You are currently browsing the tag archive for the ‘νεωτερικότητα’ tag.

Οι βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους του Κιέβου θυμίζουν τη χαμένη αραβική άνοιξη, κατά την οποία η δίκαιη εξέγερση του πλήθους μεταλλάχθηκε σταδιακά σε λυσσώδη διαμάχη φατριών για την εξουσία και σε αναζωπύρωση του φονταμενταλισμού. Χωρίς δημοκρατία, με φουντωμένη την ανισότητα και την απελπισία.

Ο εν εξελίξει εμφύλιος στην Ουκρανία θυμίζει επίσης, όλο και εντονότερα, τις απαρχές του τρομερού γιουγκοσλαβικού εμφυλίου, που κορυφώθηκε με μαζικές σφαγές και τον κατακερματισμό της εύθραυστης πολυεθνικής ομοσπονδίας. Και στις δύο περιπτώσεις η σπουδή και η πίεση της Ευρώπης, μάλιστα της Γερμανίας, επέδρασαν καταλυτικά στις εξελίξεις. Στην Ουκρανία η σύνδεση με την Ε.Ε. τής ετέθη τελεσιγραφικά, με ταυτόχρονη πίεση προς την αδύναμη εκλεγμένη κυβέρνηση και προς την ανησυχούσα και απειλούσα Ρωσία. Στη Γιουγκοσλαβία ένα ανάλογο μείγμα σπουδής και ιδιοτέλειας υποδαύλισε υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των εθνοτικών ομάδων και επέφερε τη βίαιη αναδιάταξη των συνόρων μέσω της σοβαρότερης πολεμικής σύρραξης σε ευρωπαϊκό έδαφος από τη λήξη του Β’ Πολέμου.

Στο γιουγκοσλαβικό μια πολυεθνική ομοσπονδία διαμελίστηκε, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, και τα ασταθή κρατίδια προσαρτήθηκαν σε νέες ζώνες επιρροής ή έμειναν στο κενό· στο ουκρανικό παρακολουθούμε μια ακόμη πράξη αποσύνθεσης της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, με ανοιχτό ενδεχόμενο ακόμη και τον διαμελισμό της χώρας, προκειμένου να παγιωθούν νέες ζώνες επιρροής.

Η Ουκρανία τεντώνεται ανάμεσα στις δύο ηγεμονίες. Σπάει. Το κόστος το πληρώνει ο λαός της, καθώς στη λαχτάρα για ευημερία και ένταξη στο δυτικό όνειρο (όσο έχει απομείνει) προστίθενται ωμά συμφέροντα φατριών και ολιγαρχών, αφυπνισμένα φαντάσματα εθνοτικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, φαντάσματα αντισημιτισμού, φαντάσματα ουκρανών αποσχιστών συμπαραταγμένων με τα ναζιστικά στρατεύματα που επεύλαυναν κατά της Ρωσίας.

Οι νεκροί στους δρόμους του Κιέβου, οι συγκρούσεις ενόπλων νεοναζιστών με τις κυβερνητικές δυνάμεις, ο καιροσκοπισμός των ντόπιων βαρόνων και ολιγαρχών, υπενθυμίζουν πικρά ότι η ιστορική κίνηση που άρχισε το 1989 δεν έχει ολοκληρωθεί. Το δείχνει η Βοσνία: οι έφοδοι απελπισμένων πεινασμένων εργατών σε κυβερνητικά κτίρια και κλειστά εργοστάσια αποκαλύπτει τη μη βιωσιμότητα ή και την υποκρισία των διεθνών ρυθμίσεων, από το Ντέιτον του 1995 και εφεξής. Μετά τόσο πόνο και θάνατο, οι Βόσνιοι δεν έχουν εργασία, δεν έχουν ψωμί, δεν έχουν μέλλον.

Οι ιστορικοί έχουν περιγράψει τους δύο μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα ως ευρωπαϊκούς εμφύλιους για την αποτροπή καθολικής επικράτησης της μιας ή της άλλης υπερδύναμης. Στο ασυνείδητο αλλά και στην τέχνη και στη φιλοσοφία έχουν εγγραφεί ως οι μεγάλες σφαγές της νεωτερικότητας· για μερικούς, ήταν η ίδια η νεωτερικότητα, εκφρασμένη ως γενικευμένος απανθρωπισμός και μακελειό. Οι εκατό χιλιάδες νεκροί και οι ένα εκατομμύριο εκτοπισμένοι της Γιουγκοσλαβίας, οι δεκάδες νεκροί και οι εκατομμύρια απελπισμένοι της Ουκρανίας, οι 3,8 εκατομμύρια πεινασμένοι της Βοσνίας δείχνουν ότι ο βίαιος ευρωπαϊκός 20ός αιώνας προεκτείνεται ακόμη μες στον 21ο αιώνα.

Advertisements

Την Τετάρτη ξύπνησα ασυνήθιστα νωρίς. Λίγο πριν τις επτά, είδα την πρώτη καταγραφή στο τουίτερ. Νεκρός ο 34χρονος Παύλος Φύσσας, αντιφασίστας ράπερ, από μαχαίρι, που το κρατούσαν πιθανότατα χρυσαυγίτες. Στην Αμφιάλη, λίγο μετά το ματς του Ολυμπιακού. Το τουίτερ είναι σιωπηλό πριν τις επτά, και οι έγκυρες πηγές ειδησεογραφίας λιγοστές τόσο νωρίς. Στις 06.54 αναμετέδωσα την είδηση, και λίγο μετά έβλεπα στο YouTube τον Κillah P – Παύλο Φύσσα να τραγουδά «Σιγά μη φοβηθώ» και «Ο Πειραιάς στην πλάτη μου». Στις 10, με όσα στοιχεία υπήρχαν διαθέσιμα, έστειλα στον διευθυντή της εφημερίδας το εν θερμώ σχόλιο που μου ζήτησε.

«H 18η Σεπτεμβρίου 2013 πρέπει να λειτουργήσει αφυπνιστικά για την Ελληνική Δημοκρατία, για τους θεσμούς και τους πολίτες. Η δολοφονία του 34χρονου μουσικού Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι από ακραία στοιχεία είναι η κορύφωση σε ένα κύμα βίαιων εκδηλώσεων των τελευταίων ημερών, που άρχισαν με τον τραυματισμό μελών του ΚΚΕ στο Πέραμα από φερόμενους ως οπαδούς της Χρυσής Αυγής. Δεν πρόκειται απλώς για επίδειξη ισχύος και κυριαρχίας στον δρόμο, στις συμβολικές γειτονιές της εργατιάς, δεν είναι πόλεμος χουλιγκάνων· πρόκειται για αποσταθεροποίηση του κράτους δικαίου, για έμπρακτη άρνηση της δημοκρατίας, για λογική προέκταση των πολιτικών πρακτικών των αρνητών του Ολοκαυτώματος και των νεκρών του Πολυτεχνείου. Ο φασισμός μπορεί να υπάρχει μόνο παράγοντας βία και σύγκρουση, επιδιώκοντας την ολοσχερή εξόντωση του Εχθρού, του Αλλου· η φυσική απόληξή αυτής της ενδιάθετης ροπής είναι η εξόντωση της δημοκρατίας και η Τελική Λύση. Οι δυνάμεις του συνταγματικού τόξου οφείλουν να εκτιμήσουν αυτή την ιστορική απειλή και να απαντήσουν πολιτικά, απερίφραστα, χωρίς αναγωγές, η δε Ελληνική Δημοκρατία, διά των θεσμικών οργάνων της, οφείλει να δράσει ακαριαία και λυσιτελώς, με κάθε πρόσφορο νόμιμο μέσον. Έχει και η κρίση τις κόκκινες γραμμές της.»

Το κείμενο ήταν έτοιμο από καιρό. Δυστυχώς. Και δυστυχέστατα ο ελλείπων κρίκος ήταν το νεκρό παλικάρι, ο ράπερ του Πειραιά και σωληνουργός του Περάματος.

Ηταν αναμενόμενο. Για όποιον παρακολουθούσε με στοιχειώδη προσοχή τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια την περιθωριακή Χρυσή Αυγή να ανθίζει μες στα ερείπια της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και να αναδύεται από τα υπόγεια των νεοναζιστικών συμμοριών στις πλατείες μικροαστικών συνοικιών, και από εκεί στο δημοτικό συμβούλιο Αθηνών και στο Κοινοβούλιο, ο φόνος της 18ης Σεπτεμβρίου ήταν αναμενόμενος. Διότι η βία, η μισαλλοδοξία, το εθνοφυλετικό μίσος, η βαναυσότητα, η περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής παντός ετέρου, είναι χαρακτήρες εγγενείς και αυτοτροφοτοδούμενοι στα νεοναζιστικά μορφώματα. Μιλούν για αίμα, κηρύττουν το αίμα, τρέφονται με αίμα.

Θυμήθηκα τον σπουδαίο ιστορικό και φιλόσοφο Μαρσέλ Γκωσέ, τι λέει στο έργο του «Η δημοκρατία υπό τη δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914-1974» (εκδ. Πόλις) όταν προσπαθεί να εξηγήσει γιατί ο Μουσολίνι εντείνει τη βίαιη συγκρουσιακή του πορεία, παρότι είναι πλέον απόλυτος κυρίαρχος, και καταλήγει στην καταστροφή του: διότι ο φασισμός πρέπει διαρκώς να κινείται με βία, δεν μπορεί να σταματήσει. Ενας άλλος μελετητής του φασισμού, ο Εμίλιο Τζεντίλε, ονομάζει αυτή την τάση «μύθο της αναζωογονητικής βίας» (Φασισμός, ιστορία και ερμηνεία, εκδ. Ασίνη). Και οι δύο μελετητές βλέπουν στο φασισμό χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας, τη λατρεία της προόδου,της ταχύτητας, της δύναμης, της ορμητικής εισόδου στη μεγάλη ιστορία.

Η ΧΑ παπαγαλίζει συνθήματα και λόγια παρμένα από προπαγανδιστικές φυλλάδες, ελάχιστοι έχουν διαβάσει κάτι παραπάνω, και κανείς προβεβλημένος μέχρι τώρα δεν έχει μπορέσει να εκφέρει ολοκληρωμένο λόγο. Δεν στερούνται τακτικής ωστόσο, στο μέτρο που αντιγράφουν τα χιτλερικά ινδάλμάτα τους: τη χρήση της δημοκρατικής ανοχής, την παραστρατιωτική οργάνωση, τον αφιονισμό εξαθλιωμένων μαζών και την υπόσχεση μιας μυθικής ταυτότητας λαού.

Τα στελέχη της ΧΑ εμπιστεύονται περισσότερο τους μυες των αναβολικών, τα τατουάζ, τις στολές, τις σιδερογροθιές και τα μαχαίρια. Αυτό δεν τους καθιστά ακίνδυνους: ο machismo και η βαναυσότητα που εκπέμπουν βιώνονται και ως λάιφστάιλ, οι οπαδοί τους αισθάνονται σαν να είναι πιτ μπουλ σε ένα πλήθος προβάτων. Σαν πιτ μπουλ μπορεί να τους βλέπει και μέρος του πολιτικού συστήματος και να τους χρησιμοποιεί σαν χρήσιμο φόβητρο. Ομως στην Αμφιάλη το πιτ μπουλ αμολήθηκε ανεξέλεγκτο και κατασπαράζει όλα τα χέρια που το τάιζαν.

Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της  ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, που βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.

Μείναμε αρκετά στο δίπολο “θυμός-νηφαλιότητα”. Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς όμως διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.

Ας πούμε, τι ορίζουμε σήμερα ως ορθολογισμό; Τον λόγο του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου, του Καντ; Ή τον λόγο όπως τον συζητούμε στον 21ο αιώνα, μετά τον Βιτγκενστάιν, τον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Μπουρντιέ; Είναι ο ορθός λόγος άχρωμος, άμοιρος του κυρίαρχου λόγου, του λόγου των νικητών, του λόγου της εξουσίας; Πώς ορίζουμε το θυμικό; Αριστοτελικά, φροϋδικά, λακανικά, λεξικογραφικά; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων; Σε αυτό θα απαντούσα με μια διερώτηση, τυπική στην πολιτική σκέψη: Who rules and who benefits? Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ωφελείται; Εν ονόματι των μεταρρυθμισεων έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι πάντα ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά. Και γιατί η αδράνεια, υπό τη μορφή του συντηρητισμού, της διατήρησης δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη δυσμενή συγκυρία, να μην αποτελεί μιαν άμυνα των πληττομένων αδύναμων απέναντι σε δυνάμεις που τους σαρώνουν;

Ας μείνουμε σε αυτό: Ποια είναι τα υποκείμενα που καλούνται να δώσουν νόημα και πρακτικό περιεχόμενο στον ορθολογισμό ή τη μεταρρύθμιση; Και πάνω σε ποια άλλα υποκείμενα; Αναπόφευκτα, θα πρέπει να μιλήσουμε για σχέσεις εξουσίας, ξανά: Who benefits? Αναπόφευκτα βλέπουμε ότι τα δίπολα, “καθαρά” σε πρώτη ματιά, είναι στερεοτυπική ηθικολογία, δεν είναι πολιτικά προτάγματα, πόσω μάλλον πολιτική ανάγνωση της κρίσης.

Καταλαβαίνω την ανάγκη του φίλου μου για ξεκαθάρισμα του τοπίου, για αποσαφήνιση, για επιλογή δρόμου και τρόπου. Είναι θεμιτή και ανθρώπινη, είναι και δική μου. Πολύ φοβούμαι εντούτοις ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερος πνευματικός και ψυχικός μόχθος για να κατανοήσουμε ό,τι μας συμβαίνει, προτού διαλέξουμε δρόμους και στρατόπεδα. Και χρόνος, που είναι η ζωή μας.

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Η κρίση είναι σύμφυτη με τη νεωτερικότητα, μας θύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος Γιώργος Ξηροπαϊδης. Πιθανότατα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μείζονος ρήξης της μεταπολεμικής κανονικότητας, στην ουρά ενός ιστορικού κύκλου που κλείνει, σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ που εκτέλεσε ο Στάλιν. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι απαιτούνται άλλα διανοητικά εργαλεία, άλλες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις για να αντεπεξέλθουμε τη ρήξη και να φανταστούμε τον κόσμο στην άλλη όχθη του ρήγματος.

Η κρίση οδηγεί στην παραγωγή ενός νέου λόγου-discours, και ενός νέου ορθολογισμού, μάλιστα με αξίωση καθολικής ισχύος. Τα κράτη, μεγάλα και μικρά, αναπτυγμένα, παρηκμασμένα και αναδυόμενα, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί όπως η Ε.Ε. και διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί, πραγματικές οικονομίες και κεφάλαια σωρευμένα σε σκιώδεις τράπεζες, δίκτυα γνώσεων και εμπορικοί δρόμοι, όλα θα αναδιαταχθούν, ενδεχομένως με κρότο και βία. Πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας, οι άνθρωποι, θα αναδιαταχθούν: σαν έθνη, σαν λαοί, σαν μέλη κοινοτήτων, θα προχωρήσουν σε μια άλλη αυτοκατανόηση. Αυτό γινόταν πάντα.

Σε κάθε περίπτωση, το βολικό, ανακουφιστικό δίπολο «ορθολογισμός-θυμικό, φως-σκοτάδι» όχι μόνο δεν βοηθά αλλά συσκοτίζει και βυθίζει στο ανορθολογικό· είναι μάλλον μια προσευχή για απελπισμένους, ένα μάντρα προς εξορκισμόν των οβίδων. Μεταρρυθμίσεις θα έρθουν, αλλά δεν θα είναι αυτές που φανταζόμαστε τώρα ― αυτό ήθελα να πω στο φίλο μου, μα δεν το κατάφερα. Η ειρήνη δεν είναι αιώνια, και η πρόοδος δεν είναι απεριόριστη: είναι όση αντέχει ο πλανήτης.

Το οδυνηρό συμβάν της χρεοκοπίας ξυπνά φαντάσματα· ενθυμήσεις καταχωνιασμένες, στερεότυπα κατοχικών γονιών και μικρασιάτων παππούδων, φθαρμένα διαβάσματα που δεν έβρισκαν αντίκρισμα στην πραγματικότητα του προσφάτου παρελθόντος,  πόνους εξορκισμένους και εξόριστους από την ευδαίμονα Ισχυρή Ελλάδα του ευρώ. Ξύπνησαν και δυο φαντάσματα, που ενώ στοίχειωσαν την γένεση του κρατιδίου, ακόμη και πριν από τον Ξεσηκωμό, εντούτοις τα τελευταία χρόνια φύραναν, αποδομήθηκαν, μεταστοιχειώθηκαν: ο λαός και το έθνος.

Προλαβαίνω: ας μην ταυτίσουμε επιπόλαια τον λαό με τον λαϊκισμό, και το έθνος με την εθνοκαπηλία. Ας τα δούμε στις πολλαπλές τους εκδιπλώσεις μες στην ιστορική διάρκεια, όπως μάλιστα φανερώνονται ιδρυτικά στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, από την αυγή του Διαφωτισμού ώς το μεσουράνημα του Ρομαντισμού. Κι ας συνυπολογίσουμε ότι η ανάδυση του νεότερου ελληνισμού τροφοδοτείται από αυτά τα μέγιστα κινήματα και σε μεγάλο βαθμό τα εκφράζει κιόλας, σχεδόν ιδανικά. Ρομαντική είναι η σύλληψη της έννοιας λαός, ρομαντική είναι η αποκρυστάλλωση του έθνους, από τον Χέρντερ και τον Γκέτε έως τον Σίλλερ και τον Φίχτε· ρομαντική είναι η ουσία της σολωμικής ποίησης και η ενιαία ιστορική αφήγηση του ελληνικού λαού από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, ρομαντική η φύτρα του Παλαμά και του Σικελιανού, και του Σεφέρη και του Ελύτη. Ακόμη και ο νεοκλασικισμός στην Ελλάδα ρομαντικά βιώθηκε. Κι η ελληνική εθνογένεση πορεύεται χέρι χέρι με τη γερμανική εθνογένεση.

Υπό μία έννοια λοιπόν, η χρεοκοπία του 2012 και η συνοδός διεθνής επιτήρηση θυμίζει τη χρεοκοπία του 1893, που κατέστη αφορμή για βαθείς ιδεολογικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς, εκφραζόμενους πολύτροπα από διαφορετικές προσωπικότητες όπως ο Παλαμάς, ο Δραγούμης και ο Βενιζέλος. Αναδιατύπωσαν, ανατροφοδότησαν την αφήγηση του λαού και του έθνους, έτσι ώστε λαός και έθνος να ανορθωθούν και να επανεκκινήσουν προς την ιστορική τους μοίρα.

Πώς συζητούνται σήμερα αυτά τα θεμελιώδη, ο λαός και το έθνος; Μάλλον: Πώς βιώνονται; Πώς συμβάλλουν στην αυτοαναγνώριση και στην αίσθηση του συνανήκειν; Ολα εν συγχύσει ― η γρήγορη απάντηση. Για πολλούς λόγους, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ· μόνο ας υπαινιχθούμε πρόχειρα μια υβριδική κουλτούρα κοσμοπολιτισμού, ναρκισσισμού, υποτέλειας και ψυχικής μειονεξίας, συνδαυλιζόμενη από ιδιοτελή ραγιαδισμό, μεταπρατικά συμφέροντα και εθελοδουλία.

Κατά τα λοιπά, η ιστορία. Πάντα παρούσα, διδακτική ή είρων. Ιστορία των ιδεών. Από τον ρομαντικό 19ο αιώνα των πτωχεύσεων, της πελατοκρατίας και των διχασμών, ας θυμηθούμε τις ιδρυτικές ρομαντικές ιδέες περί λαού και έθνους, τόσο δραματικά επίκαιρες, τόσο φρέσκα αποκρινόμενες σε σημερινούς βολοδαρμούς.

Πρώτα ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, εισηγητής του πνεύματος του λαού παρ’ ημίν, ο υποστηρίξας ότι θεμέλια της καθόλου υπάρξεως είναι η γυνή και ο λαός. Το 1857 ήδη διαπιστώνει ότι οι λογιώτατοι απεχθάνονται τη λέξη λαός:

«Παρά μικρόν η λέξις Λαός ήλθε ν’ αποβληθή εκ της Ελληνικής συνηθείας. Επικρατέστεραι δε παρά τοις συγγραφεύσι του Βυζαντινού μεσαιώνος διέμειναν αι φράσεις Όχλος, Συρφετός, Όμιλος αγυρτώδης, Λύμα, το Χυδαίον, και έτεραι του αυτού είδους, άς άλλως τε ο λογιώτατος ουδέποτε μετεχειρίσατο μη κεκαρυκευμένας, εις επίδειξιν μισοδημίας, επιθέτοις υβριστικοίς και περιφρονητικοίς. Και όμως ο λογιώτατος ούτος ωνομάζετο χριστιανός. Εις εκατόν και πεντήκοντα δύο περιστάσεις αυτή και μόνη η Καινή Διαθήκη προσφωνεί απεριφράστως και επικαλείται του Λαού το όνομα!»

Υστερα ο φλογερός Ανδρέας Ρηγόπουλος, ο συνομιλητής του Βίκτωρος Ουγώ, του Ματσίνι και του Γκαριμπάλντι, λέει στη Βουλή,  δέκα χρόνια πριν από την πτώχευση:

«Κλαίω εφ’ υμάς και επί τα τέκνα σας, ω στρατιωτικοί, οίτινες θα σύρετε τα ξίφη σας όχι πλέον υπέρ του Ελληνισμού, διότι αυτός δεν θα υπάρχει αλλ’ υπέρ των συμφερόντων των ξένων· κλαίω εφ’ υμάς και επί τα τέκνα σας, ω ναυτικοί, διότι θα χρησιμοποιήσητε την θαλασσινήν υμών ικανότητα υπέρ των ξένων ισχυρών, και θ’αποτελήτε τα πληρώματα των πλοίων των ως εις τον καιρόν των Βενετών· κλαίω επί σε, ω Ελληνικέ λαέ, διότι θα έλθη ημέρα καθ’ ην αι νέαι γενεαί δεν θα έχουν κανέν ιδανικόν, διότι ο Ελληνισμός εξέλιπε και καμμία έμπνευσις δεν θα υπάρχη ούτε εις την φιλολογίαν ούτε εις την πολιτικήν· κλαίω εφ’ υμάς ω γεωργοί, ω βιομήχανοι, ω έμποροι, διότι θα σας επιβάλλουν βαρείς δασμούς εις τα προϊόντα σας, διότι θα σας στέλλουν τα ιδικά των μηχανήματα και θα σας τα πωλούν ακριβά, διότι θα γίνετε μεσίται και όχι έμποροι, έως ου καταντήσει ο ελληνικός λαός είλως εργαζόμενος υπέρ των ξένων».

Θα παραμείνουμε χώρα της Δύσεως ή θα γίνουμε Λιβύη; Ρωτούσε ο συνομήλικος αργά μες στη νύχτα. Είχαμε δει νωρίτερα τον Καντάφι να σύρεται αιμόφυρτος απ΄το αλαλάζον πλήθος, ετοιμοθάνατος και νεκρός, είδαμε το σώμα του νεκρού να χτυπιέται και να βεβηλώνεται, είχαμε δει τον υπόνομο όπου κρυβόταν. Ηταν εικόνες φρικιαστικές. Ο ένοπλος όχλος σέρνει ένα πτώμα, όπως ο Μογγόλος έφιππος σέρνει το πτώμα του εχθρού του για να ταπεινώσει ακόμη και τον θάνατό του.

Το έχει περιγράψει συγκλονιστικά ο Ομηρος, προοικονομώντας κάθε μέλλουσα αφήγηση για τη φρίκη του πολέμου: το κουφάρι του Εκτορα σύρεται απ΄ το άρμα του Αχιλλέα. Και γνωρίζουμε την τραγική κατάληξη των υβριστών νικητών του πολέμου, αυτών που δεν σεβάστηκαν τη σορό του ηττημένου εχθρού, την ιερότητα του σώματος, τους βωμούς και τα γυναικόπαιδα των χαμένων.

Ο Λίβυος συνταγματάρχης υπήρξε πράγματι τύραννος του λαού του, αλλαζών, ημιπαράφρων, φονεύς. Αλλά και συνομιλητής των ηγετών δημοκρατιών της Δύσεως επί τέσσερις δεκαετίες: όλοι επισκέφθηκαν το τσαντίρι του φύλαρχου και συναλλάχθηκαν μαζί του. Ο Καντάφι προτίμησε να πολεμήσει εναντίον του λαού του, παρά να παραιτηθεί για να αποφευχθεί το λουτρό αίματος. Του έπρεπε η σκληρότερη τιμωρία. Εντούτοις, ακόμη και ο ειδεχθέστερος τύραννος αξίζει να πεθάνει αξιοπρεπώς, όχι γιατί του αξίζει προσωπικά, αλλά γιατί αυτή η τιμή, ο αξιοπρεπής θάνατος, πιστώνεται στους τυραννοκτόνους νικητές του, εφόσον ευαγγελίζονται μια πιο δίκαιη ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία που σέβεται τους νεκρούς, που δεν σέρνει τα πτώματα στη σκόνη και στα σκυλιά.

Νομίζαμε ότι η εικόνα του τρομαγμένου ζώου Σαντάμ Χουσείν, συλληφθέντος σε λαγούμι, με ρυπαρή γενειάδα, καταδικασθέντος και απαγχονισθέντος εν τάχει, ήταν μια εικόνα ήδη βαριά για τον νεωτερικό άνθρωπο. Σφάλαμε. Η εικόνα του διαμελιζόμενου Καντάφι μάς υπενθυμίζει πικρά ότι η νεωτερικότητα δεν έχει τέλος…

Διάβαζα προσεκτικά ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα («Τέχνη και χρήμα (πολύ)»), για την τέχνη και το χρήμα. Ο συντάκτης του υποστηρίζει λίγο-πολύ ότι δεν υπάρχει εικαστική δημιουργία, τέχνη, εκτός αγοράς. Φέρνει παραδείγματα από το διεθνές παζάρι έργων τέχνης, στο οποίο διακινούνται δισεκατομμύρια και πλάθονται υπεραξίες, ταυτίζει την αγορά με την οικονομία, συμπεραίνει ότι η τέχνη δεν νοείται εκτός οικονομίας/αγοράς, για να καταλήξει ότι όσοι μιλούν για μια τέχνη εκτός αγοράς το κάνουν από μια επίμονη πίστη, μια ηθική στάση, με ιουδαιοχριστιανική μάλλον ρίζα.

Σκέφτομαι το ίδιο γυρισμένο απ’ τη φόδρα. Διακρίνω στο άρθρο καλή γραφή και αιχμηρό στυλ, μια κομψή υπεράσπιση του κυρίαρχου· αλλά πίσω από την κομψή πρόζα, διακρίνω επίσης σύγχυση ορισμών, μερίκευση εννοιών, αναγωγισμό, ταυτολογίες – εντέλει μια απολογητική του κυρίαρχου ως μοναδικού, ως του μόνου πραγματικού, με ταυτόχρονη απόκρυψη ή άγνοια του πολύπλοκου και πλούσιου τοπίου του 21ου αιώνα.

Ο αρθρογράφος Α. Ζενάκος κατ’ αρχάς ορίζει την τέχνη ως εικαστική, και μάλιστα τέχνη αντικειμένων που πωλούνται ακριβά, μια τέχνη προϊόντων commodities. Ετσι όμως στενεύει υπερβολικά το πεδίο· τίθεται εκτός ιστορικής προοπτικής, μάλιστα της προοπτικής του μοντερνισμού, ο οποίος μίλησε και μιλάει για μια τέχνη πέραν του αντικειμένου, για το πνευματικό και το υπερβατικό στην τέχνη (Κλέε*, Καντίνσκι, Μάλεβιτς) ή και το ξεπέρασμα της ίδιας της τέχνης (dada, situationnistes). Και φαίνεται επίσης να αγνοεί την τρέχουσα αναθεμελιωτική συζήτηση για το τι είναι καλλιτεχνικό προϊόν στην εποχή του ΥouTube, των peer to peer ανταλλαγών και των άπειρων μικροπαραγωγών που αναδιευθετούν και μετασχηματίζουν το παραδεδομένο καλλιτεχνικό υλικό με sampling και mashups – ως υποδειγματικοί μεταμοντέρνοι οικοτέχνες.

Εκτός του μοντερνιστικού παραδείγματος και εκτός της ζέουσας πραγματικότητας λοιπόν. Μα η τέχνη χωρίς τη σχέση της με την παράδοση (αμφίθυμη ή και πατροκτόνο σχέση), και χωρίς την καινοτομία, χωρίς τη διαπίδυση με τις επιστήμες και την τεχνολογία, ασφαλώς είναι commodity, είναι κάτι που θάλλει εντός αγοράς και μόνον εκεί, ουσιοκρατικά. Αλλά είναι τέχνη;

Η kitscherella του Κουνς ή του Χιρστ εμπεριέχει ειρωνικές χειρονομίες, εμπεριέχει το Λας Βέγκας και την Μπάρμπι, είναι ποπ φαντασμαγορία, ενδεχομένως παράγει υπεραξίες για τα funds των επενδυτών, αλλά δεν είναι τέχνη σήμερα. Ή, τουλάχιστον, είναι πολύ λιγότερο δραστική –η kitscherella– και επιδραστική και εμπορική, από τα δικτυακά βίντεο γκέιμ και τα mashups και τις ροκ συναυλίες. Σε σχέση με τη μαζικά διακινούμενη τέχνη της ψηφιακής ποπ σφαίρας, αυτή η τέχνη των εικαστικών σταρ είναι μικροσκοπικό niche market, είναι εκτός αγοράς… Είναι εκτός της πλανητικής δικτυακής διανομής.

Γυρνώ στον μοντερνισμό, στο αίτημά του για πνευματικότητα και υπέρβαση. Παρ’ όλο τον εγγενή μεσσιανισμό τους, τα αιτήματα αυτά φέρουν και απελευθερωτικό περιεχόμενο. Εντάσσονται σε ένα πολιτικό φιλοσοφικό σχέδιο που αναζητεί τα θεμελιώδη: μια κοινωνία χωρίς διαχωρισμό πνευματικού-υλικού, μια ζωή που βιώνεται σαν τέχνη, μια τέχνη που χορταίνει την υπαρξιακή και ψυχική δίψα. Το σχέδιο είναι ουτοπικό, μα όχι και αδρανές ή μη παραγωγικό· παρήγαγε και παράγει καινοτομίες, ρήξεις, επαναφορές· μετασχηματίζει συνειδήσεις και νοοτροπίες.

Η αγορά ακολουθεί την καινοτομία, σπεύδει να καλύψει το κενό από τη ρήξη, δεν παράγει. Ο τραπεζίτης Ροκφέλερ κατά τη σύσταση του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης παίρνει για σύμβουλο τον Καντίνσκι: ο αρχιερέας του πνευματικού συλλαμβάνει το κόνσεπτ του καθεδρικού των αστών για τον ύστερο 20ό αιώνα· ο πάπας του εννοιολογισμού Ντυσάν συμβουλεύει την Γκουγκενχάιμ για τη συλλογή της, η οποία παντρεύεται τον ντανταϊστή-σουρεαλιστή Ερνστ και τον εντάσσει στην αυλή με τα σκυλάκια της· η Βάντερμπιλτ Γουίτνεϊ χολιασμένη αγοράζει κοψοχρονίς όλους τους Χόπερ και στήνει το δικό της μουσείο. Οι σχέσεις είναι αμφίδρομες και αντινομικές, συχνά αυτοϋπονομευμένες, αλλά παραγωγικές· και πάντως δεν στήνουν μουσεία και συλλογές με όρους αγοράς των hedge funds. Μάλιστα, οι συλλογές αυτές συγκροτούνται για να καταστούν δημόσιες, για να διαχυθούν στη δημόσια σφαίρα· οι μεγιστάνες δεν κερδοσκοπούν με την τέχνη, αλλά με μετοχές, πετρέλαιο και χάλυβα.

Βάζω άνω τελεία. Υπάρχει και άλλη οικονομία εκτός της κυρίαρχης αγοράς· η οικονομία των δικτυακών ανταλλαγών και του Open Source, λ.χ., μορφώματα καινοφανή και ριζοσπαστικά. Και υπάρχει τέχνη εκτός αγοράς, εντός της παράλληλης καινοφανούς οικονομίας: ενδεχομένως, η πιο καινοτόμος και ενδιαφέρουσα. Πνευματικά.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11.10.2007

εικον.: Δ. Χανιώτη

* «Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα – ανήκω τόσο στους νεκρούς, όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη.»Paul Klee, Ημερολόγια.

Further reading:

Χωρίς λεφτά ― με χαρά.

Φονικό από άγνοια.

Warning: Out of Memory (pdf, σελ. 24).

FUTURA blog: «Πολύ χρήμα, μικρό καλάθι (αξιών)».

Παραπέρα further:
Μια νύχτα στην εξοχή.

Η Αθήνα – στερεότυπα.

Περί τέχνης, αργά τη νύχτα.

Ο Αγριόγατος των Πεταλιών.

Καρδιά ξεγυμνωμένη.

buzz it!

«Οι παρελάσεις δεν έχουν θέση στα σχολεία. Να καταργηθούν!» Παραμονές 28ης Οκτωβρίου, η φίλη ήταν κατηγορηματική. Εμπιστεύομαι την κρίση της και το ένστικτό της, είναι αισιόδοξη, ρεαλίστρια. Ωστόσο εγώ μόλις το άκουσα, κυριεύθηκα από σκεπτικισμό. Δεν ήμουν βέβαιος για την ποσότητα προόδου· ότι δηλαδή με την κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων θα εξαλειφθούν στρεβλώσεις, θα εξαφανιστεί ο εθνικισμός, θα βλαστήσουν άλλες συνειδήσεις κ.λπ. Συμφωνώ ότι υπάρχει καπηλεία, έχω ακούσει πολλούς δεκάρικους στις σχολικές εορτές· συμφωνώ για την ανία και τη χλεύη που προκαλούν αυτές οι τελετές, καθώς πάντα ισορροπούν στην ακμή του kitsch. Καταλαβαίνω ότι οι έφηβοι με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια περισσότερο αναγνωρίζονται στα μικροσύνολα της παρέας και στις φυλές των γκέιμς παρά στην εθνική κοινότητα. Παρ’ όλ’ αυτά…

Παρ’ όλ’ αυτά, σκέφτομαι: Η διαρκής αποδόμηση των παλαιών κατασκευών, ετοιμόρροπων ή εδραίων, οδηγεί πού; Στη λύτρωση από δεισιδαιμονίες; Στην επιφώτιση; Σε μια κοινωνία ευτυχισμένων απελεύθερων; Δεν ξέρω.

Καταργήθηκε η στολή στα δημόσια σχολεία ― και παρέμεινε στα ακριβά ιδιωτικά. Καταργήθηκαν ο εκκλησιασμός, η πρωινή προσευχή, η έπαρση σημαίας. Εμειναν συνεπτυγμένες οι παρελάσεις (μόνο οι τελειόφοιτοι) και οι γιορτές, χριστουγεννιάτικες, επετειακές, και τώρα αγγλοσαξονικού τύπου τελετές αποφοιτήσεως. Αρα, ο σχολικός βίος έχει συρρικνωθεί δραματικά τις τελευταίες δυο δεκαετίες· το σχολείο δεν διδάσκει φρόνημα, εθνικό ή θρησκευτικό. Κουτσοδιδάσκει ελληνικά και μαθηματικά για τις πανελλήνιες, ναι. Αλλά δεν διαμορφώνει φρόνημα, δεν πλάθει χαρακτήρες· αυτά πλάθονται σε άλλες σφαίρες του δημόσιου: στα μήντια, στην κατανάλωση, στα λάιφστάιλ των γκάτζετ, στα μούλτιπλεξ και τα στάρμπακς, στα mall και τα internet cafe. Και στην επιρροή της πυρηνικής οικογένειας, όση απομένει.

Ο Θεός ξεθεμελιώθηκε τον 19ο αιώνα· το κενό καταλήφθηκε από τον εθνικισμό, τον μαρξισμό, την ψυχανάλυση. Το απόλυτο επεβίωνε με άλλες μορφές. Στον 20ό αιώνα οι δυτικές κοινωνίες γεύτηκαν άλλα απόλυτα: κομμουνισμό, φασισμό, ολοκληρωτικό πόλεμο. Αρχισε να αποδομείται ο εθνικισμός. Στον 21ο αιώνα συνεχίζονται να αποδομούνται όλες οι συλλογικές αναπαραστάσεις, απομυθοποιούνται οι μεγάλες αφηγήσεις. Οι άνθρωποι κινούνται ατομικά και υπερτοπικά, αθροίζονται σε καινοφανείς εφήμερες κοινότητες. Κινούνται. Προς τα πού;

Εδώ εγείρονται αμφιβολίες. Πρώτη: Ο,τι ισχύει για τη Δύση, την ανεξίθρησκη και φιλελεύθερη Ευρώπη λ.χ., δεν ισχύει στον υπόλοιπο κόσμο. Δηλαδή, ενώ στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης βλέπουμε μια αντιεθνικιστική και αντιθρησκευτική τάση, ενθαρυμένη μάλιστα από την υπερεθνική κυβέρνηση των Βρυξελλών, στον υπόλοιπο κόσμο φουντώνουν ο εθνικισμός και ο φυλετισμός, αφενός, και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός αφετέρου. Η παγκοσμιοποίηση τελείται άνισα και αντίρροπα. Τα δικαιώματα, οι ιδεολογίες, οι νόμοι δεν έχουν οικουμενική ισχύ, ισχύουν μόνο εντός συνόρων· οικουμενική ισχύ έχουν μόνο τα όπλα, όπως έδειξε προσφάτως η εισβολή στο Ιράκ και το Γκουαντάναμο.

Αλλά και εντός των συνόρων του ξεπερασμένου έθνους-κράτους, τι απομένει μετά την αποδόμηση (την θεμιτή, και ενδεχομένως επιβεβλημένη) των μύθων του Ancien Régime; Δεν βλέπω να εξαλείφεται στην Ευρώπη ο ρατσισμός ή ο εθνικισμός· αντιθέτως αναζωπυρώνεται με ακροδεξιές, σεπαρατιστικές ή λαϊκιστικές εκφράσεις, ενώ στις ΗΠΑ φουντώνει ο νεοσυντηρητισμός και ο φονταμενταλισμός των χριστιανικών σεχτών.

Αναρωτιέμαι: Μήπως η ολοσχερής κατάργηση μιας κάποιας εθνικής-συλλογικής αγωγής στο σχολείο (ό,τι έχει απομείνει τέλος πάντων), ελεγχόμενης από το δημοκρατικό κράτος και την πολιτική κοινωνία, αφήνει το πεδίο κενό, πρόσφορο σε κάθε εθνοκάπηλο δεκανέα, στον ανεξέλεγκτο εμπρηστή που θα ανέβει στο βαρέλι ή στο τσατ ρουμ;

Μήπως οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί οι μετανεωτερικοί που είμαστε, έχουν την ανάγκη να αναγνωρίζονται εντός κάποιας κοινότητας με ελάχιστους κοινούς χαρακτήρες; Σκέφτομαι μήπως ο αναθεωρητικός-αποδομητικός ζήλος εναντίον κάθε μεγάλης συνέχουσας αφήγησης αφήνει πίσω της μόνο συντρίμμια. Σκέφτομαι μήπως αυτός ο κοσμικός μεσσιανισμός, απότοκος μιας τελεολογικής αντίληψης της ιστορίας, μιας πίστης στην αέναη προόδο που σαρώνει το παρόν εν ονόματι του μέλλοντος, αντί να μας οδηγεί στον αναπόφευκτο θρίαμβο του Πνεύματος και του Λόγου, μάς παρασύρει σε έναν νεωτερικό σωρό ερειπίων.

Ο δυτικός άνθρωπος συντρίφτηκε στον 20ό αιώνα από αυτές τις μεσσιανικές θύελλες· επέζησε μόνον όταν πορεύτηκε νηφάλια και μετριοπαθώς. Οι δημοκρατίες συγκροτήθηκαν πάνω σε ένα συνέχον αφήγημα περί έθνους, σε μια φαντασιακή κοινότητα ― φαντασιακή αλλά διόλου ανύπαρκτη. Εχει πεθάνει αυτό το αφήγημα; Κι αν ναι, τι έρχεται στη θέση του;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 27-28.10.2007

Στις συζητήσεις με εικαστικούς καλλιτέχνες και κιουρέιτορ επανέρχεται σποραδικά, μα σταθερά, το πρόβλημα της παράδοσης και της ελληνικότητας/εντοπιότητας – ένα είδος crash test, για πολλούς λόγους. Οι απαντήσεις που ακούω άλλοτε είναι ενδιαφέρουσες μες στην αγωνία τους, κι άλλοτε πληκτικές και ανούσιες μες στις βεβαιότητές τους. Εξακολουθώ ν’ ακούω, προσεκτικά και επίμονα, παρότι από καιρό τείνω να καταλήξω ότι οι περισσότεροι κιουρέιτορ δεν έχουν ούτε θεωρητικές ούτε αισθητικές αναζητήσεις, αλλά κυρίως μηρυκαστικές βεβαιότητες και άσβεστη δίψα για διαχείριση πρότζεκτ. Παρόμοια μηρυκαστική προσέγγιση χαρακτηρίζει αρκετούς καλλιτέχνες, των οποίων το έργο αποτελείται μόνο από κόνσεπτ και η υπόστασή τους απαρτίζει ένα διαχειρίσιμο πρότζεκτ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Αυτό που είπε εσχάτως ακόμα και ο Γ. Ντάισελμπλουμ, ότι οι δανειστές έσωσαν τις τράπεζες, αυτό που λένε πολλοί αναλ… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της τη μεγάλη φοροδιαφυγή. Η ΕΕ και οι μεγαλύτερες οικονομίες… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Ρωτήθηκα στην ΕΡΤ αν μια συγκυβέρνηση με το νέο φορέα της κεντροαριστεράς θα ήταν «καλύτερη». Ιδεολογικά ναι, θα ήθ… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Θετικό για την πολιτική ζωή όταν κάποιος σηκώνεται από το facebook και τον καναπέ και πηγαίνει να ψηφίσει -στα Παρα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Από τους Σωτήρη Ξενάκη και Ανδρέα Παπαδόπουλο στα @parapolitika FM ρωτήθηκα για το θετικό και αρνητικό μήνυμα των χ… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Ινστιτούτο Βενετίας: Να διασφαλιστεί η επιστημονική αυτοτέλεια xydakis.gr/?p=10021 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 990,709 hits
Αρέσει σε %d bloggers: