι μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ· και σίγουρα μπορεί να διεκδικήσει να είναι αυτός ο κατεξοχήν φορέας αλλαγής και μεταρρυθμίσεων.

Υπό μία έννοια, πρόκειται για την παραγωγή ενός μοντέρνου ουσιώδους λαϊκισμού ανάλογου προς τον Ομπάμα του 2008, ριζικά διάφορου από το ελληνικό ’80, με αναφορές στις εθνικές, δημοκρατικές και κοινοτικές παραδόσεις, αλλά και με τολμηρές απαντήσεις στους παρόντες καταναγκασμούς της μόνιμης κρίσης και της «μη υπάρχουσας εναλλακτικής». Ναι, υπάρχει ζωή χωρίς κρίση ― αυτό.

Μπορεί να τα συλλάβει, να τα πιστέψει και να τα αναπτύξει αυτά ο νέος ΣΥΡΙΖΑ με τους όποιους συμμάχους του; Θα δούμε σύντομα, ο καιρός δεν περιμένει. Πάντως αυτά περιμένει το χειμαζόμενο πλήθος: τόλμη, ηθική ακεραιότητα, συνθέσεις, υπερβάσεις, ειλικρίνεια, παρρησία. Αυτή είναι η ιστορική πρόκληση, και η ευθύνη.

Το σοβαρότερο τραύμα που αφήνει στο κοινωνικό σώμα η συνεχιζόμενη κρίση είναι η ανεργία. Οι περισσότεροι από τους περίπου 1,5 εκατομμύριο άνεργους δεν λαμβάνουν ούτε καν τη μικρή ανακούφιση του επιδόματος ανεργίας, ενώ πολλοί απ’ αυτούς πιθανότατα δεν θα ξαναβρούν δουλειά. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, η απασχόληση δεν θα επανέλθει σε κοινωνικώς ανεκτά επίπεδα πριν περάσουν μία-δύο δεκαετίες, και για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ότι η ελληνική οικονομία θα πορεύεται διαρκώς με σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, άνω του 3% ετησίως.

Παρά την παρούσα απαισιοδοξία, απολύτως θεμιτή εξαιτίας των καταστροφικών συνθηκών, η σταθεροποίηση κάποτε θα επέλθει, πιθανόν μετά το 2014. Και θα ακολουθήσει περίοδος ανάκαμψης και εξισορρόπησης της δραματικής συρρίκνωσης του ΑΕΠ, το οποίο έως τότε μπορεί να έχει απομειωθεί έως και 30%. Με ποιο τρόπο όμως η ανάκαμψη των δεικτών και των αριθμών θα οδηγήσει σε ανακούφιση των κατεστραμμένων Ελλήνων; Διότι ακόμη κι αν κουρευτεί το επίσημο χρέος, ακόμη κι αν εισρεύσουν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές για να τοποθετηθούν σε εγχώρια πεδία ευκαιρίας, η πραγματική οικονομία δεν πρόκειται να ανακάμψει με αναλόγως ταχύ ρυθμό. Και μόνο η ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας προσφέρει θέσεις εργασίας, άρα εισόδημα και τόνωση της ζήτησης, άρα αξιοπρέπεια και επανένταξη στους πολίτες.

Σε αυτό το πεδίο όμως, στην πραγματική οικονομία, διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει κανένα μακρόπνοο, ολοκληρωμένο σχέδιο για ανάκαμψη. Το μνημόνιο της τρόικας προβλέπει μια δέσμη μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως είναι κατά το πλείστον διοικητικής φύσεως, αποσκοπούσες στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, και μάλιστα βασισμένες σε γενικές παραδοχές προερχόμενες από εμπειρίες άλλων χωρών, που είχαν τη δυνατότητα να τυπώσουν χρήμα, να ασκήσουν συναλλαγματική πολιτική, να αυξήσουν τον πληθωρισμό κ.λπ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, κανένα από αυτά τα μακροοικονομικά εργαλεία άσκησης πολτικής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί· η Ελλάδα, ως μέλος της ευρωζώνης, έχει εκχωρήσει προ πολλού τα εργαλεία αυτά στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τώρα πια δεν μπορεί ούτε εν μέρει να ασκήσει αυτόνομη εθνική δημοσιονομική πολιτική.

Το χειρότερο όμως πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει συνεκτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα της επιτρέψει να καταλάβει στον διεθνή καταμερισμό εργασίας μια θέση με διάρκεια και αντοχή. Στην πραγματικότητα, τέτοιο σχέδιο δεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Η τελευταία στρατηγική σύλληψη των κυβερνωσών ελίτ, μετά το τέλος της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ήταν η ένταξη στην ΕΟΚ-ΕΕ. Η ένταξη κάλυψε το κενό στρατηγικού σχεδιασμού, και επέτρεψε στις πολιτικές ελίτ να εκμεταλλευθούν τις εισροές κοινοτικών κεφαλαίων για να εδραιώσουν τις πελατειακές τους σχέσεις και να εξασφαλίσουν την αυτοαναπαραγωγή τους. Τα παράπλευρα αποτελέσματα τής υπό άνισους όρους ένταξης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τα ζούμε τώρα: απίσχναση της αγροτικής παραγωγής, αποβιομηχάνιση, υπερτροφικός και δυσλειτουργικός δημόσιος τομέας, τεράστια εξάρτηση από εισαγωγές, προνοιακές δομές που κατέρρευσαν υπό το βάρος της δημοσιονομικής κρίσης.

Στην παρούσα φάση, τρία και πλέον χρόνια από την έναρξη της πτώχευσης, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαν γίνει αντιληπτά τουλάχιστον τα στρατηγικά λάθη δεκαετιών. Ομως όχι. Τίποτε δεν δείχνει ότι οι ηγετικές ελίτ έχουν αποκολληθεί διανοητικά από τη φρενίτιδα του «χρηματοπιστωτισμού» της δεκαετίας του 1990 και των αρχών του 2000. Τίποτε δεν δείχνει ότι προσεγγίζεται ή έστω συλλαμβάνεται ένα άλλο σχέδιο για τη μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη της χώρας, προσανατολισμένο στην ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας και βασισμένο στις δυνατότητες των ανθρώπων αυτής της χώρας. Μάλιστα φαίνεται να μην έχουν αντιληφθεί ούτε καν τις βαθύτερες οικονομικές-κοινωνικές δομές του μικρομεσαίου πλήθους εν Ελλάδι, του κατά Κων. Τσουκαλά «πολυσθενούς υποκειμένου», επί του οποίου εν πολλοίς εδράζεται η σύγχρονη Ελλάδα: πώς το νοικοκυριό εξοικονομεί πόρους από πολλές συνδυαζόμενες μικρές πηγές, μισθούς δημοσίου, υπηρεσίες, μικρό αγροτικό κλήρο, ιδιοκατοίκηση κ.λπ. Πρόκειται για ένα μοντέλο εν πολλοίς παν-μεσογειακό, το οποίο με τις αδυναμίες και τα όρια του, βοήθησε τις κοινωνίες να αντέξουν και να επιβιώσουν. Η θεολογική προσήλωση σε δόγματα υπερσυγκέντρωσης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και υπαλληλοποίησης του πληθυσμού εξοντώνει αυτό το πολυσθενές υποκείμενο και εν πολλοίς συνεπιφέρει τη ραγδαία εξαθλίωση της μεσαίας τάξης.

Δυστυχώς στο πηδάλιο του λαβωμένου σκάφους βρίσκονται άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ακόμη τον πολίτη ως πελάτη και παρασιτικό ραντιέρη και όχι ως αυτόνομο και ελεύθερο παραγωγό. Αυτό είναι το πνευματικό και ηθικό σύμπαν στο οποίο αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους, άρα και τους άλλους. Αρα ελάχιστα ή τίποτε μπορούμε να περιμένουμε, πέρα από βεγγαλικά και φενακισμό: η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων θα φέρει αύξηση του ΑΕΠ κατά 15% (!) λόγω έντασης του αναταγωνισμού… Ποιος εχέφρων δεν έχει δει τα περασμένα χρόνια τις απελευθερωμένες αγορές τηλεπικοινωνιών, ζύθου, γάλακτος, ακτοπλοΐας να εναρμονίζουν τις τιμές και να τις κρατούν σταθερά αυξανόμενες; Ή το άλλο βεγγαλικό, ότι θα διευκολυνθεί η ίδρυση ΕΠΕ, με κατάργηση του ελαχίστου μετοχικού κεφαλαίου: Μα πρόσφατα νομοθετήθηκε η σύσταση της παρόμοιας Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ), με ελάχιστο κεφάλαιο 1 ευρώ, και με θεωρητικά απλούστατη ίδρυση μέσω ΓΕΜΗ. Ομως η επιχειρηματικότητα μπλοκάρει αλλού: ότι π.χ. οι εφορίες δεν είναι διασυνδεδεμένες και ότι μια φορολογική ενημερότητα μπορεί να σημαίνει πολύωρη ή πολυήμερη ταλαιπωρία σε ουρές και ανταλλαγές αρχαϊκών φαξ.

Υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι ουδέποτε έχουν προσπαθήσει να στήσουν μια μικρή επιχείρηση, μια οποιαδήποτε δουλειά, σε περιβάλλον πραγματικής οικονομίας, in vivo. Ωστε οι συσκέψεις με μάνατζερ πολυεθνικών, για εξασφάλιση 150 (!) θέσεων εργασίας, και οι εξαγγελίες για πελατειακά στάγδην σταζ στους νέους της χαμένης γενιάς, σκορπίζουν πίκρα μάλλον παρά φως.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Μίλησα @amna_news Αίρεται σε μεγάλο βαθμό η καταδυνάστευση από μνημονιακές επιταγές και δανειστές. Αυτό που χάθηκε… twitter.com/i/web/status/1… 1 day ago
  • Ίσως κάποιοι ήθελαν μια σαθρή και μοχλευμένη κατάσταση στα βόρεια σύνορα αλλά και στην επικράτειά μας. Η συμφωνία σ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Αδιανόητο για το δυτικό νομικό πολιτισμό να παραμένουν προφυλακισμένοι άνθρωποι χωρίς να τους έχει απαγγελθεί κατηγ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Αν ο κ. Μητσοτάκης ακολουθεί εθνική πολιτική όπως του την υπαγορεύει η ακροδεξιά του κόμματός του, τότε θα δει την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η αριστερά στην Ευρώπη αναζητεί τον εαυτό της και τρόπους να αντισταθεί στην επέλαση της ακροδεξιάς. Τίποτε δεν είν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Είναι θλιβερό για τον Έλληνα που προσβλέπει στην Ευρώπη, με κριτική & σκεπτικισμό έστω, να διαπιστώνει ότι ενώ στο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 996.450 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: