You are currently browsing the tag archive for the ‘οικογένεια’ tag.

turkey-47

Οποιος έχει περπατήσει τα τελυταία χρόνια την πλατεία Ταξίμ και τη Μεγάλη Οδό του Πέρα, τη σημερινή Ιστικλάλ, έχει εντυπωσιαστεί από τη δημογραφική ρώμη της Τουρκίας, έτσι όπως εκφράζεται στο πιο πολυσύχναστο σημείο της Κωνσταντινούπολης. Παντού και διαρκώς νέοι άνθρωποι, με γοργό βήμα, από τα ξημερώματα έως αργά τη νύχτα. Το νεανικό σφρίγος και το μέγα πλήθος ήταν ό,τι απεκόμισα από την περσινή επίσκεψη. Ηταν η Τουρκία του Ερντογάν.

Στην προηγούμενη επίσκεψη, προ δεκαπενταετίας, η προσοχή μου είχε συγκεντρωθεί στα πανταχού παρόντα πορτρέτα του Κεμάλ Ατατούρκ, ιδίως το γιγάντιο που εδέσποζε στην Ταξίμ, και στην πανταχού παρούσα αστυνομία. Αργότερα έμαθα ότι η αστυνομία επί Ερντογάν τριπλασιάστηκε, αλλά στην Ταξίμ δεν την είδα.

Σε δεκαπέντε χρόνια είχαν αλλάξει πολλά. Η Τουρκία φαινόταν μια χώρα που βρήκε την αυτοπεποίθησή της, και οικοδομούσε μια νέα ταυτότητα, μετακεμαλική και μεταστρατοκρατική. Ποια είναι η νέα; Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), πρεσβεύουν έναν λαϊκό ισλαμισμό, που δρα ως νέα συνεκτική αφήγηση για το τουρκικό έθνος, 90 χρόνια μετά την ευρεία εκκοσμίκευση και απο-οθωμανοποίηση που επέβαλε δυναμικά ο Κεμάλ. Ο Ερντογάν υποσχέθηκε δικαιοσύνη για τα μικρομεσαία και καθυστερημένα στρώματα, απέναντι στο διεφθαρμένο παλαιό κατεστημένο, με εργαλεία την ισλαμική ευσέβεια και την ηθική της μαντίλας, την κοινωνική-θρησκευτική αλληλεγγύη, την υπακοή στην οικογένεια και την παράδοση.

Παράλληλα, εκτυλίσσεται η οικονομική ανάπτυξη μετά την κρίση του 2001, με κυρίως ωφελημένες τις νέες επιχειρηματικές ελίτ που ανταγωνίζονται το στρατιωτικοοικονομικό κατεστημένο του κεμαλισμού. Κατά τη υπερδεκαετή διαδρομή του, ο Ερντογάν με ευρύτατη εκλογική υποστήριξη, έλεγξε την εξουσία σε όλα τα πεδία, από το στρατό έως τη δικαιοσύνη και τα μήντια, και εξασφάλισε προνομιακές θέσεις για φιλοϊσλαμιστές επιχειρηματίες στην εκτενή τουρκική αγορά και στις αγορές των υπερευξείνειων και αραβικών χωρών.

girl erdogan1

Η τόση επιτυχία του, ο τόσος ασφυκτικός έλεγχος σε όλη τη δημόσια σφαίρα, ο πληθωρισμός του νεοϊσλαμικού αφηγήματός του, είναι ίσως οι βαθύτερες αιτίες για την σφοδρή αμφισβήτηση που ξέσπασε στο πάρκο Γκεζί, και απλώθηκε στην Ταξίμ και σε πολλές πόλεις. Ο Ερντογάν πίστεψε ότι μπορεί να επιβάλλει το αφήγημά του σαν νέος σουλτάνος, να μεταμορφώσει την συλλογική ψυχή με διατάγματα: να επιταχύνει τον ρυθμό γεννήσεων, να απαγορέψει τα δημόσια φιλιά, να απαγορέψει το αλκοόλ… Η ηθικολογία εκτόπιζε την πολιτική. Και ο λαϊκός ισλαμισμός, μπολιασμένος κρίσιμα με νεοφιλελευθερισμό και αυταρχισμό, εκτόπιζε σταθερά κάθε άλλο χαρακτηριστικό δημοκρατίας δυτικού τύπου. Η Τουρκία πατούσε με το ένα πόδι στη Δύση και το άλλο στη Σαουδική Αραβία.

Η αιφνίδια και σφοδρή εξέγερση εξ αφορμής ενός πάρκου δείχνει ότι κάτω από το success story της γείτονος τρέχουν πολλά κοινωνικά αντιπολιτευτικά ρεύματα, ετερόκλητα και ασύμμετρα. Πίσω από την πρόσοψη του νεοοθωμανικού μεγαλείου λειτουργούν φυγόκεντρες δυνάμεις, εθνοτικές, πνευματικές, πολιτικές. Είναι πολύ πιθανόν η εξέγερση να ξεφουσκώσει σύντομα· εντούτοις το κραταιό νεοϊσλαμικό αφήγημα Ερντογάν θα φέρει μια ρωγμή.

stoma

Κάποιος εκ του προχείρου αναλύει τους γονείς των νεαρών αναρχικών ληστών. Οχλος, απόγνωση, σύγχυση, κατάκριση των πάντων, και μια δριμεία ανησυχία όλα τα τυλίγει και περουνιάζει κόκκαλα.

Από την περασμένη Κυριακή η ανησυχία γυρνούσε εναλλάξ σε θλίψη και δύσπνοια, διαρκώς: σκεφτόμουν τα παιδιά και τους γονείς σε αυτόν τον χαλασμό της μεσαίας τάξης, ένιωθα δυσοίωνο το εγγύς μέλλον, έβλεπα κλειστές πύλες μπρος στον κάθε εικοσάχρονο, κι ένιωθα επίσης το μίσος και το χάσμα, τον γκρεμό: «Οτι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισιν οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. Τί στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. Ζ13)

Ακαριαία ανέτρεξα σ’ ένα γραφτό πριν δύο χρόνια ακριβώς, (και αυτό) που μου το θύμισε κι ένας φίλος. Εγραφα με μια τεράστια απορία: Για τον θυμό των νέων και για τη διακοπή στην επαφή με τους γονείς, με αφορμή όσα αφηγούντο οι γονείς των συλληφθέντων μελών της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Αυτό:

«[…] Σε αυτούς τους γονείς και σε αυτά τα παιδιά αναγνώριζα κάτι από τις οικογένειες των φίλων μου, και από τη δική μου οικογένεια, οικογένειες, ας πούμε, κανονικές, συνηθισμένες, μικρομεσαίες οικονομικά, με δύο γονείς που δουλεύουν και λείπουν αρκετά απ’ το σπίτι, με παιδιά που παρακολουθούν βαριεστημένα το σχολείο, που ακούνε ροκ και χιπ-χοπ, παίζουν γκέιμς, σουλατσάρουν σε ίντερνετ καφέ, τυραννιούνται με φροντιστήρια, δίνουν πανελλήνιες, φλερτάρουν, κοιμούνται μέχρι αργά, ξενυχτάνε, ψιλοκαυγαδίζουν με τους γονείς τους, τρώνε μαζί τις Κυριακές, επισκέπτονται τους παππούδες και τους νονούς δις τους έτους κ.ο.κ.

»Και ξάφνου, διαβάζω, η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη;

»Μπαίνω στη θέση του ‘διακοπέντος’ γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον ‘σάπιο’ κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; Ενδεχομένως. Είναι η βία ενδημική πια στους νεότερους, κατοπτρική ενός βίου αποθηριωμένου, βίου ευκαιριών ανταγωνισμού, βίου δυνητικής χλιδής και διαρκούς φενάκης, βίου με είδωλα πλουτισμού και καμία ηθική ευθύνη, βίου ατομοκεντρικού και άπιστου, χωρίς σταθερές, χωρίς αξιακές αναφορές; Κι αυτά ισχύουν.

»Κάτι λείπει όμως για να το καταλάβω ολόκληρο. Πιάνω κομματάκια μόνο, κομματάκια ενός θρυμματισμένου κόσμου, που παράγει απέραντο θυμό, βία, αυτοκαταστροφή, διακοπή σχέσεων και αποκλεισμό. Αυτοτροφοδοτούμενες παρέες οργισμένων νέων, αγέλες υπαρξιακά θυμωμένων, που επιστρέφουν στην κοινωνία τον δηλητηριώδη θυμό που τους έχει προξενήσει. Αμετουσίωτη οργή, χωρίς μετασχηματισμό της, χωρίς διέξοδο για ανακούφιση, για αυτοσυγχώρεση και συγχώρεση του άλλου, χωρίς συμπόνια και έλεος, σαν ένα αρχέγονο τραύμα που διαρκώς πονάει. Αυτό το τραύμα, βουβό και χαίνον, βρίσκεται στο σώμα της κοινωνίας, ακατανόητο και ου φωνητό, αυτό δεν θέλουμε όχι να το ψαύσουμε αλλά ούτε καν να ακούσουμε ότι ίσως υπάρχει. Κι ας πονάει.

»Μακάρι να μας γελάει το ένστικτο, μακάρι να πέφτουμε έξω, μακάρι οι φόβοι να είναι παράλογοι, αλλά αυτά τα σημάδια του θυμού, της ρήξης του κανονικού, της “διακοπής” και της “απόκρυψης”, της υπαρξιακής οργής της αγέλης, είναι σημάδια για πέτρινα, για μολυβένια χρόνια. Μακάρι να πέφτουμε έξω.»

Εξακολουθώ να απορώ· και να εύχομαι, με μεγαλύτερη ένταση, με πυρετό: Μακάρι να πέφτω έξω.

[«Βρισκόμαστε στο χώρο της σιωπής. Είτε μιλήσεις, είτε όχι, ούτε θ’ αποκαλύψεις ούτε θα προσθέσεις τίποτα σε τούτη την επίγεια κόλαση. Καλύτερα λοιπόν να μη μιλήσεις. Και τι θα πεις εσύ ο νεκρός, με τόσα χώματα στη γλώσσα;» – Τάκης Σινόπουλος, Ο Χάρτης]

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Τα παιδιά του Δεκέμβρη (PDF): Από τον συλλογικό τόμο «Τάξη και Αταξία. Οι νέοι φωνάζουν», επιμέλεια: Αιμίλιος Λιάγκης. Εκδόσεις Ακρίτας, 2011.
Πύλη προς το έλλογο, 21 Δεκεμβρίου 2008
Πώς μιλάμε το συμβάν; 4 Δεκεμβρίου 2009

Ακόμη κι αν δεν οργίαζαν οι φήμες περί χρεοκοπίας, οι γερμανικές απειλές και τα σενάρια επόμενης μέρας, το Σαββατοκύριακο οι περισσότεροι Ελληνες σφράγισαν μέσα τους ότι η κατάσταση βρίσκεται στο σημείο μηδέν. Το τελευταίο διήμερο των διακοπών, μερικές ώρες πριν από τη σχολική πρεμιέρα, η Διεθνής Εκθεση της Θεσσαλονίκης συμπύκνωσε, με λέξεις, με ατμόσφαιρα και εξωλεκτικά σήματα, την αγωνία και τις διαψεύσεις μιας διετίας κρίσης, και το πικρό τέλος τριών δεκαετιών ανέμελου βίου.

Η ατμόσφαιρα: πολεμική, αλλά και ατμόσφαιρα απόγνωσης Ποιος ζητά από ποιον, τι; Οι λέξεις: ο λόγος ενός βαθύτατα αμήχανου, μάλλον απεγνωσμένου πρωθυπουργού, λόγος που προσπαθεί να μην ακουστεί σαν ψέμα, αλλά δεν τα καταφέρνει και βουλιάζει στις γενικότητες, λόγος που συγχέει το εγώ με το εμείς, την κυβέρνηση με την πατρίδα, λόγος που προσπαθεί να εμψυχώσει αλλά μόνο αποκαρδιώνει. Λόγος από τον οποίο μένει μια φράση, πικρό κατακάθι για την ιστορία: «Ενας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια». Εδώ ας σταθούμε.

Γιατί ειπώθηκε αυτή η ανατριχιαστική φράση; Για παρηγοριά; Περιγράφει την κόκκινη γραμμή, πέραν της οποίας δεν θα υπάρξει άλλη καταστροφή; Ηταν πυροτέχνημα ειλικρίνειας; Ειπώθηκε για να σοκάρει, να μουδιάσει το πλήθος; Ολα αυτά μάλλον ισχύουν ταυτοχρόνως. Ο πρωθυπουργός περιέγραψε μια ισχυρότατη τάση μέσα στην κοινωνία, μια στάση αμυντική: απέναντι στην αυξανόμενη διαρκώς ανεργία και τη συρρίκνωση του εισοδήματος, η οικογένεια συσπειρώνεται για αλληλοκάλυψη των μελών. Οσο αποσαθρώνεται το κράτος πρόνοιας, όσο συρρικνώνεται η εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου, τόσο χαλαρώνουν οι κοινωνικοί δεσμοί των μεγάλων συνόλων, φυραίνει η συνοχή της πολιτικής κοινωνίας, οι πολίτες αναζητούν καταφύγιο στην οικογένεια, στην φαμίλια, την πατριά, στους δεσμούς αίματος. Σε αυτό το πλαίσιο, κλονισμού του πολιτικού, η εργασία δεν είναι πια ατομικό και πολιτικό δικαίωμα, είναι παραχωρούμενο μέσο γυμνής επιβίωσης. Δεν υπάρχει κοινωνία, δεν υπάρχει πολίτης, υπάρχει μόνο οικογένεια ― για να θυμηθούμε κάπως τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

H ωμή αλήθεια του «ένας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια» στέλνει τους Ελληνες μερικές δεκαετίες πίσω, σε άλλο ήθος βίου, σε άλλο habitus. Αντιβαίνει στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους οι περισσότεροι κάτω των 50-55 ετών, όσοι ωρίμασαν με ορίζοντα αφθονίας, ευχερούς απασχόλησης και, κυρίως, με την απόλυτη αξίωση ατομικής αυτοπραγμάτωσης, πέρα από το κέλυφος της οικογένειας καταγωγής. Ο μεταμοντέρνος Γ. Παπανδρέου, εκφράζοντας μια ήττα, σηματοδοτεί την αναγκαστική, άτακτη υποχώρηση του πολίτη-ατόμου, από τον νεωτερικό δημόσιο χώρο και την κοινωνία των πολιτών, στην προμοντέρνα οικογένεια, την φατρία, το αίμα· από τη σφαίρα της επιθυμίας πίσω, βιαίως, στη σφαίρα της ανάγκης.

Εγραφα προ μηνός («Διαβάζοντας τον θυμό στις ζωές των άλλων»): «Και ξάφνου η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη; Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον “σάπιο” κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; »

Μερικές εβδομάδες αργότερα, έλαβα ένα μέιλ από το Λονδίνο. Με μια απάντηση: «Κανείς δεν μας είπε ποτέ «σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι”». Πόνεσε ο λαιμός μου. Το παραθέτω:

«Καλημέρα σας,

»Αρχικά να σας συστηθώ, με λένε Π., είμαι φοιτήτρια στα 24 (κάνω το μεταπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) και αναπόφευκτα έγινα κι εγώ ένας από αυτούς που «αναγκάστηκαν» να αφήσουν την πατρίδα επειδή «δεν υπάρχει» άλλος τρόπος επιβίωσης.

»Mε αφορμή ένα σας κείμενο «Διαβάζοντας τον θυμό στις ζωές των άλλων» παίρνω το θάρρος να σας γράψω για τις ανησυχίες που βιώνετε κι εσείς σαν γονιός που προσφέρετε τα πάντα στα παιδιά σας αλλά αναρωτιέστε για αυτή την απόσταση, την παύση επικοινωνίας και την οργή γύρω σας. Την αισθάνομαι κάθε μέρα, την κάνω πράξη συνειδητά πλέον και σας αποκαλύπτω ότι κρατώ απόσταση, γιατί πρέπει να δω τα πράγματα και να τα αξιολογήσω.

»Από τέτοια καθημερινή οικογένεια προέρχομαι κι εγώ, υπερ-σπουδαγμένη, με όλες τις ευκαιρίες στα πόδια μου. Αλλά κάτι με τρώει πάντα από μέσα (οργή  το λένε). Δεν με ρώτησε κανείς ποτέ αν εγώ ήθελα να τα κάνω όλα αυτά, οι γονείς μου με θωράκισαν με χαρτιά, γιατί αλλιώς δεν έχω στον ήλιο μοίρα.

»Ετσι είναι; Μπορεί να είναι και έτσι, αλλά εμένα πάντα άλλα με ενοχλούσαν. Σκεφτόμουν ότι οι γονείς μου δε με αποδέχονται αλλιώς, ότι πρέπει διαρκώς να διαπραγματεύομαι την αξία μου και να αποδεικνύω ότι αξίζω και θα πάω μπροστά. Αλλιώς ξέρετε τι θα ήμουν; Ένα από αυτά τα παιδιά που όταν τα ρωτάς «τι σπουδάζεις;» αυτά σου απαντάνε (δειλά) τίποτα κι εσύ τα λυπάσαι τα καημένα γιατί δε τα κατάφερε στη ζωή του. Δεν πρόκοψε και είναι τεμπελόσκυλο.

»Έτσι φτάσαμε να αξιολογούμε τις ζωές μας; Και μετά μας φταίνε όλα; Το διαδίκτυο; Τα ΜΜΕ; Τα παιδιά σας και όλοι μας στρεφόμαστε σε εκείνους τους συνομήλικους που ασκούν τη μικρότερη κριτική πάνω μας και μας αποδέχονται όχι για τα πτυχία μας και τα κατορθώματα μας, αλλά γιατί υπάρχει ατόφια, καθαρή αγάπη και ανάγκη έκφρασης. Κάπως πρέπει να ακούσουν οι άλλοι αυτά που παράγει το κεφάλι μας. Με ορθόδοξα ή ανορθόδοξα μέσα. Είτε λέγεται ποίηση είτε λέγεται Πυρήνες της Φωτιάς.
»Κανείς δεν μας είπε ποτέ «σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι”, γιατί δε μας αφήσατε να γίνουμε αυτό που θέλουμε. Όσο καλό μας κάνετε με το να μας προστατεύετε, άλλο τόσο μας καταστρέψατε που δε μας αφήσατε να πάρουμε το δρόμο μας.

»Να ανησυχείτε που κρατάνε απόσταση τα παιδιά σας, ίσως βρούνε το δρόμο τους τελικά, κι ας θέλετε εσείς να τα τραβήξετε από το χέρι για να τα σώσετε και να τους δείξετε το σωστό. Αναρωτηθείτε  μια στιγμή σε ποιόν κάνετε καλό και αν τελικά στη ζωή το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος είναι απλά μέτρο για να αξιολογείτε τα πράγματα και να τα βάζετε σε κουτιά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν στρατηγικές και πολιτικές χειρισμού, δείξτε και νιώστε ότι η αγάπη σας δεν έχει τόσα μέτρα και σταθμά.
»Σας ευχαριστώ που με γεμίζετε με τόσο όμορφα κείμενα και σκέψεις. Ο Θεός να σας έχει καλά, συνεχίστε έτσι.

»Υ.Γ. Εγώ πάντα χορεύτρια μπαλέτου ήθελα να γίνω («άλλα είναι εκείνα που αγαπώ, / γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα / σαν να μουν άλλος κι όχι εγώ / μες στη ζωή πορεύτηκα» ― το είπε κι ο Ελύτης).»

Διάβαζα την Κυριακή σε κυριακάτικη εφημερίδα τις μαρτυρίες των γονιών για τα παιδιά τους που συνελήφθησαν και δικάζονται ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Στην αρχή, προτού διαβάσω, σαν πολίτης αγανάκτησα: ποιοι διοχετεύουν τη δικογραφία μιας εν εξελίξει δίκης στον Τύπο; Και μάλιστα αυτό το μέρος, το καυτό ιδιωτικό, τις μαρτυρίες γονιών για τα κατηγορούμενα παιδιά τους; Εν συνεχεία, σαν γονιός, υπέκυψα στον πειρασμό, και διάβασα. Και συγκλονίστηκα.

Διότι αυτό που ένιωσα μεσ’ απ΄την παγωμένη γλώσσα της δικογραφίας, μέσα απ’ τις κακογραφίες κάποιας δικαστικής υπαλλήλου, και τις απαντήσεις στα άκαμπτα ερωτήματα κάποιου ανακριτή, αυτό που ένιωσα ήταν η σημερινή μικρομεσαία Ελλάδα, η λαχταρισμένη οικογένεια, γονείς του μόχθου και παιδιά του σχολείου, άνθρωποι καθημερινοί, με προβλήματα τυπικά, με σχολεία συνηθισμένα, σε γειτονιές σαν τις δικές μας, με παρόμοιες σιωπές, ασυνεννοησίες, χάσματα, ελλείψεις.

Ενας πατέρας διηγείται πώς το παιδί του τον βοηθούσε στην ψαλτική στην εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας και πώς διάβαζε κλασικούς της αναρχικής φιλολογίας και συζητούσαν για τον Γκάντι. Αλλος γονιός περιγράφει τις σπουδές του παιδιού στο τσέλο, άλλος λέει ότι το παιδί, φοιτητής του ΕΜΠ, ήταν του βιβλίου· δύο νεαροί συνδέονταν φιλικά από το σχολείο τους, το συντηρητικό Αρσάκειο, όλοι οι νεαροί εργάζονταν για το χαρτζιλίκι τους. Αυτά τα παιδιά θα μπορούσαν να ήταν τα δικά μας παιδιά.

Διαβάζοντας τις μαρτυρίες ένιωθα ότι διαπράττω τυμβωρυχία, ότι εισέρχομαι παρείσακτος στην οικογενειακή ζωή των διπλανών μου. Δεν μπορώ, δεν θέλω και δεν δικαιούμαι να κρίνω προθέσεις, ιδέες, σκέψεις, ασθήματα, σχέσεις. Ωστόσο διάβασα. Με λαιμαργία σχεδόν, και με οδύνη και με μια μυική σύσπαση στο στομάχι, με αδιόρατα τικ στο πρόσωπο. Γιατί σε αυτούς τους γονείς και σε αυτά τα παιδιά αναγνώριζα κάτι από τις οικογένειες των φίλων μου, και από τη δική μου οικογένεια, οικογένειες, ας πούμε, κανονικές, συνηθισμένες, μικρομεσαίες οικονομικά, με δύο γονείς που δουλεύουν και λείπουν αρκετά απ’ το σπίτι, με παιδιά που παρακολουθούν βαριεστημένα το σχολείο, που ακούνε ροκ και χιπ-χοπ, παίζουν γκέιμς, σουλατσάρουν σε ίντερνετ καφέ, τυραννιούνται με φροντιστήρια, δίνουν πανελλήνιες, φλερτάρουν, κοιμούνται μέχρι αργά, ξενυχτάνε, ψιλοκαυγαδίζουν με τους γονείς τους, τρώνε μαζί τις Κυριακές, επισκέπτονται τους παππούδες και τους νονούς δις τους έτους κ.ο.κ.

Και ξάφνου, διαβάζω, η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη;

Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον “σάπιο” κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; Ενδεχομένως. Είναι η βία ενδημική πια στους νεότερους, κατοπτρική ενός βίου αποθηριωμένου, βίου ευκαιριών ανταγωνισμού, βίου δυνητικής χλιδής και διαρκούς φενάκης, βίου με είδωλα πλουτισμού και καμία ηθική ευθύνη, βίου ατομοκεντρικού και άπιστου, χωρίς σταθερές, χωρίς αξιακές αναφορές; Κι αυτά ισχύουν.

Κάτι λείπει για να το καταλάβω ολόκληρο. Πιάνω κομματάκια μόνο, κομματάκια ενός θρυμματισμένου κόσμου, που παράγει απέραντο θυμό, βία, αυτοκαταστροφή, διακοπή σχέσεων και αποκλεισμό. Αυτοτροφοδοτούμενες παρέες οργισμένων νέων, αγέλες υπαρξιακά θυμωμένων, που επιστρέφουν στην κοινωνία τον δηλητηριώδη θυμό που τους έχει προξενήσει. Αμετουσίωτη οργή, χωρίς μετασχηματισμό της, χωρίς διέξοδο για ανακούφιση, για αυτοσυχώρεση και συχώρεση του άλλου, χωρίς συμπόνια και έλεος, σαν ένα αρχέγονο τραύμα που διαρκώς πονάει. Αυτό το τραύμα, βουβό και χαίνον, βρίσκεται στο σώμα της κοινωνίας, ακατανόητο και ου φωνητό, αυτό δεν θέλουμε όχι να το ψαύσουμε αλλά ούτε καν να ακούσουμε ότι ίσως υπάρχει. Κι ας πονάει.

Μακάρι να μας γελάει το ένστικτο, μακάρι να πέφτουμε έξω, μακάρι οι φόβοι να είναι παράλογοι, αλλά αυτά τα σημάδια του θυμού, της ρήξης του κανονικού, της “διακοπής” και της “απόκρυψης”, της υπαρξιακής οργής της αγέλης, είναι σημάδια για πέτρινα, για μολυβένια χρόνια. Που δεν θα είναι μόνο ελληνικά. Μακάρι να πέφτουμε έξω.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Παραμονή Πρωτοχρονιάς συζητούσα με δύο εξαίρετους νέους, τέλος πάντων νεότερους μου, ο ένας κοντά στα 30, ο άλλος κοντά στα 40. Συζητούσαμε σαν φίλοι, πολιτισμένοι και αλληλοεκτιμώμενοι, ανταλλάσσαμε ροκιές και κοπλιμέντα, δίναμε έναν τόνο εορταστικό και φιλάλληλο σε μια χρονιά που ανέτελλε σκυθρωπή όσο να ‘ναι. Και ανακάλυπτα με ευχάριστη έκπληξη ότι, παρ’ όλη την πνευματική έλξη, δεν μοιραζόμασταν τα ίδια στερεότυπα.

Το σημαντικότερο στερεότυπο, γύρω από το οποίο βουΐζαμε σαν διψασμένες μέλισσες, ήταν η οικογένεια. Πολύ αδρά, σχεδόν απλουστευτικά: οι συνομιλητές μου υποστήριζαν ότι η ελληνική οικογένεια είναι καταπιεστική έως ευνουχιστική· εγώ υποστήριζα ότι η μεγαλύτερη καταπίεση που ασκεί η ελληνική οικογένεια είναι το παραχάιδεμα των κανακάρηδων και των πριγκιπέσων, δηλαδή μια αντίστροφη καταπίεση, μια υπερπροσφορά ευκολιών και προστασίας, που πνίγει, μπουκώνει και καθηλώνει. Αλλά ποιος φταίει περισσότερο; Η υπερπροστατευτική και υπερταϊστική Ελληνίδα μάνα, η “σου άφησα σκεπασμένο το φαΐ, αν αργήσεις” και “βάλε το κασκόλ, γύρισε χιονιάς”; Ή ο μαντράχαλος και η μουλάρα των 25-30 χρονών που σιτίζονται από το χαρτζιλίκι των συνταξιούχων γονιών περιμένοντας τη μεγάλη καριέρα και την αναγνώριση των πριγκιπικών προσόντων;

Το θέτω τόσο αδρά, για να φτάσουμε σε μερικές διαπιστώσεις. Ας πούμε, οι γονείς των σημερινών 20-40 ευθύνονται για την απόκρυψη των υλικών δυσχερειών του βίου από τους γόνους τους ― όσοι τουλάχιστον γνώρισαν ένδεια και δυσκολία. Η ανάμνηση της φτώχειας τους οδήγησε να την αποκρύψουν, και να υπερκαλύψουν τα μανάρια με πλησμονή υλικών αγαθών· να τα αναστήσουν σαν πρίγκιπες, με ιδιωτικά σχολεία, ιδιαίτερα, πολυτελή ρούχα και παιχνίδια, ταξίδια, σπουδές εξωτερικού, ακόμη και όταν αυτές οι δαπάνες στράγγιζαν το οικογενειακό βαλάντιο. Οι γονείς είχαν ξεπεράσει την ανέχεια και την ταπεινή καταγωγή, είχαν ενσωματωθεί στο Μεσαίο· οι γόνοι έπρεπε να απογειωθούν στο Ανώτερο, να εκπληρώσουν το όνειρο: κοσμοπολιτισμός, μετασπουδές, εκλέπτυνση. Μια αναδυόμενη αργόσχολη τάξη. Αλλά από πού θα αντλούσαν πόρους αυτοί οι δανδήδες;

Ακόμη και χωρίς την κρίση, και πριν απ’ αυτήν, όλη αυτή η απόκρυψη και το παραχάιδεμα, οι προβολές των γονιών πάνω στους γόνους, η υπεραναπλήρωση, είχαν ήδη οδηγήσει στον φενακισμό και απο ‘κει απευθείας στη ματαίωση. Οι βλαστοί μεγάλωναν τρυφηλοί, υπερενημερωμένοι, ποπ, ευαίσθητοι, και ανυπεράσπιστοι, σε έναν κόσμο αυξανόμενης σκληρότητας, ερημίας και ατομοκεντρισμού. Η κρίση είχε εμφανιστεί, δομική και αμείλικτη, στην εργασία και στις σχέσεις, πολύ πριν από το χρηματοπιστωτικό και εθνικό κραχ. Υπό μία έννοια, η ενδημική αμεριμνησία των πριγκιπικών γόνων και των υπερδανεισμένων οικογενειών τους προοικονομούσε την κατάληξη ενός λαού που ζούσε με δανεικά από το μέλλον, διαρρηγνύοντας τους δεσμούς με το παρελθόν, παραχώνοντας τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Η οικογένεια πέθανε. Χμμ… Ποια οικογένεια ακριβώς; Η ελληνική, η υπερπροστατευτική… Αυτή που εικονογραφεί γκροτέσκα η ταινία “Κυνόδοντας”. Μα περιγράφει την ελληνική οικογένεια, τη μικροαστική και λαϊκή, τη μεσαία, το σετ ψυχοπαθών που βιαιοπραγούν γύρω από μια πισίνα, σε μια περίκλειστη έπαυλη; Πιστεύω ότι αυτή και άλλες ποπ απεικονίσεις οικογένειας στην πρόσφατη κινηματογραφική παραγωγή αντηχούν μια θεμελιώδη αδυναμία των δημιουργών τους· αδυναμία να αφουγκραστούν το πραγματικό, αδυναμία να αφουγκραστούν το κύριο: την υπερχειλίζουσα πολυσθενή σχέση του μέσα με το έξω, του ενός με τους πολλούς, του ανθρώπου με το πετσί του, με το πρόσωπό του. Αδυναμία να αφουγκραστούν την αγάπη σαν κατόρθωμα, και σαν θεμελιώδη προϋπόθεση του Εγώ κινούμενου προς τον Αλλο. (Κάτι που το είδε και το υποστασίωσε συγκινητικά η έκκεντρη “Στρέλα”.) Ο φερ’ ειπείν Κυνόδοντας, και κάθε Κυνόδοντας, αντλεί την αλήθεια της αφήγησης του από κατασκευές, από άλλες αφηγήσεις, αντλεί από φόρμες και καταλήγει σε φόρμα, κενή περιεχομένου· είναι ένα simulacrum, ομοίωμα που έχει λησμονήσει πια το μακρινό του πρωτότυπο· καθότι δεν μετουσιώνει καμιά πραγματικότητα, απλώς κάνει κόπι-πέιστ τις αναφορές του. Κατά τούτο, μοιάζει με τη διάχυτη στάση των μορφωμένων νέων που μεμψιμοιρούν για την ευνουχιστική οικογένεια, και εννοούν όχι τη δική τους, αλλά την οικογένεια που έχουν δει στις ταινίες του Χάνεκε και του Δόγματος. Ωσάν η ζωή να αντλείται από την τέχνη…

Υλικές προϋποθέσεις, κοινωνικοψυχολογικοί όροι, αισθητικά και φαντασιωσικά συμφραζόμενα. Και η ειρωνεία: η γενιά η πιο ποτισμένη, εκουσίως και ακουσίως, από τον ατομικισμό αποφεύγει την ατομική ευθύνη, την ενηλικίωση λ.χ., και κλαυθμηρίζει για τη βαριά φτερούγα της καταγωγικής οικογένειας. Μα ακριβώς αυτή η ειρωνεία είναι η πιο τρυφερή αντίφαση που τυλίγει τούτη τη γενιά, των αγαπημένων φίλων και των παιδιών μας.

[ εικόνα: Δημήτρης Πικιώνης (Μουσείο Μπενάκη, κτίριο Πειραιώς, έως 13 Μαρτίου 2011) ]

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 4 weeks ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 4 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.466 hits
Αρέσει σε %d bloggers: