You are currently browsing the tag archive for the ‘μοντερνισμός’ tag.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στεγάζεται προσωρινά (για χρόνια) στο μοντερνιστικό κτίριο του Ωδείου Αθηνών, στα γυμνά του υπόγεια. Το ημιτελές κτίριο του Γιάννη Δεσποτόπουλου, μέρος ενός απραγματοποίητου φιλόδοξου συγκροτήματος, στέκεται ατημέλητο αλλά κομψό μες στο παρκάκι, ένα μαρμάρινο δείγμα αττικού Bauhaus, με σταθμευμένα οχήματα μες στην πόρτα του, με έφηβους σκεϊτάδες να ακροβατούν στα πεντελικά του μάρμαρα. Το όλον συνιστά καλλιτεχνικό συμβάν, προτού καν διαβείς την πόρτα. Μια οσμή βαλκάνιας φτώχειας ξεπροβάλλει, αλλά αποκρούεται από την κομψότητα του κτιρίου, την αρχοντιά των πεύκων, την ευγένεια των υπαλλήλων, την εισχώρηση του παρελθόντος μες στο παρόν, το υπεραισιόδοξο ’60-’70 του Ωδείου ξαποσταίνει μες στο ζοφερό 2012. Μια αίσθηση ξεπεσμένου αστισμού, λοιπόν, αλλά όχι παρακμή, μια αιώρηση ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο, ασταθής ισορροπία σε ιστορικό μεταίχμιο· προσλήψεις του υλικού περιβάλλοντος που εκβάλλουν σε μια μεταφυσική σύλληψη του τρέχοντος.

Δεν ξέρω αν μπήκα στο ωδείο-μουσείο με αυτή την αίσθηση, ή αν κατακάθισε εντός μου, αφού είδα στα έγκατά του τον «Ζωγράφο Α.Κ.», ένα ζωγραφικό μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζημιχάλη. Διότι και το έργο του Χατζημιχάλη μου μετέδωσε παρόμοιες μεταφυσικές δονήσεις μέσα από εξόχως υλικά σημάδια. Ενας ζωγράφος αφηγείται ζωγραφικά τον βίο, το πνεύμα και την ψυχή ενός επινοημένου προσώπου, εν προκειμένω του Α.Κ., ζωγράφου το επάγγελμα, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και πέθανε στα μέσα της δεκαετίας ’80. Ο Α.Κ. βιογραφείται μέσω των έργων του, από το πρώτα του 1939 έως τα τελευταία, των χρόνων του αυτοεγκλεισμού του, στην οικία Πολυλά 51, Κυπριάδου. Εξπρεσιονισμός, ανθρώπινες φιγούρες, αφαίρεση, τοπία, ξανά φιγούρες, κιβούρια, κενά, απουσίες· φουλ χρώμα, ολίγο χρώμα, καθόλου χρώμα, σκοτάδι· ζωγραφική, φωτογραφία, βίντεο, μακέτα. Διάφορα μέσα, διάφορες φόρμες, ένα χέρι όμως, ένα μάτι, και μια ψυχή που τρικυμίζει, επιπλέει, και στο τέλος βυθίζεται στη σιωπή. Στη σιωπή, σαν τον Παρθένη, διδάχο των Ελλήνων ζωγράφων. Στη γειτονιά των μεγάλων ζωγράφων, στην Κυπριάδου, του Κόντογλου και του Παπαλουκά, εκεί όπου ο Πικιώνης εντόπιζε μυστικά ρεύματα δροσιάς να κατεβαίνουν απ’ την Πάρνηθα.

Τα οκτώ χρόνια του εγκλεισμού του ο Α.Κ. ζωγραφίζει λεπτομέρειες του σπιτιού, όταν όλος ο κόσμος συστέλλεται και γίνεται σπίτι: πλακάκια, διακόπτες, ρουμπινέτα, σοβατεπί, δυο φέτες καλοριφέρ, μωσαϊκά, πόμολα, σύρτες, μεντεσέδες, γύψινες ροζέτες, ρωγμές, σκασίματα, κενά. Δεκάδες τετράγωνα πινακίδια, σελίδες τετραδίου, το ένα πλάι στ’ άλλο, φύλλα ημερολογίου. Είναι μια βαθύτατη, λεπταίσθητη ελεγεία για τον αστικό βίο εν Αθήναις, μια καθολικότητα κατορθωμένη με υλικά θραύσματα, βαθιά συγκινητική και ταυτόχρονα κλινικά ακριβής.

Ολα τα υπόλοιπα κεφάλαια, τα έργα, υπάρχουν για να καταλήξουν σε αυτή την αισθητική και πνευματική κορύφωση. Ζωγραφίζοντας, φωτογραφίζοντας, εικονίζοντας, ο Α.Κ. κυνηγάει την ψυχή των ανθρώπων, και τη βρίσκει όταν όλα βουβαίνονται και σιωπούν· όταν έχει στεγνώσει η ζωή, του αποκαλύπτεται η ουσία της τέχνης, και τότε σαν να γνέφει πάλι στη ζωή, δοξάζοντας τα πράγματα.

Ο βίος του Α.Κ. είναι η ζωγραφική στον 20ό αιώνα, οι αναζητήσεις και τα βάσανα των ζωγράφων, που παύουν να είναι αφηγητές του κόσμου και παρηγορητές των ανθρώπων, και γίνονται μοναχοδαρμένοι ήρωες, δημιουργοί των εαυτών τους. Κι είναι ακόμη μια σύνοψη του νεοελληνικού αστικού βίου, ένα τυραννισμένο χρονικό, φόρος τιμής στους δασκάλους των τεχνών, αλλά και φόρος τιμής στους σιωπηλούς ήρωες της ζωής, στους ανώνυμους, πλην όχι απρόσωπους, του ιστορικού πλήθους. Ο Α.Κ. δεν έχει ολόκληρο όνομα, κατάγεται από τους συνοπτικούς ήρωες του Κάφκα και του Καμύ, είναι υπαρξιακός ήρωας αλλά και ιστορικός άνθρωπος: πρωτοεκφράζεται στην αυγή του Δευτέρου Πολέμου, και σβήνει κατά τη δύση του Ψυχρού Πολέμου.

Εντοπίζω την ελληνικότητά του: τόση όση και η οικουμενικότητά του. Υπολογίζω το βάρος αυτού του μυθιστορήματος, του χρονικού, της παραβολής, στη σημερινή ιστορική σύμφραση: μου δείχνει τον Ελληνα του 21ου αιώνα, βασανισμένο, ραγισμένο, άτυχο, αλλά και βαθύ, πλούσιο, ποικίλο. Δεν εξωραΐζει, δεν νοσταλγεί, παρηγορεί κι εγκαρδιώνει, εξημερώνει. Ισως είναι ένα έργο που το γέννησε η κρίση: το άτομο τυρρανισμένο από την ύπαρξη, ζωγραφισμένο στο κάδρο της ιστορικής διάρκειας. Σίγουρα ένα έργο που έτσι είχα ανάγκη να το εισπνεύσω, ζεστό, ψυχρό, οικείο, απόμακρο, αθηναϊκό, οικουμενικό, θραυσμένο, καθολικό, σαν τις ψηφίδες των μωσαϊκών και τις ραγισματιές στα σπίτια μας. Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική της.

Advertisements

Διάβαζα προσεκτικά ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα («Τέχνη και χρήμα (πολύ)»), για την τέχνη και το χρήμα. Ο συντάκτης του υποστηρίζει λίγο-πολύ ότι δεν υπάρχει εικαστική δημιουργία, τέχνη, εκτός αγοράς. Φέρνει παραδείγματα από το διεθνές παζάρι έργων τέχνης, στο οποίο διακινούνται δισεκατομμύρια και πλάθονται υπεραξίες, ταυτίζει την αγορά με την οικονομία, συμπεραίνει ότι η τέχνη δεν νοείται εκτός οικονομίας/αγοράς, για να καταλήξει ότι όσοι μιλούν για μια τέχνη εκτός αγοράς το κάνουν από μια επίμονη πίστη, μια ηθική στάση, με ιουδαιοχριστιανική μάλλον ρίζα.

Σκέφτομαι το ίδιο γυρισμένο απ’ τη φόδρα. Διακρίνω στο άρθρο καλή γραφή και αιχμηρό στυλ, μια κομψή υπεράσπιση του κυρίαρχου· αλλά πίσω από την κομψή πρόζα, διακρίνω επίσης σύγχυση ορισμών, μερίκευση εννοιών, αναγωγισμό, ταυτολογίες – εντέλει μια απολογητική του κυρίαρχου ως μοναδικού, ως του μόνου πραγματικού, με ταυτόχρονη απόκρυψη ή άγνοια του πολύπλοκου και πλούσιου τοπίου του 21ου αιώνα.

Ο αρθρογράφος Α. Ζενάκος κατ’ αρχάς ορίζει την τέχνη ως εικαστική, και μάλιστα τέχνη αντικειμένων που πωλούνται ακριβά, μια τέχνη προϊόντων commodities. Ετσι όμως στενεύει υπερβολικά το πεδίο· τίθεται εκτός ιστορικής προοπτικής, μάλιστα της προοπτικής του μοντερνισμού, ο οποίος μίλησε και μιλάει για μια τέχνη πέραν του αντικειμένου, για το πνευματικό και το υπερβατικό στην τέχνη (Κλέε*, Καντίνσκι, Μάλεβιτς) ή και το ξεπέρασμα της ίδιας της τέχνης (dada, situationnistes). Και φαίνεται επίσης να αγνοεί την τρέχουσα αναθεμελιωτική συζήτηση για το τι είναι καλλιτεχνικό προϊόν στην εποχή του ΥouTube, των peer to peer ανταλλαγών και των άπειρων μικροπαραγωγών που αναδιευθετούν και μετασχηματίζουν το παραδεδομένο καλλιτεχνικό υλικό με sampling και mashups – ως υποδειγματικοί μεταμοντέρνοι οικοτέχνες.

Εκτός του μοντερνιστικού παραδείγματος και εκτός της ζέουσας πραγματικότητας λοιπόν. Μα η τέχνη χωρίς τη σχέση της με την παράδοση (αμφίθυμη ή και πατροκτόνο σχέση), και χωρίς την καινοτομία, χωρίς τη διαπίδυση με τις επιστήμες και την τεχνολογία, ασφαλώς είναι commodity, είναι κάτι που θάλλει εντός αγοράς και μόνον εκεί, ουσιοκρατικά. Αλλά είναι τέχνη;

Η kitscherella του Κουνς ή του Χιρστ εμπεριέχει ειρωνικές χειρονομίες, εμπεριέχει το Λας Βέγκας και την Μπάρμπι, είναι ποπ φαντασμαγορία, ενδεχομένως παράγει υπεραξίες για τα funds των επενδυτών, αλλά δεν είναι τέχνη σήμερα. Ή, τουλάχιστον, είναι πολύ λιγότερο δραστική –η kitscherella– και επιδραστική και εμπορική, από τα δικτυακά βίντεο γκέιμ και τα mashups και τις ροκ συναυλίες. Σε σχέση με τη μαζικά διακινούμενη τέχνη της ψηφιακής ποπ σφαίρας, αυτή η τέχνη των εικαστικών σταρ είναι μικροσκοπικό niche market, είναι εκτός αγοράς… Είναι εκτός της πλανητικής δικτυακής διανομής.

Γυρνώ στον μοντερνισμό, στο αίτημά του για πνευματικότητα και υπέρβαση. Παρ’ όλο τον εγγενή μεσσιανισμό τους, τα αιτήματα αυτά φέρουν και απελευθερωτικό περιεχόμενο. Εντάσσονται σε ένα πολιτικό φιλοσοφικό σχέδιο που αναζητεί τα θεμελιώδη: μια κοινωνία χωρίς διαχωρισμό πνευματικού-υλικού, μια ζωή που βιώνεται σαν τέχνη, μια τέχνη που χορταίνει την υπαρξιακή και ψυχική δίψα. Το σχέδιο είναι ουτοπικό, μα όχι και αδρανές ή μη παραγωγικό· παρήγαγε και παράγει καινοτομίες, ρήξεις, επαναφορές· μετασχηματίζει συνειδήσεις και νοοτροπίες.

Η αγορά ακολουθεί την καινοτομία, σπεύδει να καλύψει το κενό από τη ρήξη, δεν παράγει. Ο τραπεζίτης Ροκφέλερ κατά τη σύσταση του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης παίρνει για σύμβουλο τον Καντίνσκι: ο αρχιερέας του πνευματικού συλλαμβάνει το κόνσεπτ του καθεδρικού των αστών για τον ύστερο 20ό αιώνα· ο πάπας του εννοιολογισμού Ντυσάν συμβουλεύει την Γκουγκενχάιμ για τη συλλογή της, η οποία παντρεύεται τον ντανταϊστή-σουρεαλιστή Ερνστ και τον εντάσσει στην αυλή με τα σκυλάκια της· η Βάντερμπιλτ Γουίτνεϊ χολιασμένη αγοράζει κοψοχρονίς όλους τους Χόπερ και στήνει το δικό της μουσείο. Οι σχέσεις είναι αμφίδρομες και αντινομικές, συχνά αυτοϋπονομευμένες, αλλά παραγωγικές· και πάντως δεν στήνουν μουσεία και συλλογές με όρους αγοράς των hedge funds. Μάλιστα, οι συλλογές αυτές συγκροτούνται για να καταστούν δημόσιες, για να διαχυθούν στη δημόσια σφαίρα· οι μεγιστάνες δεν κερδοσκοπούν με την τέχνη, αλλά με μετοχές, πετρέλαιο και χάλυβα.

Βάζω άνω τελεία. Υπάρχει και άλλη οικονομία εκτός της κυρίαρχης αγοράς· η οικονομία των δικτυακών ανταλλαγών και του Open Source, λ.χ., μορφώματα καινοφανή και ριζοσπαστικά. Και υπάρχει τέχνη εκτός αγοράς, εντός της παράλληλης καινοφανούς οικονομίας: ενδεχομένως, η πιο καινοτόμος και ενδιαφέρουσα. Πνευματικά.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11.10.2007

εικον.: Δ. Χανιώτη

* «Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα – ανήκω τόσο στους νεκρούς, όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη.»Paul Klee, Ημερολόγια.

Further reading:

Χωρίς λεφτά ― με χαρά.

Φονικό από άγνοια.

Warning: Out of Memory (pdf, σελ. 24).

FUTURA blog: «Πολύ χρήμα, μικρό καλάθι (αξιών)».

Παραπέρα further:
Μια νύχτα στην εξοχή.

Η Αθήνα – στερεότυπα.

Περί τέχνης, αργά τη νύχτα.

Ο Αγριόγατος των Πεταλιών.

Καρδιά ξεγυμνωμένη.

buzz it!

Βρεθήκαμε φίλοι και γνωστοί, ποικίλων βαθμών οικειότητας, σε μια κοσμικοκαλλιτεχνική εσπερίδα. Νέοι, μεσήλικες, προφέσιοναλ, μιντιάδες, καλλιτέχνες, ολίγη ιντελιγκέντσια, ψηλόλιγνα κορίτσια. Οι έχοντες θάρρος αναγνωριζόμαστε κάπως έτσι: «καλώς τον μαϊντανό του γκλαμ», «μου την πέφτεις; μου έλειψες» «τι παίζει απόψε;» «ό,τι βλέπεις». Θραύσματα αυτογνωσίας με ολίγο σικ αυτοοικτιρμό. Καθώς τζακντάνιελς και τζιντόνικ δροσίζουν τη χλιαρή νύχτα, οι συζητήσεις αλλάζουν συνομιλητές, πηδούν από θέμα σε θέμα, κουτσομπολιά, πόζες, ψήγματα πολιτικής, συστάσεις, πώς πάνε τα παιδιά στο σχολείο, και αργά, στην ουρά και στο όρθιο, ερχόμαστε και στο προκείμενο: τέχνη σήμερα. Ποιος, πού, σε ποια συμφραζόμενα, με ποια απεύθυνση.

Οι λίγο-πολύ συνομήλικοι έχουν διολισθήσει σε άλλα· απομένω με καλλιτέχνες νεότερους, ορμητικούς, δραστήριους, γεμάτους ερωτήματα. Οι περισσότεροι φοράνε μαύρα, έχουν ξυρισμένα κεφάλια, δεν πίνουν ιδιαιτέρως, δεν καπνίζουν καθόλου. Μερικούς τους ξέρω από παλιά, από τα πρώτα τους βήματα στην καλλιτεχνική σκηνή. Μπορώ να πω ότι τους αισθάνομαι οικείους. Σύντομα βρίσκομαι ευχάριστα στριμωγμένος, να προσπαθώ να απαντήσω σε βροχή ερωτημάτων. Τα ευφυολογήματα δεν αρκούν. Προβάλλω μια εκτίμησή μου, μάλλον μια αίσθηση: Οι καλλιτέχνες πρέπει να ξαναθέσουν ζητήματα που θεώρησε ληγμένα ο μοντερνισμός: την αναπαράσταση, την αφήγηση, το κάλλος, το έμμορφο.

Βρισκόμαστε σε έναν από τους πιο «ιν» ναΐσκους της ποπ –τους προκαλώ– αλλά η τέχνη σας είναι εσωστρεφής, σαν να φοβάται την ανοιξιά και τα ρίσκα της ποπ, τη σκανταλιάρικη επιφανειακότητά της. Είσαστε σχεδόν-ποπ…, εγκλωβισμένοι στο γούστο των κιουρέιτορ και των συλλεκτών, με μια μικρούτσικη μα κρίσιμη υστέρηση ως προς τι παίζει «έξω». Και με προφανή υστέρηση ως προς το εγχώριο χρώμα, τους κραδασμούς της παράδοσης, τον κυματισμό της καθόλου κοινωνίας. Είμαι εμφανώς προκλητικός, αλλά οι συνομιλητές μου δεν τσιμπάνε το δόλωμα εύκολα. Συμφωνούν στις διαπιστώσεις, και παραθέτουν ήρεμα, ειλικρινά τις εμπράγματες απαντήσεις τους. Δεν τρέφουν ψευδαισθήσεις, ξέρουν ότι έξω από τον ποπ ναΐσκο μας, κανείς δεν τους ρωτά τι κάνουν, τι θέλουν να πουν, τι λέει αυτό που κάνουν. Αλλά τι να κάνουμε, να σταματήσουμε να δουλεύουμε; Οχι, ασφαλώς. Τους αναφέρω μια ατάκα του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Πέρσιβαλ Εβερετ· ο μεταστρουκτουραλιστής συγγραφέας και πανεπιστημιακός συναντά τη γιατρό αδελφή του. Η σχέση τους είναι τεταμένη, σαν να μην τον παραδέχεται. Μέσα στο πολυτελές κονβέρτιμπλ, γυρνάει και του λέει ειρωνικά αλλά και ειλικρινά: Μπορείς να γράψεις κάτι που να το καταλαβαίνω;

Μπορείτε, βρε παιδιά, να κάνετε κάτι που να το καταλάβει ο «αμύητος» φίλος σας, η μάνα σας ακόμη; Χωρίς να είναι αναγκασμένοι να διαβάσουν ένα κατεβατό του κιουρέιτορ ή να είναι συνδρομητές του Frieze; Αυτό είναι ποπ… Η πρόκληση πέφτει σε καρπερό έδαφος: Αυτό θέλουμε… Ο ερμητισμός δεν μας οδηγεί ούτε στις μεγάλες συλλογές ούτε στο κοινό. Αλλά πώς να διαπεράσουμε τα μίντια, τον αφρό του θεάματος, τον καταιγισμό των διαφημιστικών εικόνων;

Γυρνάμε τη συζήτηση στις συναναστροφές, τις αλληλεπιδράσεις, τις παρέες. Γιατί δεν υπάρχει σήμερα η ώσμωση ζωγράφων, ποιητών, δικιμιογράφων, μουσικών, αρχιτεκτόνων, φιλοσόφων, κινηματογραφιστών, ψυχαναλυτών, που σφραγίζει εν πολλοίς όλα τα πρωτοποριακά κινήματα της νεωτερικότητας (τουλάχιστον); Γιατί, λ.χ., δεν βλέπουμε υπό αναλογία στη σημερινή σκηνή τις διαπιδύσεις της περίφημης γενιάς του ’30; Γιατί οι κατά τα άλλα εννοιακοί εικαστικοί δεν συναναστρέφονται, ή δεν γνωρίζουν καν, τους γραφιάδες ή τους κινηματογραφιστές ή τους τραγουδοποιούς της γενιάς τους; Γιατί το κειμενικό αλισβερίσι περί την εικαστική τέχνη διεξάγεται με όρους και κλισέ βρετανικών μάστερ μονοετούς φοιτήσεως;

Οι συνομιλητές μου συμφωνούσαν, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνουν ακεραία την ευθύνη. Δεν την έχουν άλλωστε. Στην Ελλάδα σήμερα οι λόγιοι τρέχουν πίσω από μια θέση λέκτορος ή επίκουρου, οι καλλιτέχνες της βιομηχανίας –μουσικής, κινηματογραφικής…– στενάζουν στα γρανάζια της παραγωγής και της διανομής, οι συγγραφείς κυνηγάνε αλαφιασμένοι το μπεστ-σέλερ, οι ποιητές λοιδωρούνται, οι ζωγράφοι εκλιπαρούν για γκαλερί. Μόνο οι χαλκέντεροι, οι πεισματάρηδες και οι τυχεροί μένουν εντός πεδίου· οι περισσότεροι, συχνά και ταλαντούχοι, εγκαταλείπουν τη μάχη πριν τα τριάντα.

Παρά τις σκοτεινές διαπιστώσεις, δεν απαισιοδοξήσαμε. Πίναμε τα λιωμένα παγάκια, ο χώρος άδειαζε. Ο Δ. μου πέταξε μια σπόντα: Γιατί δεν γράφεις τόσο για τέχνη και ασχολείσαι με την πολιτική; Χμ, για πολιτική ή τέχνη συζητάμε τόση ώρα; Μήπως συμπίπτουν; Σχεδόν συμφωνήσαμε. Ο Π. χαμογελαστός μου πέταξε το τελευταίο: Θα γράψεις αυτά που είπαμε απόψε; Οπωσδήποτε. Οι άνθρωποι στην πόλη με διδάσκουν και όχι τα δέντρα…

Ενα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25.09.05

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • 2/2 ...με τεράστιο τζίρο & επιπτώσεις σε περιβάλλον & δημόσια υγεία. Η διάταξη ελαχιστοποιεί τις δυνατότητες για μο… twitter.com/i/web/status/9… 11 hours ago
  • 1/2 Στο Σ/Ν Υπουργείου Ναυτιλίας σήμερα στην Ολομέλεια, επέμεινα στο άρθρο που ρυθμίζει με εξαιρετικά απλό και διαφ… twitter.com/i/web/status/9… 11 hours ago
  • Με τον Δημήτρη Μανιάτη μιλάμε στο «The Trap» για το in.gr youtu.be/R_8CKDU0Jn0 3 days ago
  • Στην τηλεόραση Βουλής, τώρα: Ως κοινωνία έχουμε μηχανισμούς ανακούφισης και αυτό θα φανεί και στη Μάνδρα. Αλλού είν… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Τώρα στην τηλεόραση της Βουλής και την εκπομπή «Πρωινή ανάγνωση» συζητάμε για Μάνδρα, κοινωνικό μέρισμα και πολιτικ… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Αυτό που είπε εσχάτως ακόμα και ο Γ. Ντάισελμπλουμ, ότι οι δανειστές έσωσαν τις τράπεζες, αυτό που λένε πολλοί αναλ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 990,790 hits
Αρέσει σε %d bloggers: