You are currently browsing the tag archive for the ‘παιδί της Κατοχής’ tag.

Η δηλωθείσα πρόθεση του Βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον να κλείσει τα σύνορα της χώρας του αν και εφόσον κύματα Ελλήνων μεταναστών κατακλύσουν τη χώρα του, προκάλεσε ποικίλα σχόλια. Οι Ελληνες σχολιαστές αναρωτήθηκαν αν θα αποκλείσει και τους χιλιάδες Ελληνες φοιτητές των βρετανικών πανεπιστημίων που προσφέρουν το σπουδαστικό τους συνάλλαγμα, τους χιλιάδες Ελληνες επαγγελματίες που κάνουνε επιτυχημένες καριέρες στη Βρετανία, ή τους Ελληνες πλοιοκτήτες που εδρεύουν στο Λονδίνο.

Ο επιφανής ιστορικός Ρίτσαρντ Κλογκ, βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής περιπέτειας στον 20ό αιώνα, απάντησε με διαφορετικό τρόπο στον κ. Κάμερον. Mε άρθρο του στο London Review of Books, του υπενθύμισε ότι τα κρίσιμα χρόνια 1940-41, ο μοναδικός δρων σύμμαχος της Βρετανίας στην Ευρώπη, εναντίον των δυνάμεων του Αξονος, ήταν η μαχόμενη Ελλάδα. Ο κ. Κλογκ υπενθυμίζει επίσης στο διεθνές κοινό τι υπέστη η Ελλάδα από τον άνισο πόλεμο κατά των Ιταλών και Γερμανών και από την τριπλή κατοχή που ακολούθησε: το φρικτό τίμημα εξαιτίας του κατοχικού λιμού (τουλάχιστον 200 χιλιάδες νεκροί το 1941-43), τον αστρονομικό υπερπληθωρισμό (5.000 φορές μεγαλύτερο από τον ήδη γιγάντιο πληθωρισμό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης), τις ανυπολόγιστες καταστροφές των υποδομών. Υπενθυμίζονται όλα όσα θυμούνται ακόμη οι επιζώντες γονείς και παπππούδες, τα παιδιά του πολέμου και της Κατοχής, όλα όσα οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να γνωρίζουν επίσης, προτού εξαπολύσουν λαϊκιστικές κορώνες για πυροδότηση των ξενοφοβικών και αντιευρωπαϊκών ενστίκτων των μαζών, προς άγραν φτηνής δημοφιλίας.

Η κρίση εντός της Ευρώπης οδηγεί σε αναζωπύρωση μιας ρητορικής μίσους και αμνησίας, υπηρετούμενης ακόμη και από υπεύθυνους ηγέτες, όχι μόνο από λαϊκά ταμπλόιντ. Δυστυχώς η εγχώρια ηγεσία τα τελευταία χρόνια έχει συμβάλει τα μάλα στη δαιμονοποίηση και θυματοποίηση των Ελλήνων. Στα μάτια των Ευρωπαίων, η ανίκανη ηγεσία ταυτίζεται με το σύνολο των Ελλήνων.

Απ΄το παράθυρο ξεπροβάλλει ο τρούλλος των βυζαντινών Αγίων Θεοδώρων. Ο ήλιος μετά τη βροχή χύνεται στο ραφείο του κύριου Ν. και το μεταμορφώνει μαγικά σε περίτεχνη installation: τις στολές ναυάρχων στην κρεμάστρα, τις παροπλισμένες ραπτομηχανές, το τεράστιο άδειο χρηματοκιβώτιο, κληρονομιά του προηγούμενου ενοίκου, το γκαζάκι, τα φλυτζανάκια Illy, το σακουλάκι του καφεκοπτείου Αρμενάκου. Ο ευγενέστατος οικοδεσπότης, με γραβάτα, γιλέκο και κασκόλ, σερβίρει φρεσκοψημένο καφέ. Στο αυτοσχέδιο σαλονάκι, ο κύριος Γιώργος, μέγας καλλιτέχνης στο ψαλίδι, από τους τελευταίους τεχνίτες της ραπτικής, χαμογελάει ― όπως πάντα. Τουίντ σακάκι, πουλόβερ, γραβάτα, μουστάκι. Κάνει μια περίληψη της ζωής του, περίληψη της μεταπολεμικής Ελλάδας:

Δουλεύω από δώδεκα χρονώ κι είμαι εβδομήντα εφτά, Σάββατο τέλειωσα το σχολείο, Δευτέρα πρωί έπιασα δουλειά. Στην Αθήνα ήρθα το ’53, μέναμε Σόλωνος 99, από κάτω πουλούσαν πιάνα, είχε κοριούς, παλεύαμε όλη νύχτα. Δεν σταμάτησα ούτε μια μέρα, μια φορά, ήμουν μάστορας, τσακώθηκα μες στο μαγαζί με συνάδελφο για δουλειά, κι έφυγα από κει. Κατεβαίνω στη Σταδίου, περνάει ο Παναγιώτης ο Αθανασάκης, μεγάλο ραφείο, μου λέει Γιώργο, πώς πάει; Πώς να πάει, έτσι κι έτσι… Αύριο έρχεσαι σε μένα. Ούτε μια μέρα δεν πρόλαβα να κάτσω. Από το ’56 είχα δικό μου μαγαζί στην πλατεία Καρύτση, δεν έφυγα ποτέ από ‘κει, την αγαπάω την Αθήνα, πήγα στη σχολή, δύο ψαλίδια έμαθα, γερμανικό, γαλλικό, ελάχιστοι ήξεραν ψαλίδι να βγάλουν ατομικό πατρόν στον πελάτη, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, έφτιαξα το περιβόλι το πατρικό κάτω στο χωριό, πορτοκαλιές, λεμονιές, πήρα σπίτι, σπούδασα τα παιδιά, δόξα τω Θεώ, χίλια κοστούμια το χρόνο έφτασα, είχα μαστόρους, κάλφες, βοηθούς, τις γιορτές ξενυχτούσαμε να παραδώσουμε, έχω ράψει όλο τον Αρειο Πάγο, τραπεζίτες, εφοπλιστάς, γιατρούς, όλα με τη βελόνα τα ‘κανα. Είμαι παιδί της Κατοχής, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, αλλά τώρα δεν ξέρω τι γίνεται, κύριε Νίκο, έκλεισα το μαγαζί τον Ιούνιο, είπα με τη γυναίκα μου παίρνουμε δύο συντάξεις, σπίτι έχουμε, χωριό έχουμε, δεν έχουμε ανάγκη. Δεν λογάριαζα ότι το παιδί μου θα χάσει τη δουλειά του, και η γυναίκα του το ίδιο, ανέλαβα το δάνειό τους, τους βοηθάω όπως μπορώ, φόροι, χαράτσια, ξανάπιασα τη βελόνα, Ιούνιο σταμάτησα, Σεπτέμβριο ξανάπιασα. Δεν σκοτίζομαι πια για μένα, από δώδεκα χρονώ δουλεύω, για τα παιδιά λέω, πού παει η Ελλάδα. Ωραίο πράγμα η οικογένεια, μου λέει η εγγόνα μου, τριώ χρονώ, παππού να φέρεις πορτοκάλια και αυγά…

Χαμογελάει μες στο ηλιόφως του Φλεβάρη ο κύριος Γιώργος, πάντα χαμογελάει όταν αφηγείται τη ζωή των Ελλήνων που έχτισαν τα πάντα από ερείπια και στάχτες, δουλεύοντας ακαταπαύστως ακόμη και τώρα στα εβδομήντα επτά τους στηρίζοντας παιδιά και εγγόνια. Η αφήγησή του, σμιλεμένη σε πέτρα, μου θυμίζει μια μακριά αλυσίδα παρόμοιων ιστοριών, που έχω ακούσει από τη μάνα μου, τις θειες μου, τον πατέρα μου, την πεθερά μου, τα παιδιά της Κατοχής που φιλάνε ακόμη το ψωμί όταν πέσει χάμω, που σπούδασαν παιδιά, τα προίκισαν, έχτισαν σπίτια, περιβόλια, πεζούλες, δρόμους, συνοικίες και προάστια, υπέμειναν εμφύλιο και δικτατορία, στερέωσαν δημοκρατία, κι έφτασαν στη σύνταξη, χωρίς εφάπαξ, όχι με τριακαντοπενταετία αλλά με σαράντα, πενήντα και εξήντα χρόνια δουλειάς, ελευθεροεπαγγελματίες και τεχνίτες με δεκαετίες ασθμαίνουσες ανασφάλιστες. Αυτοί οι άνθρωποι, γονείς και παππούδες, όσοι ζουν πλάι μας ακόμη, δεν παραπονιούνται, δεν βαρηγκομάνε, θυμούνται με αγαλλίαση τα χρόνια του ’50 και του ’60, τα αστικά γλεντάκια, τις μαρίδες και τις μπίρες, τους γάμους και τα βαφτίσια, τα γήπεδα, τα πανηγύρια στο χωριό, το ταγέρ που ράψανε, την καμπαρντίνα και την ρεπούμπλικα, εκ του υπερηφάνου υστερήματος. Ζούσαν καμαρώνοντας παιδιά και εγγόνια, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τα ανοίγματά τους και τις μικροσπατάλες τους, μουρμουρίζοντας κάθε τόσο ένα ξόρκι «να μην ξανάρθει Κατοχή».

Το ξόρκι δεν έπιασε. Στας δυσμάς του βίου τους, βίου κοπιώδους πλην ανοδικού και ελπιδοφόρου, αυτές οι απλές καρδιές, σαν τον κύριο Γιώργο, σαν τη φλωμπερική Φελισιτέ, σαν τους παπαδιαμαντικούς θυμόσοφους που καπνίζουν το τσιμπούκι τους σε ρόδινα ακρογιάλια, οι απλές καρδιές αντικρίζουν πάλι την εξορισμένη δυσχέρεια και στενοχωρούνται για τα παιδιά τους, για την Αθήνα που σπαράσσεται και φλέγεται, για την Ελλάδα που γονατίζει. Κι εμείς; Εμείς παίρνουμε δύναμη απ’ τη δύναμη του παραδείγματός τους.

φωτ.: Αγιοι Θεόδωροι, πλατεία Κλαυθμώνος

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 5 days ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 1 week ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 1 week ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 3 weeks ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.393 hits
Αρέσει σε %d bloggers: