You are currently browsing the tag archive for the ‘πίστη’ tag.

andros_1

 

Καμιά φορά αρκούν δυο φωτάκια για να σχίσουν μέσα μας τη βαριά αθυμία, να ανοίξουν παράθυρο στην αισιοδοξία, να ξαναφέρουν την πίστη. Πίστη στη ζωή, στο θαύμα της· πίστη στις δυνάμεις μας· θάρρος ενώπιον του μέλλοντος.

Ενα φωτογραφικό λεύκωμα και ένα μουσικοθεατρικό έργο. Φτιαγμένα από σημερινούς ανθρώπους, αντλημένα από το βιωμένο παρελθόν ή απ’ τη λόγια παράδοση, απευθυνόμενα στους συνανθρώπους του σήμερα, στο θυμικό και τον νου αξεχώριστα, φτιαγμένα για να συγκινήσουν αλλά και για να προκαλέσουν στοχασμό, επώδυνο ίσως αλλά δημιουργικό, ενδεχομένως λυτρωτικό.

Το λεύκωμα το πρόσφερε το ευαίσθητο βλέμμα της Μαρίνας Καραγάτση: «Διαδρομές στην Ανδρο του ’70» (εκδ. Αγρα). Ασκημένο βλέμμα επίσης: η κυρία Καραγάτση έχει μάθει να βλέπει σαν ζωγράφος και σαν συγγραφέας, εκ μητρός και εκ πατρός. Οι φωτογραφίες της αφηγούνται την Ανδρο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: το νησί, τη Χώρα, τα ξωκλήσια, τα χτίσματα, μα προ πάντων τους ανθρώπους και τη ζωή, τη ζωή της καθεμέρας και της γιορτής, τη ζωή των παιδιών του σχολείου, τη ζωή των πανηγυριών και των εσπερινών, των παρελάσεων, της αγοράς, του καφενείου.

Συμβαίνει βέβαια, εκείνη τη δεκαετία να ζω κι εγώ στις Κυκλάδες, στην ολοχρονίς Σύρο και στη θερινή Μύκονο, άρα αυτό το σπαρταριστό ντοκυμαντέρ της κας Καραγάτση από τη γειτόνισσα Ανδρο το παίρνω σαν ντοκυμαντέρ της δικής μου ζωής. Εντούτοις, δεν είναι μόνο δική μου εμπειρία, αισθητική, πνευματική, συναισθηματική, αυτή η διαβίωση, αυτή η διαμονή· είναι κοινή εμπειρία πολλών Ελλήνων, ώριμων και μεσήλικων σήμερα, είναι το κοινό θρεπτικό υλικό πάνω στο οποίο βλάστησαν άνθη και αγκάθια. Μερικές σκέψεις λοιπόν:

Η Ανδρος της Μαρίνας Καραγάτση, χωρίς να έχει ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές φιλοδοξίες, διασώζει την Ελλάδα του μεταίχμιου, τη στιγμή που σβήνει ο παλιός κόσμος και αναδύεται φουριόζος ο νέος. Η ζωή στις Κυκλάδες έως και το ’70 ήταν περίπου ίδια με τη ζωή του 16ου ή του 19ου αιώνα ― εννοώ στη βίωση του κυκλικού χρόνου, στο νιώσιμο των εποχών και των γυρισμάτων του καιρού, στις τελετές και τα έθιμα. Είναι σαν τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη: στα ονόματα των γυναικών (Μαρουσώ, Μοσχούλα, Ορσα, Μηλιά, Φρατζέσκα), στη λαλιά, στα βλέμματα, στα μάλλινα, στα κασκέτα.

Εχει εν τω μεταξύ μπει ο ατμός, ο τηλέγραφος, ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο και δειλά η ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά όλα τ’ άλλα παρέμεναν λίγο-πολύ απαράλλαχτα και στέρεα, αυτάρκη και ολιγαρκή, λίγα και δύσκολα. Ακόμη και η Αθήνα απεκαλείτο «ξενιτιά», παρότι ήταν πρακτικά μια εποικισμένη ενδοχώρα των νησιωτών. Ο τουρισμός δεν είχε προφτάσει να κυριεύσει δια του πλούτου τις μικροκοινωνίες και να επιβάλει τη δική του πρώιμη παγκοσμιοποίηση.

Ολα αυτά τα αναγνωρίζεις στις φωτογραφίες του βιβλίου. Αναγνωρίζεις παλαιούς ανθρώπους, καθαρά βλέμματα, τράπεζες πανηγυριών, υπαίθριο βίο σε μουράγια και αυλές ορεινών ναϊσκων, αχειροποίητες ξερολιθιές, πλακόστρωτους δρόμους, θάλασσα, θάλασσα. Εδώ κι εκεί, το μεταίχμιο: σε μερικά ρούχα, σε χτενίσματα, στα βλέμματα των νεαρών, σπαθίζει ο καινούργιος κόσμος, το μέλλον που επελαύνει.

Σαράντα χρόνια από την ανδριακή ψυχογεωγραφία του ’70, ο σημερινός Ελληνας δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον τόπο, τους ανθρώπους, τον βίο. Ακόμη κι όσοι έζησαν αυτά τα μεταιχμιακά χρόνια. Κι όμως η περιπλάνηση σε αυτά τα ψυχοπνευματικά, πολιτισμικά τοπία, πολύ περισσότερο από νοσταλγία και συγκίνηση, προσφέρει ευκαιρίες αυτογνωσίας και τοποθέτησης εν χώρω και χρόνω, αυτό που έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τώρα στο δικό μας δραματικό μεταίχμιο.

Με αυτή τη δίψα πήγα να παρακολουθήσω προχθές την όπερα «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη. Και ξεδίψασα. Ο Κουμεντάκης της Τήνου συνάντησε τη Φραγκογιαννού της Σκιάθου· αναμετρήθηκε με το πιο στοιχειωμένο κείμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, μια σπουδή στο κακό και το δαιμονικό, στο μεταιχμιακό πρόσωπο, μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου. Καταδύθηκε στο πνεύμα του Παπαδιαμάντη, στη μουσική της πρόζας του, και ανέσυρε νανουρίσματα, μοιρολόγια, πολυφωνικά ρίγη, δημώδεις θησαυρούς, αρχαίες τραγωδίες, μαζί με τρόπους και ήχους του 21ου αιώνα.

Το εγχείρημά του έχει ιδιαίτερη αξία διότι κατορθώνει μια τολμηρή και λυσιτελή ανανέωση της παράδοσης, διότι κατορθώνει τη δική του σφριγηλή παράδοση, ορίζει νέα στάνταρ στο μουσικό θέατρο και τις παραστατικές τέχνες, ανάλογα με τις συνεισφορές των Κουν, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, του παλαιού του συνεργάτη Δ. Παπαϊωάννου.

Πέρα όμως από την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της όπερας «Φόνισσα», έχει ιδιαίτερη σημασία το τι , το πού, το πότε συμβαίνει., ποιος το πράττει Ο Κουμεντάκης είναι αναμφίβολα από τους πιο προικισμένους και καταρτισμένους καλλιτέχνες της γενιάς του (γ. 1959), αλλά ταυτόχρονα είναι ιστορικό πρόσωπο, δημιουργός και καθολικός διανοούμενος. Αντλεί από την παράδοση και την παγκοσμιότητα, αλλά και από το τοπικό και το βαθύ, το κρυμμένο. Η εργασία του, η στάση του, η σιωπή και ο λόγος του, ως όλον, φανερώνουν πίστη στη ζωή, μεταδίδουν πίστη, εγκαρδιώνουν.

Η όπερα «Φόνισσα» ως συμβάν του μεταιχμιακού 2014 στην πληγωμένη Ελλάδα λέει και αυτό: μες στην αθυμία και την πίκρα των Ελλήνων, μες στον φόβο, μες στην αναρώτηση της γραίας Χαδούλας περί του αίματος, ακούγεται η αγγελική πολυφωνία, «Παράγγειλέ μου, μάτια μου, το πόθε θέλεις να ‘ρθεις, να στρώσω ρόδα στα βουνά, τριαντάφυλλα στους κάμπους». Λύτρωση και υπόσχεση.

φωτ.: Μαρίνα Καραγάτση, Ανδρος, Καθαρή Δευτέρα, 1977.
Advertisements

H ομιλία και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μακροσκελείς και αναλυτικές. Οι προτάσεις του για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για ανάσχεση της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν αρκούντως λεπτομερείς και κοστολογημένες, ενταγμένες σε ένα ενιαίο σχέδιο ανασυγκρότησης. Το σχέδιο Τσίπρα μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική, καλόπιστα ή κακόπιστα, να ελεγχθεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητά του, να βρεθεί λίγο ή υπερβολικό, να χαρακτηριστεί παροχολάγνο ή μετριοπαθές, μετακεϋνσιανό ή σοσιαλδημοκρατκό, οτιδήποτε μπορεί να του προσαφθεί. Είναι όμως ένα σχέδιο, αυτοφυές, αυτόχθον, συνταγμένο από Ελληνες και προσανατολισμένο στην ελληνική κοινωνία τού σημερα, στις ανάγκες της και στις δυνατότητες της, στις αντοχές της και στις προσδοκίες της. Είναι το μοναδικό ελληνικό σχέδιο στα τεσσεράμιση χρόνια της δοκιμασίας. Είναι μια αρχή.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της ομιλίας Τσίπρα είναι η πρόσκληση ευθύνης που απηύθυνε στον ελληνικό λαό, διττά: ευθύνη που είναι έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος και η παράταξή του, ευθύνη που οφείλει να αναλάβει ο ελληνικός λαός απέναντι στον εαυτό του, στα παιδιά του, στην πατρίδα του. Εντόπισε ορθώς το έλλειμμα πίστης των Ελλήνων στις δυνάμεις τους, μέσα από το σοκ της κρίσης, την έλλειψη πίστης στη συλλογική δράση, την καχυποψία προς το δημοκρατικό κράτος, την δυσφορία προς την πολιτική, την λιποψυχία. Περιέγραψε έναν δύσβατο δρόμο. Διέγνωσε την πληγή του διχασμού πάνω στο κοινωνικό σώμα και τις τρέχουσες αδυναμίες της δημοκρατίας. Και μίλησε προς όλους τους Ελληνες, ενωτικά και συμπεριληπτικά. Μίλησε για τη χαμένη πίστη.

Κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση, αυτά τα μηνύματα, πλήρη ενσυναίσθησης και πραγματισμού, είναι τα στοιχεία που ξεχώρισαν. Είναι μηνύματα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να μεταβάλουν την αμυντική και μοιρολατρική στάση σε στάση ενεργητική και δημιουργική. Διότι επιστρέφει στη λησμονημένη ή μισοσκεπασμένη ουσία της πολιτικής στις δημοκρατίες: οι άνθρωποι είναι τα δρώντα υποκείμενα, η βούλησή τους είναι η κινώσα δύναμη, οι ικανότητές τους είναι το πολύτιμο κεφάλαιο. Ασφαλώς ο τεχνοκρατικός πραγματισμός είναι χρήσιμος και απαραίτητος, αλλά χωρίς τη βούληση, το κοινό σχέδιο και τον κοινό σκοπό, χωρίς την πίστη στον συλλογικό εαυτό, καμία παραγωγική μηχανή, καμία οικονομία δεν μπορεί να επανεκκινήσει.

Τα τεχνοκρατικά σχέδια θα χρειαστεί να αλλάξουν, να προσαρμοστούν δυναμικά, θα τεθούν νέες ιεραρχήσεις. Αλλά ο ελληνικός λαός τούτη τη στιγμή έχει μεγαλύτερη ανάγκη την καθαρή πολιτική σκέψη, την ενεργό βούληση, τη στοχοθεσία, το όραμα, πάντα μαζί με την ξεκάθαρη επίγνωση των δυσχερειών και των προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδειξε την πιο ουσιαστική ωρίμανση έως τώρα, και μάλιστα γρήγορη ως προς τον χρόνο που του δόθηκε.

Ο Τσίπρας το Σάββατο κατάφερε να διασκεδάσει θεμιτούς φόβους, να καταθησυχάσει τους δικαιολογημένα επιφυλακτικούς, να συμπεριλάβει. Μετά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη, μετά τις πολυσυζητημένες επισκέψεις του στο Αγιο Ορος και το Κόμο, έδειξε αυτοπεποίθηση και πραγματισμό. Βέβαια, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν: καθώς θα πλησιάζει προς την εξουσία, τα εμπόδια θα πληθαίνουν, η ίδια η εξουσία είναι Κίρκη και σαγήνη. Ο λόγος του θα χρειαστεί να είναι όλο και περισότερο ειλικρινής, διεισδυτικός, σκληρός, αλλά και εμψυχωτικός. Το Σάββατο δεν το είπε, αλλά σύντομα τον φαντάζομαι να λέει: Θα ξεκινήσουμε με μια δίκαιη φτώχεια, με πλήρη αξιοπρέπεια, κι ο δρόμος θα είναι ποτισμένος με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.

Πραγματισμός, ευθύνη, πίστις, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η πίστις.

Το σαββατοκύριακο σφραγίστηκε πολιτικά από την ομιλία του πρωθυπουργού και του αντιπροέδρου της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την ανά Σεπτέμβριο παράδοση προγραμματικών εξαγγελιών. Η αναμενόμενη προγραμματική ομιλία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το ερχόμενο Σάββατο, θα ολοκληρώσει αυτή την ενιαύσια τελετή.

Κάθε τέτοιος Σεπτέμβριος έχει τη σημασία του, αλλά ο φετινός ξεχωρίζει: με τις ευρωεκλογές ακόμη νωπές, το πολιτικό περιβάλλον εξακολουθεί να είναι φορτισμένο και αβέβαιο. Η χώρα βρίσκεται για περισσότερα από τέσσερα χρόνια σε ιστορική καμπή, κατά την οποία οι πολίτες έχουν υποφέρει τις συνέπειες της πτώχευσης, βιωμένες όχι μόνο ως οικονομική υποβάθμιση, αλλά πολύ περισσότερο ως ανασφάλεια, αβεβαιότητα, αδυναμία κατά τον σχεδιασμό του βίου.

Η περιρρέουσα και αυξανόμενη διεθνής αβεβαιότητα εξηγεί ώς ένα βαθμό τα εγχώρια βάσανα, αλλά ουδόλως παρηγορεί, αντιθέτως επιτείνει την αγωνία. Ασφαλώς η Ελλάδα δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά τη συνολική ευρωπαϊκή πολιτική, πόσω μάλλον το γεωπολιτικό ντόμινο στη Μαύρη Θαλασσα ή τη Μέση Ανατολή. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι η όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη διευθέτηση των εγχώριων δομικών δυσλειτουργιών. Η ανασυγκρότηση και ο επανασχεδιασμός του παραγωγικού ιστού, η αναζωογόνηση της δημοκρατίας και του κράτους, η ανάκτηση μιας συλλογικής διάνοιας με την αναγκαία συνοχή. Προ πάντων η ανάκτηση της συλλογικής αυτοπεποίθησης, η οποία τόσο καίρια έχει τρωθεί. Αυτό κυρίως.

Αν θα έπρεπε να περιγράψουμε με μια λέξη την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, θα λέγαμε: ορφάνια. Μοναξιά, σύγχυση, απώλεια σκοπού και μέσων, ζάλη. Ορφάνια. Οχι μόνο χωρίς ηγεσία, που είναι το προφανές, αλλά χωρίς πλαίσιο, χωρίς σκελετό, χωρίς οδηγά σημεία. Το σοκ της κρίσης και η συνεχιζόμενη και αυξανόμενη δυσπραγία έχουν αφήσει βαθιά σημάδια στο σώμα της κοινωνίας. Η απώλεια της πίστης στις ατομικές και συλλογικές δυνάμεις διαμορφώνει μια στάση αδράνειας, με την ελάχιστη δυνατή ενεργητικότητα, με εσωστρέφεια, αν όχι με πικρία, με δυσπιστία για τις όποιες δυνατότητες αντίδρασης. Από την τέτοια εσωτερίκευση της αδράνειας και της καθολικής άμυνας, ως έκφραση αυτοσυντήρησης, πηγάζει και η αυξανόμενη δυσπιστία προς τις πολιτικές δυνατότητες υπέρβασης της κρίσης, η απόσυρση από την πολιτική και από τη δημόσια σφαίρα. Η μείωση της προσέλευσης εκλογέων στις κάλπες του 2014 ήταν ενδεικτική.

Ακόμη όμως κι αν παραβλέψουμε την αυξανόμενη εκλογική αποχή, ως πρόσκαιρη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το μούδιασμα που διακατέχει το κοινωνικό σώμα· ένα είδος παράλυσης. Πρόκειται για το πιο φανερό σύμπτωμα του αισθήματος ορφάνιας που προαναφέραμε.

Οποιαδήποτε πολιτική πρόταση, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα, που φιλοδοξούν να τεθούν ενώπιον του λαού και να ηγεμονεύσουν, πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους αυτό το συλλογικό αίσθημα και τα συμπτώματά του. Μόνο εντοπίζοντας τις εστίες, μόνο αίροντας τις γενεσιουργούς αιτίες, μόνο απαντώντας ολοκληρωμένα και συνολικά, μόνο τότε ένα πολιτικό πρόγραμμα θα είναι σε θέση να μεταδώσει τις αλήθειες του και τις προτάσεις του. Και μόνο εφόσον μπορέσει να εμπνεύσει πίστη στον πολίτη, πίστη στον εαυτό και στους άλλους.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος επανεκκίνησης εν κινήσει. Διότι φυσικά ουδέποτε σταματά η ζωή, ακόμη κι όταν φαίνεται παγωμένη· και διότι ένας λαός δεν ορφανεύει από πατέρα, αλλά από τη συνείδηση του εαυτού του και των ιστορικών δυνατοτήτων.

Ο Σεπτέμβρης, μεταβατικός και ερεθιστικός για ανασύνταξη καθώς είναι, ας γίνει αφετηρία.

KAL_CN_2406207_11 001

Αλέξη Τσίπρα, πιστεύεις στον Θεό; Το ερώτημα απευθύνθηκε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τη συμπολίτευση και ακολούθως από ορισμένους ιεράρχες. Οι ερωτώντες υποστηρίζουν ή υπονοούν ότι από την απάντηση του κ. Τσίπρα (ήδη δοθείσα άλλωστε σε ανύποπτο χρόνο) οι Ελληνες πολίτες θα κρίνουν αν είναι κατάλληλος για πρωθυπουργός ― ένα ιδιότυπο γκάλοπ, δηλαδή, για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, βασισμένο σε ερώτηση με «παγίδες».

Είναι προφανές ότι τέτοιο ερώτημα βάζει την ήδη εύθραυστη δημοκρατία μας σε τροχιά παραοθωμανικής θεοκρατίας, ήκιστα χριστιανικής και ήκιστα διαφωτιστικής ταυτοχρόνως. Προξενεί αλγεινή εντύπωση δε ότι τέτοιο ερώτημα δεν ετέθη από κάποιον γραφικό ζηλωτή, αλλά από πολιτικό οργανισμό που αντλεί από τον φιλελευθερισμό.

Είναι προφανές επίσης, ότι κανείς πιστός χριστιανός δεν συμμερίζεται τις ερωτήσεις του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, πολύ περισσότερο αν τίθενται για πολιτική εκμετάλλευση. Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος το εξέφρασε έτσι: «Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι οποίες είναι σεβαστές και ανεξάρτητες από την ιδιότητα που φέρει ο καθένας. Ο λαός κρίνει αν αύριο μπορεί να είναι κάποιος Πρωθυπουργός. Όμως υπάρχει ελευθερία στα πιστεύω του καθενός».

Αντιθέτως ο Αλεξανδρουπόλεως Ανθιμος και ο Πειραιώς Σεραφείμ κάλεσαν τον Αλέξη Τσίπρα να ομολογήσει δημοσίως τον αθεϊσμό του. Ο Πειραιώς μάλιστα τον κάλεσε να πάρει θέση στο ερώτημα της Δημιουργίας, όπως τίθεται συχνά-πυκνά από τους «δημιουργιστές» φονταμενταλιστές στις ΗΠΑ, προκειμένου να του επιτραπεί να αναλάβει τη διακυβέρνηση, και εν συνεχεία προεξόφλησε κάθε απάντηση χρησιμοποιώντας τα λόγια του Ντοστογιέφσκι: «χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται».

Περιττόν ειπείν, στην κάλπη δεν εκλέγεται γέροντας αλλά βουλευτής, ο πολιτικός ηγέτης δεν εκλέγεται βάσει της θρησκευτικής του πίστης, αλλά βάσει των πολιτικών ιδεών και ικανοτήτων του, και βεβαίως βάσει των προσδοκιών εκάστου εκλογέως. Ο Πειραιώς Σεραφείμ και οι ομοϊδεάτες του αντιλαμβάνονται την Ελλάδα ως ιδιότυπο θεοκρατούμενο κράτος συγκροτούμενο από ομοειδείς πιστούς, μέλη ενός περιούσιου λαού, ενιαίου και αμετάβλητου. Είναι εκτός πραγματικότητας. Ναι μεν η Ορθοδοξία είναι η συνταγματικώς αναγνωρισμένη επικρατούσα θρησκεία, αλλά όχι η υποχρεωτική. Η πίστη δεν επιβάλλεται με νόμους και καταναγκασμό. Πολύ περισσότερο, όπως λέγει ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «Τι το όφελος αδελφοί μου, εάν πίστιν λέγη τις έχειν, έργα δε μη έχη; […] Η πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά εστί καθ’ εαυτήν».

Ο κοσμικός ηγέτης εγκαλείται για τα έργα του και όχι για την πίστη του, για την αρετή του και όχι για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, για το πώς μπορεί να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και όχι πώς να τους προσηλυτίσει.
Ας δούμε όμως και τι λέει ο Ντοστογιέφσκι περί πίστης. Στους «Δαιμονισμένους», ο σκληροτράχηλος μηδενιστής Σταυρόγκιν αποσυναρμολογεί τον εθνικιστή Σατώφ στον μνημειώδη διάλογο περί πίστης. Πιστεύεις στον Θεό; τον ρωτά. Ο Σατώφ: Πιστεύω στη Ρωσία, πιστεύω στην Ορθοδοξία, πιστεύω ότι η Δευτέρα Παρουσία θα γίνει στη Ρωσία… Επιμένει ο Σταυρόγκιν: Στον Θεό, πιστεύεις στον Θεό; Ο Σατώφ καταρρέει: Θα πιστέψω στον Θεό…

Ο μηδενιστής Σταυρόγκιν ξεγυμνώνει την «πίστη» του Σατώφ, την προβαλλόμενη μόνο ως δεκανίκι του πανρωσισμού του. Τέτοια χρήση της χριστιανικής πίστης έγινε στα αναμορφωτήρια του Εμφυλίου, τέτοια πίστη επεκαλούντο οι χουντικοί συνταγματάρχες και οι βασανιστές· τα έργα τους ωστόσο άλλα μαρτυρούσαν, έναν βίο κατενάντιο στη χριστιανική μαρτυρία. «Τι με πειράζετε, υποκριταί; […] απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ.»

φωτ.: Στράτος Καλαφάτης

large-1

«Γεννήθηκα το 1939· λίγους μήνες αφότου γεννήθηκα, στη Βόρειο Κέρκυρα, ο πατέρας μου πέρασε απέναντι να πολεμήσει στο αλβανικό. Θέλω να ρωτήσω κάτι. Γράφατε προ εβδομάδων: «Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.» Για την ελπίδα θέλω να ρωτήσω. Πείτε μου, είμαι 74 ετών, γι΄αυτό ξεκίνησα με την ηλικία μου, θα δω την ελπίδα να βγαίνει μπροστά; Δεν με νοιάζει για μένα, για τα εγγόνια μου με νοιάζει.»

Στα λόγια, αυτά και άλλα πολλά, του ευγενούς συνομιλητή αντηχούσαν οι αρετές πολλών Ελλήνων του τρομερού εικοστού αιώνα. Το λιτοδίαιτο, η καρτερία, η αντοχή, η ιστορική συνείδηση, η δίψα της ζωής, η αγάπη της ζωής, η ευθύνη έναντι των επομένων γενεών, η επίγνωση της διαδοχής και της συνέχειας. Και η αναζήτηση της ψυχικής ύλης πάνω στην οποία οικοδομείται κοινός βίος· η ελπίδα.

Διαβεβαίωσα τον συνομιλητή μου (σαν να είχα τάχα μου το δικαίωμα και τη δυνατότητα…) ότι θα δει, θα δούμε, το ξεμύτισμα της ελπίδας. Λίγο αργότερα όμως σκεφτόμουν ότι όταν μιλάμε για την ελπίδα με τέτοια λαχτάρα, τόσο έντονα, τόσο εμφατικά, γι’ αυτό το κρυμμένο φωτάκι που θα σπαθίσει τον ζόφο, είναι γιατί λείπει η πίστη, γιατί ξεχειλίζει η απόγνωση. Η ελπίδα είναι πέραν του έλλογου, πέραν του υπολογίσιμου, πέρα ακόμη κι απ’ την πίστη. Η πίστη δομείται και θερμαίνει, παρέχει σκελετό και καύσιμο, ακόμη κι όταν απολήγει σε μορφές του μεσσιανικού, ακόμη κι όταν απολήγει σε φανατισμό.

Η ελπίδα είναι το έκτυπο της απελπισίας. Υπάρχει όσο και το αρνητικό της, και μόνο ταυτοχρόνως. Οταν έχεις χάσει τις έλλογες προϋποθέσεις και την πίστη, τότε απομένει η ελπίδα, η αναμονή του θαύματος, της ανατροπής. Είναι το κλισέ που μουρμουράμε σαν ξόρκι ενώπιον ερειπίων σεισμών: η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.

Ο χριστιανισμός τις έβαλε αδελφές, θυγατέρες της Σοφίας: την Πίστη, την Ελπίδα, την Αγάπη. Μα δεν είναι ισοδύναμες. Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αναλύοντας την ενάρετο τριάδα, για μεν την πίστη λέγει κατηγορηματικά: «Η μεν γαρ πάντα δύναται και ποιείν, και δημιουργείν» ― η πίστη μπορεί να κάνει τα πάντα. Για την ελπίδα είναι λιγότερο απόλυτος και πιο παρηγορητικός: «την δε έλεος Θεού περικυκλοί, και ακαταίσχυντον ποιεί» ― η ελπίδα περικυκλώνει τον άνθρωπο με το έλεος του Θεού και δεν καταισχύνει τον ελπίζοντα.

Ιδού όμως: ο Σιναΐτης περιγράφοντας τις ενέργειες της ελπίδας, σκιτσάρει τον προνεωτερικό άνθρωπο υπό την σκέπη της Θείας Πρόνοιας, αλλά ταυτοχρόνως μάς βάζει στον κόσμο της νεωτερικής ατομικότητας, της αξιοπρέπειας του προσώπου: η ελπίδα προστατεύει από την καταισχύνη, την ντροπή. Οπως ακριβώς ακούγεται στη Θεία Λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογία την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα». Ο πόνος, η ντροπή, η αμάχη, αυτά ευχόμαστε πρώτα να μείνουν μακριά από τη ζωή, προτού καν φτάσουμε ενώπιον του τελικού κριτή, στα έσχατα του χρόνου.

Η ελπίδα, παρ’ όλους τους περιορισμούς της, είναι μια ουσία της ανθρωπινότητας, αυτή που προστατεύει από την καταισχύνη, την απαξίωση του ανθρώπου ενώπιον του εαυτού του και των άλλων, αυτή που αποτρέπει ή απαλύνει την εσωτερική πτώση, και αναζωπυρώνει την πίστη στον δημιουργικό εαυτό, που ανασύρει κρυμμένες δυνάμεις και περικυκλώνει σαν ασπίδα ελέους· ελέους Θεού και ελέους καθάρσεως της τραγωδίας.

«Eστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Ακουσα τον ορισμό της πίστεως κατά τον Απόστολο Παύλο στο ραδιόφωνο, ψάχνοντας μουσικές ανάμεσα σε καθηλωμένα αυτοκίνητα. Θαύμασα τη διατύπωση, σαφή αλλά και ευρεία· πατάει στον ορατό κόσμο, ανοίγεται στη ζωή με τα ελπιζόμενα, αλλά κρατάει ανοιχτή και τη δυνατότητα για έλεγχο των ου βλεπομένων.

Καθώς ο χαμηλός ήλιος του Δεκέμβρη, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, έπεφτε στα μάτια μου και δεν έβλεπα, κράτησα το πρώτο μέρος, την ελπιζομένων υπόστασιν· αυτήν είχα ανάγκη για να βγάλω τη μέρα, αυτήν είχα ανάγκη για να βγάλω τον καιρό. Πίστη στη ζωή την ίδια, ελπίδα ζωής: γι’ αυτό διψούσε κάθε πόρος του δέρματός μου.

Να όμως που τα ου βλεπόμενα ήρθαν να με συναντήσουν από άλλη διαδρομή. Μόλις άνοιξα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, έπεσα πάνω στην ευχή από φίλο καλό για την ονομαστική εορτή: «Αγαπητέ Νίκο, σου εύχομαι χρόνια πολλά, δημιουργικά κι ευλογημένα. Όσο για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας μη λησμονούμε πως: Eστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων».

Μόλις είχα μισοχωνέψει τα ελπιζόμενα, και να, η παύλεια ρήση, ξαναφανερώνεται αμφίστομη, οξεία, πολυδύναμη. Μέσα σε λίγα λεπτά, η πίστη άνοιγε δυο φορές την πόρτα της ύπαρξης, συμπλήρωνε την κατανόησή μου της κατάστασης, υπενθύμιζε ότι ο περατός βίος ίσως είναι μισός και ακατανόητος χωρίς το μεταφυσικό συμπλήρωμα. Τα δυο ακούσματα μέσα σε λίγα λεπτά δεν ήταν πια σύμπτωση, ήταν φανέρωση, ήταν υπόδειξη για να δω το όλον: η ελπίδα φυτρώνει εδώ και τώρα, αλλά και συνεχώς ώς το επέκεινα· τα ορατά και τα αόρατα υπάρχουν εν όλω, μαζί, διαρκώς, είναι το παρόν και το μέλλον αδιάσπαστα, το διαρκώς διαφεύγον παρόν και το διαρκώς ερχόμενο μέλλον. Η ζωή μας είναι συνεχής, εδώ και εκεί, διαρκώς εμβαπτιζόμενη στα βάσανα και στην ελπίδα, σε δοκιμασίες και χαρές. Ποτέ δεν έχει ένα χρώμα, έναν τόνο.

Αν το πρώτο άκουσμα ήταν τυχαίο, το δεύτερο ήταν στοχευμένο· μου έγραφε ο φίλος: «Όσο για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας μη λησμονούμε…» Μου έλεγε να σταθώ, να ακούσω πιο προσεκτικά, μου υποδείκνυε έναν τρόπο να δω τον κόσμο και να τον αντέξω. Με οδηγούσε σε ένα άλλο βλέμμα· όπως ο ήλιος που μου ‘κλεινε τα μάτια με ανάγκασε να φορέσω μαύρα γυαλιά και να κατεβάσω το προστατευτικό, κι έβλεπα πάλι: Ο περιβάλλων ζόφος δεν είναι αδιαπέραστος, πάντα υπάρχει άνοιγμα στο τείχος της απογνώσεως, και όχι μόνο ένα. Η ελπίδα δίνει υπόσταση, ουσία και ύλη, στο διαρκώς εκτυλισσόμενο παρόν, για να το ζούμε· κι όσο για το διαρκώς ερχόμενο μέλλον, το ου βλεπόμενον, μπορούμε κι αυτό ακόμη να το ελέγχουμε, να του δίνουμε σχήμα κατά τις ανάγκες και τις προσδοκίες μας.

Η ζαριά του Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε και αποδιοργάνωσε. Τον ελληνικό λαό σίγουρα, ίσως και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ενεργώντας ως παράφρων μεταβλητή, ο απομειωμένος πρωθυπουργός μιας χώρας διεφθαρμένων με απομειωμένο πλην άβάσταχτο χρέος, τροφοδότησε επικά πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά δελτία, άλλαξε την ατζέντα του G20, αιφνιδίασε τα κόμματα και, κυρίως, κεραυνοβόλησε τον ελληνικό λαό ζητώντας του να απαντήσει σε ένα εκβιαστικό δίλημμα και να αναλάβει την ιστορική ευθύνη των μελλουσών γενεών. Σε ένα δίλημμα στο οποίο ο ίδιος δεν κατόρθωσε να απαντήσει, αν υποθέσουμε ότι το έθεσε.

Οπωσδήποτε υπάρχει ένας τρελός χρονισμός στις κινήσεις του Γ. Α. Παπανδρέου: τα έκανε όλα ανάστροφα. Πρώτα μετέτρεψε το χρέος σε αβάσταχτο, αντάλλαξε το χρέος με ελευθερία, έκανε μυστική διπλωματία, είπε ψέματα, μισές αλήθειες, δημαγώγησε, σχεδόν περιφρόνησε τη λαϊκή βούληση, και κατόπιν, όταν απέτυχε σε όλους τους αυτοσχεδιασμούς του, εστράφη στο λαό και του ζήτησε συμμετοχή, βούληση και ευθύνη· και μόνο τότε θυμήθηκε ότι μπορεί να διαπραγματευθεί με τόλμη. Αλλά τώρα, τυπικά, έχει κάψει πολλά χαρτιά. Και κυρίως έχει κάψει το λαό του: τον έκανε πένητα, αναξιοπρεπή και έξαλλο, απεγνωσμένο ― και μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται καν. Ισως ποτέ δεν αντελήφθη αυτό τον δύστροπο, κυκλοθυμικό λαό, τις πλούσιες αμφίστομες παραδόσεις ηρωισμού και ποταπότητας, το φιλόσοφο λόγο του, το αίσθημα του δίκιου και της ελευθερίας,τις εικονίσεις τους στη δημώδη και τη λόγια ποίηση. Ισως ποτέ δεν κατάλαβε σε ποια βαθιά ιστορική κοινωνία ζούσε, ένας πολίτης της open society ο ίδιος. Ισως πάλι να νόμισε ότι Ελλάδα ίσον ΠΑΣΟΚ ― αυτό που μίσησε και το εξουσίασε ως πρίγκηψ.

Κάθε άνθρωπος πιστεύει ενδομύχως στα θαύματα· κι αν βρίσκεται υπό πίεση, πολύ περισσότερο. Καθώς η λιτότητα, οι φόροι και η φτώχεια σκέπαζαν ανά κύματα τους Ελληνες, η πίστη στο θαύμα δυνάμωσε: κάτι θα συνέβαινε, μια σωτήρια επέμβαση, ένα Ναυαρίνο, η Υπέρμαχος Οδηγήτρια στα τείχη εναντίον των Αβάρων, κάτι, και η ζωή θα επέστρεφε στον περασμένο ρυθμό, ίσως ψαλιδισμένη, αλλά όχι ριζικά άλλη, όχι τρομακτικά άλλη. Η ρουτίνα είναι το αποκούμπι της ζωής.

Ακόμη και η κρίση φτιάχνει τη δική της ρουτίνα. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, ζαρώνουν, φυλάγονται, αλλάζουν στρατηγικές επιβίωσης. Αντιλαμβάνονται αλλιώς τον χρόνο: όσο πυκνώνει ο χρόνος, τόσο επιταχύνουν οι άνθρωποι τις αντιδράσεις τους. Κι αρχίζουν να βλέπουν άλλη τη ζωή, τις αξίες της, τα χρειώδη.

Το δημοψήφισμα Παπανδρέου φέρνει τρόμο διότι ανατρέπει ακόμη και τη ρουτίνα της κρίσης. Διότι πυκνώνει αφόρητα τον χρόνο,την υλικότητά του, τόσο πολύ που ο χρόνος καταρρέει μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Ετσι το αισθάνεται ο κόσμος, ο ήδη εξουθενωμένος από τις αλλεπάληλλες, συνεχιζόμενες ανατροπές, τη διαρκή συρρίκνωση του μέλλοντος. Ωστόσο η παράφρων μεταβλητή του Γ. Α. Παπανδρέου μπορεί να κρύβει το θαύμα. Οχι με την έννοια της ακαριαίας σωτηρίας, ούτε καν της βραχυμεσοπρόθεσμης. Αλλά με την έννοια ότι απότομα, βίαια, φέρνει το μέλλον πιο κοντά μας ― πέραν του καλού και του κακού. Απλώς, φέρνει το μέλλον εδώ, στο παρόν, με έναν σπασμό, που μπορεί να είναι σπασμός ωδίνης, μπορεί να είναι σπασμός βαθύτερου άλγους, οπωσδήποτε όμως δεν είναι ο ύστατος σπασμός: ένας λαός, μια χώρα, μια διάρκεια, σαν της Ελλάδας, δεν τελειώνουν έτσι, με έναν σπασμό, με ένα δίλημμα, μια ασθένεια, όσο βαριά κι αν είναι. Ναι, βεβαίως, λαοί μεσουράνησαν και έσβησαν παλαιότερα, και τους θυμούνται μόνο οι ειδικοί ιστορικοί, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση τώρα: ενδεχομένως να βιώνουμε την αρχή του τέλους του ελληνισμού, όπως τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, με εκλάμψεις και υφέσεις, ενδεχομένως να πορευόμαστε προς μια ετέρα μορφή ελληνικού βίου, εν Ελλάδι και αλλαχού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχουν ρήγματα και τομές, φαράγγια, αλλά και πάντα μια όχθη απέναντι, ένα Βορειοδυτικό Πέρασμα.

Η απειλή αιφνίδιας κατάρρευσης μπορεί να είναι το θαύμα. Δηλαδή, να είναι το τέλος της πίστης στο θαύμα και η βίαιη επαναφορά στην πίστη στον εαυτό, η επαναφορά στην αυτοπεποίθηση, στην ευθύνη, στην ιστορικότητα. Και η εκτόξευση στην ώριμη παγκοσμιοποίηση.

εικόνα: ALEKSANDRA WALISZEWSKA

Οι εξελίξεις τα τελευταία εικοσιτετράωρα επισφραγίζουν την εικόνα του Σαββατοκύριακου της ΔΕΘ, ότι δηλαδή η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών και, κυρίως, έχει χάσει κάθε πρωτοβουλία κινήσεων στο πολιτικό πεδίο. Η κυβέρνηση σύρεται σε σπασμωδικές κινήσεις, ραπιζόμενη διαρκώς από την τρόικα και τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι επισημαίνουν όχι μόνο την ασυνεπή της στάση στην τήρηση των συμφωνημένων, αλλά επιπλέον επιπλήττουν την πανικόβλητη Αθήνα για τους παράλογους και μη αποδοτικούς φόρους που επιβάλλει στους πολίτες, όπως π. χ. το χαράτσι ακινήτων με είσπραξη μέσω ΔΕΗ.

Στο εσωτερικό μέτωπο η κυβέρνηση έχει χάσει το πολυτιμότερο: την εμπιστοσύνη των πολιτών. Κανείς δεν πιστεύει ότι τούτο το κύμα περικοπών θα είναι το τελευταίο, κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Η απώλεια εμπιστοσύνης προς την ηγεσία, μαζί με την ύφεση και την ανεργία, σκορπούν παγωνιά στο κοινωνικό σώμα. Ας τελειώνει ο αργός θάνατος: αυτό ακούγεται παντού.

Το χειρότερο όλων δεν είναι ότι στέρεψαν τα νοικοκυριά από την έκτακτη φορολόγηση και την ύφεση, αλλά ότι στερεύουν η πίστη, η εμπιστοσύνη προς τις δυνάμεις της ηγεσίας και η αυτοπεποίθηση, δηλαδή η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της ίδιας της κοινωνίας να ανασχέσει την πτώση και να μπει σε τροχιά ανάκαμψης. Ωστε το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας πλέον υπερβαίνει την έγκαιρη εκταμίευση της δόσης, υπερβαίνει τη δημοσιονομική ασθένεια, υπερβαίνει ακόμη και την ύφεση.

Ολα αυτά υπάρχουν, αλλά η ακραία συνέπειά τους είναι ότι η κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της στον εαυτό της, νιώθει ότι έχουν διαρρηχθεί οι αντοχές της, και βέβαια νιώθει βαθιά διαψευσμένη, προδομένη, από τις πολιτικές ηγεσίες, που ωστόσο η ίδια η κοινωνία επέλεγε επί σειρά ετών. Στα μάτια της κοινής γνώμης, είναι φανερό ότι το παρόν πολιτικό προσωπικό απλούστατα είναι ανεπαρκές, δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί την ιστορική κρίση· οι πολιτικοί μας ήταν φτιαγμένοι και μαθημένοι σε έργα χαμηλής πολιτικής, χαμηλών απαιτήσεων. Οταν ήρθε η ώρα της κρίσης, φάνηκε πόσο ανέτοιμοι και ανεπαρκείς ήταν.

Τούτη η πικρή επίγνωση βεβαίως δεν παρηγορεί. Μάλιστα αυτή η επίγνωση ανεπάρκειας ίσως επιδεινώνει την αίσθηση ανημπόριας και την απόγνωση. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε αναγκασμένοι, είμαστε προορισμένοι να επιβιώσουμε. Θα επιβιώσουμε. Με κραδασμούς, με αναστατώσεις, με πόνο, με εκλογές, με τούτη ή την άλλη κυβέρνηση, με νέους ηγέτες, με νέες ιδέες. Σίγουρα με περισσότερη ειλικρίνεια και αυτοκριτική, έτοιμοι για αλλαγές και προσαρμογή.

Πρωταρχικό μέλημα, η διατήρηση της συνοχής και μιας εύτακτης λειτουργίας της κοινωνίας, ανεξαρτήτως υλικών δυσχερειών: αυτό μπορούμε να το εξασφαλίσουμε στους εαυτούς μας. Αλλωστε, δεν είμαστε μόνοι σε αυτή την ιστορική καμπή: όλη η Ευρώπη βρίσκεται στην τροχιά της κρίσης, εμείς όμως είχαμε και πάλι την ατυχία της πρωτιάς.

Το περίφημο μέιλ του “τραπεζικού στελέχους” που προειδοποιεί για πτώχευση την 25η Μαρτίου και επιστροφή στη δραχμή, σπείρει καχυποψία σε ένα κοινωνικό σώμα ήδη καχύποπτο και καταπτοημένο. Διαδικτυακά αναλφάβητοι και νεοφώτιστοι, διαψασμένοι για μια “εξήγηση” των μυστηρίων του σύμπαντος, επαναπροωθούν μαζικά το μέιλ και αναπαράγουν την ανόητη φήμη και τον πανικό. Βεβαιως το μέιλ της Αποκαλύψεως σπέρνεται σε ένα έδαφος έτοιμο να το δεχτεί και να το καρπίσει: σύμφωνα με το Βαρόμετρο της Public Issue η ανασφάλεια των Ελλήνων και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον καταγράφονται σε ιστορικά υψηλά. Εννέα στους δέκα Εληνες αισθάνονται ανασφαλείς, οκτώ στους δέκα πιστεύουν ότι βαδίζουμε σε λάθος κατύθυνση, επτά στους δέκα είναι πεισμένοι ότι θα βρεθούν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.

Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Βουλιάζει. Και η αδράνεια έχει καταλάβει τα πάντα, μουδιάζει τα μέλη, μουδιάζει τα μυαλά: είναι φανερή λ.χ. στη δημόσια διοίκηση, όπου οι υπηρεσίες μένουν παγωμένες και αδρανείς, είτε επειδή λείπουν οι οδηγίες από την πολιτική ηγεσία, είτε επειδή λείπουν οι στοιχειώδεις πόροι, είτε επειδή ο φόβος του ελέγχου αναστέλλει στοιχειώδεις λειτουργίες. Η αδράνεια είναι φανερή και στην κυβέρνηση: η αρχική ορμή για την εφαρμογή των προβλέψεων του Μνημονίου ξεθύμανε πολύ σύντομα· ακόμη και για την εφαρμογή του δοτού μάνιουαλ απαιτείται ενεργητικότητα και στοχοπροσήλωση, κυρίως πίστη. Κι αυτά τα στοιχεία λείπουν.

Το πολιτικό προσωπικό παραπαίει εν πανικώ διότι, συνηθισμένο χρόνια τώρα στην παρασιτική αυτοαναπαραγωγή του, δεν μπορεί να αντιδράσει, να επιχειρήσει τη φυγή προς τα εμπρός. Βλέπει μπροστά την καταστροφή του: στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα σαρωθεί. Και παρότι διαισθάνονται πια τον αφανισμό τους, ουδείς αποτολμά μια στοιχειώδη υπέρβαση. Γιατί; Διότι πρωτίστως δεν μπορούν, δεν γνωρίζουν το πώς. Και δεν έχουν την βούληση να ρισκάρουν το παραμικρό. Είναι τελειωμένοι. Είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτό το αδιέξοδο. Πώς είναι δυνατόν να τη σώσουν; Είναι οι άεργοι και ανεπάγγελτοι, οι πλουτίσαντες, οι νεποτιστές και διαπλεκόμενοι, μια αργόσχολη τάξη που επιβίωνε ανταλλάσσοντας εξαχρείωση με τους πολίτες-πελάτες. Πώς να αλλάξουν; Δεν αλλάζουν. Βρίσκονται ωστόσο στο τιμόνι του παραπαίοντος σκάφους, παγωμένοι και σταστισμένοι, και προσπαθούν ακόμη και τούτη την υστάτη ώρα, να το κυβερνήσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και τις δικές τους χαμηλές δυνατότητες, εντελώς αυτονομημένοι από την κοινωνία, αποσπασμένοι από την πραγματικότητα. Δηλαδή, εκτός ιστορίας, άμοιροι της ιστορικής ευθύνης. Μοιραίοι.

Ζούμε δεινή κρίση ηγεμονίας, αλλά και δεινή κρίση ταυτότητας. Οι έως τώρα ηγεμονεύουσες ελίτ δεν θα υπάρχουν τα αμέσως επόμενα χρόνια, υπό την παρούσα μορφή. Πολλά μέρη τους θα εξαφανιστούν από το προσκήνιο, λίγα θα επιπλεύσουν· άλλα πρόσωπα, άλλοι σχηματισμοί θα εμφανιστούν για να εκφράσουν την κοινωνία όπως θα διαμορφώνεται μέσα από τις ωδίνες του νέου.

Η αγωνία της συλλογικής έκφρασης εμφανίζεται ήδη διάχυτη, με ποικίλα φανερώματα: κινήσεις πολιτών, ομάδες εθελοντών, περιοδικά, συλλογικά μπλογκ, στέκια. Οι νεότερες γενιές ιδίως, με ταπεινωμένο βίαια τον ορίζοντα προσδοκιών, κινούνται αργά μα σταθερά από το ατομοκεντρικό σύμπαν του ’90 και του ’00, το σύμπαν που τους διαμόρφωσε πνευματικά αλλά και τους φενάκισε, προς έναν κόσμο πιο συλλογικό.

Στις ηλικίες 20-40 βρίσκονται πολύτιμα κοιτάσματα ανθρώπινου δυναμικού, δυστυχώς λανθάνοντα και υπνώττοντα. Η ισχύσασα τάξις πραγμάτων απέκλειε συστηματικά τις νέες δυνάμεις από τα κέντρα σκέψεως και αποφάσεων, παρεκτός και αν ανήκαν σε πατριές και οικογένειες. Μετά την κορύφωση της κοινωνικής κινητικότητας, που παρατηρήθηκε τη δεκαετία του ’80 και σε μέρος του ’90, οι διαταξικές μετακινήσεις περιορίστηκαν δραστικά. Αυτή η κοινωνική δυσκινησία επηρέασε αρνητικά την πολιτική σκηνή και τη δημόσια διοίκηση, όπου επικράτησαν φαμίλιες και ανεπαρκείς πελάτες, αλλά επηρέασε αρνητικά ακόμη και την επιχειρηματική τάξη: η ρηχή εγχώρια αγορά κατελήφθη από εισαγόμενες νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, χωρίς μελέτη των εν τω βάθει ελληνικών και μεσογειακών χαρακτήρων της οικονομίας (μικροϊδιοκτησία, πολυσθένεια, μικρές επιχειρήσεις). Το αποτέλεσμα το βλέπουμε: καρτέλ, κλεπτοκρατία, κρατικοδίαιτοι ιδιώτες, καταστροφή των μικρομεσαίων στρωμάτων.


Μεγάλο μέρος των νεότερων γενεών, που εισέρχονται τώρα στον παραγωγικό βίο με ζοφερές προοπτικές, διαθέτουν υψηλή τυπική μόρφωση και κυρίως ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα, που δεν διέθεταν οι προηγούμενες γενιές. Είναι οι γενιές της παγκοσμιοποίησης και του Δικτύου. Και είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει τούτη η υπογεννητική, δημογραφικά γερασμένη χώρα, με το ανύπαρκτο ηθικό και τη σαρωτική απαισιοδοξία. Αλλά είναι αποκλεισμένοι, υποτιμημένοι, συμπιεσμένοι. Το σύστημα δεν τους υπολογίζει για μια εθνική αναγέννηση, ακριβώς διότι το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για καμιά αναγέννηση, πλην της επιβίωσής του. Και δεν τους απευθύνεται· τους αγνοεί, τους θυσιάζει. Οι μεσαίας τάξης γονείς, αφού δαπάνησαν αισθήματα και χρήμα για τα βλαστάρια τους, βλέπουν τώρα, ανίσχυροι, έντρομοι, να μην μπορούν να υπερασπιστούν ούτε τα παιδιά τους ούτε τους εαυτούς τους ούτε, πολύ περισσότερο, τη μισερή κοινωνία που έφτιαξαν και ανέχθηκαν. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός δραματικού παράδοξου: η ίδια η Ελλάδα θυσιάζει τα παιδιά της για τις αμαρτίες μιας άχρηστης και ανιστόρητης ελίτ.

Πώς θα κινητοποιηθούν αυτοί οι νέοι, και οι ωριμότεροι, με τις δυνάμεις τους και τις εμπειρίες τους; Εδώ εντοπίζεται η τραγική έλλειψη ηγεσίας, που θα ενέπνεε και θα συνήγειρε, αλλά και η έλλειψη ενός πεδίου αυτοαναγνώρισης, ενός ελαχίστου αισθήματος συνανήκειν. Οι ελλείψεις αυτές αλληλοτροφοδοτούνται, σχηματίζουν έναν βρόχο, μια λούπα. Αυτή η λούπα θα διαρραγεί το επόμενο διάστημα, αναπόφευκτα. Μέσα από τον πόνο της ρήξης, τον κουρνιαχτό των ερειπίων, θα αναδυθεί μια νέα Ελλάδα, με αυτογνωσία, κοινωνική κινητικότητα, πίστη και στόχο. Ενα στόχο κυρίως, τον δυσκολότερο: να επιβιώσει ελεύθερη.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Να αλλάξει η βαθιά νοοτροπία διαφθοράς που διέπει τη δραστηριότητα γύρω από τη δόμηση -η ομιλία μου στην Ολομέλεια xydakis.gr/?p=9938 3 hours ago
  • Έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό, τον τόπο, το κλίμα, παραγωγική βάση, ας κοιτάξουμε μπροστά-στην «Πρώτη Είδηση» το πρωί xydakis.gr/?p=9932 6 hours ago
  • Η αυθαίρετη δόμηση στο παρελθόν έγινε ανεκτή -αν δεν προστατεύθηκε κιόλας- αφήνοντας αρνητικό αποτύπωμα στη φύση, την οικονομία & νοοτροπία 6 hours ago
  • Τώρα στην Ολομέλεια: Οι στρατηγικές κινήσεις απαιτούν χρόνια να ωριμάσουν, το άνοιγμα στην Κίνα ξεκίνησε δέκα έτη πριν και αποδίδει σήμερα 6 hours ago
  • Πριν από λίγο στο Ράδιο Κρήτη 9,84 και τον Γιώργο Σαχίνη για τα μακροχρόνια οφέλη της επίσκεψης του ΠΘ στις ΗΠΑ crete-news.gr/%CE%BD%CE%BE%C… 7 hours ago
  • Η βόμβα διασποράς που κατακερματίζει το πολιτικό σκηνικό κυοφορείτο χρόνια πριν, από τα χρόνια της ευφορίας... xydakis.gr/?p=9927 7 hours ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,819 hits
Αρέσει σε %d bloggers: