You are currently browsing the tag archive for the ‘μνήμη’ tag.

Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η ταινία της χρονιάς, από τώρα· σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορρεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.

Στην πολωνική ταινία πρωταγωνιστούν δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο κόσμοι. Η νεαρή δόκιμη μοναχή Αννα, και η ώριμη δικαστίνα Βάντα. Η Αννα είναι η Εβραία Ιντα, ορφανό πολέμου που μεγάλωσε σε μοναστήρι Καθολικών. Η θεία της, αδελφή της μητέρας της, είναι η κομμουνίστρια Κόκκινη Βάντα, πρώην εισαγγελέας, αλκοολική. Η μία πιστεύει, η άλλη όχι. Οι διαφορές σταματούν εδώ. Οι ομοιότητες είναι βαθύτερες: δεν έχουν ρίζες, δεν έχουν οικογένεια, οι ζωές τους ξετυλίγονται πάνω στην έλλειψη, την απουσία, τα θαμμένα μυστικά, τη λήθη. Την παραμονή της κουράς της μοναχής, οι δύο γυναίκες θα ανταμώσουν για πρώτη φορά και θα ξεκινήσουν το μοναδικό κοινό τους ταξίδι, σε αναζήτηση του κοινού τους παρελθόντος. Αναζητούν τους νεκρούς τους, γονείς και παιδιά, τα οστά των δολοφονημένων και χαμένων του Ολοκαυτώματος.

Ολη η ταινία είναι η κάθοδος στον Αδη με τη μορφή ενός road movie στην άχρονη πολωνική ύπαιθρο· σε έναν κάμπο που συμπυκνώνει κάτω από την ακινησία του τον καθολικισμό, τον εβραϊσμό, τη γενοκτονία, τον πόλεμο, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και πάνω απ’ όλα τον ανελέητο, διαρκή αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση. Η περιπλάνηση των δύο γυναικών μοιάζει εξωτερικά με τις υπαρξιακές περιπλανήσεις ταινιών του Βέντερς ή του Αντονιόνι, αλλά εδώ το δράμα δεν περιέχει καμία διαφυγή από τη μοίρα, ούτε καν σύγκρουση, το δράμα αντηχεί περισσότερο τις ηθικές και μεταφυσικές δονήσεις του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι, του Κισλόφσκι και του Ζανούσι. Στο τέλος του δρόμου υπάρχει πάλι κενό, συν την πικρή επίνοια του ταξιδιού.

Ο Παβλικόφσκι μιλώντας για το υπαρξιακό κενό στη Μεσευρώπη του ’60, κατορθώνει να μιλήσει βαθιά και σπαρακτικά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα· μάλλον για τη βαριά κληρονομιά του Ευρωπαίου ανθρώπου της νεωτερικότητας, κληρονομιά φρίκης και αναμέτρησης με τα όρια. Η Ευρώπη της Ida είναι στοιχειωμένη από κρυμμένα οστά, ανεύρετους τάφους, πεισματική αμνησία, ηθική απογύμνωση. Ο αγρότης-φονιάς κουλουριάζεται μες στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο, ο θύτης είναι το ίδιο τελειωμένος όσο και τα θύματα. Εχει χαθεί η ιερότητα της ζωής, η ζωή σαν θαύμα.

Η Ιντα ρωτάει τον κούκλο σαξοφωνίστα τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφού παίξουν Kολτρέιν σε συναυλίες, αφού παντρευτούν και κάνουν παιδιά. Απλώς, θα ζήσουμε, λέει ο Λις. Η Ιντα, αφιερωμένη του Χριστού, έμπειρη πλέον του θανάτου και της φρίκης, σηκώνεται από το κρεβάτι του παρθενικού έρωτα, φοράει το ράσο της δόκιμης και ακολουθεί την σκολιά οδό. Η κάμερα για πρώτη φορά κινείται σωματικά, και για πρώτη φορά η μουσική που ακούει ο θεατής δεν είναι η μουσική που ακούν οι ήρωες.

Ο Παβλικόφσκι κατορθώνει μια κινηματογραφική αφήγηση λάμπουσα, άρτια, προσωπική, συγκινούσα, χωρίς φορμαλιστική εκζήτηση, αλλά και χωρίς παραχωρήσεις στο τηλεοπτικό γούστο. Τα κάδρα του είναι γεωμετρημένα έτσι ώστε να υπηρετούν ψυχικά πυκνώματα και κενά, να αναδεικνύουν τα πρόσωπα ενώπιον της μοίρας τους· το ασπρόμαυρο είναι στιλπνό και πλούσιο, καταγραφικό και αφαιρετικό μαζί· η φόρμα, παρότι τολμηρή, υπηρετεί και αναδεικνύει, δεν επιδεικνύεται. Ο Παβλικόφσκι πετυχαίνει μια ευτυχή κράση φόρμας και περιεχομένου, επειδή έχει κάτι να πει· για τη ζωή, τις ζωές των ανθρώπων, για τον πυρήνα της ύπαρξης, εκεί που συμφύρονται η ελπίδα, η αφέλεια, η απάθεια, η ερήμωση. Αν πρέπει να περιγράψουμε με μια λέξη την τέχνη του, θα ήταν: οικονομία. Τίποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει.

Η Ida -όπως και η Grande Belezza, αλλιώς- είναι αφήγηση για το μεταίχμιο της Ευρώπης, και είναι συναναστροφή με τους νεκρούς. Είναι αποδοχή της πολυπλοκότητας και του χάους, χωρίς κρίσεις και διδάγματα. Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων, αγγίζονται, κι ύστερα αποτραβιούνται. Η Βάντα, άδεια, πικρή, επιλέγει το κενό· η Ιντα δακρύζει, λοξοδρομεί, ωριμάζει σε 82 φιλμικά λεπτά, επιλέγει τον όρκο της αναχώρησης.

Advertisements

«Σήμερα είμαι άνθρωπος, σήμερα μπορώ να κλάψω». Η γυναίκα που προφέρει αυτά τα βαριά λόγια είναι επιζήσασα του γκέτο της Βαρσοβίας. Παρακολουθεί μια ταινία, με σκηνές από τον τόπο μαρτυρίου εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων, όσων πέθαναν από πείνα και επιδημίες, αφού πρώτα απανθρωπίστηκαν.

Η γυναίκα που μπορεί να κλάψει, ύστερα από 68 χρόνια, τον χρόνο της κινηματογράφησης ήταν κορίτσι δέκα ετών. Στα πεζοδρόμια του γκέτο περπατούσε πλάι σε πτώματα, δεν γυρνούσε ποτέ να τα κοιτάξει, γιατί φοβόταν μην έρθει η δική της σειρά. Τότε δεν μπορούσε να κλάψει. Τώρα είναι ευτυχισμένη που μπορεί.

«Το Γκέτο, μια ταινία που δεν έγινε ποτέ» (A Film Unfinished)) είναι ένα συνταρακτικό ντοκυμαντέρ, γυρισμένο το 2010 από τη σκηνοθέτρια Yael Hersonski, με βάση το κινηματογραφικό υλικό που είχαν γυρίσει γερμανικά συνεργεία, τον Μάιο του 1942. Τριάντα μέρες γυρισμάτων, 62 λεπτά αμοντάριστων πλάνων που βρέθηκαν το 1998· στα κουτιά υήρχε μόνο η λέξη «Das Ghetto».

Η κινηματογράφηση είχε γίνει, όπως πολλές άλλες, για να υπηρετήσει τη ναζιστική προπαγάνδα, μια τρομερή μηχανή κατασκευής αλήθειας και στερεοτύπων· η συγκεκριμένη φιλοδοξούσε, αφενός, να καταδείξει τα φυλετικά γνωρίσματα και τον χαρακτήρα των Εβραίων, αφετέρου, να δείξει ότι μέσα στο γκέτο επικρατούσαν ελευθερία και αφθονία, τέτοιες που οι πλούσιοι Εβραίοι καλοπερνούαν εις βάρος των φτωχών συμπατριωτών τους. Η προπαγανδιστική μηχανή έστησε σκηνές πλούσιων γευμάτων σε εστιατόρια, χορούς, έστησε συγκεντρώσεις, λαμπρές κηδείες. Στο αμοντάριστο υλικό όμως υπήρχε και η άλλη όψη του γκέτο: ο λιμός, η εξαθλίωση, ο απανθρωπισμός, ο θάνατος, τα πτώματα στους δρόμους, οι ομαδικοί τάφοι. Λίγο μετά την αναχώρηση του συνεργείου, τον Ιούλιο, άρχισε η Τελική Λύση στο γκέτο, η μεταφορά και εξόντωση 300.000 ανθρώπων στο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα.

Τρία νήματα σκέψης από το ντοκυμαντέρ. Ενα, η διαδικασία απανθρωπισμού, όπως εξελίσσεται σε συνθήκες κράτησης και στέρησης. Η στέρηση δεν είναι μόνο υλική, δεν είναι μόνο καταδίκη σε αργό θάνατο, είναι ταυτοχρόνως στέρηση της ελευθερίας, που συνδυασμένα και σταδιακά γίνεται έλλειψη ενδιαφέροντος για τον κοινωνικό βίο, έλλειψη συμπόνιας, έλλειψη αξιοπρέπειας, έλλειψη ενδιαφέροντος για τη ζωή. Οι άνθρωποι στο γκέτο, άπαξ και περνούσαν ένα κρίσιμο κατώφλι, βυθίζονταν στην απάθεια, περίμεναν απλώς να πεθάνουν. Αυτό μας το έχει μεταδώσει με μοναδικό τρόπο στον 20ό αιώνα, ο σπουδαίος Πρίμο Λέβι, αυτός που γλύτωσε από το Αουσβιτς, για να γίνει μάρτυρας της ανθρώπινης κατάστασης στα άκρα. Ο Λέβι έγραψε: «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος». Η επιζήσασα, που βλέπει στο ντοκυμαντέρ τους απαθείς και τους σωρούς πτώματων, λέει το ίδιο: «Σήμερα είμαι άνθρωπος, σήμερα μπορώ να κλάψω. Είμαι ευτυχισμένη που μπορώ να κλάψω, που είμαι άνθρωπος».

Δεύτερο νήμα: Η προπαγάνδα. Η συστηματική εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων, εξαιτίας φυλετικού μίσους, είναι η πιο φανερή όψη του ναζισμού, η μηχανή ολέθρου που εξορκίζεται. Η προπαγάνδα είναι η άλλη μεγάλη μηχανή, αυτή που κατασκευάζει κόσμο, κατασκευάζει αλήθεια, πραγματικότητα, συνεδήσεις· αυτή η μηχανή δεν εξορκίζεται. Αντιθέτως, τα εργαλεία και οι τρόποι της χρησιμοποιούνται πάντα, και τώρα, από πολλούς, με πολλούς τρόπους, για πολιτικούς ή εμπορικούς σκοπούς. Η ταινία «Das Ghetto» τρομάζει όχι μόνο με την περιέχουσα φρίκη, αλλά με τη μέθοδο και με τον σκοπό της: να ξαναγράψει την ιστορία.

Τρίτο νήμα. Απέναντι στην προπαγάνδα της ναζιστικής παρα-τεκμηρίωσης, στέκεται η ανθρωπινότητα δια της μνήμης. Οσο οι Γερμανοί ναζί κατασκεύαζαν τη δική τους ιστορία φυλετικού μίσους και εξολόθρευσης στο Γκέτο, καταρτίζοντας αρχεία και τεκμήρια, ο Ανταμ Ρίνγκελμπλουμ κατέγραφε την ζώσα ιστορία. Ο Πολοωνοεβραίος ιστορικός συνέλαβε το σχέδιο «Χαρά του Σαββάτου», κατά το οποίο δάσκαλοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, επιστήμονες, έγραφαν λεπτομερώς και συνέλεγαν ντοκουμέντα γύρω από οτιδήποτε συνέβη στη Βαρσοβία από την αρχή έως την καταστροφή του γκέτο. Το σώμα των μαρτυριών μπήκε σε τρία κάνιστρα γάλακτος και δέκα μεταλικά κουτιά και κατεκρύβη στα θεμέλια του γκέτο. Ολα, πλην ενός, βρέθηκαν, αποδίδοντας 30.000 φύλλα μαρτυριών, μνήμης, ιστορίας. Ο ορισμός του ζώντος αρχείου.

Τι είναι ιστορία; Ο νικητής εξολοθρευτής έγραφε τη δική του, με κινηματογραφικές υπερπαραγωγές, με καταλόγους παπουτσιών και τιμαλφών στα λάγκερ. Το θύμα, ο κυριαρχούμενος, ο ηττημένος, έφτιαξε το δικό του αρχείο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων. Αν υπάρχει μια νίκη για την ανθρωπινότητα, είναι αυτή: το αρχείο των θυμάτων μάς επιτρέπει να μπορούμε να κλαίμε.

Σήμερα Κυριακή οργανώνεται για δεύτερη φορά ένας περίπατος στην Αθήνα της Κατοχής, με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας. Πέρυσι σε παρόμοιο ιστορικό περίπατο προσήλθαν πάνω από χίλια άτομα. Η ιδέα είναι απλή: ένας οδηγός μεταφέρει τους περιπατητές σε τοπόσημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Και τους θυμίζει τι συνέβη σε αυτή η γωνία, τι υποδεχόταν αυτό το κτίριο, τι συνέβη σε αυτό το πεζοδρόμιο.

Μερικά τα γνωρίζουμε. Στην οδό Μασσαλίας, εκεί που γνωρίσαμε τα υπαίθρια μικροβιβλιοπωλεία, βρισκόταν επί Κατοχής το νεκροτομείο· εμείς γνωρίσαμε το νεκροτομείο στα κτίρια της Ιατρικής στο Γουδί. Καλούμαστε να ανασυνθέσουμε μια σκληρή εικόνα: τα κάρα που μετέφεραν στη Μασσαλίας τις σορούς των νεκρών του κατοχικού λιμού.

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ένα μισοκρυμμένο μνημείο θυμίζει ότι εδώ η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ, που στρατολογούσε Ελληνες για τη Βέρμαχτ. Το γνωρίζω. Γνωρίζω ότι στα υπόγεια της Κοραή ήταν τα κολαστήρια της Κομαντατούρ, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες πατριώτες – τα έχω επισκεφθεί. Δεν γνώριζα όμως ότι Πανεπιστημίου 64 και Σανταρόζα βρισκόταν το καζίνο του Μαυροκέφαλου, όπου μαυραγορίτες και δωσίλογοι έπαιζαν τις λίρες της προδοσίας.

Η πόλη είναι η μνήμη της, μάλλον οι μνήμες των ανθρώπων της, αυτών που έζησαν κι αυτών που τη ζουν τώρα, συνυφασμένες αξεδιάλυτα σ’ ένα συνεχές χωροχρόνου άλλοτε ορατό κι άλλοτε κρυμμένο, πάντα εκεί, πάντα εδώ, περιμένει να το δούμε, να μας μιλήσει, να μας παρωθήσει σε αυτογνωσία.

Η Αθήνα είναι τέτοιο θέατρο μνήμης, που περιμένει το βλέμμα του κατοίκου, του περιπλανητή, για να ανασύρει δράματα ατομικά και συλλογικά, τραγωδίες και ειρωνικές λεπτομέρειες. Εδώ μια κλινική που φιλοξένησε τραυματίες, στην Οικονόμου το σπίτι του Λαπαθιώτη, στην Ασκληπιού του Παλαμά, στη Ζωοδόχου Πηγής του Κουν, στην Ιπποκράτους έξω από την πανεπιστημιακή Λέσχη μαζεύονταν οι νέοι γύρω από τον Σικελιανό, στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου έπεσε ο Τέλλος Αγρας χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα τις μέρες της απελευθέρωσης, τα σημάδια στους τοίχους είναι από σφαίρες. Στη Βασιλίσσης Σοφίας δολοφονήθηκε την εποχή του Διχασμού ο Ιων Δραγούμης. Γύρω απ’ το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, μέχρι την Ομόνοια και τα Προπύλαια, εξόρμησαν οι παράτολμοι απεργοί του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης για τα γερμανικά εργοστάσια, σε αυτούς τους δρόμους πέφτουν οι δεκάδες νεκροί διαδηλωτές την 22α Ιουλίου 1943 ξεσηκωμένοι για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αυτούς τους δρόμους, τριάντα χρόνια αργότερα, πέφτουν οι νεαροί διαδηλωτές του Πολυτεχνείου χτυπημένοι από ελεύθερους σκοπευτές.

Το μεταίχμιο που ζούμε οδηγεί το βλέμμα μας σε ό,τι ήταν αθέατο έως πρόσφατα· το στρέφει από τo mall της ματαιοδοξίας στα ίχνη ενός ζωτικού παρελθόντος, σε ίχνη αγώνων και αγωνίας. Επανασυνδεόμενοι με το παρελθόν, ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε βαθύτερα το δύσκολο παρόν, την εσωτερική λογική των συμβάντων και των ενδεχομένων μες στην ιστορική ροή, ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε τη δυσχέρεια, να αντέξουμε την ιστορία ως δρώντα υποκείμενα, ως συνδιαμορφωτές, και όχι ως άβουλοι θεατές.

Πλάι στον Κεραμεικό, την Αγορά, την Πνύκα, την Ακαδημία Πλάτωνος, υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και του αβάσταχτου κλέους των χρυσών χρόνων, πλάι στους διάσπαρτους μεσαιωνικούς ή μεταβυζαντινούς ναΐσκους, διαλείμματα ησυχίας, βρίσκονται τα πρώτα οικήματα του κράτους, άλλα ταπεινά, σαν τις λαϊκές αυλές θαυμάτων του Παπαδιαμάντη, του Μητσάκη, του Ροΐδη, άλλα ευκλεή και μνημειώδη, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά, καυτατζόγλεια και άλλα. Από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, η λαϊκή και νεοκλασική Αθήνα γίνεται μοντέρνα, χαώδης, μεγάλη, χωνευτήρι, γίνεται μητρόπολη.

Σε αυτή τη μητροπολιτική κορυφή, σκοτεινιασμένη απ’ την κρίση, στεκόμαστε τώρα, αμήχανοι, σαστισμένοι, με κρυμμένη τη γραμμή του ορίζοντος. Ετσι γυρνάμε το βλέμμα στο παρελθόν. Νομίζω γόνιμα. Σίγουρα με αίσθηση σοβαρότητας, ίσως και αίσθηση επείγοντος, για να καλύψουμε κενά, για να κερδίσουμε τον άδειο χρόνο της προηγούμενης αμεριμνησίας, της αμνησίας. Περπατάμε, λοιπόν, για να ανακτήσουμε το ιστορικό κέντρο, την πόλη, τον ζωτικό χώρο της δημοκρατίας, για να ξανανιώσουμε πολίτες και ιστορικά όντα, με παρελθόν, με συνέχειες, με ρήξεις. Το άστυ είναι πολύ βαθύτερο και πλουσιότερο από real estate και gentrification.

Fotor0914114318

Πριν από μερικές ημέρες στο facebook ξεκίνησε, και συνεχίζεται, ένας από τους γνωστούς μαραθώνιους ανταλλαγής προσκλήσεων για παράθεση καταλόγου με τα «Δέκα καλύτερά μου». Ο εν λόγω γύρος, το #bookchallenge, αφορούσε τα δέκα βιβλία που έχεις διαβάσει και σου έρχονται πρώτα στον νου. Οχι απαραιτήτως αυτά που θεωρείς σημαντικότερα, ωραιότερα, πιο ωφέλιμα κ.ο.κ., αλλά αυτά που ανακαλείς μέσα στα πρώτα δύο-τρία λεπτά από την πρόκληση-πρόσκληση. Αυτή η απαιτούμενη αυθορμησία μού φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Και ενέδωσα.

Παρέθεσα μία λίστα με τίτλους που ανέβλυσαν ακαριαία, με μια ελάχιστη ανάδευση της μνήμης. Γνώριζα ότι τέτοιες δημόσιες λίστες είναι, συνηθέστατα, μείγμα ναρκισσιστικής πόζας και υπολογισμένης αυτοπεριγραφής. Αλλά ήθελα να μετρηθώ, όσο ήταν δυνατόν, να δω πώς και πόσο ο ήδη χτισμένος δημόσιος εαυτός, η δημόσια εικόνα αποστειρωμένη από τα εν τω βάθει γούστα, φανερώνεται αυθόρμητα και αφτιασίδωτα. Πιέστηκα να καταγράψω χωρίς φίλτρο ό,τι ανέβλυσε πρώτο, ακατέργαστο.

Καθώς κοιτούσα την άλλη μέρα τη λίστα μου, διαπίστωνα ότι όλοι οι συγγραφείς ήταν αναμενόμενοι, και τα βιβλία. Ηταν μέσα στο μπουκέτο των προσωπικών εμμονών, καθώς ως γνωστόν, με την πρόοδο της ηλικίας, οι εμμονές συμπυκνώνονται και σκληραίνουν. Δεύτερη διαπίστωση: τα βιβλία που έρχονται πρώτα στον νου είναι αυτά που διάβασες σε σχετικά νεαρή ηλικία ή στην πρώτη ωριμότητα, και σε σφράγισαν· αυτά που σε εντυπωσίασαν, ακόμη κι αν δεν τα κατανοούσες τότε εν τω βάθει, αυτά που σε διαμόρφωσαν, ακόμη κι αν το αντελήφθης πολύ πολύ αργότερα. Προσέτι, βιβλία που σε γέμισαν χαρά, την άγρια χαρά του οδοιπόρου ερευνητή στον κόσμο του βιβλίου, βιβλία που πρόσφεραν την τόσο ιδιαίτερη απόλαυση της ανάγνωσης, το σέρφινγκ πάνω σε λέξεις, εικόνες, έννοιες, αισθήματα· τη δυσπερίγραπτη αίσθηση αμοιβαιότητας με τον συγγραφέα και την αίσθηση ότι ένα τέτοιο ερεθιστικό έργο θα ήθελες πολύ να το έχεις γράψει εσύ.

Πόσο ποικίλα και διαφορετικά είναι αυτά τα μυητήρια βιβλία τα αλησμόνητα… Πόσο διαφορετικοί οι κόσμοι που σε γοήτευσαν και που υπογείως σε συγκρότησαν. Ο αρχαϊκός παροξυσμός της Σαλαμπό και η μελλοντική δυστοπία του Ούμπικ, η flânerie στην αστική φαντασμαγορία και η πολύσημη σιωπή των ερειπιώνων, ο ερμητικός φιλόσοφος πλάι στον λυρικό και στον ηθογράφο, ο ρομαντικός μαζί με τον μεταφυσικό.

Το πιο σημαντικό: αν η ειλικρινής, η αυθόρμητη καταγραφή στο παιχνίδι «τα δέκα καλύτερά μου» κατορθώσει εντέλει να επιπλεύσει, να μην πνιγεί από τον πανίσχυρο ναρκισσισμό και τη δημόσια αυτοεικόνιση, τότε θα δούμε ότι συμφύρονται το υψηλό και το χαμηλό, το σοβαρό και το ελαφρό, το ποιοτικό και το λαϊκό· τέτοιες διακρίσεις παύουν να ισχύουν στον πράγματι προσωπικό Κανόνα. Ενα μυθιστόρημα διαβασμένο στα δεκατέσσερα, ένα κόμικς ή ένα ποίημα ρουφηγμένα στα είκοσι, έχουν μείνει σαν τατουάζ που δεν σβήνει, ακόμη και αν εν τω μεταξύ άλλαξαν τα γούστα, οι προσδοκίες, η παιδεία, η επίκτητη ικανότητα πρόσληψης, η κρίση, ακόμη κι αν οι ρυτίδες αλλοιώνουν το αρχικό σχήμα του τατουάζ.

Ολα τα μυητήρια βιβλία είναι μέρη ενός πολύτιμου οικοσυστήματος, μαζί με ξεθωριασμένες έγχρωμες φωτογραφίες, σημειωματάρια σχεδόν ακατανόητα, κάτι τυπογραφικά δοκίμια, λείψανα ταξιδιών και διακοπών, στεγνούς στυλογράφους και αναπτήρες· ιδίως όμως δίσκους βινυλίου και κασέτες, για τα οποία ισχύουν όλα όσα είπαμε για τα βιβλία: αυτά κι αν έχουν συγκροτήσει προσωπικές μυθολογίες, εμμονές και τατουάζ… Τα βινύλια στέκουν άφωνα σε κάτω ράφια, μερικές κασέτες ενταφιασμένες στο πατάρι – στο σπίτι δεν υπάρχει πικάπ ή κασετόφωνο. Οι μουσικές τους όμως εξακολουθούν να συγκινούν και να τέρπουν, ενίοτε και να μικροπυρπολούν. Εχει παιχτεί ασφαλώς και το παιχνίδι «Οι δέκα καλύτεροί μου δίσκοι».

Γυρνάς σ’ εκείνα τα βιβλία, στην υλικότητά τους. Θυμάσαι αμυδρά ή ζωηρά, ένα διαλυμένο Βίπερ, έναν φθαρμένο κομψό Γαλαξία στο νησί, ένα κιτς γυαλιστερό εξώφυλλο καμένο από τσιγάρο, μια κομψή μονοτυπία λεκιασμένη από καφέ, ένα γεμάτο ιερογλυφικά γραμμένα με μολύβι στα περιθώρια. Ενα το βρήκες μετά από δεκαετίες στο σπίτι των γονιών όταν πια αυτοί είχαν πεθάνει, άλλο αναδύθηκε στη μετακόμιση κι ύστερα πάλι χάθηκε, λίγα διασώζονται σε τιμητική θέση, τα περισσότερα εξαχνώθηκαν και η ύλη τους κατοικεί έκτοτε μέσα σου.

Η είδηση του θανάτου της Τζένης Βάνου με οδήγησε ακαριαία στη συνέντευξή της στην Καθημερινή της Κυριακής, τα Χριστούγεννα του 2010 («Ολη η ζωή μου είναι ένα δυνατό μελό»). Θυμήθηκα αχνά το περίτεχνο σκαρίφημα βίου που είχε αποδώσει η Γιώτα Συκκά μέσα από τη συνομιλία της με τη σπουδαία τραγουδίστρια. Ανέτρεξα στο αρχείο και ανασυστήθηκε μπρος στα μάτια μου η συνομιλία, ο πολυκύμαντος βίος, η αδρή προσωπογραφία, μια ολόκληρη εποχή και μια Ελλάδα, όχι μακρινή αλλά μισοξεχασμένη και παρερμηνευμένη.

Οταν είδα εκτενείς αναπαραγωγές αυτής της συνέντευξης (δυστυχώς χωρίς τη δέουσα παραπομπή και απόδοση), θυμήθηκα επίσης τις πολλές συζητήσεις με τη συνάδελφο και φίλη Γιώτα, για την αξία τέτοιων (αυτο)προσωπογραφιών, για την αξία να συναντάς τις περασμένες δόξες, τις μισοξεχασμένες, και να τιμάς τους ανθρώπους. Διότι, τιμώντας τους παλαιούς καλλιτέχνες, τιμάς και το κοινό τους, ανασυστήνεις εποχές, ενώνεις το παρελθόν με το παρόν, κρατάς αναμμένη τη μνήμη, προσφέρεις μαρτυρίες και τεκμήρια στην άγραφη ακόμη Ιστορία.

Αυτή είναι η στερνή γνώση. Στην αφετηρία ωστόσο βασικό μέλημά μας είναι πάντα το ανάγνωσμα να προσφέρει χαρά· χαρά σε αυτούς που το κατασκευάζουν, συνεντευξιαζόμενο και συνεντεύκτη, και κυρίως να προσφέρει χαρά σε αυτούς που το διαβάζουν, αισθητική απόλαυση, ερέθισμα για σκέψη, για αναστοχασμό.

Με αυτά τα κριτήρια, η συνέντευξη της Τζένης Βάνου είχε πετύχει τους στόχους της. Η ζωή ανάβλυζε από κάθε φράση της, από τα συμβάντα, τις περιγραφές, τα αισθήματα, τους επιμέρους απολογισμούς. Διαβάζεις και ακούς ήδη τα τραγούδια της. Ακούς τη Φωνή: την έκταση, το σπάνιο μέταλλο, το χρώμα, το αίσθημα. Σου θυμίζει την έκταση και την ορμή της Ιταλίδας Μίνας. Ταυτοχρόνως, ακούς την εποχή, τις εποχές της φωνής: την «ελαφρά», την τζαζ εποχή του ’60, τα λαϊκά του ’70, τα καψούρικα του ’80. Μια ελληνική διαδρομή. Με ποικίλες προσλήψεις, με ποικίλα ακροατήρια, που αλλάζουν μες στο χρόνο, καθώς αλλάζουν τα γούστα, οι συνήθειες, η κοινωνία. Μια ελληνική διαδρομή σε απρόσμενους τόπους, όπως μου τη διηγήθηκαν φίλοι: τραγούδια έρωτα παιγμένα σε νυχτερινές κούρσες στη Νέα Υόρκη και στην Αβάνα.

Εχουν μεγάλη αξία αυτές οι καταγραφές βίων και αισθημάτων. Αξία όχι μόνο ιστορική, αλλά και παιδευτική, εμψυχωτική, τονωτική του αισθήματος κοινότητας. Βοηθούν να ξαναδούμε το βιωμένο παρελθόν με έμπειρο βλέμμα, να το κρίνουμε και να το αποτιμήσουμε. Προσφέρουν ένα όχημα για να κάνουμε τη νοσταλγία δημιουργική, προωθητική.

Ας πούμε, τα χρόνια του ’60 και του ’70 συχνά παρουσιάζονται ως απωλεσθέντες μικροπαράδεισοι, κυρίως από νεότερους ανθρώπους που προσεγγίζουν το παρελθόν αναχρονιστικά και αισθητικά. Ακούγοντας την εξομολόγηση της Τζένης Βάνου, μαζί με την προσωπική περιπέτεια, ακούς ταυτόχρονα την κοινωνία της εποχής, τις προκαταλήψεις, τη θεσμισμένη βία της, την αισιοδοξία των ανθρώπων, την πίστη στη ζωή. Με διαφορετικές φόρμες ακούς καθαρά ή υπόκωφα όλες τις εποχές και το habitus κάθε εποχής, στα δροσερά τραγούδια του ’60, στα λαϊκά του ’70, στα καψούρικα του ’80, στη διαρκή επίκληση του έρωτα, της αγάπης, του αγγίγματος. Κλιμακωτά και φυγόκεντρα, κυματιστά, με επαναλήψεις και ρήγματα, ακούς τη ζωή.

alack_sinner_3

Υποκειμενικό πάντα το βλέμμα σαρώνει το αθηναϊκό κέντρο τις τελευταίες νύχτες του Αυγούστου, τις πρώτες Σεπτεμβρίου. Η πόλη είναι μουδιασμένη ακόμη, άδεια, σαν παρατημένη, ακόμη και τα φώτα φαίνονται λίγα, αδύναμα να φωτίσουν το αστικό κενό, το διαρκώς εκτεινόμενο. Τα καφέ και τα μπαρ ανοιγοκλείνουν διαδοχικά, λειτουργούν σαν μικροεστίες κίνησης, σποραδικά, προσωρινά, οι πιάτσες μετακινούνται, τίποτε όμως δεν μπορεί να ανασχέσει τη βουβή εντροπία που κυριεύει σιγά σιγά το ιστορικό κέντρο.

Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.

Οταν φωτίζει η μέρα, διακρίνεις κάτι. Ενα χάσμα. Η κρίση αναδεικνύει κρυμμένες χαράδρες, και ανοίγει καινούργιες: ταξικές, πολιτικές, πολιτισμικές, ανθρωπολογικές. Οι αδύναμοι, οι πεπτωκότες, μένουν πίσω, άλλοτε φανερά, και το συχνότερο σιωπηλά: γέροντες αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους και να επιζήσουν με τα απομεινάρια σύνταξης, παιδιά που αδυνατύν να συνδράμουν τους γονείς τους, γονείς που δυσκολεύονται να στηρίξουν τα παιδιά τους. Η ταξική χαράδρα είναι η πιο βαθιά και η πιο αποτρόπαιη. Το περιλάλητο λίπος κάηκε, τόσο επιπολής που ήταν, και τώρα σιγοσβήνουν ζωές και αξιοπρέπειες, κοινωνικές αρθρώσεις.

Στη σιγαλιά της νύχτας έως όρθρου βαθέος, στους αθόρυβους πλην πυρακτωμένους δρόμους των δικτύων, ακούγεται υπόκωφη η οργή, η ματαίωση, κοχλάζουν βαριές κουβέντες, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές. Ο,τι ελάνθανε μισοκεπασμένο από τη δάνεια ημιχλιδή τα χρόνια του 1990 και του 2000, ό,τι ψευδοενοποιούσε ο φενακισμός της ισχυράς Ελλάδος, τώρα προβάλλει γυμνό και γωνιώδες, τροχισμένο από την σπάνη και την ανάγκη, φλογισμένο από την ανισότητα. Η ανοχή περιορίζεται, ακόμη και η αδιαφορία, το «εντάξει μωρέ, και τι έγινε» τέλειωσε. Η ψευδοευφορία του λάιφστάιλ, ο εξισωτισμός της κατανάλωσης και του ομοιόμορφου στυλ, τελειώνουν με γδούπο και λυγμό. Κάθε κακομοίρης στη μοίρα του.

Και να, μέσα απ’ τα αποκαΐδια του παλιού κόσμου, ένα αναποδογύρισμα. Οι πρώην φλύαροι γελωτοποιοί του λάιφστάιλ, τα ρουλεμάν ολιγαρχών και φυλάρχων, οι παπαγάλοι τοπαρχών και κομματαρχών ξεμυτίζουν σαν αρχάγγελοι της νέας εποχής και της δίκαιης τιμωρίας, σαν τιμητές: κουνάνε το δάχτυλο στον τζίτζικα λαουτζίκο τον εκμαυλισμένο, τον μέγα συνυπεύθυνο, τον ένοχο αμέριμνο. Φταίει ο άρρωστος για την αρρώστια, ο φτωχός για τη φτώχεια. Επιασε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έπιασε· η γιγάντια επιχείρηση ενοχοποίησης και χειραγώγησης θυμικού και λογικού λειτούργησε. Θα ‘λεγες ότι εφαρμοζόταν μάνιουαλ κοινωνικής ψυχολογίας, με οδηγίες βήμα βήμα για τον έλεγχο των μαζών, για τη διάχυση και εμπέδωση ενός new speak και την πειθήνια συμμόρφωση των νεοπληβείων κατά την προσγείωση τους στις πίστες του κάτω κόσμου.

Το σοκ της κρίσης αμβλύνει τη μνήμη. Πολλοί απ’ όσους σήμερα καταριούνται τα λαμόγια, την ασωτία και την ανομία, τω καιρώ εκείνω, της ασωτίας και της γκλαμουριάς, ήσαν συναυτουργοί τους, ιεροφάντες, συνδαιτυμόνες και αυλικοί. Γλεντούσαν στα ίδια μαγαζιά, έπαιρναν δημόσιες θέσεις και κρυφά πέι-ρολ, συμμετείχαν και συναινούσαν. Χαχάνιζαν στα ράδια με μπιτάκια και ποζάριζαν στα γκλόσσυ εξώφυλλα. Ή σιωπούσαν.

Η φρενίτις του χρηματιστηρίου, ο παροξυσμός των εθνικών εργολάβων και των εθνικών προμηθευτών, η θρησκεία του real estate, η επέλαση των ξέκωλων, τα ώπα στα σκυλοβαρελάδικα, τυλίγονταν όλα με αποδοχή, θαυμασμό, συγκατάθεση, ανοχή. Ή ηχηρή σιωπή.

Speak, memory. Εζήσαμε τα χρόνια του ’70 και του ’80 των αρχομένων μετασχηματισμών, θυμόμαστε λόγια μεγάλα μ-λ και ιδεολαγνίες, αυθάδειες και αλαζονίες, κωλοπαιδισμούς. Διαπλεύσαμε ευδαίμονες και μελαγχολικοί μαζί τα χρόνια του ’90, την υπερδιαστολή του φαντασιακού και των προσδοκιών, τη γενικευμένη χυδαιότητα, την αλήθεια ως μια μόνο στιγμή του ψεύδους. Διαβάσαμε εντιτόριαλ και ακκισμούς, δημόσιες καταθέσεις, εζήσαμε στο πλάι και σε κρυμμένα κέντρα, ήμαστε εκεί, όλο τον καιρό, παντού.

Μερικοί, καμπόσοι, δεν σιώπησαν, ούτε το ’80 ούτε το ’90 ούτε το 2000. Και θυμούνται πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Ετσι, ώστε η μνήμη να λειτουργεί ανακουφιστικά και δημιουργικά, ηρεμιστικά και διασωστικά. Και αυστηρά και δίκαια «και φοβηθήσονται αι νήσοι από ημέρας πτώσεώς σου». Speak, memory.

 

Εικον.: Αlack Sinner, του Juan Munoz.

Η προεκλογική συζήτηση και η μετεκλογική πορεία της Γερμανίας ουδέποτε απασχόλησε την Ελλάδα ή και την Ευρώπη τόσο έντονα όσο τώρα. Ευλόγως. Ουδέποτε η γερμανική πολιτική βούληση επηρέαζε τόσο έντονα τις τύχες των Ευρωπαίων όσο τώρα ― εκτός των δύο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα. Ουσιαστικά, το φλέγον δεν είναι καν η προεκλογική συζήτηση, αλλά το πώς σκέφτονται πολιτικά οι Γερμανοί, κυρίως πώς βλέπουν την Ευρώπη και τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτήν.

Η σκέψη, η στάση, το φαντασιακό των Γερμανών, αυτών των Γερμανών, δύο γενιές μετά την πτώση του Βερολίνου και μιάμιση δεκαετία μετά την ενοποίηση, μάς είναι λίγο-πολύ άγνωστα, ή τουλάχιστον μας προβληματίζουν. Η Ανγκελα Μέρκελ, πρώην Ανατολική και μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας, δεν φέρει την πολιτική και πνευματική σκευή του Βίλυ Μπραντ, του Χέλμουτ Σμιντ ούτε καν του Χέλμουτ Κολ. Κανείς από τη σημερινή πολιτική ελίτ της Γερμανίας δεν μοιράζεται τα βιώματα των παλαιών ηγετών της Δυτικής Γερμανίας, άρα ούτε και τις πολιτικές σκέψεις τους. Ο διακεκριμένος κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ αναλύοντας την πολιτική της συμπατριώτισσάς του καγκελαρίου, τη χαρακτηρίζει «μερκιαβελισμό»: επιδιώκει να τη φοβούνται στο εξωτερικό και την αγαπούν στο εσωτερικό. Αυτό δεν μπορούσε να το διανοηθεί ο Αντενάουερ, ούτε ο Βίλυ Μπραντ που γονατιστός στη Βαρσοβία ζητούσε συγγνώμη για το Ολοκαύτωμα.

Η πολιτική ατζέντα στη Γερμανία διαμορφώνεται για εσωτερική κατανάλωση· όπως και εδώ εξάλλου, έως ότου ξέσπασε η κρίση και σάρωσε την επαρχιακή μας μακαριότητα. Οι ηγέτες της Γερμανίας λένε στον λαό ό,τι τον καθησυχάζει και αφήνουν τα δαιμόνια του ταραγμένου κόσμου έξω από τα σύνορα. Η μνήμη, που τόσο βασάνισε τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές, τώρα εξορίζεται· τη θέση της παίρνει ο υποκριτικός πραγματισμός και η ηθικολογία του περιχαρακωμένου μικροαστού. Ο,τι έγινε, έγινε, στο απώτερο παρελθόν, εμείς δουλέψαμε σκληρά και προκόψαμε, οι άλλοι είναι τεμπέληδες και αγνώμονες. Το στερεότυπο αυτό υφέρπει κάτω από τον ωμό πραγματισμό του υπουργού Σόιμπλε και την αμφισημία της καγκελαρίου Μέρκελ. Η εφημερίδα Die Zeit υπενθύμισε αυτές τις μέρες ότι η Γερμανία ορθοπόδησε μεταπολεμικά χάρη στο αμερικανικό Σχέδιο Μάρσαλ και στη διαγραφή των χρεών με τη Συμφωνία του Λονδίνου το 1953. (Θα προσθέταμε: χάρη και στην εργασία εκατομμυρίων μεταναστών από τον Νότο.) Δηλαδή, το γερμανικό θαύμα πυροδοτήθηκε με ό,τι αρνείται τώρα στους τεμπέληδες Νότιους ο Β. Σόιμπλε. Αυτή ακριβώς η μνήμη έχει διαγραφεί, του 1945, του 1953 αλλά και της πρόσφατης ενοποίησης· η μνήμη που έκανε τις ταινίες του Φασμπίντερ και του Βέντερς, τα βιβλία του Χ. Μπελ, τη ζωγραφική του Ρίχτερ, να συγκροτούν ευρωπαϊκό πολιτισμό, και όχι μόνο γερμανικό.

Αλλά όπως επισημαίνει ο επικριτής του Σόιμπλε, ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, «η Γερμανία δεν χορεύει, λαγοκοιμάται πάνω σ’ ένα ηφαίστειο». Το ηφαίστειο είναι η ασύμμετρη Ευρώπη, η εξασθενημένη και παρακμάζουσα Ευρώπη, με το ογκούμενο έλλειμμα δημοκρατίας και τη ραγισμένη ταυτότητα, σε έναν κόσμο αυξημένης αβεβαιότητας και διακινδύνευσης.

topio

Στο τελευταίο ζουρ-φιξ πριν απ’ την πασχαλινή ανάπαυλα, ανακοινώναμε μέσες-άκρες πού θα αναστήσουμε. Ανακοινώναμε πατρίδες κατά το πλείστον, όχι προορισμούς. Μακεδονία, Ιόνιο, Αιγαίο, Πελοπόννησος, Ρούμελη, χωριά, νησιά, πολίχνες. Μερικοί είχαν μεγάλα σπίτια κι είχαν εκεί ήδη χωρέσει φίλοι· άλλοι θα περνούσαν ανυπερθέτως την Κυριακή τ’ απόγευμα για κρασί, ή τη Δευτέρα για κοινή εκδρομή. Προσκλήσεις αμοιβαίες, χαλαρά ραντεβού και συναγωνισμοί, σε ποιον τόπο μεθάει περισσότερο η άνοιξη· για μια στιγμή, νιώσαμε τη ζωή να μας παίρνει απ’ το χέρι και να μας τραβάει ανακουφιστικά από τις μέριμνες και τις σκοτεινές προβλέψεις.

Το Πάσχα μάς σπρώχνει τον ένα προς τον άλλο. Ανταλλάσσοντας πατρίδες και πασχαλινούς προορισμούς, μοιραζόμαστε την εμπειρία κοινού ή παρόμοιου βίου, κοινού ή παρόμοιου βιωματικού υποστρώματος, κληρονομιάς, πολιτισμού, και όλα μαζί συμμεριζόμενα βοηθούν να βαστάξουμε τα βάρη, δικά μας και άλλων. Ωστε το βάρος ν’ αλαφρώσει, και η ζωή να μην είναι βράχος. Ο Σέργιος μου θύμισε την παύλεια ρήση: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Προς Γαλάτες 6). Ταίριαζε.

Κι ύστερα αυτή η ταλαιπωρημένη έννοια η πατρίδα, η ιδιαιτέρα και η καθόλου. Αλλοτε φορτωμένη, ηλεκτρισμένη, κι άλλοτε άδεια, πάντοτε όμως παρούσα, πολύσημη, ερεθιστική, συχνά επώδυνη. Τη σκεφτόμαστε όταν τη χάνουμε, όταν μας λείπει, όταν κινδυνεύει, όταν λιγοστεύει η ύλη και φουντώνει η νοσταλγία. Τη σκεφτόμαστε όταν ανακαλείται απ’ την παράδοση, όταν ο χρόνος ξαναγίνεται για λίγο κυκλικός, και τότε μες στη γιορτή η πατρίδα ξεπροβάλλει σαν ηθογραφία, μια γραφικότητα επιπολής που ωστόσο χαράζει την επιδερμίδα και διεισδύει με γλυκό πόνο. Τότε μπορεί να συμβούν μεταμορφώσεις απρόσμενες: εμβρόντητοι μαγεμένοι στεκόμαστε στο αναστάσιμο προαύλιο μοναστηριού στις Πλάτρες και κατακλυζόμαστε από το όλον. Τότε η πατρίδα, μυθολογημένη μέσω ηθογραφίας και ποιήσεως, επιστρέφει πανίσχυρο deja vu, σαρκωμένο βίωμα και συνείδηση.

Αλλά κι όταν ξεπροβάλλει σαν παραχωμένη ρίζα, μισοξεχασμένη, μια θαμπή ουλή: εδώ η αυλή με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, οι ξεφτισμένοι τοίχοι της ώχρας και του λουλακιού, το υπόγειο (πόσο μικρό φαίνεται τώρα), το πηγάδι, διόλου τρομακτικό πια, εκεί ήταν μια κυδωνιά, κι εδώ στέκει ακόμη ο ομιλητικός ευκάλυπτος. Τέτοια πράγματα αναδύονται πάντα σε όνειρα αναστατωμένα μαζί με φωνές παγωτατζήδων, σφυρίγματα βαποριών, δειλινές ευωδιές από φούλι.

Τέτοια πατρίδα το Πάσχα. Τώρα, καλούμαστε να ακούσουμε την παιδική ηλικία, τα ριζώματα του ενήλικου βίου, ή ακόμη και την επιλογή· εντέλει, πατρίδα είναι εκεί που γέρνει η καρδιά. Μπορεί να ’ναι και η πόλη στην οποία μετοίκησες και δέθηκες, μπολιάστηκες με φίλους, έκανες οικογένεια. Μπορεί να ‘ναι και μια εξοχή, ένα νησί, μια νεοκλασική πλατεία, όπου ερωτεύτηκες έφηβος και πάντα επιστρέφεις μεσήλικος, ένας λοφίσκος με βράχους τιτάνων και παπαρούνες, ένα αγνάντεμα. Η παιδική ηλικία θα μένει πάντα σπόρος και πυρήνας, αλλά εσύ θα απλώνεσαι διαρκώς σε άλλες πατρίδες, θα παίρνεις το σχήμα του δοχείου της ζωής.

Βρισκόμαστε ήδη σε αυτοκίνητα και πλοία, αραιωμένοι μες στον θόρυβο παρόμοιου πλήθους, με το βλέμμα μια στο πέλαγος και μια στο βιβλίο που πυκνώνει τις ώρες. Αυτό: Ο ποιητής Νίκος Φωκάς, απών από τον Απρίλη 2003, στέλνει ένα γράμμα δέκα χρόνια αργότερα, τα τελευταία του χαρτιά. Ο αστός επιλέγει την πατρίδα που του ζεσταίνει την ψυχή:

«Μικρή ξεκομμένη ανθρωπότητα / ο οικισμός τ’ Αϊ-Δημήτρη. / Αυτόν θεωρώ πατρίδα. Κι όμως με κρατά / η πόλη σαν απαγωγέας. / Κι όπως πουλί στην όψη του φιδιού, / έτσι νιώθω την παραλυτική της εξουσία / λίγο προτού με καταπιεί / και γίνω ίδιος μ’ εκείνη, / ουσία απ΄την ουσία της. / κι ωστόσο είναι φορές / που παραλυτικός, αλλ΄όχι ολότελα, / ψάχνοντας μ’ αγωνία / να κρατηθώ από μία λαβή / γυρίζω προς το βράχο τ’ Αϊ-Δημήτρη./ […]
»Ευθύς μεταμφιέζομαι σε ντόπιο / κάτοικο του μέρους και χάνομαι / μέσα στη γλύκα μιας άλλης κοινωνίας, / στοιχειωμένης / στο περιθώριο της εποχής μας / κάτι σαν εξαίρεση απ΄αυτήν / σαν κοινωνία Ερυθροδέρμων, / μια ανωμαλία που γίνεται κανόνας μου / και μέτρο της ζωής μου για λίγο / στο πλαίσιο ενός μικρόκοσμου / όχι μακριά απ΄την πρωτεύουσα, / ίδια αβλεψία της προόδου.»

auswitz

Το επταήμερο κύλησε μες στην ανησυχία. Οπως συμβαίνει συχνά τα τελευταία χρόνια. Πυροβολισμοί στη Ζωοδόχου Πηγής από βαποράκια, λίγη ώρα αφότου πέρασα απ’ εκεί πηγαίνοντας στο σαββατιάτικο απεριτίφ της αντροπαρέας. Ληστεία μετά ξυλοδαρμού για το παιδί μιας φίλης, λίγο παραπάνω στην οδό Ασκληπιού· του πήραν το κινητό και το χαρτζιλίκι, και τον γρονθοκοπούσαν τρεις στα νεφρά και στο κεφάλι. Εγινε το στομάχι κόμπος· ασθμαίνων έκανα ένα μικρό μάθημα αυτοπροστασίας στους γιους που κυκλοφορούν ανά τας Αθήνας. Ανακάλυψα ότι γνώριζαν περισσότερα απ’ όσα τους έλεγα. Η ανησυχία μου δεν εκόπασε πάντως, φώλιασε.

Λίγες μέρες αργότερα είδα τη φωτογραφία μικρών παιδιών σε νεοναζιστικό κατηχητικό. Κάπου στην Αττική, οι νεοναζί κάνουν «Διάπλαση των παίδων», μαγαρίζοντας ακόμη και τη θερινή παιδική μνήμη απ΄τους πανόδετους τόμους της δημοτικής βιβλιοθήκης Μυκόνου. Στην ηλικία περίπου που ξεφύλλιζα τα «Σας ασπάζομαι, Φαίδων» και τα λιθόγραφα Κλασικά Εικονογραφημένα, Αθλίους, Λόρδο Τζιμ, Σίλας Μάρνερ, Τελευταίο Μοϊκανό, στην ηλικία που κατηχητικό σήμαινε ολίγο Ευαγγέλιο αγάπης, με σαμαρείτιδες και πετεινά, πολλή μπάλα και ελευθερία, στην ίδια περίπου ηλικία αντίκρισα παιδιά να μπολιάζονται στο μίσος και στον φυλετισμό, να παραγεμίζουν τα άγραφα μυαλά τους με δηλητήριο και μισαλλοδοξία. Αυτό ήταν πιο ανησυχητικό κι από τις σφαίρες των ενήλικων ντίλερ, των ληστών και των παράνομων, γιατί ένιωθα την κακία να φεύγει πια από τη σφαίρα του περιθωρίου και να απλώνεται στην κανονικότητα, να καταλαμβάνει το μέινστρημ, να κυριεύει παιδικές ψυχές και λαϊκά νοικοκυριά. Δεν ήταν πια ανησυχία, ήταν εφιάλτης.

Απαντήσεις και παρηγοριά μου έδωσε παραδόξως ένα βιβλίο, που εξιστορεί και εξηγεί το Κακό, όπως ενσαρκώθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα, στην καρδιά της Ευρώπης. «Το Αουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου» είναι ό,τι είπε στην 14χρονη Ματίλντ, η ιστορικός Ανέτ Βιβιορκά, απαντώντας στις πιο απλές, στις πιο δύσκολες ερωτήσεις ενός παιδιού. Τι ήταν η Τελική Λύση; Τι είναι γενοκτονία, ολοκαύτωμα, Shoah; Γιατί σκοτώνανε παιδιά; Τι είναι το τατουάζ στο χέρι της Μπερτ; Φταίγανε όλοι οι Γερμανοί; Τι είναι το χρέος της μνήμης;

Το βιβλιαράκι (εκδ. Πόλις) διαβάζεται με μια ανάσα. Μάλλον, με κομμένη την ανάσα. Ακόμη κι αν έχεις διαβάσει τα άπαντα του μεγάλου Πρίμο Λέβι, η ζεστή μητρική ομιλία της Βιβιορκά συμπυκνώνει αλήθειες, εξηγήσεις, απαντήσεις και ανοιχτά ερωτήματα, χωρίς δράμα, αλλά με δύναμη και αμεσότητα μοναδικές. Ετσι όπως θα ήθελε κάθε γονιός να εξηγήσει στο παιδί του τα μεγάλα του κόσμου που πέρασε και του κόσμου που διαρκώς έρχεται.

Στα παιδιά που ακούνε την κατήχηση μίσους, θα διάβαζα σαν αντίδοτο τέτοια βιβλία, σαν της Βιβιορκά. Λόγια εξήγησης και κατανόησης, λόγια συχώρεσης και αλληλοπεριχώρησης, αλλά και λόγια μαχητικά, που αγωνίζονται να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη. Να θυμάσαι, για ν’ αγαπάς τη ζωή.
«Ενας ιστορικός, ο Ιγκνατσί Σχίπερ, ο οποίος πέθανε στο στρατόπεδο του Μάιντανεκ, το εξηγεί πολύ καλά: ‘όλα εξαρτώνται από αυτούς που θα μεταφέρουν τη μαρτυρία τους στις μέλλουσες γενιές, από αυτούς που θα γράψουν την ιστορία τούτης της εποχής. Η ιστορία γράφεται, κατά κανόνα, από τους νικητές. Ολα όσα γνωρίζουμε για τους λαούς που εξοντώθηκαν είναι όσα ήθελαν να πουν οι διώκτες τους. Εάν οι διώκτες μας νικήσουν, εάν αυτοί γράψουν την ιστορία τούτου του πολέμου, τότε ο αφανισμός μας θα παρουσιαστεί ως μία από τις ωραιότερες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, και οι μέλλουσες γενιές θα αποτίσουν φόρο τιμής στο θάρρος αυτών των σταυροφόρων. Ο λόγος τους θα είναι Ευαγγέλιο. Μπορούν έτσι να αποφασίσουν να μας σβήσουν από τη μνήμη του κόσμου σαν να μην υπήρξαμε ποτέ, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο πολωνικός εβραϊσμός, το γκέτο της Βαρσοβίας, το Μάιντανεκ’»

Αντί για μαθήματα ανησυχίας, θα πείσω τους γιους μου να διαβάσουν αυτό το βιβλίο. Σαν μάθημα μνήμης, και σαν εξήγηση ― δηλαδή σαν αντίδοτο στο μίσος, στον φυλετισμό, στον αφανισμό ανθρώπου από άνθρωπο. Γιατί, όπως σημειώνει με πικρή διαύγεια η Ρίκα Μπενβενίστε στο επίμετρο: «Απεχθάνομαι την ψυχρή αποστασιοποίηση, την απουσία θυμού, θλίψης και απορίας στις επιστημονικές εξηγήσεις. Δεν έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην εξήγηση. Ομως δεν ξέρω κάτι καλύτερο».

Το καλοκαίρι υπόσχεται να μας σώσει από τους μαυρισμένους εαυτούς μας, να μας φωτίσει, να μας κάψει λυτρωτικά με το φως του, να μας αγκαλιάσει στα νερά του, να μας βυθίσει στα παιδικάτα και να μας απιθώσει παρηγορητικά στη μακρά διάρκεια, σμίγοντας μας με τη φύση σαν ύπαρξη και όχι σαν θέαμα, να μας συμφιλιώσει με τον τόπο, την ιστορία και τον κληρονόμο εαυτό μας, να μας πάρει τον στεναγμό και τον φόβο.

Την ώρα που ετοιμάζεται να με αγκαλιάσει η θάλασσα, αναθυμούμαι φευγάτα καλοκαίρια που σφράγισαν το πετσί, κεντήθηκαν στη μνήμη κι έκτοτε ανασβοβήνουν ολοένα πιο αδυνατισμένα, ολοένα πιο αγλαϊσμένα.

Σύμη, καλοκαίρι του Euro 2004, καύσωνας, εκρηκτική φασκομηλιά στο πυρωμένο διάσελο με το ξέπνοο Beverly, μεθυσμένοι διαπλέαμε έναν ωκεανό αρωμάτων και τρελών τζιτζικιών, μεθυσμένοι βουτήξαμε στα ευεργετικά νερά, κι ύστερα αφοσιώθηκα σ’ έναν μπουλούκο ίσαμε τεσσάρων ετών συστηματικά ανυπάκουο στις προσταγές του πατέρα και στις ικεσίες της πολυμωρομάνας. Ο μπουλούκος δεν άκουγε τ’ όνομά του (Θεολόγε, μη στα βαθιά! Οχι στο βράχο!), πείραζε τις τις ήσυχες, έυτακτες αδελφούλες του, παραπετούσε τα μπρατσάκια του, που δεν έστεκαν κιόλας στα Michelin φρατζολοχεράκια του, ξεγλιστρούσε ύπουλα σε ζαβολιές και ρίσκα. Σγουρομάλλης, έτοιμος να εκραγεί από πάχος και σκανταλιά, ο Δωδεκανήσιος Θεολόγος. Εξερράγη ο πατέρας με τα μισομαυρισμένα μπράτσα και πόδια, μέλη εργατικού που ηλιοκαίγεται καθώς δουλεύει, και κολυμπά μόνο Κυριακές. Γλίστρησε ο παχουλός θεούλης Σκάνταλος, βούλιαξε, κι ο πατέρας του αφού τον διέσωσε του ‘ριξε δυο παλαμιές στον αφράτο ποπό. Πλάνταξε ο ανυπάκουος, έσκισε όλη την βοτσαλωτή παραλία ο γόος και το παράπονό του. Εκλαιγε έως ότου τον έστρωσαν στο τραπέζι της ταβέρνας, στην παρηγόρια της τηγανιτής πατάτας. Τον κοιτούσα από δίπλα, με σαργούς και παγωμένο κρασί, και καθώς αποκάρωνα, με κοιτούσε κι αυτός απορημένος που τον κοιτούσα κι έπεφτε στους κεφτέδες, με το καπέλο ριγμένο πίσω.

Εγώ βρισκόμουν παραδομένος στο φασκόμηλο: με πήγαινε πίσω, πολύ πίσω, βυθιζόμουν στο άρωμα της Σύρου, η νήσος μοσχομύριζε φασκόμηλο όταν τη συνάντησα στα ’60s, το αφέψημά του δυνατό, αψύ, υπόπικρο, δροσιστικό, πολυθεραπευτικό, πότιζε τους τοίχους μινιόν καφενείων με ονόματα από τον αιγαιακό συναξαριστή, έτσι τα φαντάζομαι πια, η Ωραία Μύκονος, η Μυροβόλος Χίος, η Ανεμόεσσα Τήνος, το Ανδριακόν, παλαιοί οίκοι λουκουμοποιΐας, κότερα, ρυμουλκά και πιλοτίνες, κι όλη η αποβάθρα, περπατημένη από άνδρες κοντομάνικους και γυναίκες κλαρωτές φρεγάδες, μύριζε θυμάρι, ούζο, χταπόδι, Eau de Cologne απ’ τα κουρεία, αρμύρα λιμανίσια, σχοινιά στις δέστρες, ψαρίλα, τσιγάρα άφιλτρα και τσιγάρα βιρτζίνια των ναυτικών.

Ξαναμέθυσα με φασκόμηλο ένα θερινό απόγευμα στη Μύκονο, όταν ο περιβόητος Μίλτος, γυρολόγος-φιλόσοφος εκ Σύρου, λοταριατζής φυστικιών και μυθικών ροφών στους καφενέδες, πλασιέ μαντολάτου στο γήπεδο (δύο η χλέπα!), στρουθίον του ουρανού και αφρόψαρο του πελάγου, με τεράστιες χειλάρες και κοφτερές ατάκες αμφίστομες, σαν Αρχίλοχος και Διογένης μαζί, αυτός ο αρχαϊκός Μίλτος της Κέρου και της Δήλου, «βρέθηκα εδώ για εμπόριο, μάγκες!» δήλωσε μεγαλόπρεπα, κι απίθωσε στην πεζούλα μια κούτα Νουνού γεμάτη δεματάκια φασκόμηλο και μοσχοβόλησε η πλατεία, και τα πρότεινε προς πώληση σε έκθαμβους τουρίστες, την εποχή ανάμεσα στη χίππικη και την γκέι Μύκονο.

Να το καλοκαίρι του δαφνοστεφούς 2004, και μέσα του τόσα καλοκαίρια: Θεολόγος και φασκόμηλο, Εuro και βακχεία αμέριμνων, ανυπακοή και flânerie, μέθη αισθήσεων και δέσμες μνήμης, δοσίματα αδόκητα σε ακτές και εμπορειά, ξερονησίδες και ξωκλήσια, σουλάτσο, αργό ξεκούκισμα του χρόνου, απόνερα πλοίων νυκτερινών, φώτα μεσοπελάγου, φανερώσεις μεταφυσικές στην Παναγιά την Αγγελόχτιστη της Σίφνου, στο τηνιακό Σκυλαντάρ με ημισέληνο αγναντεύοντας τη βεγγαλική Μύκονο, με Περσείδες εφηβικού ρίγους στα ανοιχτά των πρωτοκυκλαδικών οικισμών του Τσούντα, με τον πύρινο δίσκο προβάλλοντα στη θάλασσα της Γυάρου, νύχτα θαυμάτων άγρυπνη στο ντεκ του Κολοκοτρώνη Καρλόβασι-Δωδεκάνησα, πευκώνες καριώτικοι και ταπεινά αρμυρίκια Ντελαγκράτσιας, στον πάγο της Εφταλούς με τις σέξι κορδέλες της Λουλούς εκ Παρισίων, στην υγρή άμμο του Πλατύ Γιαλού με τ’ αποτσίγαρα, όλα τα καλοκαίρια μας παρηγόρησαν, μας έθρεψαν και μας επανεκκίνησαν, κι όσα δεν θυμόμαστε ίσως βαθύτερα αυτά.

Αυτές τις αισθήσεις αναζητάμε πάλι, τώρα, τις λαχταράμε περισσότερο από ποτέ, παραμυθία, ζωτική μνήμη, φαντάσματα ιστορικά, συνέχεια ρωγμών. Αισθήσεις. Οι ψευδαισθήσεις ετελείωσαν.

φωτ.: Στράτος Καλαφάτης. Αθως, work in progress.

ielefantis_katzourakis

Ενα χρόνο από τον θάνατο του Αγγελου Ελεφάντη, ένας άλλος θάνατος, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, συνεργάτη και συνοδοιπόρου του στον “Πολίτη”, ανέβαλε το πολιτικό μνημόσυνο στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, την περασμένη Τετάρτη. Η κηδεία υπερισχύει του μνημοσύνου.

Επανέρχομαι. Οπως επανέρχονται οι φίλοι του και πνευματικοί συνοδοιπόροι, από τα χρόνια του Παρισιού, το ‘60, έως το 2008, οι συνομιλητές του Αγγελου Ελεφάντη, του γραφιά, του πολιτικού νου, του ιστορικού άνδρα, του ασκητή ανθρώπου, του κατεξοχήν διανοούμενου. Επανέρχομαι σε έναν άνδρα, τον οποίο συνάντησα στη νιότη μου, όταν αυτός ήταν ώριμος, μια γενιά μεγαλύτερος· με οδήγησε ο αδελφοποιτός Παντελής, δικός μου συνοδοιπόρος στη γραφή και στον εγκοινωνισμό.

Σε αυτόν τον δύσκολο άνδρα, με τα χρόνια και με πηγαινέλα, αναγνώρισα έναν μακρινό πρόγονο, έναν άτυπο δάσκαλο, ένα καταγωγικό ίχνος.  Δεν ήμουν κομμουνιστής, δεν ήμουν τυπικός αριστερός, δεν ερχόμουνα από οικογένεια ανταρτών ή αριστερών, ο Πόλεμος και ο Εμφύλιος είχαν χτυπήσει την πόρτα της οικογένειάς μου σαν Μοίρα, αφήνοντας θάνατο και πένθος μεταξύ γυναικών. Η ιστορία της γειτονιάς μου έμοιαζε περισσότερο με το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, παρά με τα Minima Memorialia του Ελεφάντη. Ομως στα είκοσι-κάτι μου, ροκάς και ελευθεριακός, συνεπαρμένος εξίσου από τον Φρανκ Ζάππα, τον Φίλιπ Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αναζητούσα προγόνους, πνευματικούς προγόνους, μύριζα τα πατήματά τους, τα μαρκαρίσματα των παλιότερων λύκων.

Ο Αγγελος Ελεφάντης ήταν ένας παλιός λύκος. Πολύ παλιότερος και βαθύς απ’ όσο τον κατάλαβα όταν τον πρωτογνώρισα, το ‘80, στην οδό Κέκροπος. Αρχισα να τον καταλαβαίνω μια δεκαετία αργότερα, όταν στήσαμε την εφημερίδα Εποχή. Αυτός μας μάζεψε, τριαντάρηδες πια, γραφιάδες ήδη, και μας έδωσε την ευκαιρία να γράφουμε πολιτικά κάθε βδομάδα, ελεύθερα, δηλαδή υπεύθυνα. Εκεί, στα Σάββατα του τυπογραφείου, στο γράψιμο επί του μαρμάρου, και σε όποια βόλτα ακολουθούσε σποράδην, άκουσα τον Αγγελο· τον άκουσα να κρίνει το γραφτό μου, τον ξανάκουσα να μιλάει για ληστές και αντάρτες, για βουνά, για πλοία μεταγωγών, για λαϊκούς ανθρώπους, για μνήμη βαθιά χαραγμένη, για τους ιδεότυπους του Καραγκιόζη· κι αυτά τα λίγα χρόνια κατ’ εβδομάδα σύμπλευσης, που γράφαμε πλάι-πλάι, είδα να μεταμορφώνεται και η γραφή του, να απλώνει, να μαλακώνει, να αποκτά μια τροπή αφηγηματική και ομιλητική, να αντηχεί χωνεμένα τις μιλιές των νεοτέρων, να γίνεται πιο πατρικός και αδελφικός. Να γράφει εντέλει: το κόμμα που μας έλαχε ― κι ο Σπύρος Ασδραχάς το εξήγησε ακαριαία: Τίμα ταν έλαχας Σπάρτην. 

Τολμώ να πω: ο αφηγητής του ξενυχτιού, ο συναρπαστικός συνομιλητής της ταβέρνας, ο λιτός και αυστηρός σύμβουλος στην ώρα της βιαστικής γραφής, ο μετασχηματισμένος ήδη αφηγητής, άφησε πίσω του οριστικά τα αλτουσεριανά σχήματα και τον όποιο βολονταρισμό, εκείνα τα χρόνια, του ‘90. Και οδηγήθηκε στο συγγραφικό επίτευγμα «Minima Memorialia – Η ιστορία του παππού μου», ένα μοναδικό κείμενο στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα, χρονικό, μικροϊστορία, διήγηση και δοκίμιο μαζί, σμιλεμένο στην πέτρα, σκαμμένο σε αγριόξυλο με το τεράστιο τσεκούρι του αόρατου παππού.

Το κείμενο αυτό σαν συγκίνηση αισθητική και νοητική το βάζω πλάι στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, πλάι στο «Σπίτι μου» της Μέλπως Αξιώτη, μόνο που εδώ δεν υπάρχει καν η αθωότητα του χρονικού, ή η ποιητική ροή της νοσταλγίας. Εδώ υπάρχει η συνειδητή απόφαση ενός βαθύτατα ιστορικού νου, να αφηγηθεί μια ιστορία-παραμύθι, μέσα από τα μισόλογα της γιαγιάς, θέλει να αφηγηθεί τον ματωμένο 20ό ελληνικό αιώνα σαν «ιστορία του λάθους», σαν το ατομικό πάθος που γίνεται αξεδιάλυτα συλλογικό, σαν το παρελθόν που είναι έτσι κι αλλιώς ιστορία: «παραμυθιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία-παραμύθι, όπως στ’ αλήθεια παραμυθιασμένοι ήταν κι οι άνθρωποι όλ’ αυτά τα χρόνια που έφτιαξαν κι έζησαν την ιστορία τους» (σ. 16).

Αυτά τα λόγια του Α.Ε., γραμμένα το 2001, φωτίζουν όσα υποψιάστηκα από αυτόν, από τις σποραδικές αφηγήσεις του για «αρματολούς, κλέφτες, σαμαρίνες, τσοπαναραίους, ληστές, τσέτες λύκων, νομάδες…» Το καταγωγικό ίχνος που μας πρόσφερε ήταν ένα νήμα προς το ζων παρελθόν, προς την ιστορία σαν παραμύθι. Ετσι, σαν παλαιό άνθρωπο, σε ιστορία-παραμύθι, τον θυμάμαι.

ζωγραφική: Κυριάκος Κατζουράκης, «Τέμπλο»

H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.

Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.

Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…

Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.

Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.

Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.

Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.

Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.

Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.

Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.

Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008

Ζωγραφική: Άννα-Μαρία Τσακάλη, 2007

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Αυτό που είπε εσχάτως ακόμα και ο Γ. Ντάισελμπλουμ, ότι οι δανειστές έσωσαν τις τράπεζες, αυτό που λένε πολλοί αναλ… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της τη μεγάλη φοροδιαφυγή. Η ΕΕ και οι μεγαλύτερες οικονομίες… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Ρωτήθηκα στην ΕΡΤ αν μια συγκυβέρνηση με το νέο φορέα της κεντροαριστεράς θα ήταν «καλύτερη». Ιδεολογικά ναι, θα ήθ… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Θετικό για την πολιτική ζωή όταν κάποιος σηκώνεται από το facebook και τον καναπέ και πηγαίνει να ψηφίσει -στα Παρα… twitter.com/i/web/status/9… 6 days ago
  • Από τους Σωτήρη Ξενάκη και Ανδρέα Παπαδόπουλο στα @parapolitika FM ρωτήθηκα για το θετικό και αρνητικό μήνυμα των χ… twitter.com/i/web/status/9… 6 days ago
  • Ινστιτούτο Βενετίας: Να διασφαλιστεί η επιστημονική αυτοτέλεια xydakis.gr/?p=10021 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 990,738 hits
Αρέσει σε %d bloggers: