You are currently browsing the tag archive for the ‘Μνημόνιο’ tag.

Η χθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue καταγράφει με αριθμούς ό,τι ήδη αντιλαμβάνεται κάθε Ελληνας που ζει σε αυτή τη δοκιμαζόμενη χώρα: Οτι, δηλαδή, το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ οδεύει προς τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, μαζί με τον πρόεδρό του, με ποσοστά επιπέδου 1974. Εφόσον μάλιστα εκφραστεί και εκλογικά η απαξίωση του ΠΑΣΟΚ, τότε 5 από τους 7 παρόντες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα δουν την πολτική τους καριέρα να τερματίζεται οριστικά.

Μεγαλύτερη συμπαγής ομάδα παραμένουν οι απέχοντες και αποδοκιμάζοντες: ένας στους τρεις ερωτώμενους. Αυτή την πλειοψηφική ομάδα μπορούμε να υποθέσουμε ότι την απαρτίζουν οι πλέον απελπισμένοι, όσοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Η απόγνωση όμως εντοπίζεται και σε άλλες συμπεριφορές του δημοσκοπούμενου σώματος: στη χαμηλότατη ελπίδα για βελτίωση της οικονομίας από τον πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο (ένας στους δύο δεν εμπιστεύεται), στην αμφίθυμη στάση έναντι των εκλογών (ένας στους δύο επιθυμεί εκλογές), στην υψηλότατη δυσαρέσκεια από τη λειτουργία της νέας κυβέρνησης (8 στους 10).

Δύο ακόμη δημοσκοπικά ευρήματα με σημασία: ένα, η πρωτοφανής δημοσκοπική έκρηξη των κομμάτων της Αριστεράς, που υπερβαίνουν αθροιστικά το 40%, ποσοστό διαμαρτυρίας ασφαλώς, το οποίο όμως όσο κι αν συρρικνωθεί στην κάλπη, καταδεικνύει ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Δύο, ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός: αισθητή η άνοδος μετά τον εκβιασμό των Καννών.

Συνολικά, οι Ελληνες φαίνονται κατάκοποι, απογοητευμένοι, απορριπτικοί για το Μνημόνιο, εξοργισμένοι με το ΠΑΣΟΚ, δύσπιστοι προς το πολιτικό σύστημα και τις μεταμορφώσεις του. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι μπορεί να επιτευχθεί ανάσχεση της πτώσης, πόσω μάλλον ανάταξη, με το φθαρμένο, ηττημένο και απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και τους κίβδηλους συσχετισμούς δυνάμεων που καταγράφονται στην παρούσα Βουλή. Από αυτή τη σκοπιά, θα είχε πλέον ενδιαφέρον μια έρευνα για τις κοινωνικές προτεραιότητες και τις ιδεολογικές ζητήσεις σε περιβάλλον εκτάκτου ανάγκης.

Advertisements

Η δεινή οικονομική θέση της χώρας έχει φέρει την πλειονότητα της κοινωνίας σε κατάσταση κατάθλιψης, ενώ μεγάλο μέρος της δοκιμάζει ήδη τις αντοχές της απέναντι στον χειμώνα και τις καθημερινές βιοτικές ανάγκες. Οι μεσοαστικές πολυκατοικίες χωρίς επαρκές πετρέλαιο θέρμανσης δεν είναι σπάνιες φέτος, ενώ στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τον τόνο δίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες και τα πλήθη των ζητιάνων.

Το αδιέξοδο κατοπτρίζεται και στην πολιτική σκηνή. Τα μεγάλα κόμματα εξουσίας αδυνατούν να επεξεργαστούν σχέδια διάσωσης, εκτός των προβλεπομένων από την τρόικα. Γνωρίζουμε δε πολύ καλά πια, από την 18μηνη εμπειρία εφαρμογής τους, ότι τα σχέδια της τρόικας δεν οδηγούν σε έξοδο από την κρίση· στην καλύτερη περίπτωση, παρατείνουν μια κατάσταση νεκροφάνειας, ενώ η ύφεση και η ανεργία διαρκώς επιδεινώνονται. Η πρόταση «Ζάππειο ΙΙ» του Αντώνη Σαμαρά προσπάθησε να αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας για άλλη διαχείριση της κρίσης, αλλά οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει και αυτή την προσπάθεια.

Αναζητώντας διέξοδο, η κοινή γνώμη στρέφεται προς τα αριστερά, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Τα κόμματα της αριστεράς εισπράττουν δημοσκοπικά τη διαμαρτυρία και το αίσθημα πνιγμού των πληττόμενων λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Εχουν όμως να αντιπροτείνουν μια ολοκληρωμένη πρόταση διάσωσης; Το ΚΚΕ αρκείται να αναλύει την κρίση σαν κρίση του καπιταλισμού εν γένει, και υπόσχεται μια άλλη ζωή όταν επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Τα στελέχη του επαναλαμβάνουν στερεότυπα μια συνεκτική, πλην αυτοναφορική, γραμμή, και ακόμη και η αρχηγός του κόμματος αδυνατεί να τοποθετηθεί εκτός γραμμής όταν ερωτάται σε κρίσιμες στιγμές.

Ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούν σκληρή αντιπολίτευση, αλλά ούτε αυτό το τμήμα της αριστεράς αρθρώνει ενώπιον εθνικού ακροατηρίου έναν ολοκληρωμένο πειστικό λόγο για διάσωση και έξοδο από την κρίση. Σε παρόμοια γραμμή, με διαφοροποιήσεις, κινούνται και οι μικρότεροι: η Δημοκρατική Αριστερά, στην οποία καταγράφεται μειοψηφικό ρεύμα υπέρ των μνημονιακών πολιτικών, και οι Οικολόγοι-Πράσινοι.

Η αριστερά φέρεται σαν να απευθύνεται στα δικά της μερικά ακροατήρια και να επωφελείται από τις μετακινήσεις διαμαρτυρόμενων ψηφοφόρων, σαν να μην την ενδιαφέρει η ευθύνη για το όλον, έστω το πλειονοτικό, άρα και ένας συνολικός λόγος προς τους πληττόμενους. Απουσιάζουν συγκεκριμένες λύσεις για άμεση ανακούφιση των αναγκεμένων, για μερική έστω απασχόληση των νέων, πρωτίστως για ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο· απουσιάζει το «εδώ και τώρα», αντιθέτως, περισσεύει η καταγγελία του φρικτού παρόντος και η επαγγελία ενός αόριστου μέλλοντος.

Ισως ζητούνται πολλά από τα κόμματα της αριστεράς, ζητείται να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Κι όμως τα δημοσκοπικά ποσοστά (αθροιζόμενα) προοιωνίζονται ποσοστά ΕΔΑ του 1958. Οφείλουν άρα να υπερβούν τους εαυτούς της νωχελικής αυτάρεσκης μεταπολίτευσης, όπως όλοι, και να δοθούν στην πολιτική πράξη επανεφευρίσκοντας περιεχόμενο και μορφές. Στο κατώφλι μιας εθνικής καταστροφής και ενός κοινωνικού μετασχηματισμού, οι πολιτικές δυνάμεις προτείνουν σχέδιο επιβίωσης, όχι άλλη μια καταγγελία.

Oλος ο διαρρεύσας χρόνος από την άνοιξη του 2010 έως τώρα ήταν πυκνός. Αλλά οι τελευταίες δεκαπέντε ημέρες υπερέβησαν κάθε προσδοκία: τα γεγονότα, παραγόμενα στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας, προκάλεσαν τεκτονικές μετακινήσεις στο συλλογικό φαντασιακό, σωρεύοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και ισχυρά συναισθήματα. Στο πολιτικό πεδίο συνέβη ένα μείζον ρήγμα, όταν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας απείλησαν ευθέως την Ελλάδα με αποπομπή από την ευρωζώνη, εις απάντησιν της πρότασης Παπανδρέου να θέσει σε δημοψήφισμα την ευρωπαϊκή συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Η απειλή, ωμή και δημόσια, εκπεμφθείσα από τη σύνοδο των G20 σε πλανητική μετάδοση, πυροδότησε τον τρόμο στους Ελληνες: η αποπομπή από την ευρωζώνη συνδέθηκε με αποπομπή από την Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή με γεωπολιτική και πολιτιστική υποβάθμιση, με την Ελλάδα σε θέση παρία στο γίγνεσθαι της Δύσης. Είδαν τους εαυτούς τους στην ουρά για τα “Διαβατήρια Τρίτων Χωρών”.

Οι Ελληνες, ήδη τραυματισμένοι από την εμπειρία φτωχοποίησης που έφερε η εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου, δεν μπορούν να αντέξουν περαιτέρω ταπείνωση. Ενώπιον της έξωθεν απειλής αναδιπλώθηκαν και απέσυραν το τρομοκρατικό δημοψήφισμα αποσύροντας τον ηγέτη τους· φοβήθηκαν ότι οι απρόοπτες κινήσεις του θα επέτειναν το ήδη δεινό εθνικό πρόβλημα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, και παρότι ψυχικά επιλέγουν σαφώς την παραμονή στο ευρώ, υπέκυψαν στον εκβιασμό του άξονα Βερολίνου-Παρισιού· εμπεδώθηκε όμως πλέον ότι οι μείζονες αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Αθηνών και ότι η εθνική κυριαρχία έχει τρωθεί καίρια από την επικείμενη χρεοκοπία.

Αυτό είναι το ουσιαστικό φόντο, επί του οποίου εκδιπλώνονται οι εξελίξεις στο εσωτερικό εφεξής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω από τις ραγδαίες εξελίξεις στη γείτονα Ιταλία, όπου το μεγάλο χρέος οδηγεί μια μεγάλη ανεπτυγμένη χώρα, μέλος του G7, σε σφοδρή πολιτική κρίση. Η ιταλική κρίση, παρά τις προφανείς διαφορές κλίμακος και ισχύος, έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνική κρίση: κι εκεί πέφτει ο εκλεγμένος πρωθυπουργός κι εκεί προωθείται ένας ευρωτεχνοκράτης για πρωθυπουργός κι εκεί δοκιμάζεται δεινά το κοινοβουλευτικό σύστημα. Κυρίως: και στις δύο περιπτώσεις οι επιθετικές χρηματαγορές πιέζουν αφόρητα τα κράτη με το σκληρό κοινό νόμισμα, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία αργοπορεί, διστάζει ή δεν ξέρει πώς να αποτρέψει την κρίση, επιμένοντας ακόμη να αντιμετωπίζει την κρίση με οικονομοτεχνικά εργαλεία και όχι με ριζικές πολιτικές αποφάσεις που θα αφαιρούσαν χώρο και χρόνο από τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Τα αντινομικά συμφέροντα και οι καθυστερήσεις της ευρωπαϊκής ηγεμονικής ελίτ, σε συνδυασμό με την αντικειμενική και υποκειμενική αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων, οδηγεί τις κοινωνίες σε κατάσταση διαρκούς κρίσης ή ένδειας, και τη δημόσια σφαίρα σε κατάσταση εξαίρεσης.

Σε αυτό το συγκείμενο κρίσης, ένδειας και εξαίρεσης, ηττώνται προσώρας ο κοινοβουλευτισμός και τα πολιτικά πρόσωπα που τον εκφράζουν ― και τον εξέφρασαν όχι με τον προσφορότερο τρόπο ομολογουμένως. Παραπέρα: Η αχρήστευση των πολιτικών προσώπων τείνει να εξομοιωθεί με απαξίωση της πολιτικής αφ’ εαυτής, απαξίωση της πολιτικής πράξης και του πολιτεύεσθαι. Στη θέση των ανίκανων ή διεφθαρμένων πολτικών προτείνεται να έλθουν ικανοί και έντιμοι τεχνοκράτες. Στα μάτια των απεγνωσμένων πολιτών, των προδομένων από τα πελατειακά κόμματα που τώρα πια δεν μπορούν να τους προσφέρουν τίποτε παρά μόνο φτώχεια, μια τέτοια υποκατάσταση δεν φαντάζει άνευ περιεχομένου. Πράγματι, ο έντιμος και κοινωνικά ευαίσθητος τεχνοκράτης μπορεί να δράσει πιο αποτελεσματικά. Μόνο που και αυτός θα δρα πολιτικά, από τη στιγμή που θα αναλάβει την εξουσία, και αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί νομιμοποίηση από το πολιτικό σώμα το οποίο κυβερνά. Στη δημοκρατία ο ηγέτης κυβερνά εξ ονόματος του λαού, από τον λαό, για τον λαό.

Στο ελληνικό δράμα είδαμε αυτές τις ημέρες τους πολιτικούς να ηττώνται. Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα αναγκάστηκαν να συστεγαστούν, υπό την αρχηγία ενός τεχνοκράτη κύρους, σε μια μεταβατική κυβέρνηση, και μάλιστα να συγκυβερνήσουν με αμφιλεγόμενα στελέχη ήσσονος κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυβέρνηση τεχνοκρατών (μόνο ο πρωθυπουργός και ο Τάσος Γιαννίτσης είναι τεχνοκράτες), πρόκειται μάλλον για ένα μεταβατικό υβριδικό σχήμα με πολλούς συμβιβασμούς, παρ΄όλ΄αυτά η σύστασή της δρομολογεί τον πολιτικό θάνατο του Γ. Α. Παπανδρέου και τον μετασχηματισμό ή τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Υπό το βάρος της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, το ΠΑΣΟΚ ίσως φυγοκεντρηθεί σε εκσυγχρονιστές-νεοφιλεύθερους, λαϊκιστές-πατριώτες, κεντρώους κ.λπ.

Αλλά και στη Νέα Δημοκρατία θα δούμε μετατοπίσεις και ρωγμές, αφού από καιρό έχουν διαφανεί τάσεις περισότερο ή λιγότερο αδιάλλακτες έναντι των μνημονιακών πολιτικών, τέτοιες που τη συνοχή του κόμματος την εγγυάτο μόνο ο αρχηγός. Ο Αντώνης Σαμαράς, παρότι τήρησε σκληρή αντιμνημονιακή στάση, δεν πρόλαβε να γευτεί τον εκλογικό αντίκτυπο της πολιτικής του, υποχρεωθείς να συναινέσει σε μια κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης υπό το βάρος ενός τρομακτικού διλήμματος: να υποχωρήσει για να αποτραπεί μείζων πολιτική εμπλοκή ή να κηρύξει ανένδοτο αγώνα για εκλογές; Βρέθηκε μόνος ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης. Επέλεξε συναίνεση με σφιγμένα δόντια, και κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα πολιτικό κεφάλαιο που κέρδισε με πολύ κόπο, μόνος εναντίον όλων, δεχόμενος μεγάλες πιέσεις από εθνικά και εξωχώρια κέντρα.

Η ιστορική περιπέτεια συνεχίζεται. Η ελληνική κοινωνία υποφέρει και θα υποφέρει. Μαζί της κλονίζονται τα μεγάλα αστικά κόμματα, εξουδετερώνονται ή τραυματίζονται οι ηγέτες τους, δοκιμάζονται οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί. Η περιπέτεια αυτή, το ξέρουμε πια, δεν είναι μόνο ελληνική, αφορά τον δυτικό κόσμο.

Ο σχηματισμός της μεταβατικής κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο έθεσε τέρμα στην πολιτική αγωνία δύο εβδομάδων. Δεν θα πρέπει εντούτοις να επενδυθούν υπερβολικά πολλές προσδοκίες στο νέο σχήμα, διότι και περιορισμένο χρονικό ορίζοντα έχει, αλλά και η όποια ισχύς του εξαρτάται αποκλειστικώς από τα κόμματα που το στηρίζουν, όσο το στηρίξουν. Οπως έχει διαφανεί, μόνο ο ΛΑΟΣ συμμετέχει εγκαρδίως· η Ν.Δ. σύρθηκε σε συμμετοχή υπό το βάρος της επαπειλούμενης καταστροφικής εξόδου από την Ευρωζώνη, το δε ΠΑΣΟΚ συμβάλλει αναγκαστικά κατόπιν της πτώσεως του αρχηγού του και για να μη βυθιστεί αύτανδρο σε ενδεχόμενες γρήγορες εκλογές.

Η κυβέρνηση συνεργασίας, και μόνον διά της συστάσεώς της, προσφέρει δείγματα της αναδυόμενης νέας πολιτικής εποχής. Δείχνει λ.χ. ότι η μνημονιακή πολιτική, εξαιρετικά επώδυνη για το σύνολο του πληθυσμού, είναι αβάστακτο βάρος για οποιαδήποτε αυτοδύναμη κυβέρνηση και για το κόμμα που τη σχηματίζει.

Το ΠΑΣΟΚ έχει μπει ήδη σε τροχιά αναδιάταξης ή και ρευστοποίησης. Το ίδιο κινδυνεύει να πάθει και η αντιμνημονιακή Νέα Δημοκρατία διά της συμμετοχής σε μια κυβέρνηση συνεργασίας — στον βαθμό που αυτή θα χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα λιτότητας. Ως εκ τούτου, το τοπίο μετά τις εκλογές θα είναι διαφορετικό.

Για πρώτη φορά στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα θα έχουν περιορισμένη ισχύ, με πιο βαριά τραυματισμένο το ΠΑΣΟΚ. Πού θα στραφεί το πλήθος των δυσαρεστημένων και εξουθενωμένων μεσοστρωμάτων; Τα κόμματα της Αριστεράς θα απορροφήσουν ψήφους διαμαρτυρίας, αλλά, στην παρούσα φάση, δεν προσφέρουν ολοκληρωμένες προτάσεις διακυβέρνησης, που να πείθουν το εθνικό ακροατήριο.

Στο άγνωστο μωσαϊκό του 2012, μετά το αναγκαίο ιντερμέδιο Παπαδήμου, πιθανότατα θα απαιτηθούν κυβερνήσεις μετεκλογικής συνεργασίας και σίγουρα θα εμφανιστούν νέα πρόσωπα και νέα σχήματα για να εκφράσουν την κοινωνία όπως αυτή θα έχει αναδιαταχθεί σε συνθήκες διαρκούς υπερχρέωσης ή χρεοκοπίας.

H πτώχευση είναι γεγονός. Συντεταγμένη, ελεγχόμενη, υπαγορευμένη, ανά στάδια, αναδιάρθρωση, κούρεμα και επιμήκυνση, όπως και να χαρακτηριστεί, η ουσία παραμένει ίδια. Η Ελλάδα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το διαρκώς ογκούμενο χρέος της και οι δανειστές της, εν προκειμένω η τρόικα, κουρεύουν το χρέος και επιβάλλουν μακροχρόνιες δεσμεύσεις στη χώρα για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Οπως και να παρουσιάζει η κυβέρνηση αυτό το «πιστωτικό γεγονός», πρόκειται περί χρεοκοπίας.

Το ερώτημα που αυθορμήτως αναδύεται είναι: Προς τι οι θυσίες και η αιματηρή λιτότητα, από την άνοιξη του 2010 έως σήμερα; Πήγαν χαμένα; Προς τι οι διαβεβαιώσεις περί «τελευταίων» οδυνηρών περικοπών; Πότε έλεγε αλήθεια η κυβέρνηση; Οταν περνούσε το Μνημόνιο, όταν περνούσε το Μεσοπρόθεσμο, όταν εξεβίαζε εκβιαζόμενη, πρίν από κάθε δόση; Οταν πανηγύριζε μετά τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τώρα ξαναγράφεται αλλιώς;

Η κυβέρνηση προφανώς δεν μπορεί να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα, διότι δεν αποφασίζει για το μέλλον της χώρας. Απλώς σκύβει το κεφάλι και αποδέχεται ό,τι της υπαγορεύεται. Εχει χάσει τον έλεγχο επί των δημοσιονομικών και επί της οικονομικής ζωής της χώρας, καθώς και επί μεγάλου μέρους της διοικήσεως. Η πολιτική που εφαρμόζει, όση και όπως εφαρμόζεται εντέλει, σπασμωδική, ασυνεχής, αλυσιτελής, προκαλεί το δημόσιο αίσθημα και τις αντοχές των νομοταγών πολιτών, και επιπλέον προκαλεί τη δριμεία κριτική ή και την χλεύη των δανειστών.

Η διατεταγμένη δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς καμία πρόβλεψη διαφυγής προς την ανάπτυξη, βυθίζει τη χώρα στην ύφεση και την ανεργία, καταστρέφει την οικονομία, χωρίς μέχρι στιγμής, να αχνοφαίνεται κάποιο μακροπρόθεσμο, έστω, σχέδιο ανάκαμψης. Τα κονδύλια του ΕΣΠΑ παραμένουν αδρανή, οι δημόσιες επενδύσεις νεκρές. Μια τέτοια παγωμένη, ημιθανής Ελλάδα σε διαρκή ελεγχόμενη χρεοκοπία μπορεί να βοηθά τους θεμιτούς σχεδιασμούς της Γερμανίας, της τρόικας, των Ευρωπαίων, όσων τέλος πάντων προσπαθούν να αποτρέψουν το ανεξέλεγκτο ντόμινο εξ αφορμής του ελληνικού χρέους.
Πόσο όμως θα αντέξει ο ελληνικός λαός με υποδιπλασιασμό του εισοδήματός του, με επικίνδυνη απομείωση βασικών κοινωνικών παροχών, με δραματική πτώση του βιοτικού του επιπέδου; Και για ποια Ελληνική Δημοκρατία θα μιλάμε οσονούπω, μετά την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, σύμφωνα με όσα επισήμως αναγγέλλουν Ευρωπαίοι ηγέτες;

Είναι φανερό ότι οι διαρκείς διασώσεις οδηγούν τη χώρα σε μακροχρόνια ύφεση, τον πληθυσμό σε διαρκή φτώχεια και τη δημοκρατία σε ασφυξία και υποτέλεια. Είναι επίσης φανερό ότι στη μεγάλη σκακιέρα ελάχιστα ή ουδέν μπορεί να πράξει τώρα πλέον η Ελλάδα. Η μόνη δυνατότητα απόκειται στο εθνικό μικροπεδίο: ριζική μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος και απεγκλωβισμός υγιών κοινωνικών δυνάμεων, αυτές είναι οι προϋποθέσεις για οικονομική ανασυγκρότηση.

Τα γεγονότα τρέχουν τόσο γρήγορα και με τέτοια σφοδρότητα, που δεν προλαβαίνουμε όχι να τα αφομοιώσουμε, αλλά ούτε καν να τα εντάξουμε σε μια διαχειρίσιμη νοητική ροή. Ωστόσο, τις μέρες σφραγίζει ακόμη ο απόηχος του πανικού του Σαββατοκύριακου. Ο έκτακτος φόρος επί των ακινήτων, με τη σπουδή και τον ασύντακτο τρόπο που ανακοινώθηκε, δείχνει δυστυχώς τη χώρα χωρίς διοίκηση. Ο απροσδόκητος φόρος βρίσκει πολλά νοικοκυριά εξουθενωμένα από περικοπές εισοδημάτων ή και απώλεια εργασίας, όλα δε τα νοικοκυριά τα βρίσκει στριμωγμένα και κουρασμένα. Επιπροσθέτως, ο νέος φόρος αναγγέλεται τη στιγμή που φτάνουν οι λογαριασμοί για τα επώδυνα τέλη αλληλεγγύης και επιτηδεύματος. Η καταιγίδα των οριζόντιων, άδικων και αψυχολόγητων φόρων δείχνει μια κυβέρνηση που λειτουργεί εν πανικώ: προκειμένου να αποφευχθεί η πτώχευση και τα δεινά της, εφαρμόζει σπασμωδικά, χωρίς επεξεργασία, με κακό χρονισμό, όσα μέτρα προβλέπονταν από το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο και δεν είχε τολμήσει να εφαρμόσει εδώ και ενάμιση περίπου έτος.

Στο σημείο που έχουμε φτάσει, σχεδόν δεν έχει νόημα πια να λέμε απόψεις για το αν η συνταγή του Μνημόνιου και του Μεσοπρόθεσμου μπορούσε να φέρει τη σωτηρία. Σημασία πια έχει μόνο να διασωθεί ακέραιη η χώρα, και όχι μόνο ο πλούτος της, δημόσιος και ιδιωτικός, αλλά και η κοινωνική συνοχή και η υγεία της δημοκρατίας. Για να συμβεί αυτό όμως, χρειάζεται χρόνος. Δυστυχώς η κυβέρνηση κατασπατάλησε τον χρόνο, σχεδόν δύο έτη από την ανάληψη των καθηκόντων της, είτε διότι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει τις πολλαπλές πτυχές της κρίσης είτε επειδή πολιτεύτηκε με τον γνώριμό της τρόπο άλλων εποχών. Σε κάθε περίπτωση καθίσταται όλο και πιο φανερό ότι η παρούσα διοίκηση δεν διαθέτει το σθένος και τη γνώση να αντιμετωπίσει τη σφοδρή κρίση που περνάμε, ίσως μάλιστα να μην αντιλαμβάνεται το βάθος και το εύρος των ιστορικών μετασχηματισμών που συντελούνται.

Λείπει δραματικά η αίσθηση του χρόνου, τόσο του τρέχοντος χρονισμού των πολιτικών ενεργειών, του τάιμινγκ, όσο και η αίσθηση του ιστορικού χρόνου, η επίγνωση των συνεπειών των τέτοιων πολιτικών ενεργειών στη μακρότερη ιστορική διάρκεια. Προδήλως το παρόν προσωπικό, εντοπιζόμενο εγκάρσια στο πολιτικό σύστημα, δεν διαθέτει την πνευματική εξάρτυση, τα εργαλεία, τα αντανακλαστικά, για να ανταποκριθεί σε τέτοιο βαρύ καθήκον. Είναι επίσης πρόδηλο ότι και μέγα μέρος της κοινωνίας σύρεται προς την υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης και του δημόσιου χώρου χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, χωρίς να επιστρατεύει λανθάνουσες δυνάμεις, σύρεται παγωμένο, ενοχοποιημένο, αδρανές, με φοβικές αμυντικές συμπεριφορές.

Ατυχώς ούτε οι Ευρωπαίοι εταίροι διαθέτουν πολύ καλύτερη αίσθηση του χρόνου, πολιτικού και ιστορικού. Εξ ου και οι βασανιστικές αναβολές, οι καθυστερημένες αποφάσεις, ο ολέθριος μετεωρισμός. Δεν δίνουν χρόνο, απαιτούν σαρωτικές αλλαγές τώρα, σήμερα, χθες, χωρίς να νοιάζονται αν αντέχουν τέτοιο καταιγισμό αποδομήσεων οι άνθρωποι, οι κοινωνίες, οι δημοκρατίες. Μάλιστα χωρίς να διδάσκονται από τα λάθη του πρόσφατου ή απώτερου παρλθόντος. Πρόκειται για χρονική ανωμαλία, υπερσυσσώρευση και κατάρρευση μαζί. Σε αυτό το χρονικό ρήγμα στροβιλίζεται σήμερα η Ελλάδα.

Η υπερψήφιση του Μεσοπρόθεσμου από τη Βουλή, κατά κοινή ομολογία, επιφέρει δυσβάστακτες περικοπές και φορολογήσεις σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού, ακόμη και στα πιο αδύναμα. Βεβαίως, ανώδυνες λύσεις δεν υπάρχουν στην παρούσα φάση, και κυρίως η όποια λύση δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την Ελλάδα.

Το μόνο ρεαλιστικό επιχείρημα υπέρ της επιβολής του κοινωνικά επώδυνου Μεσοπρόθεσμου είναι η χρονική απομάκρυνση της χρεοκοπίας, όχι η αποτροπή της. Το περσινό δίλημμα «Μνημόνιο διάσωσης ή Χρεοκοπία», τώρα ετέθη ως «Μεσοπρόθεσμο ή Θάνατος χωρίς 5η δόση». Η ελληνική κυβέρνηση, εξουθενωμένη πολιτικά, υποχρεώνεται από τους Ευρωπαίους να αγοράσει πανάκριβο χρόνο, με τίμημα την κοινωνική αποδιάρθρωση. Κατ΄ουσίαν, η κυβέρνηση βάζει υποθήκη την κοινωνία, κατά τις επιταγές των εταίρων-δανειστών, τιμωρώντας τυφλά, δηλαδή άδικα έως μοχθηρά, αδύναμους και ανθεκτικούς, έντιμους και φοροφυγάδες, πένητες και πλούσιους.

Είναι βαριά και παρακινδυνευμένη αυτή η υποθήκη. Διότι ουδείς μπορεί να γνωρίζει σε ποια κατάσταση θα βρίσκεται η κοινωνία κατά το οψέποτε πέρας του Μεσοπρόθεσμου ― αν δεν έχει επιβληθεί εν τω μεταξύ Μνημόνιο ΙΙΙ. Εικάζουμε βάσιμα εντούτοις ότι η κοινωνία θα υποφέρει πολύ, όχι διότι δεν επιθυμεί να αλλάξει και να χάσει τη βολή της, αλλά διότι η ύφεση και η ανεργία δεν θα σταματήσουν να σαρώνουν νοικοκυραίους και νοικοκυριά. Ουδείς τολμά να προβλέψει έναν εύλογο χρόνο επιστροφής των ανέργων στην εργασία, ούτε πότε θα ανασχεθεί η ύφεση. Και είναι βέβαιο ότι το δεύτερο δάνειο, όταν και αν δοθεί, θα συνοδεύεται από τρίτο κύμα λιτότητας.

Κι άλλες υποθήκες: η παρατεταμένη ύφεση και η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δοκιμάζουν τις αντοχές της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας. Χθες, ο Γερμανός αρθρογράφος της Frankfurter Allgemeine Zeitung, Michael Martens, περιέγραψε την κατάσταση στην Ελλάδα ως «περιορισμένη-συρρικνωμένη δημοκρατία». Προχθές, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Β. Βενιζέλος, μέσα στη Βουλή, επεσήμανε ότι η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε  «απολύτως προτεκτοράτο». Ισως οι απειλές κατά της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας να ακούγονται αφηρημένες προς το παρόν στα αυτιά του οικονομικά πληττόμενου, αλλά δεν παύουν να υφίστανται,  με απροσμέτρητο ιστορικό κόστος.

Μόνη ελπίδα εφεξής: οι Ευρωπαίοι ηγέτες να αποφασίσουν εντέλει τι είδους Ευρώπη επιθυμούν, και να λάβουν μέτρα ριζικής θεραπείας της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Σε αυτή την κατεύθυνση, η έκδοση ευρωομολόγου μπορεί να ανακουφίσει από τα χρέη τις δοκιμαζόμενες χώρες, και την Ελλάδα, και να ανοίξει οδό σωτηρίας για τους λαούς.

Το Μνημόνιο Ι, και πολύ περισσότερο το Μνημόνιο ΙΙ, έδειξαν την ελληνική κοινωνία να χωρίζεται αδιόρατα πλην σαφώς σε όσους τα υποστήριξαν και τα υποστηρίζουν και όσους αντιτάσσονται. Ο διαχωρισμός δεν έχει να κάνει μόνο με λογικά επιχειρήματα και τοποθετήσεις, αλλά και με παράδοξες ομαδώσεις του πολιτικού θυμικού, ατταβιστικές αντιδράσεις, ακόμη και με διαφορισμούς γούστου. Κατ΄αρχάς το δίλημμα “μνημόνιο ή θάνατος”, έτσι όπως δραματικά και εκβιαστικά ετέθη, φυσικό ήταν να τρομοκρατήσει το πλήθος των Νεοελλήνων: κανείς δεν ήθελε να πεθάνει. Αλλωστε κανείς δεν διέθετε τις αναγκαίες πληροφορίες και τα διανοητικά εργαλεία για να αναλύσει επαρκώς την κατάσταση. Οι ομιχλώδεις τεχνικοί όροι, οι δαιδαλώδεις απρόσωπες αγορές και η απειλή μη πληρωμής συντάξεων, διαμόρφωσαν την ικανή συνθήκη πρόκλησης πανικού. Εξ ου και πολύς κόσμος συμμορφώθηκε στα οδυνηρά μέτρα του Μνημονίου, αναμένοντας την επιστροφή στις μαγικές αγορές και την έξοδο από το τούνελ της κρίσης. Σε αυτό το σημείο καταλυτικό ρόλο για τη συμμόρφωση έπαιξε και η συλλογική ενοχοποίηση: το “μαζί τα φάγαμε” περιείχε μια μερική αλήθεια μέσα με μια τερατώδη προπαγάνδα. Ελάχιστοι γνώριζαν ότι το τούνελ της κρίσης οδηγεί στη βαθιά ύφεση, στην μακροχρόνια ανεργία και την καταστροφή πολυπληθών κοινωνικών ομάδων. Μόνο όταν ο Τομάζο Παντόα Σκιόπα, ο εκλιπών Ιταλός σύμβουλος του πρωθυπουργού, μίλησε για δεκαπέντε χρόνια οδύνης και μια χαμένη γενιά, αρκετοί αντελήφθησαν τη σφοδρότητα της κρίσης.

Αυτό που μας απασχολεί όμως είναι η διαίρεση του κόσμου και η ανάδυση νέων διακρίσεων σε φιλο- και αντι- μνημονιακούς. Ενα ιδαίτερο γνώρισμα αυτού του διαχωρισμού είναι ότι υπερβαίνει την παραδοσιακή διάκριση Δεξιά-Αριστερά. Το αντιλαϊκό Μνημόνιο και την αφόρητη πίεση στα αδύναμα μικρομεσαία στρώματα εισηγείται η κεντροαριστερά, και αντιτάσσεται η δεξιά παράταξη μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς. Ωστόσο με τη σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά συντάσσεται ανοιχτά υπέρ του Μνημονίου και η άκρα δεξιά και μια ορισμένη φιλελεύθερη δεξιά-κεντροδεξιά. Επαμφοτερίζουσα, μα βαθύτερα υπέρ Μνημονίου, εμφανίζεται μια άλλη μερίδα αριστεράς, η οποία και στο παρελθόν είχε φλερτάρει ανοιχτά με τον πασοκικό εκσυγχρονισμό της ισχυρής Ελλάδας του Χρηματιστηρίου και των διαπλεκομένων.

Οι, ούτως ειπείν, φιλομνημονιακοί εκφράζουν την απέχθειά τους προς τον λαϊκισμό και την πίστη τους στις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και της σώφρονος διαχείρισης. Στην πράξη, συχνά ο αντιλαϊκισμός μετά βίας διαφορίζεται από μια απροκάλυπτη αποστροφή προς τον λαό και τη λαϊκή κυριαρχία, ενώ ο εκσυγχρονισμός νοείται ως λατρεία μιας δημοκρατίας των διευθυντών, εξ ου και οι πυκνές αναφορές σε κυβερνήσεις τεχνοκρατών, σοφών κ.λπ. Πίσω από τη ρητορική των εκσυγχρονιστών περί αριστείας, συναίνεσης, σωφροσύνης κ.ο.κ. λανθάνει η εδραία πεποίθησή τους ότι ο λαός μπορεί να κυβερνηθεί μόνο από Illuminati, προερχόμενους από συγκεκριμένα σχολεία, κομματικά θερμοκήπια ή συγκεκριμένες οικογένειες και παρέες. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ισχύει ούτε αυτή η ιδιοτέλεια· επικρατεί η καθαρή ιδεολογία, καθαρή μεν αλλά τόσο ξεροκέφαλη που αρνείται να δει την πραγματικότητα, και καταντάει εμμονική ηθικολογία.

Περιγράφουμε ατελώς μια νέα Δεξιά, αυτή που ο Ιταλός στοχαστής Ραφαέλε Σιμόνε ονομάζει Μειλίχιο Τέρας, και την οποία βλέπει να κυριαρχεί στη Δύση. Το μόρφωμα αυτό απορροφά και ομογενοποιεί παραδοσιακούς δεξιούς και αριστερούς σε ένα νέο πολιτικό σύνθεμα, υπεράνω παθών, δυσάρεστων συναισθημάτων, συμπόνιας, ενοχών, διεκδικήσεων. Στα καθ΄ημάς, το φιλομνημονιακό μόρφωμα αποδέχεται περιστολή της λαϊκής κυριαρχίας, εφόσον κρίνεται αναποτελεσματική, περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, εφόσον κρίνεται περιττός μπελάς καθ’ οδόν προς την παγκόσμια διακυβέρνηση, περιστολή του κοινωνικού κράτους εφόσον δεν είναι ανταποδοτικό, συρρίκνωση του κράτους επειδή οι λειτουργοί του αποδείχτηκαν ανάξιοι. Με μια κουβέντα: Αφού αποτύχαμε οι Ελληνες, ας έρθουν οι Γερμανοί να μας βάλουν τάξη.

Η εθελοδουλία είναι περιγραφή και εξήγηση αυτής της διάχυτης στάσης. Η ιδιοτέλεια και ο αριβισμός είναι μια εξήγηση. Η καθίζηση της αριστεράς, πνευματική και ψυχική, είναι μια άλλη εξήγηση. Η ηθική απαξίωση του φιλελευθερισμού μετά τη σύμπλευσή του με τη γυμνή κερδοσκοπία, εξήγηση επίσης. Η νεωτερικότητα ως επισώρευση ερειπίων, κατά Μπένγιαμιν, είναι μια σκοτεινή πλην βαθιά εξήγηση αυτού του μειλίχιου ζόφου.

Στην ελληνική περίπτωση, ρευστή σαν νιτρογλυκερίνη, η αναπάντεχη παρουσία του πλήθους δρα ενάντια στο μειλίχιο τέρας της ομογενοποιημένης σκέψης, συνενώνοντας κατεστραμμένους μικροαστούς, πατριώτες, δεξιούς, εθνικιστές, λαϊκιστές, αριστερούς, αντιεξουσιαστές. Το Μνημόνιο ΙΙ, έκφραση της αυτοκαταστροφικής αμηχανίας των ευρωπαϊκών ελίτ και της παράλυσης των ελληνικών ελίτ, δείχνει το κρατίδιο και πάλι σαν πεδίο ιστορικών ρήξεων.

Η προχθεσινή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πυροδότησε δικαιολογημένα αγωνία σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, αλλά εντέλει ήταν άλλη μία τελετουργία με επικοινωνιακή σκόπευση, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, τουλάχιστον περιεχομένο ικανό για διάσωση και αναπροσδιορισμό.

Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου προσήλθε χωρίς φανερές προτάσεις, αντιπροτάσεις, γκάμα επιχειρημάτων, ώστε να πείσει, να προσελκύσει ή, έστω, να ρυμουλκήσει την αντιπολίτευση προς μια μίνιμουμ συναίνεση. Κανείς δεν πείστηκε, κανείς δεν πιέστηκε, πλην του φαιδρού οιωνοσκόπου Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος άλλωστε έχει προσφέρει πλειστάκις την υποστήριξη του ζητώντας μετ΄επιτάσεως συγκυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς έμεινε αμετακίνητος στη θέση του για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και παρομοίως αντίθετα να συναινέσουν στη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης ήταν τα κόμματα της Αριστεράς. Πώς φτάσαμε στο προαναγγελθέν ναυάγιο της τελετουργίας συναίνεσης;

Στις δύο προηγούμενες εβδομάδες η Ελλάδα έζησε, αφόρητα πυκνά, ένα κύμα βίας, φόβου, κοινωνικών ρηγματώσεων και πολιτικών απειλών. Οι βιαιοπραγίες που συντάραξαν το κοινωνικό σώμα επισκιάστηκαν μόνο από τις απειλές περί πτώχευσης και τις αλλεπάλληλες πιεστικές παρεμβάσεις των εταίρων-δανειστών για αναδιευθέτηση του εσωτερικού πολιτικού τοπίου. Ηταν τέτοια η πίεση πάνω στην υπερχρεωμένη χώρα, που έθεσε εν αμφιβόλω την ίδια την του πολιτεύματος, την λαϊκή κυριαρχία· πολύ περισσότερο που διατυπώθηκαν ταυτοχρόνως προτάσεις για δημοψήφισμα, μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, ασύμβατες προς τα ειωθότα της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Επιπλέον, προχθές, ο κ. Παπανδρέου, δια του υπουργού Οικονομικών και με δικά του λόγια, επέσεισε ως μόνο επιχείρημα για την εκμαίευση της συναίνεσης, τον υπαρκτό κίνδυνο της χρεοκοπίας και την έξοδο από την ευρωζώνη, όπως έπραξε πριν απ΄αυτόν η επίτροπος Μαρία Δαμανάκη. Η απειλή αυτή είναι υπαρκτή και απαιτεί εθνικό συναγερμό. Δυστυχώς, όμως, για τη χώρα, το ίδιο υπαρκτή είναι και η σαρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής Παπανδρέου, έτσι όπως καταγράφεται στις έρευνες, αλλά και όπως καταγράφεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στις πλατείες της χώρας: την ώρα που ο πρωθυπουργός, αμήχανος και κουρασμένος, εξήγγειλε στην τηλεόραση την αποτυχία της σύσκεψης των αρχηγών, το παρδαλό πλήθος των Αγανακτισμένων χτυπούσε κατσαρόλες στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή. Αυτοί οι αδέσποτοι Αγανακτισμένοι, απροσδιόριστοι πολιτικά και απρόοπτης δυναμικής, δρουν πλέον ως απρόβλεπτος επιταχυντής επί μιας πραγματικότητας ήδη χαοτικής και ρευστής.

Το πολιτικό πρόβλημα τροφοδοτείται προφανώς από τα ένστικτα αυτοσυντήρησης των κομμάτων: κανείς δεν θέλει να μοιραστεί την ευθύνη με την κυβέρνηση για τις επιλογές της. Αλλωστε η κυβέρνηση υπερψήφισε το Μνημόνιο, τον περασμένο Μάιο, στηριγμένη στη δική της κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και με την επικουρική ψήφο του ΛΑΟΣ και της Ντόρας Μπακογιάννη.

Αλλά το πολιτικό πρόβλημα δεν εξαρτάται πια μόνο από τη στάση των κομμάτων. Ενα χρόνο αργότερα, οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν έχουν επιτευχθεί, είτε λόγω κακού υπολογισμού, όπως ομολογεί και η τρόικα, είτε επειδή η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να τηρήσει τους ταχύτατους ρυθμούς μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία έχει βυθιστεί στην ύφεση, οι δαπάνες δεν έχουν περιοριστεί αρκετά, τα έσοδα υπολείπονται σημαντικά του στόχου, κι όλα αυτά παρά τις οδυνηρές περικοπές μισθών-συντάξεων, παρά τους βαρείς φόρους. Υφεση, ανεργία και ανασφάλεια παραλύουν τη χώρα, και πάνω σε αυτό το υλικό υπόστρωμα φουντώνουν η ξενοφοβία, η αυτοδικία, η βία: η κρίση είναι κοινωνική. Αυτή η κρίση εκφράζεται, και καταγράφεται πλέον πολλαπλώς, σαν ρήξη του κοινωνικού ιστού, απώλεια εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, έλλειψη ανοχής.

Κι ακόμη παραπέρα: ζούμε μια ηθική και πνευματική κρίση, κρίση ανθρωπολογικής τάξεως. Τα ερειπιώδη κόμματα με την αμηχανία τους και τη στειρότητά τους εκφράζουν εν πολλοίς μια αναλόγως αμήχανη και στείρα κοινωνία πελατών, γαντζωμένων σε έναν καταρρέοντα κόσμο μικροπρονομίων, θαλασσοδανείων, διορισμών. Εναν κόσμο ετερονομίας και εξαχρείωσης. Το ιταμό ύφος των εταίρων-δανειστών, με το οποίο απευθύνονται στους Ελληνες, βρίσκει έδαφος πάνω στη δική μας ασημαντότητα, στους δικούς μας ασήμαντους ηγέτες, στην εθελόδουλη και οκνηρή μας σκέψη. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Παναγιώτης Κονδύλης προφήτευε πικρά την παρούσα κρίση, με οδύνη για την πατρίδα του, για τη γλώσσα και την ποίησή της: «Η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας.» (Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας)

Λαός εκτός ιστορίας; Ναι και όχι. Ναι, στην παρούσα φάση, βρεθήκαμε ουραγοί. Και όχι, όχι εις το διηνεκές, όχι ακόμη και τώρα: Ιn my end is my beginning. Μας το ψιθυρίζει ο Γιάννης Βαρβέρης, μειδιώντας από το επέκεινα καθώς τον αποχαιρετούμε:
«Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.»

(O άνθρωπος μόνος, 2009)

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Ένα χρόνο μετά την υπογραφή του Μνημονίου, η Public Issue αποτυπώνει σε δύο πανελλαδικές έρευνές της, τις κοινωνικές στάσεις και αντιλήψεις που έχουν διαμορφωθεί απέναντι στο Δημόσιο Χρέος, το Μνημόνιο, το ΔΝΤ, την ΕΕ και το Ευρώ.
Διερευνώνται εκτενώς οι επιπτώσεις της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που διανύουμε, οι μορφές της κοινωνικής διαμαρτυρίας και η έκταση της κοινωνικής κινητοποίησης που έλαβε χώρα κατά το τελευταίο κρίσιμο 12μηνο.
Ολη η έρευνα εδώ.

Το σχόλιό μας:

Χωρίς ψευδαισθήσεις για ανάκαμψη

Ενα χρόνο μετά το Μνημόνιο, οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη σημασία του εκ του αποτελέσματος: πώς άλλαξε η οικονομία του νοικοκυριού, πώς μεταβάλλονται τα μικροοικονομικά μεγέθη, ο μισθός και η σύνταξη, η ευρωστία της επιχείρησης ή του επαγγέλματος, οι τιμές, οι θέσεις εργασίας – όσα εντέλει απαρτίζουν την πραγματική οικονομία και συγκροτούν ψυχολογία και πολιτική συμπεριφορά.

Η έρευνα αποτυπώνει ό, τι ήδη αντιλαμβανόμαστε: κοινωνία σε ύφεση και αναδίπλωση, κοινωνία ανασφαλή, χωρίς ψευδαισθήσεις για ταχεία ανάκαμψη. Η κοινή γνώμη φαίνεται να τοποθετείται ενώπιον μιας τετελεσμένης καταστροφής, ούτε καν επερχόμενης: ως προ τούτο είναι ενδεικτικές οι θεαματικές μετατοπίσεις συμπεριφοράς τον φετινό Μάιο ως προς τον περασμένο προμνημονιακό Φεβρουάριο του ’10 ή και τον μεταμνημονιακό Σεπτέμβριο του ’10.
Πίσω από τις κρίσιμες μετατοπίσεις στάσεως, βρίσκεται τώρα η συρρίκνωση της ελπίδας, η πικρή επίγνωση μετά ένα μνημονιακό χρόνο ύφεσης και άμορφη οργή κατά της πολιτικής ηγεσίας, εκφρασμένη με σχεδόν πάνδημη δυσπιστία προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών, αλλά και με αυξημένη δυσπιστία προς τους οργανισμούς δανεισμού και τους επικεφαλής τους. Η δυσπιστία αυτή δεν εκφράζεται πάντως με αντιευρωπαϊσμό – το αντίθετο.

Αξιοπρόσεκτος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εξαντλείται η περίοδος ανοχής: η δυσαρέσκεια αρχίζει δειλά τον Νοέμβριο του ’10 και εκτινάσσεται μετά τον Απρίλιο του ’11, με την αναγγελία του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος και του δεύτερου κύματος λιτότητας.

Βαριά πληγωμένη οικονομικά, μουδιασμένη κοινωνικά, χωρίς σχέδιο και αυτοπεποίθηση, η χώρα πορεύεται ακυβέρνητη. Ο πρωθυπουργός φέρεται σαν να έχει απολέσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων εταίρων και του εξωτερικού παράγοντος· η δε κυβέρνηση απαρτίζεται πλέον από πρόσωπα που προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα και για την ατομική τους διάσωση. Αυτά διακρίνουν και η τρόικα και η Ε.Ε., εξ ου και οι υποδείξεις τους είναι πλέον ωμά πολιτικές και ασφυκτικές.

Πιο ψύχραιμος φαίνεται να είναι ο λαός, ο οποίος συνολικά έχει επιδείξει αξιοσημείωτη εγκαρτέρηση και πειθαρχία στα νέα δεδομένα πτωχείας και ανεργίας. Σε ένα βουβό πλειοψηφικό ρεύμα, αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο Μνημόνιο γίνονται αποδεκτές, στο βαθμό που εξορθολογίζουν το κράτος· άλλες μεταρρυθμίσεις και περικοπές κρίνονται μη αναγκαίες ή και καταστροφικές. Αυτό που δεν γίνεται αποδεκτό είναι το ενδεχόμενο Δεύτερο Μνημόνιο, επαχθέστερο από το πρώτο και συνεπαγόμενο βαθύτερη ύφεση. Επιπλέον η κοινή γνώμη φαίνεται να μετατοπίζεται και ως προς τον Γ. Παπανδρέου: ενάμιση χρόνο από την εκλογική του νίκη, όλο και περισσότεροι τον θεωρούν υπαίτιο για το αδιέξοδο της χώρας.

Σε αυτό το κομβικό σημείο, εμφανίζεται ο Αντώνης Σαμαράς στο Ζάππειο 2. Ο πρώην αποσυνάγωγος του πολιτικού συστήματος, το αουτσάιντερ που κέρδισε την ηγεσία της συντριβείσας ΝΔ, επιβαρυμένης με κυβερνητικά σκάνδαλα και σπατάλες, αποτόλμησε κάποιες αλλαγές εν μέσω κρίσης: άλλαξε τη ρητορική του κόμματος, άλλαξε στόχευση και φυσιογνωμία. Κυρίως αποτόλμησε να εναντιωθεί στο Μνημόνιο, και τώρα, που ζητούμενο είναι μια άλλη διέξοδος, αισθάνεται δικαιωμένος ιστορικά, έτοιμος να διεκδικήσει την εξουσία.

Με την προχθεσινή του παρέμβαση αλλάζει την ατζέντα προς όφελός του: έκανε ηγετική εμφάνιση, δίνοντας έμφαση στην ανάκτηση της χαμένης αυτοπεποίθησης του λαού και παρουσιάζοντας μια διέξοδο από την ύφεση, ενώ ταυτόχρονα προσελκύει το ενδιαφέρον του ξένου παράγοντος, που αναζητεί συνομιλητές με πολιτική αποδοχή. Ο δρόμος θα είναι εξαιρετικά δύσβατος για τον Α. Σαμαρά, αλλά ήδη του ανοίγεται μια δυνατότητα.

Ημέρα παθών, σε έτος παθών. Ημέρες οργής, που δεν ψάλλονται από χορωδίες ρομαντικές σε γοτθικούς ναούς, αλλά σιγοκαίνε βουβές στα λαρύγγια πλήθους νεόπτωχων, διαψευσμένων, χωρίς μάχη ηττημένων. Καθολικών του Βορρά, Ορθοδόξων και Καθολικών του Νότου. Στον κάθε τόπο άλλης τονικότητας δοξασία, αλλά το αποτέλεσμα ένα: ενοχοποίηση του πλήθους με κρίσιμους μετατονισμούς του ίδιου τροπαρίου: ”Μαζί τα φάγαμε”, ”εμείς φταίμε”, ”όλοι είμαστε ένοχοι”.

Μα είναι αληθές το τροπάριο; Κάθε τροπάριο περιέχει την αλήθεια του κυρίαρχου, του συνθέτη που το επιβάλλει ως κοινό άσμα και κοινή δόξα, ως μόνη αλήθεια. Μα ο κυρίαρχος είναι ο πρώτος που εγκαταλείπει το τροπάρι του, όταν δεν τον εξυπρετεί πια, και επιβάλλει νέο, νέα, πιο βολική αλήθεια.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, όσοι ωρύονται σήμερα κατά των τεμπέληδων, μαλθακών, κρατικοδίαιτων, βαθιά ένοχων Ελλήνων, είναι οι ίδοι που προς τη δύση της δεκαετίας του ’80 ευαγγελίζονταν την επανάσταση του λαϊφστάιλ, εισήγαγαν στο ΠΑΣΟΚ τις κουστουμιές Hugo Boss αναμίξ με Ηλία Ανδριόπουλο και Μπρους Γουίλις, ξεκοκκάλιζαν επιδοτήσεις και μισθάρες από προβληματικές. Είναι οι ίδιοι που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όμνυαν υπέρ της δημοκρατίας του Χρηματιστηρίου, υπέρ της αναδιανομής του πλούτου μέσω σορταρίσματος, υπέρ της ισχυρής Ελλάδας που σάρωνε τους ψοφοδεείς νοικοκυραίους και τους μετριοπαθείς.

Ναι, έγινε αναδιανομή του πλούτου, μεταφορά του από τον λεηλατημένο δημόσιο χώρο στις τσέπες ολίγων και εκείθεν εξαγωγή του σε φορολογικούς παράδεισους. Ναι, έγινε αναδιανομή εξουσίας, εν ονόματι του χάχα λαού, προς όφελος μιας οικογενειακής ολιγαρχίας, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής δημοκρατίας. Ναι, το τροπάρι ήταν πειστικό: νανούρισε, αποκοίμισε, ξεμυάλισε. Και παραμένει ίδιο, με ανάποδα λόγια, με άλλο τόνο, με ίδια απεύθυνση: για όλο το χαλασμό φταίει ο ίδιος πάντα αδύναμος, ο ποδηγετούμενος, ο θύτης του εαυτού του. Το θύμα πιστεύει τον εαυτό του ως θύτη, και μένει λυσσασμένο, ανίσχυρο, πνιγμένο στον αδιέξοδο θυμό.

Στο δρόμο προς τη σταύρωση, ακούμε διαρκώς: Το τροπάριο του Χρηματιστηρίου: από το κάγκελο στον κουβά. Το τροπάριο των Ολυμπιακών: από τη φενάκη στη διάψευση. Το τροπάριο του Μνημονίου: από τη διάψευση στην άβυσσο. Και ψιθυρίζουμε την προσευχή μιας απλής καρδιάς, τα λόγια του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου:

Κύριε ― άνθρωποι απλοί,
πουλούσαμε υφάσματα
(κ’ η ψυχή μας
ήταν το ύφασμά που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πηγή και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτια.
Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
― πιάνουνε στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα ―.

Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

(Στη Μεσόγειο πάντα πιστεύαμε την Ανάσταση.)

ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2011

Η πολλαπλή πίεση προς τα ασθενέστερα στρώματα του πληθυσμού και η ύφεση που διαρκώς βαθαίνει, προκαλούν αγωνία, σύγχυση, εντάσεις. Η ελληνική κοινωνία, είναι πασίδηλο, περνά μεταιχμιακή φάση, με πολλή οδύνη για πολλούς, και άγνωστη κατάληξη για όλους. Είναι επίσης πασίδηλο ότι σε αυτό το μεταίχμιο διάφορες ομάδες ανταγωνίζονται, είτε για να επιπλεύσουν είτε για να αποκτήσουν καλύτερες θέσεις στο νέο τοπίο που θα προκύψει, θέσεις νομής ισχύος και πλούτου. Το φανερό διακύβευμα, σε πρώτη ανάγνωση, είναι υλικό: ποιοι θα ξεπέσουν οικονομικά-κοινωνικά, ποιοι θα διατηρήσουν το status τους, ποιοι θα ενισχυθούν. Στον πυρήνα του κοινωνικού ανταγωνισμού, διαρκώς σιγοκαίνε φωτιές: η πάλη για ηγεμονία, αφενός· και μια αυξανόμενη ροπή προς διχασμό του κοινωνικού σώματος, αφετέρου, μια άτυπη σχάση, πολυμετωπική και πολυσθενής. Ατυπος εμφύλιος.

Το Μνημόνιο ήταν η αφορμή, ο πυροκροτητής. Από καιρό, από χρόνια, από τα χρόνια ήδη του «εκσυγχρονισμού», τέλη του 20ού, αρχές του 21ου αι., διαφαίνονταν οι πρώτες ραγισματιές στο ελλαδικό κοινωνικό σώμα. Ο ίδιος ο εκσυγχρονισμός σαν αίτημα πολύ σύντομα φάνηκε ότι δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι καθολικός: δεν μπορoύσε να αφορά όλο το κοινωνικό σώμα, ούτε καν το κήρυττε με ιδιαίτερη ζέση. Η πρώτη ραγισματιά συνέβη με το στρίμωγμα του επενδυτή λαού στο κάγκελο του Χρηματιστηρίου ― αλλά την είδαν πολύ λίγοι, διότι το Zeitgeist επέβαλε λατρεία των αγορών, λατρεία της κερδοσκοπίας και της σπατάλης, θαυμασμό της μίζας. Η ιστορική του φιλοδοξία εξαντλήθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη ― καταφεύγοντας σε μαγειρέματα του χρέους και των δημοσιονομικών στοιχείων από την Goldman Sachs, φευ! Οταν δε το κράτος, ρυμουλκούμενο από προσωπικές φιλοδοξίες και διαπλεκόμενα συμφέροντα, ανέλαβε και τη διοργάνωση των πολυδάπανων Ολυμπιακών, εξατμίστηκε κάθε ίχνος της πρωθητικής ικμάδας του εκσυγχρονισμού: εφεξής, το κράτος τροφοδοτούσε αμήχανο μια τελετή υπεραναπλήρωσης.

Η μέθη του συλλογικού φαντασιακού, κατά το αλησμόνητο καλοκαίρι 2004, έφερε τον ύπνο και την αδράνεια, έδειξε μεγεθυμένες τις αδυναμίες και τα κενά. Aλλά η αδράνεια, η ευθυνοφοβία, η αναβλητικότητα, οι υπεκφυγές ξεχείλιζαν. Σχεδόν τρομακτικά. Τρία καλοκαίρια αργότερα, όταν οι πυρκαγιές κατέκαιγαν ανθρώπους και βεβαιότητες, εξεπέμφθη το πρώτο SOS: το πλοίο έπλεε ακυβέρνητο, διασπασμένο, χωρίς φρόνημα. Ο Δεκέμβρης ’08 επιβεβαίωσε και βάθυνε το ρήγμα. Τρομακτικά. Και πάλι η αδράνεια ενίκησε· οι υπεκφυγές επικράτησαν, κι ήταν τόσο ισχυρή η εθελοτυφλία ώστε ακόμη κι όταν εκέσκηψε η κρίση, οι διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της εθνικής οικονομίας και των καταθέσεων υπερίσχυσαν της ανησυχίας, απέτρεψαν τη λήψη μέτρων…

Η κρίση διέλυσε τη φενάκη του ενός και ομοούσιου λαού των μη προνομιούχων, της δεκαετίας ΄80, διέλυσε τις μονολιθικές βεβαιότητες με τη λήξη του Ψυχρύ Πολέμου, το ’90, διέλυσε τον ατομικιστικό και καταναλωτικό παραδαρμό του 2000. Τη στιγμή της κρίσης, ο λαός αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ενιαίος και ομοούσιος, ότι υπάρχουν ισχυροί και ασθενείς, σύννομοι και άνομοι, ορθόφρονες και λαϊκιστές, ηθικοί και νόμιμοι, συντεχνίες και κλειστά ισνάφια, κοπρίτες και υπεράριθμοι. Οταν δεν το αντιλαμβάνεται, του το υπενθυμίζουν, του το διατυμπανίζουν, με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο. Το νιώθει στο πετσί του, στην υλική του ταπείνωση, στην απομείωση της προσδοκίας, στο φόβο που τρώει τα σωθικά τα αμέριμνα, τα αδρανή.

Οι λαοί είναι πολλοί… Και νιώθουν ένοχοι όλοι. Δυσφορούν. Οργίζονται, μετακυλίουν την οργή, αλληλοϋποβλέπονται. Βαθιά μέσα τους, τα κέρματα λαού νιώθουν να φουσκώνει η ήττα αλλά και η επίνοια: για να μην αφανιστούν πρέπει να κινηθούν, να παλέψουν, να σκεφτούν τους εαυτούς τους εξαρχής, ριζοτομικά, να δράσουν. Δεν είναι εύκολο: στο πεδίο ανταγωνίζονται πολλές ομάδες, αλλά οι περισσότερες απ’ αυτές είναι γυμνές: χωρίς ένυλο οπλισμό, αλλά κυρίως χωρίς ιδέες, χωρίς συνείδηση χώρου και εαυτού, χωρίς ηγέτες. Αυτές οι ομάδες, ασθενείς οι περισσότερες, συχνότατα έχουν κοινά συμφέροντα, αλλά δεν το ξέρουν ή αδυνατούν να συναντηθούν. Αν μείνουν διάσπαρτες, θα ηττηθούν. Αυτή την αδυναμία τους γνωρίζουν άλλες ομάδες ολιγάριθμες, οι οποίες κατέχουν υπέρτερα μέσα, και επιπλέον δρουν πιο συντονισμένα έναντι του κερματισμένου πλήθους, του “εχθρού λαού” που τείνει προς την οχλοκρατία. Εξ ου και η αναμέτρηση έχει μεταφερθεί, υπόγεια αλλά σταθερά, στο πεδίο της ψυχολογίας, των εντυπώσεων, της ηγεμονίας επί του φαντασιακού. Η κυριάρχηση του ενός ή του άλλου πιθανότατα δεν θα προκύψει από μια τυπική σύγκρουση, αλλά στο πεδίο της πειθούς και της χειραγώγησης, με την επιβολή ενός επικρατούντος ρευστού δόγματος τάξεως και την εσωτερίκευση του φόβου.

Ξεκούρδιστη κοινωνία. Κάπως έτσι θα χαρακτήριζε κάποιος ψυχρός παρατηρητής την παρούσα κατάσταση της Ελλάδας. Με αυτή την αμήχανη περιγραφή, η οποία εμπεριέχει τη διάχυτη δυσπιστία, την ανασφάλεια, τη βουβή οργή όλων εναντίον όλων. Και κυρίως τη βραδυπορία: μια κοινωνία που κινείται εξ ανάγκης με απότομες δρασκελιές, βίαια, αλλά χωρίς να γνωρίζει πού πηγαίνει, καρκινοβατώντας, καταβάλλοντας κόπο, αλλά χωρίς προφανή αποτελέσματα.

Οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, βάσει του Μνημονίου ή βάσει διαπιστωμένων αναγκών, προκαλούν συχνά τη σφοδρή αντίδραση των ομάδων, επαγγελματικών ή άλλων. Η αντίδραση αυτή σπανίως φτάνει σε μια λυσιτελή διαβούλευση· συνήθως κανείς δεν ακούει κανέναν. Κι ακόμη παραπέρα: με τους όρους που διεξάγεται αυτή η διελκυστίνδα, όλος ο υπόλοιπος κόσμος δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτε, τι συζητείται, ποια είναι τα επίδικα, ποιος έχει δίκιο να διαμαρτύρεται, ποιες είναι οι επιπτώσεις σε όλο το κοινωνικό σύνολο κ.ο.κ. Ολη η δημόσια συζήτηση, για θέματα τόσο σοβαρά όσο η υγεία, η ασφάλιση, η παιδεία διεξάγεται σαν υστερικό τοκ-σόου, με ομιλούσες κεφαλές σε παράθυρα.

Σε αυτή τη μοίρα, ασυνεννοησίας και γενικευμένης καχυποψίας, έχουν υποκύψει τον τελευταίο καιρό οι Ελληνες πολίτες. Ζαλισμένοι, εν πλήρει συγχύσει, ακούνε λέξεις, ονόματα, που ναι μεν αφορούν μεγάλα ζητήματα, ζωτικής σημασίας για τον συλλογικό και ατομικό βίο, αλλά όλα ξεζουμισμένα πια από νόημα. Τι συμβαίνει στην Κερατέα; Γιατί μονομαχούν οι νοικοκυραίοι με τα ΜΑΤ, τόσες εβδομάδες τώρα; Είναι ΧΥΤΑ ή ΧΥΤΥ; Τι προβλέπεται επιτέλους για την ανακύκλωση σκουπιδιών; Τι συμβαίνει με το μεταναστευτικό; Γιατί ακριβώς κάνουν απεργία πείνας οι 240 στο μέγαρο Υπατία; Ποιος θα μας πει; Τι ακριβώς ζητούν οι γιατροί; Ποια θα είναι η αυριανή μορφή της περίθαλψης; Ωφελούνται οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ; Γιατί κλείνουν τα φαρμακεία; Ποιοι κατευθύνουν τη συνταγογράφηση; Γιατί έχουν διαλυθεί οι συγκοινωνίες και μαζί τους ο αστικός βίος; Πώς θα συμβάλλει το ακριβό κόμιστρο στη βελτίωση των δημόσιων μεταφορών; Γιατί τα διόδια είναι από τα ακριβότερα στην Ευρώπη, χωρίς όμως ανάλογη ποιότητα οδικού δικτύου; Γιατί επανέρχεται ο αναχρονιστικός θεσμός του μοναδικού καθηγητικού συγγράμματος στα πανεπιστήμια;

Αυτά είναι μερικά από τα, πράγματι καυτά, ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία σήμερα, αλλά πώς; Μεμονωμένα, αποσπασματικά, διάσπαρτα. Ολα χάνονται μέσα σε ασυνάρτητες φωνασκίες τηλεπαράθυρων, στον πληθωρισμένο ασύντακτο λόγο μαζικών email και μπλογκ, στις μερικότητες και στις αποσιωπήσεις των πολιτικών, σε κουβέντες καφενείου. Ολα μένουν χωρίς νόημα. Και ο βίος χωρίς νόημα, με πολίτες ξεκούρδιστους, καρκινοβατούντες, οργίλους, εν συγχύσει. Και ο κόσμος αλλάζει ερήμην μας.

Στις αλλεπάλληλες και πιο οδυνηρές κάθε φορά επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, στις απεργίες που παραλύουν τη ζωή της ήδη παγωμένης πρωτεύουσας, στην ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, αυτές τις μέρες προστέθηκαν δύο αντιδράσεις, μείζονος σημασίας, καθεμία με το δικό της χαρακτήρα.

Πρώτη, η όλο και συχνότερη εμφάνιση μιας ορισμένης οχλοκρατίας. Ο προπηλακισμός και ο ξυλοδαρμός του βουλευτή Κ. Χατζηδάκη παρήχθη από «ανώνυμους» πολίτες, που διαδήλωναν μπροστά από τη Βουλή. Δεν ήσαν οργανωμένοι, τίποτε δεν ήταν προσχεδιασμένο, δεν υποκινήθηκαν από κανέναν· το πλήθος μετετράπη σε όχλο άμα τη εμφανίσει του βουλευτή. Ο πολιτικός μετετράπη σε αποδιοπομπαίο τράγο και συγκέντρωσε όλη τη συσσωρευμένη οργή, την ανημπόρια, την απόγνωση αλλά και τη μνησικακία των πολιτών, των ίδιων που πιθανόν να έχουν ψηφίσει τους πολιτικούς που τώρα προπηλακίζουν, ή να έχουν χρησιμοποιήσει το πελατειακό δίκτυο προς ίδιον όφελος. Ωστόσο, τώρα, το σοκ της διάψευσης και του κλονισμού των εδραιωμένων ηθών, είναι σφοδρό, η αδυναμία έλλογης αντίδρασης έντονη, ο αποκλεισμός από τις αποφάσεις ολοσχερής, τόσο που η αντίδραση προκύπτει πλέον εκρηκτική, απρόβλεπτη.

Η άλλη μείζων αντίδραση προήλθε από την Εκκλησία της Ελλάδος. Στο κείμενο «Η Εκκλησία απέναντι στην κρίση» (PDF εδώ), που διανεμήθηκε στους ενοριακούς ναούς της επικράτειας, η Ιερά Σύνοδος περιγράφει την κρίση με πολιτικούς και πνευματικούς όρους και ασυνήθιστα δριμεία γλώσσα. “Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη αλλά να διοικείται από τους δανειστές της…” Η εναρκτήρια διαπίστωση δίνει τον τόνο της παρέμβασης: είναι παρέμβαση δυναμική, αποφασιστική, με ανάληψη πολιτικής ευθύνης.

Το κείμενο είναι περίληψη από πολυσέλιδη εισήγηση, εξαιρετικού πολιτικού ενδιαφέροντος, του μητροπολίτη Σιατίστης Παύλου στην Ιερά Σύνοδο, και ενεκρίθη στις αρχές Οκτωβρίου. Είναι προφανές ότι η Εκκλησία έχει λάβει σαφή μηνύματα από το πυκνό ενοριακό δίκτυο, για την υλική και πνευματική ένδεια των λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων, που ζητούν αρωγή από τις ενορίες. Αυτός φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος για την παρέμβαση: οι τεκτονικές αλλαγές που αρχίζουν να συμβαίνουν στην κοινωνία, και εξ αυτού η διάθεση να λάβει θέση η Εκκλησία στα νέα συμφραζόμενα. Υπέρ του δοκιμαζόμενου λαού, φυσικά, και μάλιστα με ισχυρή θεολογική θεμελίωση: “Εκκλησία είμαστε όλοι μας και αυτή είναι η δύναμη μας και η δύναμή της” και “Η Εκκλησία του Χριστού έχει λόγο για τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση, διότι δεν έπαψε να αποτελεί σάρκα του κόσμου, μέρος της Ιστορίας. Δεν μπορεί να ανέχεται κανενός είδους αδικία, αλλά οφείλει να δείχνει ετοιμότητα για μαρτυρία και μαρτύριο…”

Πέρα από όποιες επιμέρους ενστάσεις, η παρέμβαση της Εκκλησίας φέρει υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Για πρώτη φορά, όσο θυμόμαστε, ο λόγος της είναι απερίφραστα υπέρ του λαού και υπέρ της Πολιτείας, αλλά εναντίον της εξουσίας και εναντίον του πολιτικού προσωπικού· και η παρέμβαση δεν υποκρύπτει κάποια προφανή ιδιοτέλεια, απεναντίας περιέχει ρίσκο σύγκρουσης. Ζούμε ιστορικές στιγμές.

H υπαγωγή της Ιρλανδίας στον μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ και της Ε.Ε. τραυματίζει την εθνική υπερηφάνεια των Ιρλανδών, αναφέρει η International Herald Tribune σε πρόσφατη εκτενή ανάλυση. Ο συντάκτης ανατρέχει στην ιστορία της χώρας στον 20ό αιώνα, από τους εκτελεσθέντες ηγέτες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, το 1916, και την ανακήρυξη του ελεύθερου ιρλανδικού κράτους το 1922, έως την ευφορία των χρηματαγορών για τον Κελτικό Τίγρη την περασμένη δεκαετία, και την έκρηξη της τραπεζικής και στεγαστικής φούσκας.

Οι Ιρλανδοί δεν ξεχνούν ποτέ τον βρετανικό ζυγό και τους σκληρούς αγώνες που έχουν δώσει για την εθνική τους ανεξαρτησία. Θυμούνται επίσης τη φτώχεια. Ο λιμός του 1840, η ενδημική φτώχεια, η διαρκής μετανάστευση και ο αδιάκοπος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας σημαδεύουν τη συλλογική μνήμη αυτού του μοναχικού λαού ποιητών και καλλιτεχνών στην ατλαντική άκρη.

Η υπαγωγή στη βοήθεια και τα κελεύσματα των ΔΝΤ-ΕΕ βιώνεται σαν τραύμα για την 60χρονη ιρλανδική δημοκρατία. Είναι δε σχεδόν βέβαιο ότι το κυβερνών κόμμα Fianna Fail, που συμμετέχει στην εξουσία αδιαλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θα χάσει τις εκλογές.

Αναλόγως τραυματικά βιώνεται η υπαγωγή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην τρόικα. Η Ελλάδα έχει ανάλογη ιστορία εθνικών αγώνων και φτώχειας με την Ιρλανδία ― και ποίησης και μοναχικότητας. Η ίδια η γένεση του νεότερου ελληνισμού βασίζεται στην έννοια της αντίστασης, της ανταρσίας, του αγώνα: τα ιδρυτικά πρόσωπα του νεότευκτου κρατιδίου είναι πρώτα πολεμιστές, επαναστάτες και μάρτυρες, και μαζί ποιητές και λόγιοι: Ρήγας, Αλ. Υψηλάντης, Καραϊσκάκης, Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Κοραής, Σολωμός…

Η ίδρυση του κράτους, πριν από περίπου δύο αιώνες, όμως από επαναστάτες, συνοδεύεται από σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας προς το εξωτερικό, και από σχέσεις διαρκώς εμφιλοχωρούντος διχασμού και πελατειακότητας στο εσωτερικό. Ο ελληνισμός εντός του κρατιδίου συστέλλεται και διαστέλλεται διαρκώς πέριξ πολλαπλών αξόνων: εξάρτηση-ανεξαρτησία, συρρίκνωση-επέκταση, φτώχεια-ευημερία, ελλαδικότητα-διασπορά, νίκες-καταστροφές, υποταγή-αντίσταση, δημοκρατία-δικτατορία. Σε κάθε περίοδο εντούτοις, ακόμη και σε περίοδο καταστροφής ή κατοχής, η έγνοια για την ελευθερία και την ανεξαρτησία είναι πρωταρχική, η περηφάνια του λαού, που ξεσηκώθηκε εναντίον μακραίωνου κατακτητή και επεβίωσε και πρόκοψε, είναι η ιδρυτική και διαρκώς συνέχουσα ύλη των ανθρώπων που γεννιούνται και κατοικούν στον τόπο.

Το πιο επισκέψιμο εθνικό μνημείο του Δουβλίνου είναι η φυλακή όπου εκτελέστηκαν οι δώδεκα ηγέτες του απελευθερωτικού αγώνα του 1912. Ανάλογα μνημεία μαρτυρίου για την ελευθερία είναι διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα, από το 1821 ώς τις μέρες της χούντας ― παρότι δεν προσελκύουν τόσους πολλούς επισκέπτες πια, ίσως διότι η ελευθερία θεωρείται αυτονόητη στις μέρες μας. Δεν είναι. Η ελευθερία και η ανεξαρτησία, η αυτοδιάθεση, η αυτονομία και η αυτοβουλία ενός λαού δοκιμάζονται διαρκώς και διαρκώς κατακτώνται. Υπό αυτή την έννοια, η οικονομική αποτυχία της χώρας ― που δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δικά μας σφάλματα― συνιστά μια καταστροφή της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, ή τουλάχιστον έναν σοβαρότατο κλονισμό τους, και πρώτος έσπευσε να το χαρακτηρίσει έτσι ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, περίπου πριν από ένα χρόνο, όταν κανείς πολίτης δεν είχε ιδέα περί Μνημονίου και κηδεμονίας. Εξ ου και το διάχυτο αίσθημα ανημπόριας, ταπείνωσης, περιορισμού, που βιώνεται παράλληλα με τον φόβο της φτώχειας, με την ίδια τη φτώχεια, με την αδυναμία των πολιτών να διορθώσουν ή να ορίσουν τη μοίρα τους.

Την εντύπωση της υποτέλειας και τον τραυματισμό της εθνικής υπερηφάνειας εντείνουν διάφορες συμπεριφορές Ελλήνων αξιωματούχων ή Ευρωπαίων επιτρόπων. Οι Ελληνες υπουργοί που κρύβονται πίσω από διατάξεις του Μνημονίου για να δικαιολογήσουν την έλλειψη διαπραγμάτευσης, η αλαζονεία τους ακόμη και αυτή την τραγική στιγμή, τα ψεύδη και οι παλινωδίες εντείνουν την εθνική ντροπή. Η εκτενής ατιμωρησία φοροφυγάδων και εισφοροφυγάδων, η αδράνεια και η μη επιβολή του νόμου, επίσης, Η εικόνα της Βουλής που σέρνεται από Εξεταστική σε Εξεσταστική, χωρίς ποτέ να τιμωρείται κανείς, τροφοδοτεί επίσης την πικρία, την οργή και την απογοήτευση. Ο αστεϊσμός του επιτρόπου Ολι Ρεν ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου, ότι χάνει το ποδόσφαιρο της Κυριακής για να ασχοληθεί με την προβληματική Ελλάδα, ήταν επίσης δείγμα ιταμής συμπεριφοράς έναντι ενός ολόκληρου λαού που υποφέρει.

Η κατάρρευση των δημοσιονομικών και η πτώση της ανταγωνιστικότητας είναι γεγονότα αδιαμφισβήτητα. Ωστόσο η εσπευσμένη υπαγωγή στα κελεύσματα του Μημονίου, υπό όρους επαχθείς, που θέτουν την εθνική κυριαρχία ως εμπράγματη ασφάλεια, που παραπέμπουν τον δανεισμό στο βρετανικό δίκαιο και απαγορεύουν άλλη διαχείριση του χρέους, είναι υπαγωγή της Ελληνικής Δημοκρατίας σε κηδεμονία. Πολύ περισσότερο που αυτή η υπαγωγή επιβάλλει αλλεπάλληλα σκληρά μέτρα λιτότητας, χωρίς ορατό τέλος, και ριζική αναδιάρθρωση της νομοθεσίας που διέπει την εργασία και την κοινωνική μέριμνα· ουσιαστικά, απορρύθμιση της εργασίας και απίσχναση του κοινωνικού κράτους.

Η ελληνική κυβέρνηση δι’ αιφνιδιασμού κατάφερε να εξασφαλίσει όχι μόνο την οριακή πλειοψηφία για την υπερψήφιση του Μνημονίου, αλλά και την παγωμένη ανοχή του σοκαρισμένου πληθυσμού, μεγάλου μέρους του τουλάχιστον, εφόσον το Μνημόνιο παρουσιάστηκε ως μοναδική λύση σωτηρίας, μετά τις προεκλογικές ψευδείς υποσχέσεις, τον προϋπολογισμό παροχών, την πολύμηνη ολιγωρία και τους λεονταρισμούς που οδήγησαν σε σφοδρή κρίση δανεισμού.

Οι πολίτες ενοχοποιήθηκαν για την κρίση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: κάθε επαγγελματική και κοινωνική ομάδα στρέφεται διαδοχικά εναντίον της άλλης, και όλοι απομένουν κερματισμένοι, μόνοι, χωρίς φρόνημα, χωρίς αλληλεγγύη, χωρίς ελάχιστο κοινό στόχο και ελπίδα. Ενας λαός όμως διαιρεμένος, ψυχικά διχασμένος, εθνικά ταπεινωμένος, και επιπλέον φτωχός και έμφοβος, δεν μπορεί να ανακάμψει. Απαιτείται επειγόντως αναστροφή: ανάκτηση της περηφάνιας. Φτωχοί μπορούμε να ζήσουμε, να μη ζήσουμε όμως σαν δούλοι.

Η υπαγωγή της χώρας στις προβλέψεις και την πειθαρχία του Μνημονίου των δανειστών της, προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία στο βραχύ μέλλον, προκάλεσε βίαιη αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Από τη μια πλευρά βρέθηκε η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος, που υπέγραψε το Μνημόνιο. Μαζί της βρέθηκαν το ακροδεξιό-λαϊκό κόμμα ΛΑΟΣ και η συντηρητική-νεοφιλελεύθερη βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη. Απέναντι, βρέθηκαν τα κόμματα της Αριστεράς, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία.

Σε πρώτη ανάγνωση οι συμπαρατάξεις είναι παράδοξες. Ιδίως η συμπαράταξη των ακροδεξιών με τους σοσιαλιστές. Ο ΛΑΟΣ δικαιολόγησε τη στάση του ως στάση ευθύνης: ανταποκρίθηκε στο δίλημμα «μοναδική υπάρχουσα λύση ή καταστροφή». Η Νέα Δημοκρατία δέχτηκε δριμεία κριτική εκ δεξιών για την καταψήφιση του Μνημονίου: η συντηρητική παράταξη, λένε, δεν μπορεί να είναι αντισυστημική, ανεύθυνη.

Η στάση της ΝΔ μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση αυτοσυντήρησης: αν η αντιπολίτευση ταυτισθεί με την κυβέρνηση σε μια μείζονα ιστορική επιλογή, παύει να έχει λόγο ύπαρξης, παύει να λειτουργεί ως εναλλακτική στην υπάρχουσα εξουσία. Προφανές. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι ότι η εναντίωση της ΝΔ, πολύ περισσότερο από την αναμενόμενη εναντίωση της Αριστεράς, δίνει υπόσταση στην έννοια της αντιπολίτευσης και δι’ αυτής διατηρεί δυνατή την ελευθερία, ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Η εναντίωση της ΝΔ, ανεξαρτήτως της ιδιοτέλειας ή της ειλικρίνειας της ηγεσίας της, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα επιλογής και εναλλαγής, διατηρεί ισχυρό τον έλεγχο της εξουσίας, διατηρεί ισχυρή τη διαφορά, ως θεμέλιο της ελευθερίας.

Η ταύτιση και συμπαράταξη όλου του πολιτικού φάσματος, πλην Αριστεράς, υπέρ του Μνημονίου θα προσέδιδε αφενός θρησκευτικού χαρακτήρα ορθότητα στη «μοναδική επιλογή», αφετέρου, θα προσέδιδε βοναπαρτική υπερεξουσία στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ζήτησε και ζητεί απεγνωσμένα τη συναίνεση, για να μοιραστεί την ιστορική ευθύνη και να μοιράσει το βάρος του πιθανού λάθους. Εξ ου και τα σενάρια για μια «κυβέρνηση προθύμων» προσεχώς. Εξ ου και η κυβερνητική ρητορική εκδιπλώθηκε με όρους εμφυλίου: υπέρ ή εναντίον της πατρίδας. Ετσι όμως υποδαύλισε μνήμες από υπαρκτά τραύματα, από συμπεριφορές υποτέλειας, εθελοδουλείας, εξάρτησης, από πράξεις δοσιλογισμού και αδελφοκτονίας ― αυτή όμως η εκβιαστική ρητορική λειτουργεί εντέλει εις βάρος της κυβέρνησης. Η εκβίαση μονολιθικής συναίνεσης ουσιαστικά λειτουργεί διχαστικά και όχι συμφιλιωτικά. Η συμφιλίωση προϋποθέτει την αναγνώριση του αντιπάλου ως διαφορετικού, προϋποθέτει τη διαφορά, παραχωρείται αμφοτερόπλευρα, αμοιβαία, σε ιστορικά συμφραζόμενα. Η συναίνεση απαιτείται ως προσχώρηση στη «μοναδική επιλογή», ως μονομερής προσέγγιση, ως ρυμούλκηση σε συμφραζόμενα τακτικισμού· ως τέτοια, συνιστά τακτικό εκβιασμό που αντιβαίνει στην ουσία της ελευθερίας.

Ας το δούμε κι αλλιώς: η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν-διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας. Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: «Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ. Η αντιπολίτευση αναγκάζεται να κάνει κινήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της υπάρχουσας τάξης, […] επιδιώκει να προσελκύσει τις μάζες με το μέρος και να πείσει τους νέους ηγέτες που αναδεικνύονται από τις γραμμές της κοινωνίας. […] » (Οι Μακιαβελιστές, υπέρμαχοι της ελευθερίας, εκδ. Κέδρος).

Ελάχιστους μήνες μετά την κατείγουσα υπαγωγή στο Μνημόνιο, είναι φανερό ότι οι αρχικές υποσχέσεις εξασφάλισης έχουν καταρρακωθεί, οι όροι του διαρκώς αναθεωρούνται, οι αγορές προεξοφλούν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, και ουδείς μπορεί να πεί ότι η «μοναδική επιλογή» ήταν πράγματι μοναδική και η καλύτερη δυνατή μεσοπρόθεσμα για τα εθνικά συμφέροντα.
Κατά τούτο, η παράδοξη εναντίωση της «συστημικής» ΝΔ, μαζί με την εναντίωση της Αριστεράς, όχι μόνο εξασφαλίζει την δική τους ύπαρξη, αλλά παρέχει κι ένα πολιτικό απόθεμα στην ελληνική δημοκρατία: δεν προοικονομείται απλώς μια κυβέρνηση ενάντιων και «μη προθύμων», α λα Ουγγαρία, μα κυρίως δίνεται η ευκαιρία να επανεκκινήσει μια αναζωογονητική κυκλοφορία των ελίτ, προς όφελος και των σιωπηλών μαζών.

φωτ.: Κώστας Βαρώτσος, Σπασμένη σημαία.

Η νεανική εξέγερση του Δεκέμβρη ’08 χωρίζει αδιόρατα μα βαθιά την πολιτική ζώη σε Πριν και Μετά. Υπό μία έννοια, προοικονομεί τον ακόμη βαθύτερο χωρισμό σε εποχή Πριν και Μετά το Μνημόνιο, τον Μάιο του ’10. Και τα δύο ορόσημα ήσαν απρόβλεπτα, πολύ περισσότερο ο Δεκέμβρης, και τα δύο ορόσημα ερέθισαν, σχεδόν τραυμάτισαν, το συλλογικό φαντασιακό· και τα δύο έθεσαν το ζήτημα της βίας, της σύγκρουσης, έθεσαν ζητήματα αυτοαναγνώρισης, συλλογικότητας, αντοχών της δημοκρατίας, αντοχών της κοινωνίας, αντοχών των θεσμών.

Ο κοινωνικός πόνος που προκαλεί, και θα προκαλεί, ο επαχθής δανεισμός σκεπάζει προσωρινά την ουλή του Δεκέμβρη. Η σημερινή απειλή είναι καταρχάς υλική, εξόχως υλική, απειλεί με φτώχεια και σπάνι· και αφορά όλο τον παραγωγικό πληθυσμό, τον κόσμο της εργασίας, τα νοικοκυριά, τις οικογένειες. Αντιθέτως, ο σπασμός του Δεκέμβρη αφορούσε πρωτίστως τους νέους, τη γενιά των επισφαλών των 700 ευρώ και των σταζ, τους υπερεντατικοποιημένους έφηβους, τα παιδιά που όλοι λέγανε ότι δεν θα ‘χουν μέλλον.

Το μέλλον… Ο χρόνος, η ζωή. Σε πρόσφατη πολύωρη συζήτηση με μαθητές, άκουσα τι λένε σήμερα οι 17-20 ετών, αυτοί που έζησαν τα δεκεμβριανά. Εμεινα έκπληκτος από την ωριμότητα, τον πραγματισμό, τη μελαγχολία τους. «Ζητούσαμε χρόνο, τον χρόνο μας… Δεν αντέχουμε το σχολείο, αυτό το σχολείο, αυτή τη ζωή… Ζητούσαμε τη ζωή μας…» Τα λόγια έπεφταν αβίαστα, χωρίς εύκολα συμπεράσματα, χωρίς ωραιολογίες. «Δεν βγήκε τίποτε, δεν ξέρω αν βγαίνει τίποτε, μάθαμε πάντως ότι μόνος του ο καθένας δεν βγάζει τίποτε, μόνο ενωμένοι μπορεί να πετύχουμε κάτι… Και ναι, εκείνες οι ώρες στον δρόμο ήταν γιορτή, όλοι μάς άκουγαν κι ακούγαμε ο ένας τον άλλο…»

Τη γιορτή και την έκρηξη διαδέχεται η μελαγχολία, εξόχως νεανική, εξόχως ρομαντική. Και μια αδιόρατη αποδοχή του No Future: όσο χαμηλώνουν οι υλικές προσδοκίες, φουντώνει η λαχτάρα μια νέας συλλογικότητας, σχεδόν ουτοπικής, και μαζί στερεώνεται ένας βιωμένος πραγματισμός: τα παιδιά αυτής της γενιάς ενηλικιώθηκαν απότομα, και πολύ νωρίς, σε αντίθεση με τους γονείς τους. Υπό αυτή την έννοια, το ξέσπασμά τους ίσως διεύρυνε το νόημα της κουρασμένης μεταδημοκρατίας μας, βάζοντας στην πολιτική ατζέντα ξεχασμένους όρους, όπως αλλαγή, μετασχηματισμός, διεκδίκηση του σώματος, διεκδίκηση του δημόσιου χώρου.

Ο πολιτικός επιστήμονας Ανδρέας Καλύβας, αν. καθηγητής στη Νew School της Ν. Υόρκης, πήγε ακόμη πιο μακριά: στο δεκεμβριανό ξέσπασμα είδε μια διεύρυνση του δημοκρατικού χώρου για τους αποκλεισμένους («An Anomaly? Some Reflections on the Greek December 2008”). Και ο διάσημος φιλόσοφος Ετιέν Μπαλιμπάρ είδε στη φλεγόμενη Ελλάδα όλη την Ευρώπη: «Αν η Ευρώπη είναι για μας πρώτα από όλα το όνομα ενός ανεπίλυτου ακόμα πολιτικού προβλήματος, η Ελλάδα είναι ένα από τα κέντρα της, όχι μόνο εξαιτίας της μυθικής καταγωγής του πολιτισμού μας, που συμβολίζεται από την Ακρόπολη των Αθηνών, αλλά εξαιτίας των σημερινών προβλημάτων που είναι συγκεντρωμένα εκεί… Με αυτή την έννοια, η ελληνική εξέγερση είναι ένα σύμπτωμα της Ευρώπης».

To Mνημόνιο Στήριξης που προσυπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση τον περασμένο Μάιο έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί ένας διχασμός των πολιτικών δυνάμεων και του ίδιου του λαού, που διαπερνά έκτοτε τον δημόσιο βίο με άλλοτε άλλες κορυφώσεις. Τελευταία κορύφωση υπήρξαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, κατά τις οποίες η αποδοχή ή η απόρριψη του μνημονίου ετέθη ως δραματικό δίλημμα: υπέρ ή κατά της πατρίδος, με πρώτο κηρύξαντα τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Ο λαός άλλοτε υπέκυψε στο δίλημμα, με πολωτική εκδήλωση ψήφου, και άλλοτε το υπερέβη, είτε δια της αποχής και της λευκής ψήφου, είτε δια της εκλογής ανεξάρτητων ή πολυσυλλεκτικών αρχόντων. Ο διχασμός όμως παραμένει, κυρίως σαν διχογνωμία, σαν διχοστασία, αλλά και σαν βασανιστικό ερώτημα αναχρονισμού: Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι άλλο μπορούσε να γίνει;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν ουσιαστικό όφελος, από τη στιγμή που το ιστορικό ενδεχόμενο έχει μεταπέσει σε ιστορικό γεγονός. Πριν από την υπογραφή του Μνημονίου Στήριξης και των επαχθών όρων του, το περίφημο εξάμηνο μετά τις εκλογές του 2009, ο δανεισμός υπό τους όρους της τρόικας ήταν ένα ενδεχόμενο ανάμεσα σε μερικά άλλα. Αυτά τα “άλλα” δεν τα μάθαμε ποτέ, δεν μπήκαν στον επίσημο δημόσιο λόγο από την κυβέρνηση, άρα δεν είχαν την δυνατότητα να γίνουν γεγονός, παρέμειναν ενδεχόμενα, μάλιστα άδηλα και άρρητα. Ως ιστορικό γεγονός έμεινε το Μνημόνιο· βάσει αυτού τώρα ορίζεται ο δημόσιος λόγος, η υλικότητά του ορίζει και τον διχασμό που αναδύθηκε.

Κάτω βέβαια από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. Ιδίως τότε, στα χρόνια της ανάδυσης και στα χρόνια της ίδρυσης, παρατηρείται αδρά μια διττή στάση των υποκειμένων που αυτοαναγνωρίζονται ως Ελληνες: αφενός, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν ως Ελληνες αλλά ενσωματωμένοι στο επικυρίαρχο σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας (ή προσαρτημένοι σε άλλους επικυρίαρχους, αργότερα), αφετέρου, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν απελευθερωμένοι και ανεξάρτητοι από το επικυρίαρχο σύστημα, όσοι διαπνέονται από πνεύμα αντίστασης και εναντίωσης.

Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. Οχι μόνο όμως ως διχοστασία, σαφής και διακριτή κάθε φορά· συχνά, τα όπλα και η ρητορική του ενός γίνονται όπλα και ρητορική του άλλου, εκτρεπόμενα από την αρχική τους χρήση· συχνά επίσης οι διισταμένες τάσεις συγχωνεύονται σε μια τρίτη, προς μια κατάσταση ισορροπίας, ή και αποσύρονται οι εντάσεις εν όψει κινδύνων που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου.

Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα υπογραμμίζει όχι μόνο τις ποικίλες σχέσεις εξάρτησης που καλλιεργούν εγχώριες ελίτ, αλλά και τη σταθερά ιμπεριαλιστική διάθεση των υπερόριων ισχυρών φίλων προς τον αδύναμο γεωπολιτικό κρίκο. Επιπλέον, υπογραμμίζουν τη σχεδόν μόνιμη πνευματική καχεξία των υποτελών ελίτ και την αδυναμία τους να αρθρώσουν ένα επαρκώς αυτοτελές κοσμοείδωλο, διακριτή ταυτότητα, ιθαγενή σκέψη, αν όχι πρωτότυπη, τουλάχιστον αυτόνομη, γνήσια και λυσιτελή για το κοινό συμφέρον, για το κοινό καλό.

Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; Είπαμε, το ιστορικό γεγονός είναι το Μνημόνιο, όλα τα άλλα παρέμειναν ενδεχόμενα· άρα, οφείλουμε να πράξουμε βάσει του γεγονότος, επί του γεγονότος και πέραν αυτού· να μείνει πίσω αυτό και να δημιουργήσουμε άλλα γεγονότα, όχι να μηρυκάζουμε ενδεχόμενα. Από δω και πέρα.

Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.

Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου. Η κρίση φέρνει ευκαιρίες ― ιδού μια κοινοτοπία που μένει να υποστασιωθεί: Ευκαιρίες ερείπωσης ή ευκαιρίες αναγέννησης;

Ο μεγάλος χαμένος των αυτοδιοικητικών εκλογών της 7ης Νοεμβρίου θα είναι η αυτοδιοίκηση. Οπως όλα δείχνουν, η εκλογική αναμέτρηση, ιδίως στις περιφέρειες και στους μεγάλους δήμους, παίρνει χαρακτήρα σύγκρουσης γύρω από το Μνημόνιο, τα κυβερνητικά μέτρα αιματηρής λιτότητας και την ύφεση που ήδη πλήττει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο αυτοδιοικητικός χαρακτήρας των εκλογών διατηρείται μόνο στους μικρούτερους δήμους, κι εκεί όχι με αναπτυξιακή λογική αλλά περισσότερο λόγω τοπικισμών και συμφερόντων.
Διάβασε παρακάτω

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 6 days ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 1 week ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 1 week ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.411 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: