You are currently browsing the tag archive for the ‘νεολαία’ tag.

Διάβαζα την Κυριακή σε κυριακάτικη εφημερίδα τις μαρτυρίες των γονιών για τα παιδιά τους που συνελήφθησαν και δικάζονται ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Στην αρχή, προτού διαβάσω, σαν πολίτης αγανάκτησα: ποιοι διοχετεύουν τη δικογραφία μιας εν εξελίξει δίκης στον Τύπο; Και μάλιστα αυτό το μέρος, το καυτό ιδιωτικό, τις μαρτυρίες γονιών για τα κατηγορούμενα παιδιά τους; Εν συνεχεία, σαν γονιός, υπέκυψα στον πειρασμό, και διάβασα. Και συγκλονίστηκα.

Διότι αυτό που ένιωσα μεσ’ απ΄την παγωμένη γλώσσα της δικογραφίας, μέσα απ’ τις κακογραφίες κάποιας δικαστικής υπαλλήλου, και τις απαντήσεις στα άκαμπτα ερωτήματα κάποιου ανακριτή, αυτό που ένιωσα ήταν η σημερινή μικρομεσαία Ελλάδα, η λαχταρισμένη οικογένεια, γονείς του μόχθου και παιδιά του σχολείου, άνθρωποι καθημερινοί, με προβλήματα τυπικά, με σχολεία συνηθισμένα, σε γειτονιές σαν τις δικές μας, με παρόμοιες σιωπές, ασυνεννοησίες, χάσματα, ελλείψεις.

Ενας πατέρας διηγείται πώς το παιδί του τον βοηθούσε στην ψαλτική στην εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας και πώς διάβαζε κλασικούς της αναρχικής φιλολογίας και συζητούσαν για τον Γκάντι. Αλλος γονιός περιγράφει τις σπουδές του παιδιού στο τσέλο, άλλος λέει ότι το παιδί, φοιτητής του ΕΜΠ, ήταν του βιβλίου· δύο νεαροί συνδέονταν φιλικά από το σχολείο τους, το συντηρητικό Αρσάκειο, όλοι οι νεαροί εργάζονταν για το χαρτζιλίκι τους. Αυτά τα παιδιά θα μπορούσαν να ήταν τα δικά μας παιδιά.

Διαβάζοντας τις μαρτυρίες ένιωθα ότι διαπράττω τυμβωρυχία, ότι εισέρχομαι παρείσακτος στην οικογενειακή ζωή των διπλανών μου. Δεν μπορώ, δεν θέλω και δεν δικαιούμαι να κρίνω προθέσεις, ιδέες, σκέψεις, ασθήματα, σχέσεις. Ωστόσο διάβασα. Με λαιμαργία σχεδόν, και με οδύνη και με μια μυική σύσπαση στο στομάχι, με αδιόρατα τικ στο πρόσωπο. Γιατί σε αυτούς τους γονείς και σε αυτά τα παιδιά αναγνώριζα κάτι από τις οικογένειες των φίλων μου, και από τη δική μου οικογένεια, οικογένειες, ας πούμε, κανονικές, συνηθισμένες, μικρομεσαίες οικονομικά, με δύο γονείς που δουλεύουν και λείπουν αρκετά απ’ το σπίτι, με παιδιά που παρακολουθούν βαριεστημένα το σχολείο, που ακούνε ροκ και χιπ-χοπ, παίζουν γκέιμς, σουλατσάρουν σε ίντερνετ καφέ, τυραννιούνται με φροντιστήρια, δίνουν πανελλήνιες, φλερτάρουν, κοιμούνται μέχρι αργά, ξενυχτάνε, ψιλοκαυγαδίζουν με τους γονείς τους, τρώνε μαζί τις Κυριακές, επισκέπτονται τους παππούδες και τους νονούς δις τους έτους κ.ο.κ.

Και ξάφνου, διαβάζω, η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη;

Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον “σάπιο” κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; Ενδεχομένως. Είναι η βία ενδημική πια στους νεότερους, κατοπτρική ενός βίου αποθηριωμένου, βίου ευκαιριών ανταγωνισμού, βίου δυνητικής χλιδής και διαρκούς φενάκης, βίου με είδωλα πλουτισμού και καμία ηθική ευθύνη, βίου ατομοκεντρικού και άπιστου, χωρίς σταθερές, χωρίς αξιακές αναφορές; Κι αυτά ισχύουν.

Κάτι λείπει για να το καταλάβω ολόκληρο. Πιάνω κομματάκια μόνο, κομματάκια ενός θρυμματισμένου κόσμου, που παράγει απέραντο θυμό, βία, αυτοκαταστροφή, διακοπή σχέσεων και αποκλεισμό. Αυτοτροφοδοτούμενες παρέες οργισμένων νέων, αγέλες υπαρξιακά θυμωμένων, που επιστρέφουν στην κοινωνία τον δηλητηριώδη θυμό που τους έχει προξενήσει. Αμετουσίωτη οργή, χωρίς μετασχηματισμό της, χωρίς διέξοδο για ανακούφιση, για αυτοσυχώρεση και συχώρεση του άλλου, χωρίς συμπόνια και έλεος, σαν ένα αρχέγονο τραύμα που διαρκώς πονάει. Αυτό το τραύμα, βουβό και χαίνον, βρίσκεται στο σώμα της κοινωνίας, ακατανόητο και ου φωνητό, αυτό δεν θέλουμε όχι να το ψαύσουμε αλλά ούτε καν να ακούσουμε ότι ίσως υπάρχει. Κι ας πονάει.

Μακάρι να μας γελάει το ένστικτο, μακάρι να πέφτουμε έξω, μακάρι οι φόβοι να είναι παράλογοι, αλλά αυτά τα σημάδια του θυμού, της ρήξης του κανονικού, της “διακοπής” και της “απόκρυψης”, της υπαρξιακής οργής της αγέλης, είναι σημάδια για πέτρινα, για μολυβένια χρόνια. Που δεν θα είναι μόνο ελληνικά. Μακάρι να πέφτουμε έξω.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Advertisements


Οι φοιτητικές ταραχές στη Βρετανία, επί αρκετές εβδομάδες, αποτελούν συνέχεια σε ανάλογη αναταραχή που διατρέχει τους νεανικούς πληθυσμούς στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία. Σε όλη την Ευρώπη, στο πλούσιο κέντρο και την φτωχή περιφέρεια, η νεολαία πρώτη αντιδρά στην περιστολή του κράτους πρόνοιας, όπως αυτή εκφράζεται στην παιδεία, στον πολιτισμό, στον κοινωνικό μισθό.

Οι Βρετανοί φοιτητές δεν αντιδρούν μόνο στην αύξηση των διδάκτρων και οι ηπειρωτικοί Ευρωπαίοι δεν αντιδρούν μόνο σε μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην κυνική σύνδεση της παιδείας με την παραγωγή. Αντιδρούν διότι καλούνται να χρηματοδοτήσουν αδρά τις σπουδές τους και να διαθέσουν τη νιότη και τη ζωτικότητά τους, χωρίς να λαμβάνουν καν μια καριέρα· απεναντίας, οδηγούνται σε ένα επισφαλές περιβάλλον, εργασιακά και κοινωνικά, εκ των προτέρων φτωχό και αυστηρά προδιαγεγραμμένο.

Οι νέοι των αναταραχών είναι οι, κατά τεκμήριο, πιο μορφωμένοι και υποσχόμενοι, οι γόνοι των μεσοστρωμάτων που θα ανατροφοδοτούσαν την κυκλοφορία των ελίτ με νέα ζωτικότητα και νέες ευαισθησίες, που θα έδιναν νέο περιεχόμενο στις δημοκρατίες της ύστερης νεωτερικότητας. Η αντίδρασή τους είναι η εναντίωσή τους σε έναν μείζονα αποκλεισμό που τους απειλεί: αποκλεισμό από την κοινωνική κινητικότητα, αποκλεισμό από το μέλλον, συμπίεση σ’ ένα δυσφορικό παρόν.

Αυτό που βλέπουμε στην ταραγμένη Ευρώπη σήμερα είναι πνευματική κόπωση, ανίκανες ηγεσίες, κοινωνική στασιμότητα, συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, εξουθένωση του συλλογικού βίου, σχετικοποίηση των ηθικών αξιών, αποθέωση του ατομικιστή θηρευτή. Υπό μία έννοια, η ποικίλη Ευρώπη είναι σαν να βιώνει ένα μακρύ επώδυνο μεταίχμιο, σαν να μεταβαίνει από τα καταγωγικά πεδία της ελληνικής δημοκρατίας και της ρωμαιοχριστιανικής οικουμενικότητας προς μια δυσοίωνη μετανεωτερική ρευστότητα. Σαν να περιμένει την επέλαση των βαρβάρων. Αυτή η βοή των πλησιαζόντων ταράζει τους νέους της γηραιάς Αλβιόνος, της γηραιάς Ευρώπης.

Η προχθεσινή μεγάλη πορεία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων υπό βροχή θέτει εκ νέου το ερώτημα; Γιατί γιορτάζεται το Πολυτεχνείο, τριάντα τρία χρόνια μετά τη νεανική εξέγερση κατά της δικτατορίας;

Ακόμη και η λέξη γιορτή είναι προβληματική, για να περιγράψει την κατ’ έτος τελετουργική πορεία, τους λόγους, τις αψιμαχίες, τις σχετικές πανηγυρικές αναφορές στα σχολεία. Δεν είναι γιορτή· είναι τελετουργική ανάκληση ενός δραματικού συμβάντος, ενός ιστορικού συμβάντος, το οποίο εισφέρει τεράστιο συμβολικό βάρος στην πρόσφατη ιστορία, αφενός, διότι έδωσε στον ελληνικό λαό μια συλλογική αντιστασιακή ταυτότητα, ένα αντίβαρο για τα έξι προηγηθέντα χρόνια προσαρμογής και υποταγής στο πολιτικό kitsch των συνταγματαρχών.

Αφετέρου, το Πολυτεχνείο, περισσότερο από κάθε πρόσφατο ιστορικό συμβάν, ήταν μια έκρηξη προκληθείσα τυχαίως, μια έκρηξη που δεν καθοδηγήθηκε από κανέναν πολιτικό οργανισμό, μια έκρηξη που η επίσημη Αριστερά επiχείρησε να την αποτρέψει ή να την ελέγξει ως μη ώριμη, ήταν μια δραματική πράξη αντίστασης και αποκοτιάς, μια πράξη υπέρβασης.

Οι νέοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο και οι νέοι απέξω, οι νέοι που επυροβολούντο και έμεναν όρθιοι τραγουδώντας, αφελείς, παράτολμοι, σαλοί, υλοποίησαν ένα πυρακτωμένο υπόδειγμα αντιστασιακού ήθους, συνέχισαν μια μακρά παράδοση παράτολμων ηρωικών πράξεων, υπερβάσεων, ενσάρκωσαν το αντιστασιακό πνεύμα των Νεοελλήνων στην ύστερη νεωτερικότητα, όπως εκδηλώθηκε σε προηγούμενες ιστορικές στιγμές από άλλους παράτολμους, από τον ξεσηκωμό του ’21 ώς τον πόλεμο του ’40 και την Αντίσταση. Ετσι, αυτά τα τρελόπαιδα απέσυραν το πέπλο συνενοχής απ’ όλο το υπάκουο κοινωνικό σώμα.

Από αυτή τη σκοπιά, το Πολυτεχνείο είναι μια διαρκής υπενθύμιση της παράφορης νιότης, η οποία μπαίνει μπροστά χωρίς υπολογισμούς, χωρίς ιδιοτέλεια, άλλη από το άφημά της στο πάθος, στο θυμικό, στη διακινδύνευση, στην υπέρβαση. Μια ανάλογη υπέρβαση ζητεί απεγνωσμένα, μα βουβά ακόμη, ο ελληνικός λαός σήμερα· υπέρβαση του χθαμαλού εαυτού, του μαλθακού και κακομαθημένου, του υποταγμένου και υπερχρεωμένου. Ενα ξέσπασμα ζητείται, όχι τόσο δραματικό όσο του ’73, διότι ο εχθρός δεν είναι ο ίδιος, τώρα είναι πιο εσωτερικευμένος, λιγότερο προφανής, πάντως ξέσπασμα με ένταση και βάθος, με θάρρος και πίστη, που θα δράσει σαν καταλύτης και θα αποσύρει από τα μάτια μας το πέπλο της αναξιότητας, της αυτοϋποτίμησης, της ηττοπάθειας.

Οι απόκοτοι νέοι του ’73 πρόσφεραν στους γονείς τους μια νέα αφετηρία κι ένα ηθικό παράδειγμα· παρά τις θυσίες, παρά τις διώξεις, παρά την εθνική τραγωδία του ’74, το συμβάν Πολυτεχνείο τροφοδότησε με τη ζωτικότητά του τη νεογέννητη δημοκρατία ένα χρόνο αργότερα. Πολλές από τις προσδοκίες διαψεύσθηκαν, οι ματαιώσεις, η δημοκοπία, οι στρεβλώσεις δεν έλειψαν, ακόμη και από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του συμβάντος. Ωστόσο, το υπερβατικό σήμα, το συμβολικό φορτίο, η ηθική εκτίναξη, τροφοδότησαν και τροφοδοτούν ακόμη την πολιτική κοινωνία της μεταπολίτευσης. Τώρα χρειαζόμαστε μια νέα ώθηση φρονήματος, μια νέα υπέρβαση, με νέους τρόπους σε νέα συμφραζόμενα, για βαθιές, αρχαίες ανάγκες.

Δεν σχεδιάζω τη ζωή μου, τη ζω! Αυτό απάντησε ο 19χρονος στον πατέρα του όταν ρωτήθηκε πώς σχεδιάζει τις σπουδές του τα προσεχή χρόνια. Αναυδος ο πατέρας, ελαφρώς ζαλισμένος, αποσύρθηκε για περαιτέρω επεξεργασία της συνταρακτικής ατάκας, εκ του Λωτρεαμόν και του dada καταγόμενη. Η επεξεργασία ξεκίνησε με ανάκληση του ξεχασμένου 19άρη που υπήρξε και ο ίδιος. Υπήρξε; Μα ναι, ασφαλώς, και μάλιστα με θράσος ατάκας εφάμιλλο του νυν 19χρονου, με βαριά περιφρόνηση για το σχεδιασμό και το πρόγραμμα, με απόλυτη προσήλωση στο χάζι, τη σχόλη, τη σπατάλη, την κραιπάλη, τον έρωτα, τη ζωή εντέλει. Λούφαξε. Τι να διδάξει; Τι να κανοναρχήσει;

Ξανασκέφτηκε. Οι σημερινοί πατεράδες των μετέφηβων είκοσι-κάτι υπήρξαν ανάλογοι σε εποχές πολύ πιο εύκολες, σε εποχές αισιοδοξίας και ανοιχτού ορίζοντα: δεκαετία ’70, δεκαετία ’80, μεταπολίτευση, αλλαγή, μεταχρονισμένα Γούντστοκ και Μάηδες, πανκ, μετα-αριστερά, τέτοια. Και προ πάντων ευμάρεια: το σύνδρομο της Κατοχής ξεχάστηκε ακριβώς απ΄αυτή τη γενιά, των baby boomers της μεταπολίτευσης.

Η υλική προϋπόθεση της ευμάρειας και η επικρατούσα δόξα της αιώνιας προόδου, μαζί με το άνοιγμα ολόκληρης της κοινωνίας στα πελάγη του καταναλωτισμού και της αισθητικής, μαζί με την αυξανόμενη πλησμονή πληροφορίας και πολιτιστικών αγαθών, αυτά διαμόρφωσαν τη γενιά των σημερινών 50 παρά κάτι, 50 και κάτι, αυτών που σήμερα παράγουν πλούτο (έως τώρα τουλάχιστον…), διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Οι 20 παρά κάτι, 20 και κάτι, σκάνε μύτη σε ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό από το περιβάλλον αισιοδοξίας, αυξανόμενης ευμάρειας και πνευματικής ελευθεριότητας που υποδέχτηκε τους γονείς τους, μια γενιά νωρίτερα. Η ευμάρεια, ναι, υπάρχει, αλλά χωρίς δυναμική πια: δεν είναι υπόσχεση, δεν συνιστά προσδοκία, δεν εξελίσσεται· είναι απλώς ένα στατικό κεκτημένο της προτέρας γενιάς, το οποίο τώρα απειλείται εκ θεμελίων και η ύφεση το κατατρώει. Στο πνευματικό κλίμα: του ’75-’90 η νεολαία ήταν ιερή αγελάδα, αμφισβητούσε τους πάντες και δεν την αμφισβητούσε κανείς, η φοιτητική ιδιότητα ήταν περίπου εύσημο προόδου. Η δίψα για δημοκρατία και ένας λαϊκισμός ιστορικά εξηγήσιμος φούσκωναν τα πανιά της θρασείας νεότητος.

Πώς αντιμετωπίζεται η νεολαία σήμερα με πνευματικούς όρους; Τουλάχιστον η πολιτικά και αισθητικά ανήσυχη νεολαία, αυτή που δίνει τον ζωηρό τόνο της τελευταίας δεκαπενταετίας, η νεολαία των καταλήψεων, των διαδηλώσεων, της αυτοδιαχείρισης, του νεορομαντισμού, ενίοτε και του μηδενισμού. Πώς αντιμετωπίζεται; Πολύ αδρά: σαν αντικοινωνικό στοιχείο. Μυθολογημένος “προοδευτικός” στη μακρά μεταπολίτευση· κουκουλοφόρος σήμερα, στον βίαιο θάνατο της μεταπολίτευσης.

Η υπογεννητική και γερασμένη Ελλάδα του 2010, δημογραφικά φθίνουσα, κυριευμένη από το ήθος της απληστίας και του καταναλωτισμού, ακόμη και τούτη τη στιγμή της βίαιης πτώσης, εσωστρεφής και φοβική πια, απέναντι στους νέους, τα παιδιά της, φέρεται ταυτοχρόνως εχθρικά και υπερπροστατευτικά. Τα παραχάιδεψε, τα έκλεισε σε ένα κουκούλι, χρυσωμένο, γεμάτο ανέσεις και γκάτζετ, τα έκανε να πιστέψουν όλα ότι είναι πριγκιπόπουλα, ότι τα ψυγεία και τις πιστωτικές τις γεμίζει το τζίνι και όχι η εργασία ή ο δανεισμός. Κι ήταν πολύ λιγότερα τα παιδιά αυτής της γενιάς· σπανίζουν πια ακόμη και οι δίτεκνες οικογένειες στη μεσαία τάξη, μοναχοπαίδια είναι τα περισσότερα, κι όλα μεγάλωσαν σαν μοναδικά.

Αυτό όμως το κουκούλι είναι και φυλακή· περιέχει καταναγκασμό, δυσβάστακτα φορτία προσδοκιών, προβολές γονεϊκής ματαιοδοξίας, συμπυκνωμένο το μετακατοχικό σύνδρομο της απληστίας και του υλισμού: τα παιδιά, αυτά τα μοναδικά, τα οιονεί πριγκιπόπουλα, των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων, του πλέιστέισον και του iPhone, έμαθαν να ζουν σαν τους γονείς τους: υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με δανεικά από το μέλλον, χωρίς γείωση στο παρόν. Ιδού το ηθικό και πνευματικό κλίμα που τους παρέχουμε για να ωριμάσουν. Και να το τρομακτικό αντίτιμο που τους ζητάμε έναντι του χρυσωμένου κουκουλιού-φυλακής: Δεν έχουν το δικαίωμα να αποτύχουν, δεν έχουν το περιθώριο να δοκιμάσουν τα δικά τους ατελή φτερά και να πέσουν.

Αυτό το κουκούλι-φυλακή απορρίπτουν τώρα· από αυτή τη χρεοκοπημένη, σαστισμένη και έμφοβη κοινωνία των γονιών τους αποστρέφουν το βλέμμα. Αυτή την ξιπασμένη χώρα που φαλίρισε ηθικά και πνευματικά θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν. Οχι με μίσος, όχι με λυγμό· σιωπηλά, από ανάγκη.

Ο 19χρονος πράγματι ζει τη ζωή του, τη ρουφάει με τα χείλη κολλημένα στη βρύση. Αλλά τη σχεδιάζει κιόλας, υπόγεια, κι ας μη το λέει: ριζικά άλλη απ’ των γονιών του.


«Η Ελλάδα παίρνει μέτρα για το έλλειμμα» ― στη γιγαντοοθόνη της Times Square με τις διεθνείς ειδήσεις, στην καρδιά της Νέας Υόρκης, η Ελλάδα πρωταγωνιστεί καθημερινά. Πρωταγωνιστεί, αλλά με μάλλον θλιβερό ρόλο: είναι το μαύρο πρόβατο των αγορών, και ο εύκολος στόχος των hedge funds.

Οι αντιδράσεις είναι ανάμικτες. Οι Ελληνες ανησυχούν για το μέλλον της μακρινής πατρίδας· η ανησυχία τους έχει ιστορικό υπόβαθρο, τώρα αντιλαμβάνονται τα σφάλματα του παρελθόντος, το κόστος της αβελτηρίας, τώρα αντιλαμβάνονται την οικονομική δυσχέρεια σαν δυσχέρεια πολιτική, σαν ηθικό και πολιτικό αδιέξοδο. Οι τραπεζίτες της Νέας Υόρκης είναι εξοργισμένοι με το outing που υπέστη η Goldman Sachs από τους Ευρωπαίους, διότι η Ευρώπη τα ήξερε όλα από την αρχή, μας λέει κορυφαίος Ελληνας επιχειρηματίας με διεθνή κύκλο εργασιών.

Αλλοι Ελληνες, από τους πολλούς που σταδιοδρομούν στη Ν. Υόρκη, γιατροί, πανεπιστημιακοί, διανοοούμενοι, ανησυχούν για την πορεία της γενέτειρας. Προβλέπουν αυξανόμενη έξοδο νέων ανθρώπων από την Ελλάδα, ένα τρίτο κύμα μετανάστευσης· τούτη τη φορά όμως δεν θα είναι φτωχοί ανειδίκευτοι, αλλά οι πιο μορφωμένοι και δημιουργικοί. Και οι ευκαιρίες προκοπής έξω είναι πια λιγοστές, ακόμη και στη χώρα των ευκαιριών, τις ΗΠΑ.

Πράγματι, ό,τι βλέπουν οι πιο ευαίσθητοι Ελληνες εντός των συνόρων της δοκιμαζόμενης χώρας, το βλέπουν με ενάργεια και οι Ελληνες εκτός συνόρων. Η επερχόμενη ύφεση, χωρίς σαφές σχέδιο ανάκαμψης και ανάπτυξης, η σαστισμάρα και η ηττοπάθεια που επικρατούν αυτή τη στιγμή, μπορεί να οδηγήσουν στη θυσία μιας γενιάς. Οι σημερινοί 15άρηδες έως 30ρηδες θα βρουν τα επόμενα χρόνια όλες τις πόρτες κλειστές, θα προσπαθήσουν να εκδιπλώσουν τις δυνάμεις τους σε μια αγορά παγωμένη, σε μια κοινωνία απεγνωσμένη. Θα φύγουν. Ενας νέος ελληνισμός της διασποράς θα εμφανιστεί. Και μια νέα Ελλάδα χωρίς νέους.

Η εμπλοκή των σταζ δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι κατεξοχήν ρυθμιστής της εργασίας παραμένει το κράτος, είτε με απευθείας προσφορά θέσεων στον δημόσιο τομέα, είτε με την προσφορά θεσμίσεων και κινήτρων. Ιδίως στην παρούσα Ελλάδα, όπου η εξάρτηση των πολιτών από το Δημόσιο είναι δομική και βαθιά, για πολλούς λόγους: επειδή το πολιτικό προσωπικό και οι πολίτες συνδέονται αμοιβαία με πελατειακή σχέση από ιδρύσεως του κρατιδίου, επειδή ο παραγωγικός ιστός είναι ισχνός, επειδή δεν υπάρχει σαφής και συναποφασισμένη στρατηγική ανάπτυξης, επειδή στον ιδιωτικό τομέα οι συνθήκες εργασίας είναι σκληρές και οι θέσεις λιγοστές, επειδή και στο ελεύθερο επάγγελμα οι προοπτικές είναι όλο και πιο σκοτεινές.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι δυνατότητες προσλήψεων και η χωρητικότητα του Δημοσίου έχουν περιοριστεί δραστικά. Οι λόγοι ευδιάκριτοι: Ο περιορισμός του δημόσιου τομέα, εξαιτίας και των κοινοτικών προσαρμογών, η δραστική αλλαγή στον τρόπο διορισμού μετά τη θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ, η δημοσιονομική δυσπραγία, έχουν ανασχέσει τους παραδοσιακούς ρουσφετολογικούς διορισμούς. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις, ήταν ένα παράθυρο, που έκλεισε. Οι συμβάσεις έργου, άλλο παράθυρο, ουσιαστικά μια ενοικίαση εργασίας, κλείνουν κι αυτές. Επρεπε να βρεθεί άλλο παράθυρο, για να βολευτούν οι εκλιπαρούντες πελάτες των κυβερνήσεων και να παρκαριστεί προσωρινά το διαρκώς ογκούμενο πλήθος των άνεργων νέων.

Το παράθυρο άνοιξε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και λέγεται σταζ. Ασκηση σε επάγγελμα, για ορισμένο χρόνο, έναντι μικρού, συμβολικού μισθού. Η άσκηση στο επάγγελμα είναι δοκιμασμένη πρακτική. Δεν είναι όμως επάγγελμα· είναι μεταβατικό στάδιο, είναι πέρασμα προς άλλη κατάσταση, την κατάσταση του επαγγελματία, του εργαζόμενου με πλήρη δικαιώματα και απολαβές. Σε αυτό το σημείο εισέρχεται στη σκηνή το ελληνικό δαιμόνιο.

Η διεσταλμένη ερμηνεία της εργασιακής σχέσης stage, σύμφωνα με την οποία ένας ασκούμενος, χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα και με γλίσχρο μισθό, καλύπτει οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, αποτέλεσε την τελευταία εφεύρεση ενός κράτους φαύλου και πελατειακού. Μια εφεύρεση που επιστρατεύθηκε ξεδιάντροπα για να αμβλύνει τις σφοδρές συνέπειες της νεανικής ανεργίας και του αποδιαρθρωμένου παραγωγικού ιστού.

Αντί το κράτος να δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης, αντί να προστατεύει τους νέους που εισέρχονται στον κόσμο της εργασίας, αντί να θεσπίζει πλαίσιο αξιοκρατίας, καταφεύγει στην βραχυπρόθεσμη ψευδο-λύση των σταζ. Οπως συμβαίνει και με τον ευτελισμό των σχολείων, ιδίως στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση: τυπολατρία, υποκρισία, αναξιολόγητη εργασία, παρακμή, εξαπάτηση· με βασικό σκοπό τον ίδιο: να παρκάρει η νεολαία σε ένα ΑΕΙ – ΤΕΙ κάπου, υποστελεχωμένο, πρόχειρα και υστερόβουλα στημένο· να τζιράρει η πανεπιστημιακή επαρχιούπολη, και να εκπαιδεύεται η νεολαία στις απέραντες καφετέριες.

Παρκάρισμα, απόκρυψη, αδράνεια· να περνάει ο καιρός, με τις οικογένειες χρεωμένες και αγωνιώσες, και τους νέους αγράμματους, άεργους και ανεπάγγελτους, κι επιπλέον κακομαθημένους: ιδού το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Ιδού πώς πολιτικοί και κράτος διαχειρίζονται την παιδεία και την εργασία των νεότερων γενεών.

Κοροϊδία; Ασφαλώς. Αλλά κυρίως παρακμή. Οι σταζιέρ που απομακρύνονται υπολογίζονται σε 40 με 45 χιλιάδες, στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τόσοι είναι οι νέοι, με περισσότερα ή λιγότερα τυπικά προσόντα, που θα περιφέρονται στις καφετέριες της επικράτειας και τυπικά άνεργοι, μετά τη διακοπή των σταζ.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι περισσότεροι μπήκαν στο δουλοπαροικιακό καθεστώς των σταζ με βύσμα, ακόμη κι έτσι, κάτι αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι, κάτι μπορούν να προσφέρουν, μια θέση εργασίας τη δικαιούνται, κι αυτοί κι άλλοι τόσοι ομήλικοί τους, σε συνθήκες αξιοκρατίας και υγιούς ανταγωνισμού. Αλλά βέβαια σε μια αγορά που λειτουργεί με νόμους και κανόνες, σε ένα κράτος με σχέδιο και στρατηγική, σε μια κοινωνία με οράματα και αξίες.

Εχουμε όμως τέτοια αγορά, τέτοιο κράτος, τέτοια κοινωνία; Ο,τι βλέπουμε γύρω μάς απαντά: Οχι. Το θέμα άρα δεν είναι τα παράτυπα ή παράνομα σταζ, η μοριοδότηση στο ΑΣΕΠ και οι συμβάσεις, αλλά πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη και το μέλλον. Παρκάρει τους νέους στα λύκεια, στα ΑΕΙ/ΤΕΙ, στα σταζ, στα καφενεία, αφαιμάσσοντας οικογένειες και εθνική οικονομία; Ή τα ξαναβλέπει όλα από την αρχή; Ας σκεφτούμε.

(Κι εν τω μεταξύ η δυσφορία και η οργή των νέων φουσκώνει.)

 

Χάρης Κοντοσφύρης, Εμψυχα παιχνίδια. Τσιμ�ντο. Από την �κθεση «Ηλεκτρικό σπίτι»

Χάρης Κοντοσφύρης, Εμψυχα παιχνίδια. Τσιμέντο. Από την έκθεση «Ηλεκτρικό σπίτι»

Η διαρκής και διάχυτη ένταση στο κοινωνικό σώμα, η αβεβαιότητα που γεννά η οικονομική κρίση, η πολιτική ρευστότητα, η κρίση θεσμών και αξιών, η διάσπαρτη μες στην καθημερινότητα βία, οι ραγδαίες αλλαγές σε θεμελιώδεις υλικότητες όπως η εργασία, ο χρόνος, ο χώρος, το έθνος-κράτος, όλα όσα συνθέτουν το εκρηκτικό σύνολο «Ελλάδα 2009», ελάχιστα γίνονται αντιληπτά από το τρέχον σύστημα πολιτικής διαχείρισης. Κοιμούνται βαθιά, και αλλού.

Στην κορυφή της ατζέντας των πολιτικών βρίσκεται η διαχείριση, μάλλον η απόκρυψη, της δικής τους χρεοκοπίας: το δείχνει περίτρανα η ανοητολογία περί νέου εκλογικού νόμου· το δείχνει ο τρόπος που διαχειρίζονται κοινωνικές και δομικές κρίσεις σκορπίζοντας αδιακρίτως λεφτά και δακρυγόνα· το δείχνει ο κάτισχνος λόγος των κομμάτων, τα ψελλίσματα που αποσκοπούν στη διάσωση των μαγαζιών τους και όχι για την αναζωογόνηση μιας κοινωνίας που βουλιάζει σε αντιφάσεις και κατάθλιψη.

Για πρώτη φορά ίσως την τελευταία εικοσαετία, το χάσμα ανάμεσα στις ελίτ εξουσίας και στο κοινωνικό σώμα είναι τόσο βαθύ και εκτενές: διανοητικά και ψυχικά. Οι πολιτικοί αδυνατούν ολοσχερώς να προσεγγίσουν το πνεύμα των νεότερων γενεών, όχι μόνο των εφήβων και των εικοσάρηδων, αλλά και των τριάντα-σαράντα, δηλαδή τριών κρίσιμων γενεών για το παρόν και το μέλλον του τόπου. Απλούστατα, είναι αλλού: οι μεν στη στρατόσφαιρα του βολέματος, οι δε στο έδαφος της επισφάλειας.

Ατεχνοι, άμουσοι, αρχαϊκοί και εφησυχασμένοι, οι πολιτικοί διαχειριστές ζητούν ψήφο από γενιές ανήσυχες και καλλιεργημένες, υπερμοντέρνες αλλά και υπερπιεσμένες και ανασφαλείς. Αυτές οι γενιές αδιαφορούν ή και περιφρονούν όσους ζητούν την ψήφο τους, ενώ ταυτόχρονα τους βάζουν στο ψυγείο της επισφάλειας και στο περιθώριο των αποφάσεων.

Σαν να κινούνται δύο κόσμοι, ασύμπτωτα: ένας παλλόμενος, αγωνιώδης, φιμωμένος, που φέρνει το μέλλον· κι ένας κόσμος αδρανής, βαρύς, αυτάρεσκος, που θέλει μόνο να το σφετεριστεί.

buzz it!

raresteak.wordpress.com/2009/01/11/temp-eternity/

Αυτή η χώρα δεν έχει μέλλον… Ή: No future. Η βαριά αυτή κουβέντα, με δύο τρόπους ειπωμένη, ακούγεται από δαφορετικούς άνθρώπους. Ο πρώτος τρόπος είναι ανθρώπων που δεν έχουν πολύ μέλλον, αλλά έχουν πλούσιο παρελθόν· μάλιστα, σε αυτή τη χώρα, την τώρα περιγραφόμενη ως ζοφερή, οι συγκεκριμένοι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι άνθρωποι έκαναν προκοπή, φάγανε ψωμάκι, βολεύτηκαν· τώρα, ξινίζουν με την τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική.

Ο δεύτερος τρόπος, ο οργισμένος, ανήκει σε ανθρώπους που έχουν άφθονο μέλλον· μάλλλον, οι νέοι έχουν όλο το μέλλον, και από αυτή την άποψη η διαπίστωση No Future ηχεί παράδοξα, σαν τζάμπα μεμψιμοιρία.

Και οι δύο τρόποι είναι περίβλημα μιας κοινοτοπίας· το μέλλον δεν εξαρτάται από διαπιστώσεις. Μα και οι δύο τρόποι εκφράζουν, στερεοτυπικά έστω, μια κοινή αγωνία· όχι για το άδηλο μέλλον, μα για το υλικότατο, το σωματικό παρόν, και το περιγράφουν σχεδόν όμοια: σκοτεινό, δυσοίωνο, νοσογόνο. Ενα παρόν που σαμποτάρει την «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος.

Εδώ ακριβώς, στην «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος, διαφορίζονται ηλικιωμένοι και νέοι. Κάθε ομάδα το εννοεί, το προσδοκά, το διεκδικεί αλλιώς. Οι ηλικιωμένοι το θέλουν χωρίς εκπλήξεις, κεκανονισμένο, μοιρασμένο, με προτεραιότητα στους ήδη έχοντες. Οι νέοι το θέλουν όλο, τίποτε λιγότερο.

Διελκυνστίδα. Τραβάνε οι έχοντες, από τη μια, τραβάνε οι θέλοντες, από την άλλη. Σταδιακά, κάποιοι διεκδικούντες περνάνε απέναντι, καινούργιοι προστίθενται στους μη έχοντες κ.ο.κ. Στο αδρό αυτό σχήμα βέβαια, οι κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, δηλαδή η υλική συνθήκη, συχνά βαραίνουν περισσότερο από τις διαφορές ηλικιών. Η βιολογική-ψυχική συνθήκη, της νεότητος ή του γήρατος, δεν γέρνει μόνο αυτή τη ζυγαριά των στάσεων.

Ωστόσο, στο ηλικιακό φάσμα 15-25 μπορούμε να διακρίνουμε εναργέστερα τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης κοινωνίας, ακριβώς διότι λόγω ηλικίας οι συμπεριφορές είναι αμεσότερες, λιγότερο διαμεσολαβημένες και υστερόβουλες. Η επισφάλεια λόχου χάριν, στην εργασία και στο κοινωνικό πλασάρισμα, η τυραννία του καταναλωτισμού και της καριέρας, ο χυδαίος υλισμός, ο ατομοκεντρισμός, ο κομφορμισμός, είναι τα βασικά στοιχεία που επιβάλλονται στη νεολαία. Στην εικονογραφία της διαφήμισης ο νέος σκιτσάρεται στερεοτυπικά σαν χαζοχαρούμενο πρόβατο που πραγματώνει την ύπαρξή του εκλιπαρώντας περισσότερες μονάδες για το κινητό με αργκό βελάσματα, καταβροχθίζοντας αυτιστικά γκέιμ και γκάτζετ, κουρέματα και piercing. Η ελευθερία του περιγράφεται σαν κατανάλωση στυλ. Στη νεότητα επιτρέπονται μόνο ασθητικές ακρότητες· είναι εμπορευματικό συμβάν, είναι τάργκετ γκρουπ. Στην πράξη, μέγα μέρος του μαζικού ποπ εμπορεύματος παράγεται βάσει αυτών των προδιαγραφών, δηλαδή των προεξοφλημένων αναπαραστάσεων για τη νεότητα: από τα μούλτιπλεξ και τα φαστοφουντάδικα έως το packaging των γκάτζετ, των ρούχων και των ταινιών.

Στην πράξη επίσης, η νεολαία, συμπιεσμένη ανάμεσα σε υπέρμετρες προσδοκίες και ταπεινές δυνατότητες, εξεγείρεται. Οι τσακισμένες χαρές καθρεφτίζονται σε σπασμένες βιτρίνες ― κάπως έτσι περιέγραψε τη βιωματική-πολιτική ανάδυση των νέων υποκειμένων και το νέο habitus, ένας Ελληνας ανθρωπολόγος αυτής περίπου της γενιάς. Ξαφνικά ο ανέμελος καταναλωτής, το πρόβατο των φροντιστηρίων, ο καταθλιπτικός της τερατώδους ανεργίας, o λοιδωρούμενος ως γραφικός emo, κάγκουρας, χουλιγκάνι, φύτουλας, μεταλάς και ράστα, όλες οι δήθεν φυλές, σπάνε τα στερεότυπα που τους κρατούν φυλακισμένους στην απάθεια και την αυτοανάλωση, σπάνε τη διάψευση και την κατάθλιψη, σπάνε τα όρια του πωλούμενου χωροχρόνου που τους αναλογεί, και απαιτούν το δημόσιο όλον, το παρόν, το εδώ και το τώρα, μουρμουρίζουν ή κραυγάζουν, χωρίς ενσυνείδητη μνήμη ίσως, αλλά με τρομερό ένστικτο, ένστικτο αυτοσυντήρησης πρωτίστως, αλλά και έντστικτο αναγνώρισης, χειρονομούν: το αρχαίο omnia sunt communia. Ολα. Η διαφήμιση, η υποκριτική νεολατρεία, η σχολική αγωγή, η οικογενειακή ανατροφή, όλοι τους τάζουν όλα, τους τα υπόσχονται, τα κρεμάνε δόλωμα, από το γυμνάσιο έως την μακρόσυρτη ένταξη στην αλυσίδα παραγωγής. Ολα. Αυτό ζητούν.

Η θραύση της βιτρίνας προσδοκιών και υποκρισίας από τη σημερινή γενιά 15-25 είναι το πέρασμά τους στον δημόσιο βίο με τους δικούς τους όρους, είναι η υπέρβαση της κατανάλωσης και του οικόσιτου πρόβατου, το άνοιγμα προς την δύσκολη ελευθερία του λύκου, είναι κατάκτηση του δικού τους habitus, αντιφατικού και εύθραυστου, δυσχερούς, όμως δικού τους. Αυτό κανείς δεν τους το υποσχέθηκε, κανείς δεν τους το χάρισε, κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει.

soundtrack: Fuck Buttons – Colors Move

φωτ.: raresteak

buzz it!

H νέα χρονιά αρχίζει φορτωμένη σκοτεινούς οιωνούς. Η κρίση, που διαπερνά τον πλανήτη και τη μικρή μας χώρα, δεν είναι μόνο οικονομική· είναι κρίση πολιτική και κοινωνική, είναι κρίση ηθική και κρίση αξιών. Πορευτήκαμε για πολλά χρόνια οδηγημένοι από στερεότυπα, μηρυκάζοντας κλισέ, αβασάνιστα, επιπόλαια, αφήνοντας τους εαυτούς μας σε ξένα χέρια, σε διαμεσολαβητές, σε δανεικά, σε έτοιμες λύσεις. Τώρα πορευόμαστε ανάμεσα σε διαψεύσεις. Με πικρή επίγνωση ― μα ευτυχώς, είναι επίγνωση.

Ανάμεσα στο σμήνος των σκοτεινών οιωνών, πεταρίζουν φωτεινά οι ελπίδες. Μέσα στον κρύο διαυγή Δεκέμβρη μάς φανερώνεται μια Ελλάδα μοντέρνα. Αντιφατική, με πλήθος θυλάκων καθυστέρησης, διάστικτη από αρχαϊσμούς, ναι ― παρ’ όλ’ αυτά, μοντέρνα. Με νεολαία ευαίσθητη και δυναμική, που αντιδρά, παλεύει, μορφώνεται, ταξιδεύει, επικοινωνεί· μια νεολαία χωρίς συμπλέγματα, διεθνή και ακομπλάριστη όσο ποτέ. Και ταυτόχρονα μεσογειακή και ελληνική, με αίσθηση του χωροχρόνου της, της παράδοσης και του προσώπου της.

Ακούω τα τραγούδια των νεότερων γενιών, βλέπω τις ζωγραφιές και τις παραστάσεις τους, πίνω ένα καφέ στα στέκια τους. Τους βλέπω πολύχρωμους και συντροφιασμένους, ρεαλιστές και παθιασμένους, κριτικούς και cool, πολύμορφους. Μητροπολιτικούς. Από το Μπραχάμι ώς τα Λιόσια, κι από τα Χανιά ώς την Καλαμαριά, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ώς τους δρόμους της Βαρκελώνης. Με ή χωρίς Ph.D.

Η εναλλακτική κουλτούρα, τα δίκτυα, οι παρέες, το κοινοτικό πνεύμα των νεοτέρων, αρχίζουν να διαχέονται στο υπόλοιπο, ημιαναίσθητο σώμα της κοινωνίας. Τα ραδιόφωνα ανακαλύπτουν εγχώρια σκα και ραπ, παραμερίζουν λιγάκι την κουρτίνα του σκυλοπόπ που μας τυφλώνει, στον Μελωδία και στο YouΤube, στο αυτοκίνητο, μες στον διαυγή Δεκέμβρη, ακούμε δοξαστικό το «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ» από μια οργιώδη μπάντα με έγχορδα και πνευστά, με έναν ακατάβλητο γκριζομάλλη τραγουδιστή: ο σχεδόν πενηντάρης Αγγελάκας συνομιλεί με τους εικοσάρηδες και τους λυκειακούς χούντις. Ενα τραγούδι καφρεφτίζει τον Καιρό.

 

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 4 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.492 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: