You are currently browsing the tag archive for the ‘ξένος’ tag.

Η διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή, στην πλατεία Συντάγματος, μόνο σε όσους επεδείκνυαν ελληνική ταυτότητα και κατεγράφοντο τα στοιχεία του αίματός τους, προσημαίνει την ώρα μηδέν για την ελληνική κοινωνία, την ώρα της ηθικής και ψυχικής της αποσάθρωσης.

Μόνο ντροπή μπορεί να νιώσει ένας Ελληνας, ακόμη και στην πληγωμένη Ελλάδα του 2012, όταν μελανοχίτωνες μοιράζουν μακαρόνια εξετάζοντας το αίμα του πεινώντος. Ντροπή, γιατί αυτή η ωμά ρατσιστική ενέργεια διεξάγεται υπό την σκιά της δημοκρατικής Βουλής των Ελλήνων.

Ντροπή, γιατί η διάκριση αίματος ποδοπατά όλες τις παραδόσεις ελληνικού πολιτισμού, όπως κι αν τις δει κανείς, από τον Ξένιο Δία και την Αθηνά Ξενία των ομόγλωσσων αρχαίων προγόνων έως τον Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο τον ελληνοχριστιανό ομόδοξο: «Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς που τον επώλησαν.» (Μ. Βασίλειος, Εν λιμώ και αυχμώ).

Ντροπή. Και δέος για το τι περιμένει όποιον περιφρονεί ιδρυτικές συνθήκες της ανθρωπιάς: «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». Ας μην αναρωτηθεί κανείς μωρός σήμερα: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;» Η απάντηση θα είναι πάντα η ίδια, τρομερή και ισχύουσα: «Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ. 25:41-46)

Κόλαση είναι ο κόσμος του αρχέγονου αίματος και της ωμής βίας, τα μακαρόνια του μελανοχίτωνα φουσκωτού. Κι όσοι προσπερνούν τέτοιες ωμότητες, με μικροδικαιολογίες και μουρμουρητά, ας ετοιμαστούν να δείχνουν εφεξής ταυτότητα και αίμα, για να μιλούν, να σκέφτονται, να αναπνέουν.

Advertisements

Η οδύνη της ύφεσης φέρνει στην επιφάνεια οδυνηρά ερωτήματα αυτογνωσίας και ταυτότητας, πολλά από τα οποία εκκολάπτονταν σιγαλά, επί έτη, σε φωλιές λογίων, ευαίσθητων δεκτών ή απλώς ιδεόληπτων και σαλών. Από τη δεκαετία του ’80, όταν η δημοκρατία είχε πια στερεωθεί και η ευμάρεια μεταμόρφωνε τον καθ’ ημέρα βίο, ζεσταίνεται η παλαιά συζήτηση: για την ελληνικότητα, το λαϊκό, τις δυτικές οφειλές και τις ανατολικές καταβολές, τον χαρακτήρα της ορθοδοξίας, το ποσόν του κοσμοπολιτισμού, την καχεξία της αστικής τάξης, την επαμφοτερίζουσα στάση των ελίτ ― τέτοια…

Συχνά, οι αναζητήσεις αυτές κατέληγαν σε βίαια διλήμματα (όπως όλα τα διλήμματα): Φταίμε εμείς για το κακό μας ριζικό; Ο ασίγαστος εμφύλιος, ο διχασμός; Ή φταίνε οι άλλοι, οι ξένοι, οι μεγάλες δυνάμεις; Καταγόμεθα απευθείας εκ των αρχαίων, άρα είμαστε Δυτικοί; Ή κοντινότεροι μας είναι οι Βυζαντινοί του μεσαίωνα και οι μεταβυζαντινοί της τουρκοκρατίας, άρα είμαστε Ανατολίτες; Φυσικά είμαστε και τα δύο, είμαστε όλα, και κάτι πολύ περισσότερο, πολύμορφο και αντινομικό, αυτό που προκύπτει από τη μείξη και τον συγκρητισμό· σύνθετο και πλούσιο ως εκ τούτου.

Σε καιρό κρίσης οι συζητήσεις για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα αφήνουν τις ασφαλείς φωλίτσες των λογίων και των ποιητών, των ιδεολόγων και των αισθητών, και φουντώνουν στις συζητήσεις των πολλών. Η κρίση αλλάζει τον χρόνο, τον πυκνώνει και τον βαραίνει· αλλάζει και τον καθημερινό λόγο, τον κάνει πιο επείγοντα και βαθύ, συχνά αγωνιώδη. Και τώρα ζούμε στην καρδιά της κρίσης· κλονίζονται βεβαιότητες, εφησυχασμοί, αδράνειες, οκνηρίες. Τώρα πρέπει να αναμετρηθούμε πάλι, απ΄ την αρχή, με θεμελιώδη ερωτήματα, τόσο πιο δύσκολα όσο πιο απλά: Τι είμαστε; Τι μπορούμε; Γιατί βρεθήκαμε εδώ; Πώς θα πορευτούμε στο εξής;

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε και την παρούσα αναζήτηση ταυτότητας και πορείας, στην εποχή του Μνημονίου. Λένε: Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, χρειαζόμαστε χρόνο και χρήμα. Λένε: Το Μνημόνιο φέρνει υποδούλωση, μάς το επέβαλαν οι Ευρωπαίοι για δικό τους όφελος. Λένε: Απαιτείται δραστική μείωση του κράτους. Λένε: Οι ασύδοτες αγορές μάς έφεραν σε αυτά τα χάλια. Και ούτω καθεξής.

Κάθε πλευρά έχει τα επιχειρήματά της και τις αλήθειες της. Καμιά δεν έχει, δεν μπορεί να έχει όλη την αλήθεια. Και στις δύο πλευρές υπάρχει μια τάση κανονιστική: να ρυθμιστεί το παν δια παντός. Αν πάει πιο μακριά ο διαξιφισμός, θα δούμε να εμφανίζονται δίπολα: Παράδοση – εκσυγχρονισμός, ιστορική ταυτότητα – αποτίναξη του παρελθόντος, τοπικός χαρακτήρας – κοσμοπολίτικη διάχυση. Καθαροί και κλειστοί ή υβριδικοί και ανοιχτοί; Μες στην οδύνη της κρίσης, αναδύεται πάντα και η αγωνία της ταυτότητας.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Η συζήτηση περί ελληνικότητας δεν είναι τοπική ιδιαιτερότητα. Στη μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης εδονείτο από συζητήσεις περί γερμανικότητας (Deutschtum), από αναζητήσεις του γερμανικού πνεύματος και της γερμανικής ψυχής, οι νεολαίοι τραγουδούσαν γερμανικούς ύμνους γύρω από τη φωτιά της κατασκήνωσης. Δεν ήταν μόνο εθνικισμός αυτό που εθέρμαινε τα πνεύματα των ηττημένων και ταπεινωμένων Γερμανών, με τις σαρωτικές απαιτήσεις των νικητών και τη φτώχεια να θαμπώνει το νου· οι Γερμανοί είχαν ανάγκη να δουν ποιοι είναι και τι μπορούν να ξανακάνουν μετά τα ερείπια. Το είδαν με έναν τρόπο, απόλυτο, φενακισμένο, τρομακτικό: για τα βάσανα έφταιγαν οι ξένοι. Το ζήτημα της γερμανικότητας ετέθη πάλι μετά τον Β’ Πόλεμο, επί των ερειπίων της Χλωμής Μητέρας Γερμανίας· τότε απαντήθηκε διαφορετικά, με ένα αυστηρό Σύνταγμα και με προσήλωση στην ανοικοδόμηση, στην παραγωγή, στη συσσώρευση, σε ένα είδος προτεσταντισμού που είχε ξεχαστεί το 1933.

Ας έρθουμε στα δικά μας. Η τραγωδία του Εμφυλίου ερμηνεύθηκε διχαστικά: για τους μεν έφταιγε η ξενοκίνητη αριστερά, για τους δε έφταιγε η ξενοκρατούμενη δεξιά· οι ερμηνείες αντηλλάσσοντο μεταξύ “μιασμάτων” και “προδοτών”, αλλά κανείς, έως πρόσφατα, δεν διεννοείτο να μην αποδώσει όλη την ευθύνη στον ξένο, στον άλλο, αφήνοντας εκτός κριτικής τα δικά μας βαριά σφάλματα, την κατασκευή της δικής μας αδελφοκτονίας με τα δικά μας χέρια. Σήμερα: οι ξένοι ασφαλώς δεν μας χαρίζουν τίποτε· αλλά αν εμείς δεν ενεργήσουμε για να επανορθώσουμε δικά μας σφάλματα, τότε η υποδούλωση θα είναι ακόμη βαρύτερη, και διαρκής.

Τα έργα επιστημονικής φαντασίας εκφράζουν το πνεύμα του καιρού που τα παράγει. Τους φόβους και τις ελπίδες, τις αμφιβολίες για τις κυρίαρχες δοξασίες, την επαναφορά σε θεμελιώδεις αξίες, την αναρώτηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Τα καλύτερα έργα του είδους είναι δυστοπικά, κοιτούν το μέλλον μελαγχολικά, και είναι έργα που μιλούν όχι για τεχνολογία και διαγαλαξιακά ταξίδια, αλλά για τη μοναξιά, τη νέα ανθρωπινότητα, την απώλεια, τον ολοκληρωτισμό, τον χρόνο.

Πριν από τρία ακριβώς χρόνια, έβλεπα τη συνθήκη μοναξιάς, προσφυγιάς και στειρότητας του πρώιμου 21ου αιώνα σε ένα έξοχο φιλμ του Α. Κουαρόν, «Τα παιδιά των ανθρώπων», βασισμένο σε μυθιστόρημα της P.D. James. Αυτές τις μέρες είδα δύο άλλες ταινίες, δυστοπικά σενάρια κοντινού μέλλοντος. Το πιο ρηξικέλευθο φιλμ είναι το District 9, νοτιοαφρικανικής παραγωγής, από άγνωστο μου σκηνοθέτη, με άγνωστους ηθoποιούς. O σκηνοθέτης Νιλ Μπλόμκαμπ φέρνει το μέλλον στο παρόν. Ενα αστρόπλοιο ξεφορτώνει εξωγήινους στη Ν. Αφρική, έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ, και τους παρατάει. Οι ξένοι δεν είναι απειλητικοί, παρότι εντομόμορφοι.

Σταδιακά αποκλείονται από την κοινότητα των ανθρώπων, μαντρώνονται σε ένα γκέτο, και ζουν εκεί, σε συνθήκες και με συμπεριφορά κατοίκων ενός τυπικού slum, μιας οποιασδήποτε φαβέλας της Αφρικής, της Ν. Αμερικής, του Τρίτου Κόσμου. Η Ζώνη 9 των άλιεν είναι ήδη αλληγορική έκφραση της υπαρκτής Ζώνης 6 του Κέιπ Τάουν, όπου ζουσαν μαζί λευκοί και μαύροι, την εποχή του απαρτχάιντ, μέχρι που την ισοπέδωσαν. Η ξενότητα, η προσφυγιά, η ξενοφοβία, η επιτήρηση, η βία των Καθαρών πάνω στους Αλλους, η εκμετάλλευση και το λαθρεμπόριο, οι ιδιωτικοί στρατοί, όλα συνθήκες του σήμερα, προβάλλονται πολύ φυσικά, πολύ εφιαλτικά, στο πολύ κοντινό μέλλον.

Με κάμερα ασθμαίνουσα και κουνημένη, σαν βίντεο ειδήσεων από τη ζώνη του πυρός, η ταινία παρακολουθεί την κατάβαση του αφελούς γραφειοκράτη Wikus στον Αδη των Αλλων, στη χωματερή των ξένων. Στον πάτο της χωματερής, στα υπόγεια του slum, ανάμεσα σε όπλα χάι-τεκ και μαγεία juju της νιγηριανής μαφίας, σε ένα σκηνικό όπου τα στερεότυπα για εξωγήινους συμφύρονται με δυστοπικά γουέστερν στυλ Μad Max, o μεταλλαγμένος άνθρωπος, μισοάλιεν ήδη, πεταμένος και κυνηγημένος από τους ανθρώπους, ανακαλύπτει μια άλλη ανθρώπινη κατάσταση, τη μετα-ανθρωπινότητα, νιώθει πιο κοντά στον εξωγήινο που νοσταλγεί την πατρίδα του.

Η ταινία τελειώνει με ρηχό πιστολίδι και υπόσχεση για σίκουελ, αλλά εν τω μεταξύ έχει θίξει τα πιο καυτά προβλήματα της παγκοσμιοποιημένης ανθρωπότητας σήμερα: φτώχια, ανισότητα, αποξένωση, μετακινήσεις πληθυσμών, επιτήρηση, αποδοχή αυταρχισμού, ξενοφοβία, διάσπαρτη δομική βία. Συν τον φόβο για το τι άνθρωποι είμαστε, βιολογικά και πνευματικά: πόσο πιο άνθρωποι από το εξωγήινο άλιεν;

Αυτός ο φόβος είναι όλη η ταινία «Moon». Πόσο άνθρωπος είμαι; Αναρωτιέται ο Σαμ, μοναδικός χειριστής στον σεληνιακό ρομποτικό σταθμό εξόρυξης του Helium-3, η σύντηξη του οποίου έχει λύσει το ενεργειακό πρόβλημα της Γης. Ο σταθμός ονομάζεται Αγάπη. Και ο Σαμ έχει με την εταιρεία εξόρυξης τριετές συμβόλαιο σκληρής μοναξιάς. Λίγο πριν λήξει η θητεία του, ανακαλύπτει ότι είναι κλώνος, κι ότι όλοι οι σεληνοναύτες πριν και μετά, είναι κλώνοι τριετούς διάρκειας, με εμφυτεύματα οικογενειακής μνήμης.

Ο Σαμ συναντιέται με τον επόμενο εαυτό του, τον νεότερο κλώνο Σαμ, σε περιβάλλον που διασταυρώνει γόνιμα την Οδύσσεια του Κιούμπρικ και το Μπλέιντ Ράνερ των Φ. Ντικ – Ρ. Σκοτ. Παραδίνεται στον θάνατο, στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης, και παροτρύνει τον νεότερο κλώνο να αποδράσει στη Γη των Πρωτοτύπων και του Κλωνισμού. Ενας τρίτος κλώνος, από το κρυμμένο απόθεμα, έχει ενεργοποιηθεί ήδη από το ευφυές ρομπότ του σταθμού, και συνεχίζει την ιστορία της κατασκευής μνήμης και των αναλώσιμων ανθρώπων.

Στο κατώφλι μιας νέας εποχής, γεωπολιτικά, τεχνολογικά, ανθρωπολογικά, βιολογικά, η τέχνη του κινηματογράφου, αυτή η μαζική τέχνη των μεγάλων μυθικών αφηγήσεων, αφουγκράζεται αμφιβολίες και φόβους, σκέφτεται οντολογικά. Θρησκευτικά. Τι είναι άνθρωπος; Ο φυλακισμένος, εξαπατημένος, προγραμμένος Σαμ θα απαντούσε με τα λόγια του Ιησού: «Eπείνασα, εδίψασα, ξένος ήμην, γυμνός, ησθένησα, εν φυλακή ήμην …» (Mατθ. 25:35-36) Ετσι ακριβώς θα απαντούσε και ο νοτιοαφρικανός τελώνης και διώκτης, ο ημιάλιεν, ο αποριμμένος από ανθρώπους και δεκτός από τους ξένους.

buzz it!

Τρεις πρόσφατες ταινίες, τρία δράματα, μας υπενθυμίζουν πόσο δραστικός και καίριος μπορεί να είναι ο αμερικανικός κινηματογράφος, πόσο καλά αφουγκράζονται το παρόν και τους κοινωνικούς κραδασμούς οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούν να μετουσιώσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο σε αφήγημα, σε δράμα, σε έργο τέχνης. Οι τρεις ταινίες είναι το “Παγωμένο ποτάμι”, to “Gran Torino” και το “The Visitor”. Ολες οι ταινίες είναι παραγωγές μικρομεσαίου κόστους και ολιγοπρόσωπες, και όλες καλογυρισμένες, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου, με σχετικά άγνωστους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, εκτός του Κλιντ Ιστγουντ (Gran Torino).

Σε όλες τις ταινίες θέμα είναι η μετανάστευση, ο ξένος, ο φτωχός, ο σε αποκλεισμό ή κατατρεγμό, και η σχέση του ξένου με τον γηγενή, που τραβάει κι αυτός παρόμοια βάσανα, άλλης κλίμακας, αλλά ίδιου πυρήνα: φτώχεια, μοναξιά, φθορά, δυσκολίες προσαρμογής στο καινοφανές περιβάλλον.

Το θέμα των ταινιών είναι ο καιρός μας, η ανθρώπινη συνθήκη στον 21ο αιώνα: οι ανισότητες, οι μετακινήσεις, οι αποκλεισμοί, ο αμήχανος άνθρωπος ενώπιον του απειλητικά αναδυόμενου νέου, οι άνθρωποι σε μεταιχμιακή κατάσταση, η μοναξιά, η δύσκολη διατήρηση της αξιοπρέπειας, η σκληρή δοκιμασία των παλαιών ηθικών αρχών.

frozen-river

Στο Παγωμένο Ποτάμι μια γυναίκα της εργατικής τάξης παλεύει να κρατήσει ενωμένη και σώα την οικογένειά της, δυο ανήλικα αγόρια, στα παγωμένα αμερικανοκαναδικά σύνορα, με -28 βαθμούς σ’ ένα φτενό λυόμενο που μπάζει, με μερική απασχόληση, με σύζυγο τζογαδόρο που έχει αποδράσει. Σε τρεις σκηνές, περιγράφεται όλο το δράμα των πληβείων της πλουσιότερης χώρας. Για να τα βγάλει πέρα, συνεργάζεται με μια μοναχική Ινδιάνα: περνούν στις ΗΠΑ λαθρομετανάστες, διασχίζοντας το παγωμένο ποτάμι, το σύνορο. Γιατί έρχονται εδώ οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί, αναρωτιέται η γυναίκα, ποιον παράδεισο περιμένουν να δουν; Δεν υπάρχει παράδεισος. Για την λευκή Αμερικανίδα, όλα είναι κόλαση, όλα κρέμονται σε μια κλωστή, η απόλυτη φτώχεια, η ζωή των παιδιών της, προ πάντων η αξιοπρέπειά της και η πίστη στη ζωή. Μια αποκαλυπτική εμπειρία, μια παρ’ ολίγον τραγωδία, ενώνει τις δυο γυναίκες, λευκή και ινδιάνα, δυο μητέρες που κινδυνεύουν να χάσουν τα παιδιά τους, δυο not good enough μάνες που βυθίζονται στην ενοχή και την αναξιότητα. Με μια θυσία, κερδίζουν τα παιδιά τους και την υστάτη νησίδα, την ανθρωπινότητα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.

Στο Παγωμένο Ποτάμι, οι μετανάστες είναι στο φόντο, ανθρώπινα φορτία που στιβάζονται στο πορτ-μπαγκάζ· κι από εκεί όμως δρουν καταλυτικά πάνω στους ήρωες. Στο Gran Torino και στο Visitor, οι μετανάστες είναι στο προσκήνιο, πρωταγωνιστές. Με άλλο, ομιλητικό τρόπο, δρουν κι αυτοί καταλυτικά στις ζωές των γηγενών που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Ο μοναχικός γερόλυκος Ιστγουντ, απομεινάρι της πατρίδας του Ψυχρού Πολέμου και της Βιομηχανικής Εποχής, ξεκουκκίζει τις τελευταίες μέρες του σε μια γειτονιά που έχει ξεπέσει σε γκέτο συμμοριών. Οι τελευταίες μέρες του, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει, θα φωτιστούν από δυο Κινεζάκια γειτονόπουλα, μια ακατανόητη νιότη, μια νέα Αμερική· και θα τον οδηγήσουν σε μια επική έξοδο από τον παλιό κόσμο, συμβολικά και σωματικά· σε μια θυσία υπέρ των νέων φίλων, της οιονεί οικογένειας.

Αντίο χαμπίμπι...

Αντίο χαμπίμπι...

Στο Visitor, ο γηγενής είναι ένας μονόχνωτος WASP, καθηγητής στο Γιέιλ, ένας άνθρωπος ηττημένος και στείρος, πικράντερος, μονάχος, που παρακολουθεί τη ζωή του να τελειώνει χωρίς νόημα. Η απρόοπτη εισβολή δυο νεαρών λαθρομεταναστών στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ανατρέπει τη θλιβερή κανονικότητά του και τον αφήνει έκθετο στα κύματα της ζωής, στα αισθήματα, στη μουσική, στη φιλοξενία, ακόμη και στον έρωτα για την ώριμη χήρα από τη Συρία. Δίνει φιλοξενία, προσφέρει· και του δίδεται: φιλία, αγάπη. Ο νεαρός τον μαθαίνει μουσική, να ακούει με το σώμα τη μουσική, να την ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται. Ο WASP ανταποδίδει, αποκολλάται από την ερημιά του εγωτισμού του, γίνεται αρωγός και ικέτης· επισκέπτης φυλακών, επισκέπτης της άλλης πραγματικότητας, των γκρίζων ανθρώπων sans papiers. Αλλάζει. Η μητέρα του νεαρού, βγαλμένη από θάνατο και στέρηση, του δίνει τα δώρα της αξιοπρέπειας και της αγάπης, αποκαλεί αυτόν τον στερεμένο, ”χαμπίμπι”, αγαπημένο. Τα κύματα της ζωής τούς παίρνουν και τους πετούν σαν καρυδότσουφλα, ο καθένας μονάχος και πάλι, οι κόσμοι χωριστά, κι ο καθένας να κουβαλάει μια ουλή, ένα άγγιγμα, μια αστραπή ονείρου.

Εργα συγκινητικά και αληθινά. Εργα για τον καιρό μας, και τον καιρό που έρχεται. Σκέφτηκα: Τι έργα αναλόγως δραματικά κι αληθινά φτιάχνουν οι Ελληνες κινηματογραφιστές;  Πώς αφηγούνται τον δύσκολο καιρό μας; Σκέφτομαι.

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 6 days ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 1 week ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 1 week ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.411 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: