You are currently browsing the tag archive for the ‘Παπαδιαμάντης’ tag.

kondylakis

«Για να βγει η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη»: η ρήση αποδίδεται στον Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφορά πολλούς επιφανείς Ελληνες λογοτέχνες, που έγραψαν, ίδρωσαν, έχτισαν με τις λέξεις τους τις ελληνικές εφημερίδες. Κονδυλάκης, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, ας μη συνεχίσουμε, ο κατάλογος είναι μακρύς. Επειδή όμως γράφω στην Καθημερινή, μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω «πατριωτικά» τους προπάτορες, τους μυθιστοριογράφους Ανδρέα Φραγκιά και Αλέξανδρο Κοτζιά, τους κριτικούς Στάθη Δρομάζο και Τάσο Λιγνάδη, που δεν τους πρόλαβα στην οδό Σωκράτους, και τον πρόωρα χαμένο Γιάννη Βαρβέρη, τον ποιητή και κριτικό, με τον οποίο συνεργάστηκα με αγάπη και χιούμορ.

Γιατί όμως τα ανασύρω αυτά τα παλιά; Εξ αφορμής της σειράς «Ελληνες Ποιητές», την οποία επιμελείται ο ακριβός συνάδελφος και φίλος Παντελής Μπουκάλας. Ο Παντελής λοιπόν συνεχίζει με μοναδική αξιοσύνη την παράδοση λογοτεχνών δημοσιογράφων, σαν να ήταν εγγονός του συντοπίτη του Παλαμά. Χαλκέντερος αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος, συστηματικός κριτικός λογοτεχνίας, ποιητής από τους ξεχωριστούς της γενιάς του, δόκιμος μεταφραστής αρχαίου δράματος, και τώρα ανθολόγος με ευαισθησία και κριτήριο. Η σειρά «Ελληνες Ποιητές» υπό μία έννοια φέρει τη σφραγίδα του Παντελή Μπουκάλα, το περρίσευμα της γνώσης και της λογιοσύνης του, την αγάπη του για την ποίηση και τα ελληνικά γράμματα. Δηλαδή ό,τι έχει φανεί τόσα χρόνια μέσα από τις φιλόξενες σελίδες της «Κ» και ό,τι παρουσιάστηκε ήδη στον πρώτο τόμο της σειράς, με το εκτενές μελέτημά του για τον Καβάφη.

Αυτή είναι και η ιδιαίτερη αξία όλης της σειράς: αφενός η πρωτογενής ανθολόγηση ή η προσφυγή στους αξεπέραστους προγόνους, φερ’ ειπείν στον Κατσίμπαλη, ή σε νεότερες εμβληματικές εργασίες, όπως η ανθολόγηση Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Ας μνημονεύσουμε και τον Γιάννη Κουβαρά, που επιμελείται τον Τάσο Λειβαδίτη, τον αγαπητό συνάδελφο Μιχάλη Κατσίγερα, που επιμελείται τον προσφιλή του Διονύσιο Σολωμό, τον Κώστα Μπουρναζάκη για τον Αγγελο Σικελιανό, τη Θεανώ Μιχαηλίδου για τον Βαρναλη, τον Κώστα Χατζηαντωνίου για το προλόγισμα του Παλαμά.

Μετά την ανθολόγηση, συχνά δυσκολότατη, ιδαίτερη αξία στη σειρά δίνει η πρόταξη πρωτότυπων εργοβιογραφικών μελετημάτων, τα οποία μαζί με τις σπάνιες ηχογραφήσεις, προσφέρουν ένα πυκνό πανόραμα για κάθε ποιητή. Είναι μοναδική αισθητική εμπειρία να διαβάζεις τα ποιήματα που σφράγισαν το πρόσωπο του νεότερου ελληνισμού και ταυτοχρόνως να ακούς τη φωνή του Σικελιανού, του Παλαμά, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου…

Δεν διαφημίζω τη σειρά. Δεν χρειάζεται το δεκανίκι μου· ο αναγνώστης της «Κ» είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Επανέρχομαι στην ποίηση, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της σειράς, για να αποδοθούν οι δέουσες τιμές στους ακοίμητους Ελληνες λόγιους που κρατούν αναμμένο το φως των γραμμάτων, τώρα, στους δύσκολους καιρούς. Πίσω από κάθε έργο που απολαμβάνουμε, υπάρχει ο κόπος και η έγνοια ανθρώπων ― μου το θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης στο πλατύσκαλο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Επανέρχομαι για να ξαναφωτίσω τη συνέχεια, την παράδοση που ανακαλύπτει κάθε γενιά με τον τρόπο της, εν προκειμένω την ποιητική παράδοση. Επανέρχομαι για να πω ότι ο Τύπος έχει ιστορία προσφοράς στην Ελλάδα, και αυτή η εργασία είναι μια όψη της. Επανέρχομαι για να πω ψιθυριστά ότι η ποίηση είναι το καταφύγιο που χρειαζόμαστε, κι ας το φθονούμε…

Βγαίνω από το δέρμα του δημοσιογράφου. Θα έγραφα τα ίδια και σαν αναγνώστης.

φωτ.: Ιωάννης Κονδυλάκης
Advertisements


«Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί.»

Με ήχους, ρυθμό και υγρασία, ξεκινά ο Ξεπεσμένος Δερβίσης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μοναδικό κείμενο στη νεοελληνική γραμματεία ― και στη διεθνή. Δεν είναι διήγημα τυπικό, δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι ποίημα. Είναι ένα φιλμ με λέξεις και ήχους και αισθήσεις, λυρικό μοντάζ αποσπασμάτων μουσικά αρμοσμένων, με ποιητικό ειρμό. Κι είναι μια ελεγεία για τον αθηναϊκό βίο, τόσο ταιριαστή στα σημερινά μας.

Εξι σελίδες βιβλίου. Το διαβάζω κάθε τόσο, φωναχτά, ψιθυριστά, σιωπηλά, και στη μαγική Αθήνα του 1896 αφουγκράζομαι την πόλη του 21ου αιώνα: τα ράδια και τους στεναγμούς των ακάλυπτων, τις μουσικές από παράθυρα αυτοκινήτων, τον αντίλαλο από συναυλίες σε λόφους και άλση, τα ελαφροπατήματα των νυν άστεγων, ανέστιων, φερέοικων, τα τιτιβίσματα λυγερών νέων με μούσια και κιθάρες, τη μελωδική ντοπιολαλιά γέροντος κοτσωνάτου, την πολύγλωσση βουή της Λαϊκής. Σ’ όλα τα σημερινά μπορείς να ακούσεις τον υπερμοντέρνο Παπαδιαμάντη, τον ψάλτη που εκουρδίζετο στο στασίδι του σαν τραγουδούσε τα βασανάκια των ανθρώπων και τους αχούς της ανατολικής του πόλεως. Γιατί, σαν το σκέφτομαι, αυτός, και μερικοί άλλοι Νεοέλληνες, σαν τον Σολωμό, τον Εγγονόπουλο, τον Πικιώνη, μάς έμαθαν να βλέπουμε τον τόπο που ζούμε, τον τρόπο που ζούμε, να βλέπουμε βαθιά, πραγματικά, ιστορικά, και ταυτοχρόνως να τα φανταζόμαστε υπέρτερα.

Να, κάπως έτσι ο υλικός βίος, ο αισθαντικός: «Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν. […] Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί.» (Ο ξεπεσμένος δερβίσης). Κι έτσι ο βίος της φαντασίας: «— Πού, σ’ αυτόν τον κόσμο; ―Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. —    Άσκ ολσούν … υπεψιθύρισεν ο σαλεπτσής. Δεν είχε γνωρίσει τον άνθρωπον, αλλά το ένδυμα. Κάθε άλλος θα τον εξελάμβανε ως φάντασμα. Αλλ’ αυτός δεν επτοήθη. Ήτο απ’ εκείνα τα χώματα.» (Ο ξεπεσμένος δερβίσης) Και: «Είπα: “Ἰδοὺ βγαίνουν ακόμη φαντάσματα!” και ησθάνθην κρυφήν χαράν.» (Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις)

Η μεγάλη τέχνη, η ανυπέρβλητη, του Παπαδιαμάντη στον Δερβίση, είναι, αφενός, ο τρόπος που βλέπει, ακροάται, οσμίζεται, αισθάνεται τον αστικό βίο· αφετέρου, ο τρόπος που καταγράφει και φορμάρει: χωρίς μυθοπλασία, χωρίς ηθικό δίδαγμα, χωρίς κρίσεις επί των ανθρώπων, χωρίς να σκαρώνει χαρακτήρες. Είπαμε, λυρικό μοντάζ σκηνών, αποσπάσματα που συναρμόζονται οργανικά ως εκ της παραθέσεως, από το ένα χάραμα στο άλλο, από το πρώτο σαλέπι ώς το τελευταίο, και, κυρίως, ως εκ της μουσικής που διατρέχει και διαποτίζει όλην την αφήγηση, το τραγούδισμα γι΄αυτόν τον φερέοικο: «Νάι, νάι, γλυκύ. Νάζι — κατά έν ζήτα ελαττούται. Αύρα, ουρανός, άσμα γλυκερόν, μελιχρόν, αβρόν, μεθυστικόν. Νάι, νάι. Κατά δύο κοκκίδας, διαφέρει διά να είναι το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός. Το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον, το Ναι το φιλάνθρωπον.»

Ο κόσμος του Θησείου, του καφενείου, του σαλεπιτζή μες στο χάραμα, είναι κόσμος ανοιχτός· κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε ο δερβίσης, ποιος είναι, πού κατέληξε· όλοι αναρωτιούνται, όπως ο αφηγητής, μα κανείς δεν πιέζει για μια αληθοφανή απάντηση· προτιμούν να φαντάζονται, αφήνουν μετέωρα τα ερωτήματα. Είναι ο ανοιχτός κόσμος της ανατολικής μητροπόλεως, της ανατέλλουσας φαντασμαγορίας: «Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος; Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του. Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.[…] Ζει, απέθανε, περιπλανάται εις άλλα μέρη, ανεκλήθη από της εξορίας, επανέκαμψεν εις τον τόπον του; Κανείς δεν ηξεύρει. Ίσως την ώραν ταύτην ν’ ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των Ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπει ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον. Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης. Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.»

Καθόμαστε στο μικρό καφενείο του κόσμου, ίδιο απ’ το 1896 στο 2010. Ο Δερβίσης πίνει πλάι μας μαστίχα κερασμένη, «άστεγος, άνεστιος, φερέοικος». All night long. Στο παρόν και στο μέλλον.

Εικόνα: Χαρακτικό του Δημήτρη Μοράρου, 2004.

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντον σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».

Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδωρούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο “Ονειρο στο κύμα”. Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.

Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».

Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. […] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις…»

Ημην ο Δάφνις, ο Ορφέας… Και είμαι δεσμώτης, ηττημένος, υπόδουλος και άπραγος. Το ένα άκρο της αφήγησης μάς φέρνει αβίαστα στο άλλο. Ο αφηγητής δεν νοσταλγεί μόνο, περιγράφει εναργώς την προδιαγεγραμμένη πορεία, από την αθωότητα προς τη γνώση, από την ανεμελιά του ευγενούς άγριου προς την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού. Ωστόσο η αποδοχή της σκληρής μοίρας, ο αυτοοικτιρμός και ο αυτοσαρκασμός, δεν αποτρέπουν τον στεναγμό και τη λαχτάρα της αναπολήσεως: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…». Ο πυρήνας είναι πυρακτωμένα ρομαντικός, είναι η αιώνια επιστροφή στη νιότη, ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχεται την προσγείωση στον «περιωρισμένο και ανεπιτήδειο» βίο, αντηχεί τον αιώνιο έφηβο Ρεμπώ, τον παράφορο Μπωντλέρ, τον ειρωνευτή Φλωμπέρ, τον ανατόμο Μπαλζάκ.

Παρόμοια πτώση και παρόμοια άρνηση βιώνει τώρα η γενιά της Μεταπολίτευσης ― όσοι τουλάχιστον μπορούν ακόμη να ανακαλέσουν τη νεανική αθωότητα και να την αισθανθούν. Ακόμη και τα χρόνια του ’70, ώς τις αρχές του ’80, η αθωότητα έμοιαζε με τα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Τα νησιά, τα χωριά, οι επαρχιακές πόλεις, είχαν δικούς τους ρυθμούς, χαρακτήρα. Η Αθήνα ήταν μια μεσογειακή πόλη, ράθυμη, με βραδύ βίο, φθηνή διαβίωση· δεν ήταν η σημερινή μητρόπολη των άκρων, των νεόπλουτων και των αποκλεισμένων, του εγκλήματος και της ασυμμετρίας, της φαντασμαγορίας.

Αλλαξαν οι άνθρωποι. Αλλάξαμε. Ξεχάσαμε το χωριό καταγωγής, κι όταν το θυμηθήκαμε είχε αλλάξει και μας πλήγωνε. Ξεχάσαμε τη γενέθλια γειτονιά, κι όταν επιστρέψαμε δεν την αναγνωρίζαμε. Ο τουρισμός κατέφαγε τα νησιά, οι επιδοτήσεις και η αστυφιλία σάρωσαν την επαρχία, οι καφετέριες και τα μπουζούκια κατακυρίευσαν τις πόλεις, οι ντοπιολαλιές σαρώθηκαν από τη lingua των τηλεοπτικών δελτίων και των σίριαλ, τα πρώην βοσκόπουλα μεταβλήθηκαν σε δικηγόρους «με δίπλωμα προλύτου», με δεύτερο ΙΧ, με διαζύγιο και βάρη, φυλή νεόχλιδων με ξεπουλημένες γαίες και δανεικά, με εκσυγχρονισμένα λάιφ-στάιλ.

Γινήκαμε άλλοι. Απληστοι, λιμασμένοι πάντα, και όλο περισσότερο περιωρισμένοι, με όλο και πιο κοντόν σχοινίον εις την αυλή του αυθέντου, αόρατο σχοινί σε αυλή αόρατου αφέντη, υπερτοπικού και διάσπαρτου. Η απώλεια της δικής μας αθωότητας συντελέστηκε αόρατα, δεν την είδαμε, δεν την νιώσαμε καν σαν απώλεια· ίσως τη βιώσαμε κιόλας σαν κέρδος, σαν νίκη, ότι παραχώσαμε βαθιά μες στο τσιμέντο την αθωότητα του χώματος, αυτή τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Γινήκαμε άλλοι. Αφεύκτως. Μα τη ζήσαμε ασυλλόγιστα αυτή τη μεταμόρφωση, χωρίς να τη στοχαστούμε, να τη ζυγίσουμε, να κρατήσουμε νήματα. Ωστε όταν τέλειωσε ο μετεωρισμός στην εικονική χλιδή, η πτώση ήρθε οδυνηρή, πάνω στο κάγκελο, μες στον κουβά ― του χρηματιστηρίου, των δανεικών, των υπερτροφικών προσδοκιών, της ματαίωσης.

Γινόμαστε άλλοι. Σχοινιασθήκαμε. Ας νοσταλγήσουμε τον φυσικό άνθρωπο, μήπως τον ξαναβρούμε στα πρόσωπα των παιδιών μας («ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος…») Είτα, θα προσφύγουμε στην παρηγορητική ανάγνωση του «Ξεπεσμένου δερβίση».

μοτο
Η δικογραφία είναι ήδη πυρηνικό υλικό για το καθ’ ημάς  Athens Confidential και για το Greek Tabloid.
Μπου ντουνιά
τσαρκ φιλέκ
Επί χρόνια πολλά, κυβερνήσεις και αστυνομικές αρχές αρνιόντουσαν την ύπαρξη οργανωμένου εγκλήματος στη χώρα μας, φοβούμενοι να αναγνωρίζουν ό,τι ήδη έθαλλε. Ακόμη και την τρέχουσα χρονιά, ανατινάξεις αυτοκινήτων και εκτελέσεις το καταμεσήμερο χαρακτηρίζονται από την αστυνομία “ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε νονούς της νύχτας” και οι υποθέσεις προσπερνιούνται. Λες και η διαρκής φονική δράση των “νονών της νύχτας” είναι αναπόσπαστο μέρος του δημοκρατικού βίου, είναι αναπόφευκτη χαλαζόπτωση, μπόρα Αυγούστου.
Δεν είναι. Το οργανωμένο έγκλημα, με τα συμβόλαια θανάτου, τις ανατινάξεις κτιρίων και αυτοκινήτων, τις απαγωγές, τις εκτελέσεις αντιπάλων και καρφιών, τις εξαγορές κρατικών λειτουργών, τις επαφές με ημινόμιμους επιχειρηματίες και νομιμοφανή πλυντήρια, δρα επειδή υπάρχει ανοχή· επειδή κάποιοι θύλακοι του κρατικού μηχανισμού προσφέρουν ανοχή. Με το αζημίωτο. Στην αστυνομία, στο δικαστικό σώμα, στις φυλακές. Γνωρίζουμε ότι μέγα μέρος των μαφιόζικων εργασιών διευθύνεται μέσα από τις φυλακές, ακόμη και από τη φυλακή υψίστης ασφαλείας των Τρικάλων. Γνωρίζουμε ότι εγκληματίες με βαριές κατηγορίες πετυχαίνουν αλλεπάλληλες αναβολές δίκης, ακόμη και άρση της προφυλάκισης. Γνωρίζουμε ότι τις φυλακές διοικούν εσωτερικά οι κατάδικοι, με δικούς τους νόμους και κώδικες.
Με την εξάρθρωση της συμμορίας απαγωγέων του μεγαλοεπιχειρηματία Παναγόπουλου μαθαίνουμε επίσης ότι στις παρυφές της εκτενούς και δραστήριας μαφίας, στο όριο της νομιμόμητας, κινούνται πολλά γκρίζα πρόσωπα, με οικονομική επιφάνεια, με φανερές συναλλαγές, με κοινωνική προβολή, ενδεχομένως με πολιτικές διασυνδέσεις.
Ο καμένος δεν φοβάται τη φωτιά· οι συλληφθέντες ενδεχομένως να καίνε τους γκρίζους, τους ημινόμιμους και τους μεγαλόσχημους, γιατί δεν ρισκάρουν τίποτε πια. Δεν γνωρίζουμε ούτε το ακριβές περιεχόμενο του ανακριτικού υλικού ούτε τα τεκμήρια των σχέσεων και των διασυνδέσεων. Γνωρίζουμε όμως ότι ο κόσμος του οργανωμένου εγκλήματος εφάπτεται με τον κόσμο των σωματοφυλάκων, των φουσκωτών και των νυκτερινών κέντρων. Γνωρίζουμε ότι μέρος αυτής της πανίδας παρέχει τέτοιες και άλλες υπηρεσίες στον κόσμο του ξιπασμένου πλούτου και της επιδεικνυόμενης ισχύος, σε αυτούς που συναπαρτίζουν την οικονομική ελίτ του κρατιδίου.
Υποθέτουμε βάσιμα επίσης ότι η μαφία των Βλαστού και Σια συνετρίβη διότι υπερέβη τα εσκαμμένα. Μεθυσμένοι από την ατιμωρησία και την ανοχή, ανοίχτηκαν πέρα από τα άγραφα πλην υπαρκτά όρια· χτύπησαν ένα επίλεκτο μέλος του επιχειρηματικού κόσμου και κινητοποίησαν τα αμυντικά αντανακλαστικά όλων των πλουσίων: αισθάνθηκαν υποψήφια θύματα. Διότι δεν κυκλοφορούν όλοι οι πλούσιοι με φουσκωτούς και θωρακισμένα οχήματα, δεν κατοικούν σε περίφρακτα σπίτια, δεν έρχονται ούτε καν σε οριακή επαφή με τον γκρίζο κόσμο. Αυτοί οι άνθρωποι φοβήθηκαν και ζήτησαν προστασία· κι έχουν τον τρόπο και τη δύναμη να απαιτήσουν προστασία.
Δεν γνωρίζουμε τι είδους προστασία προσφέρθηκε. Γνωρίζουμε όμως ότι η απαγωγή Παναγόπουλου βαίνει προς διαλεύκανση· άρα προσφέρεται ένα μήνυμα με δύο παραλήπτες: καθησυχαστικό, προς τους απειλούμενους, εκφοβιστικό, προς τους αποθρασυνθέντες.
Η εξάρθρωση όμως προκαλεί απρόοπτες καραμπόλες. Αναπόφευκτα. Το σύστημα ανοχής, εξαγορών, πλυντηρίων, γκρίζων ζωνών, η τόσο περίτεχνη κατασκευή νομιμοφάνειας, κλονίζεται. Στην αβάσταχτη υπερδιαφάνεια και υπερταχύτητα του μηντιόκοσμου μας, αυτού του γκρίζου κόσμου της απληστίας και της χλιδής, του “νόμιμου άρα ηθικού”, όλα μαθαίνονται, όλα κυκλοφορούν, έστω μισοειπωμένα.
Εργολάβοι, μεγαλοπειχειρηματίες, δημοσιογράφοι, μοιραίες γκόμενες, σκληροί εγκέφαλοι, κτηνώδεις πιστολάδες, ιδιοκτήτες καμπαρέ, καρφιά, βρώμικοι αστυνόμοι… Η δικογραφία είναι ήδη πυρηνικό υλικό για το καθ’ ημάς  Athens Confidential και για το Greek Tabloid, εφόσον βρεθεί ο κατάλληλος james Ellroy· για το Chinatown, με τον ανάλογο Πολάνσκι· ίσως για το “Χέρια πάνω απ’ την πόλη”, με τον κατάλληλο Φραντσέσκο Ρόσσι. Για ένα μυθιστόρημα larger than life, σκοτεινό, πικρό, βίαιο, για ένα χρονικό εξαθλίωσης και πτώσης.
Το Νέο Ελληνικό Μυθιστόρημα, της άγριας, σκοτεινής, διεφθαρμένης μητροπολιτικής Ελλάδας του 21ου αιώνα, θα ξεκινούσε με ό,τι έγραφε εξήντα χρόνια νωρίτερα, στην Καλιφόρνια, ένας μεγάλος συγγραφέας για τον πλούτο: «Το χρήμα σε μεγάλες ποσότητες τείνει να αποκτά δική του ζωή, ακόμη και συνείδηση.» (Ρ. Τσάντλερ, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός). Και θα τέλειωνε με μια σκοτεινή ελεγεία, με τον καθ’ ημάς μέγιστο ψυχογράφο των Αθηνών του 1896, με τον Ξεπεσμένο Δερβίση του Αλ. Παπαδιαμάντη:  «Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ (Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει). Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ.  (Χαρά σ’ εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει, τον κόσμον αυτό).»

Επί χρόνια πολλά, κυβερνήσεις και αστυνομικές αρχές αρνιόντουσαν την ύπαρξη οργανωμένου εγκλήματος στη χώρα μας, φοβούμενοι να αναγνωρίζουν ό,τι ήδη έθαλλε. Ακόμη και την τρέχουσα χρονιά, ανατινάξεις αυτοκινήτων και εκτελέσεις το καταμεσήμερο χαρακτηρίζονται από την αστυνομία “ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε νονούς της νύχτας” και οι υποθέσεις προσπερνιούνται. Λες και η διαρκής φονική δράση των “νονών της νύχτας” είναι αναπόσπαστο μέρος του δημοκρατικού βίου, είναι αναπόφευκτη χαλαζόπτωση, μπόρα Αυγούστου.

Δεν είναι. Το οργανωμένο έγκλημα, με τα συμβόλαια θανάτου, τις ανατινάξεις κτιρίων και αυτοκινήτων, τις απαγωγές, τις εκτελέσεις αντιπάλων και καρφιών, τις εξαγορές κρατικών λειτουργών, τις επαφές με ημινόμιμους επιχειρηματίες και νομιμοφανή πλυντήρια, δρα επειδή υπάρχει ανοχή· επειδή κάποιοι θύλακοι του κρατικού μηχανισμού προσφέρουν ανοχή. Με το αζημίωτο. Στην αστυνομία, στο δικαστικό σώμα, στις φυλακές. Γνωρίζουμε ότι μέγα μέρος των μαφιόζικων εργασιών διευθύνεται μέσα από τις φυλακές, ακόμη και από τη φυλακή υψίστης ασφαλείας των Τρικάλων. Γνωρίζουμε ότι εγκληματίες με βαριές κατηγορίες πετυχαίνουν αλλεπάλληλες αναβολές δίκης, ακόμη και άρση της προφυλάκισης. Γνωρίζουμε ότι τις φυλακές διοικούν εσωτερικά οι κατάδικοι, με δικούς τους νόμους και κώδικες.

Με την εξάρθρωση της συμμορίας απαγωγέων του μεγαλοεπιχειρηματία Παναγόπουλου μαθαίνουμε επίσης ότι στις παρυφές της εκτενούς και δραστήριας μαφίας, στο όριο της νομιμόμητας, κινούνται πολλά γκρίζα πρόσωπα, με οικονομική επιφάνεια, με φανερές συναλλαγές, με κοινωνική προβολή, ενδεχομένως με πολιτικές διασυνδέσεις.

Ο καμένος δεν φοβάται τη φωτιά· οι συλληφθέντες ενδεχομένως να καίνε τους γκρίζους, τους ημινόμιμους και τους μεγαλόσχημους, γιατί δεν ρισκάρουν τίποτε πια. Δεν γνωρίζουμε ούτε το ακριβές περιεχόμενο του ανακριτικού υλικού ούτε τα τεκμήρια των σχέσεων και των διασυνδέσεων. Γνωρίζουμε όμως ότι ο κόσμος του οργανωμένου εγκλήματος εφάπτεται με τον κόσμο των σωματοφυλάκων, των φουσκωτών και των νυκτερινών κέντρων. Γνωρίζουμε ότι μέρος αυτής της πανίδας παρέχει τέτοιες και άλλες υπηρεσίες στον κόσμο του ξιπασμένου πλούτου και της επιδεικνυόμενης ισχύος, σε αυτούς που συναπαρτίζουν την οικονομική ελίτ του κρατιδίου.

Υποθέτουμε βάσιμα επίσης ότι η μαφία των Βλαστού και Σια συνετρίβη διότι υπερέβη τα εσκαμμένα. Μεθυσμένοι από την ατιμωρησία και την ανοχή, ανοίχτηκαν πέρα από τα άγραφα πλην υπαρκτά όρια· χτύπησαν ένα επίλεκτο μέλος του επιχειρηματικού κόσμου και κινητοποίησαν τα αμυντικά αντανακλαστικά όλων των πλουσίων: αισθάνθηκαν υποψήφια θύματα. Διότι δεν κυκλοφορούν όλοι οι πλούσιοι με φουσκωτούς και θωρακισμένα οχήματα, δεν κατοικούν σε περίφρακτα σπίτια, δεν έρχονται ούτε καν σε οριακή επαφή με τον γκρίζο κόσμο. Αυτοί οι άνθρωποι φοβήθηκαν και ζήτησαν προστασία· κι έχουν τον τρόπο και τη δύναμη να απαιτήσουν προστασία.

Δεν γνωρίζουμε τι είδους προστασία προσφέρθηκε. Γνωρίζουμε όμως ότι η απαγωγή Παναγόπουλου βαίνει προς διαλεύκανση· άρα προσφέρεται ένα μήνυμα με δύο παραλήπτες: καθησυχαστικό, προς τους απειλούμενους, εκφοβιστικό, προς τους αποθρασυνθέντες.

Η εξάρθρωση όμως προκαλεί απρόοπτες καραμπόλες. Αναπόφευκτα. Το σύστημα ανοχής, εξαγορών, πλυντηρίων, γκρίζων ζωνών, η τόσο περίτεχνη κατασκευή νομιμοφάνειας, κλονίζεται. Στην αβάσταχτη υπερδιαφάνεια και υπερταχύτητα του μηντιόκοσμου μας, αυτού του γκρίζου κόσμου της απληστίας και της χλιδής, του “νόμιμου άρα ηθικού”, όλα μαθαίνονται, όλα κυκλοφορούν, έστω μισοειπωμένα.

Εργολάβοι, μεγαλοπειχειρηματίες, δημοσιογράφοι, μοιραίες γκόμενες, σκληροί εγκέφαλοι, κτηνώδεις πιστολάδες, ιδιοκτήτες καμπαρέ, καρφιά, βρώμικοι αστυνόμοι… Η δικογραφία είναι ήδη πυρηνικό υλικό για το καθ’ ημάς  Athens Confidential και για το Greek Tabloid, εφόσον βρεθεί ο κατάλληλος james Ellroy· για το Chinatown, με τον ανάλογο Πολάνσκι· ίσως για το “Χέρια πάνω απ’ την πόλη”, με τον κατάλληλο Φραντσέσκο Ρόσσι. Για ένα μυθιστόρημα larger than life, σκοτεινό, πικρό, βίαιο, για ένα χρονικό εξαθλίωσης και πτώσης.

Το Νέο Ελληνικό Μυθιστόρημα, της άγριας, σκοτεινής, διεφθαρμένης μητροπολιτικής Ελλάδας του 21ου αιώνα, θα ξεκινούσε με ό,τι έγραφε εξήντα χρόνια νωρίτερα, στην Καλιφόρνια, ένας μεγάλος συγγραφέας για τον πλούτο: «Το χρήμα σε μεγάλες ποσότητες τείνει να αποκτά δική του ζωή, ακόμη και συνείδηση.» (Ρ. Τσάντλερ, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός). Και θα τέλειωνε με μια σκοτεινή ελεγεία, με τον καθ’ ημάς μέγιστο ψυχογράφο των Αθηνών του 1896, με τον Ξεπεσμένο Δερβίση του Αλ. Παπαδιαμάντη:  «Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ (Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει). Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ.  (Χαρά σ’ εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει, τον κόσμον αυτό).»

«Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής…»
Η Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν να γράφτηκε για τον καιρό μας τον δύσκολο. Αντηχεί τον μακρύ ιστορικό χρόνο, ενοποιεί την παιδική Εδέμ με το παρόν, ανοίγει παράθυρο στην ελπίδα και την καταλαγή.

Την χρειαζόμαστε την ποίηση αυτό τον καιρό, χρειαζόμαστε την αίσθηση της μακράς διάρκειας αυτές τις μέρες, καθώς γυρνάμε στη γη, αντικρίζουμε ουρανό και αγριολούλουδα, μυρίζουμε φρέσκο χώμα· καθώς αφήνουμε πίσω μας το άστυ, την ύφεση, τη δυσθυμία, το αβέβαιο παρόν. Στην ολάνθιστη φύση του “ξανθού Απρίλη” ―ας μην είναι δάσος και λειμώνας, ας είναι κηπάριο, μια ταπεινή αυλή― συντροφεμένοι από οικογένειες και φίλους, αφήνουμε πίσω το παρόν, και ανοιγόμαστε στο μέλλον. Τη χρειαζόμαστε τούτη την ηθογραφία.

Συνωστιζόμαστε σε διόδια και λιμάνια, σε αεροδρόμια, σταθμούς. Πλέουμε, πετάμε, οδεύουμε προς μια φυσαλίδα χαρμόσυνου μέλλοντος, ανερχόμαστε από τον Αδη της πραγματικότητας προς το φως της γιορτής, προς το διαρκές τάμα να γιορτάζουμε το Πάσχα ρωμέικο, σε ραχούλες και βραχονησίδες, σε ρεματιές και πλατείες, σε Βρυξέλες, Σίδνεϊ, Σκιάθο, Νέα Υόρκη. Πάσχα ρωμέικο, βακχείας και χαρμολύπης, γιορτή ανθρώπων αντινομικών, αρχαίων, παράφορων, αλλοπρόσαλλων, που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο. Σαν να μας ιστορεί ακόμη ο Παπαδιαμάντης, όπως ιστορεί τον Κερκυραίο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικό μα πολέμιο του Πάπα, γαλουχημένο Δυτικό μα πολέμιο των Αγγλων, όστις τα «πατερμά του ήξευρε ρωμέικα» και τάμα είχε να πηγαίνει πεζός ως τον Πειραιά να αναστήσει.

Ετσι ακόμη. Μες στην ηθογραφία μας ζούμε, κάθε πόδι σ’ άλλη βάρκα. Κι έτσι εισβάλλουμε στο Πάσχα, λουζόμαστε το Φως.

Από καιρό με τριβελίζει ένα θέμα· να το πω, να το γράψω. Το πλαγιοκοπώ, το μισολέω, το ψιθυρίζω εδώ κι εκεί. Αλλά δεν το θέτω ευθέως. Από ντροπή, από φόβο, ή επειδή μας υπερβαίνει όλους, και τον γράφοντα και τους αναγνώστες.

Η αγάπη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.347 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: