You are currently browsing the tag archive for the ‘μικρομεσαίοι’ tag.

Ακόμη κι αν δεν ήσουν ποτέ φίλος ή ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ, εφόσον έζησες στην τεσσαρακονταετία του, οφείλεις να το λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν, σε οποιονδήποτε απολογισμό ή ανάλυση της συγκεκριμένης περιόδου. Μα πολύ σοβαρά. Για να το πούμε πολύ αδρά: μελετώντας την πορεία και τους μετασχηματισμούς του ΠΑΣΟΚ, μελετούμε την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας, σε μια μακρά περίοδο με μοναδικά ιστορικά χαρακτηριστικά και με πρωτοφανέρωτες εκδιπλώσεις του κοινωνικού σχηματισμού.

Το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, με την περίοδο μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Υπό μία έννοια μάλιστα, την περίοδο 1974-81, έως την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν μεταβατική περίοδο, σαν αργή μετάβαση στην καθαυτή μεταπολίτευση που συντελείται με την ονομασθείσα Αλλαγή του ’81.

Η αλλαγή του ’81 σηματοδοτεί την ανάδυση και επικράτηση της πολιτικής έκφρασης των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, μια κοινωνική κίνηση που είχε ξεκινήσει δυναμικά στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’60, και η οποία ανεκόπη βιαίως από τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και την επταετή στρατιωτική δικτατορία. Σε εκείνη την περίοδο, που βαφτίστηκε εύστοχα από τον Στρατή Τσίρκα «χαμένη άνοιξη», μπορούμε να εντοπίσουμε ψυχοκοινωνικά τις πηγές της δυναμικής του ΠΑΣΟΚ, από τον Σεπτέμβρη του 1974 έως την πρωτη διακυβέρνηση του 1981-85.

Ισως ακούγεται υπερβολική η σύνδεση του 1981 με τα προδικτατορικά ’60s, αλλά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις ιστορικές περιόδους αποσπασμένες απ’ ό,τι προηγείται. Τα αιτήματα για απελευθέρωση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών, στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, είχαν διατυπωθεί από τότε με οξύτητα, αν όχι και με διαύγεια, από τα λαϊκά στρώματα. Ας μη λησμονούμε ότι στο μεταίχμιο, από το ’50 προς το ’60, παρ’ όλους τους ρυθμούς ανάπτυξης, οι προσφερόμενες οδοί ανέλιξης, προσωπικά και κοινωνικά, ήταν πολύ περιορισμένες: αναγκαστική αστυφιλία, μαζική μετανάστευση, ανισότητα, περιορισμένη πρόσβαση στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση, φτώχεια, μαζική ανεργία: το 1961 η ανεργία καταγραφόταν στο 27,6%, όσο και στη σημερινή χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Η κορύφωση της πανευρωπαϊκής χρυσής τριακονταετίας αρχίζει να συμβαίνει στην Ελλάδα μέσα στο ’60. Η ανάπτυξη της οικοδομής, η γενίκευση της υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας, το τραγούδι, το σινεμά, η εισαγόμενη ευφορία, όλα καταγράφουν τη διόγκωση των προσδοκιών για ευημερία, τη διαμόρφωση μιας νέας διάνοιας, το φούσκωμα του λαϊκού ποταμιού. Το μωσαϊκό της Ενωσης Κέντρου δεν κατόρθωσε να εκφράσει πλήρως και λυσιτελώς αυτό το πολύμορφο κοινωνικό ρεύμα. Επρεπε να περιμένουμε το ’74 και όλη την περίοδο έως το ’81.

Ο σχηματισμός του ΠΑΣΟΚ, το φθινόπωρο του ’74, μου θύμισε φίλος πολιτικός επιστήμων, εμβριθής μελετητής της μεταπολεμικής ιστορίας, συντελέσθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και με αυτοοργάνωση των μαζών. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, είχαν συγκροτηθεί αυθορμήτως περίπου τετρακόσιες επιτροπές πρωτοβουλίας πανελληνίως. Αυτό δεν είχε προηγούμενο σε περίοδο ειρήνης. Ας το πούμε και διαφορετικά: το κοινωνικό ποτάμι που είχε εκτραπεί το ’60-’70, έψαχνε να βρει την κοίτη του έκτοτε· θα την έβρισκε, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν δεν προσφερόταν η πρόσκληση ΠΑΣΟΚ. Οι κοινωνικές δυνάμεις των Ιουλιανών ’65, των χωριατόπαιδων που κατέκλυζαν τα πανεπιστήμια, των νεομικροαστών που αυτοαναγνωρίζονταν στο διαμέρισμα πολυκατοικίας με λουτρό και ηλεκτρικό ψυγείο, των baby boomers που μεγάλωναν με τους Κένεντι, τον Ωνάση, τους Μπιτλς και το Απόλλων 11 στη Σελήνη, όλο αυτό το πλήθος των αυτοδημιούργητων ανοικοδομητών απαιτούσε χώρο, όλο τον κοινωνικό χώρο, με δημοκρατία, ισότητα, ελευθερία λόγου και σκέψης, πολιτικές ελευθερίες. Τα πήρε. Με παλινωδίες, κόπο, παραμορφώσεις, παρανοήσεις, άθλους και αθλιότητες. Πήρε περίπου είκοσι χρόνια.

Ακόμη κι έτσι πάντως, η νέα πολιτική έκφραση, που γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 από την παλαιά θρεπτική ιλύ του ’60, χρειάστηκε επτά χρόνια, ώς το ’81, για να καταστεί ηγεμονική και να ολοκληρώσει τη μεταπολίτευση. Ο,τι συνέβη μετά την πρώτη, ορμητική και ελπιδοφόρα διακυβέρνηση, με προφανή ορόσημα το 1989 και το 2004, και κατάληξη την πτώχευση του 2010, είναι εν πολλοίς μια πορεία αναδιάταξης των δυνάμεων εξουσίας και αναδιανομής του πλούτου, και μια διαδικασία μετασχηματισμού των πλειοψηφικών μικρομεσαίων, σε επίπεδο συνείδησης, αναπαράστασεων και προσδοκιών. To ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία…

Advertisements

paragka_karagkiozi

Πριν από τέσσερα χρόνια, τέτοιες μέρες, περπατούσα στην Αθήνα και αφουγκραζόμουν τα πλησιάζοντα. Οχι ευκρινώς· η πραγματικότητα απέβη πιο ζοφερή εντέλει, ωστόσο ήδη τον Δεκέμβριο του 2009 στους δρόμους του άστεως μπορούσες να μυρίσεις εντροπία και μια νέα διάνοια να ανατέλει. Να πώς: Κολυμπούσα σαν υπνωτισμένος μες στη στερεοτυπική εορταστικότητα: τα παράφωνα κάλαντα, οι σακούλες με τα δώρα και τα περιττά, ο αμέριμνος καφές και το κονιάκ στα πεζοδρόμια, κι αυτή η στερεοτυπία χρειάζεται, σαν νοσταλγία γι’ αυτό που υπήρχε διαρκώς, χωρίς κανένα σημάδι διακοπής του. Μα διακόπηκε.

Ιδια είναι η στερεοτυπικότητα κατά το περίβλημα, όμως φέτος ο πυρήνας της είναι στεγνός, σκοτεινός, σαν καμένος. Περιέχει κάποιους χυμούς ωστόσο· όσο λιγοστεύουν οι χυμοί, τόσο πλησιάζουμε στην ψίχα, στην ουσία, στα στερνά χρειώδη, σαν την παρηγορητική ελάχιστη ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, φέτος στο Μπενάκη Πειραιώς: οι άνθρωποι παρασταίνονται οριζόντιοι, ξαπλωτοί, όμως άγρυπνοι, να ατενίζουν το στερέωμα ή το άπειρο, και παραδίπλα εικονίζονται στην ίδια στενόμακρη ξαπλωτή φόρμα τα αναγκαία τους, όλα: μια πλάκα σαπούνι, ένα χιονάτο πεσκίρι, νερό τρεχούμενο, ένα πιάτο φασολάδα, ένα ποτήρι κοκκινέλι. Αυτά. Από τα περιττά, στα χρειώδη. Τώρα λείπουν κι αυτά.

Η ζωή κυλάει ντεγκραντέ, από τα πλούσια κορεσμένα χρώματα, τα σπάταλα και περιττά, κυλάει ντεγκραντέ προς μια πολυγνώτεια παλέτα, (συν ολίγο λουλακί, συμπληρώνει ο Χρήστος), ελάχιστη κι όμως αυτάρκη. Πριν μπω στο ζωγραφικό ευχέλαιο του Μποκόρου, τριγύρισα στη βιογραφική έκθεση του Τσαρούχη, στις ηχογραφημένες αφηγήσεις του, στα βιοφωτογραφικά τεκμήρια του μεσοπολέμου και του ’50-’60, στις υπέρλαμπρες ζωγραφιές του ’30, γονιμοποίηση του Ματίς και του Καραγκιόζη. Και όσο βυθιζόμουν στην ομορφιά και τη χάρη αυτού του κόσμου, στη φτώχεια και τον πλούτο του, στη ζωική ορμή και την αισιοδοξία του, τόσο βούλιαζα στη θλίψη. Ο τσαρουχικός κόσμος, ο κόσμος του μοντερνισμού και της λαϊκότητας, του νεοαναγεννησιακού και της αστικότητας, μου φαινόταν αβάσταχτα ωραίος και νεκρικός, αβάσταχτα οικείος αλλά και ξένος, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Υπήρξαν ποτέ οι νοικοκυραίοι; Οι μικρομεσοαστοί και οι λαϊκοί ; Οι πρόσφυγες Ελληνες μετά το 1922, οι επήλυδες μετά το 1944 και το 1949, οι μετανάστες του ’50-’60, οι καταφερτζήδες επιβιωτές, οι έποικοι της πολυκατοικίας, οι σπουδαγμένοι babyboomers του ’70-’80; Υπήρξαν οι γονείς μας ως νοικοκυραίοι, που έχτισαν σπίτια και μαγαζιά, σπούδασαν παιδιά και προίκισαν εγγόνια; Υπήρξαμε εμείς ως νοικοκυραίοι;

Δυσκολεύομαι να πω. Τέσσερα χρόνια από την πρώτη αναλαμπή του ιστορικού ρήγματος, όταν πρωτοείδα καθαρά την γνώριμη ζωή να ξεθωριάζει, δυσκολεύομαι πια και να θυμηθώ πώς υπήρξαμε νοικοκυραίοι, ευημερούντες ελευθεροεπαγγελματίες και παραγωγοί, κουβαρντάδες νονοί και ευωχούντες συμπότες. Λες και όλη η προηγούμενη ζωή συμπυκνώθηκε μες στα τέσσερα χρόνια της κρίσης, που διαρκώς αποχρωματίζουν την προτέρα ζωή και την κάνουν αχνή ανάμνηση, μια θαμπή αναπαράσταση με ανάμικτες χαρές και αμαρτίες, μια αναπαράσταση σφραγισμένη ορισμένως από τα τωρινά μας αισθήματα, άλλοτε να γέρνει προς τη γλύκα και το αγλάισμα, στο φως, κι άλλοτε να βουλιάζει στα σκούρα, στις σκιές και τη θλίψη.

Ακόμη και η λέξη, νοικοκύρης, σημαίνει τόσο διαφορετικά πράγματα, σήμερα και τότε. Ηταν συκοφαντημένος στο ηρωικό χιπ εννοιολόγιο της νιότης μας, ποτισμένο από το «Αντισταθείτε» του Κατσαρού και το «Ballad of a thin man» του Ντύλαν· ήταν ένας δειλός συντηρητικός ανθρωπάκος, με χαμηλό ορίζοντα και υλόφρονες φιλοδοξίες, ήταν ο Φαρισαίος στην ηθογραφική φαρσοκωμωδία, ήταν ο φοβισμένος γείτονας κι ο σιωπηλός πατέρας μες στη δικτατορία. Σήμερα σκέφτομαι ότι δεν ήταν μόνο αυτό ο νοικοκύρης· ήταν συνάμα κι ένας ήρως με παντούφλες. Ηταν κι άλλα πολλά, η προκοπή ως αξία, η έγνοια για τους δικούς του ανθρώπους, τα οικογενειακά και κοινοτικά δίκτυα, η λαχτάρα για γράμματα, η δίψα για ειρήνη και δημοκρατία.

Μπρος-πίσω, απ’ το ’09 στο ’13, σε δρόμους παλιούς. Διαπερνώ τους τοίχους των πολυκατοικιών του ξέθωρου σαστισμένου ελληνισμού, βλέπω ακόμα αναμμένα τα LED της ζωής, σκέψεις και αισθήματα να ανατέλλουν πάλι, την περηφάνια, τα δίκτυα, την φιλαλληλία, το άφοβο κοίταγμα στην ιστορία.

Από τα βάθη του ’09 κρατάω αυτό το επικούρειο, το καίριο: «Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος· και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».

Το πολιτικό στερέωμα μετασχηματίζεται με εντυπωσιακά ταχύ ρυθμό, σε σχέση με το παρελθόν. Τα πολιτικά γεγονότα είναι πολλά και πυκνά, δείχνουν ώσμωση μεταξύ χώρων, κινητικότητα προσώπων, κερματισμό και ανασύνθεση. Ολα έχουν τη σημασία τους: η πανηγυρική ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα από την Ευρωπαϊκή Αριστερά σε υποψήφιο πρόεδρο της Κομισιόν, η κίνηση των 58 για αναδιάταξη της κεντροαριστεράς, η μεγάλη πλειοψηφία που έλαβε ο Φώτης Κουβέλης επανεκλεγόμενος πρόεδρος μια διχασμένης ΔΗΜΑΡ.

Η σταδιακή αποσάθρωση του ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας του μνημονίου, άφησε κενό χώρο, δηλαδή αδέσποτους εκλογείς και ορφανά κοινωνικά στρώματα. Αυτό τον πληγωμένο και σαστισμένο μικρομεσαίο κόσμο, την πλειονότητα του εκλογικού σώματος, διεκδικούν ο ΣΥΡΙΖΑ, με όρους μιας νέας ηγεμονίας, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, η οποία επανέφερε τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» στη ρητορική της για να διαφοριστεί από την υπό διαμόρφωση Ελιά· και πιο πρόσφατα η Ελιά των 58, με περισσότερα πασοκογενή στοιχεία αυτή, πιο μεταπολιτική και ασαφής ως προς τα κοινωνικά της μηνύματα.

Παρότι όμως οι πολιτικές διεργασίες επιταχύνονται, υστερούν ως προς τις κοινωνικές διεργασίες. Οι πολιτικοί σχηματισμοί κινούνται με εντυπωσιακή βραδύτητα, σε σύγκριση με τις τεκτονικές μετατοπίσεις μέσα στο κοινωνικό σώμα. Δεν καταφέρνουν να στοιχηθούν ευκρινώς με τα νεοπαγή κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που ανέδειξε η κρίση, κυρίως με την οδυνηρά μετασχηματιζόμενη μεσαία τάξη. Ακόμη και ο παλαιότερος και συμπαγέστερος των προειρηθέντων σχηματισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ, αναζητεί ακόμη τον προγραμματικό λόγο που θα καταφέρει να συσπειρώσει την εκλογική κρίσιμη μάζα.

Πέρα από τα εκλογικά ποσοστά: το σημαντικότερο σε αυτή την ιστορική μετάβαση είναι πώς θα εκφραστούν πολιτικά οι ανάγκες και οι προσδοκίες των πληγέντων από την κρίση. Πώς θα συγκροτηθεί μια συνολική επίγνωση: αφενός μια συνείδηση για τα εγχώρια και διεθνή αίτια, αφετέρου, το κρισιμότερο, μια συνείδηση των αναγκαίων δράσεων για να αναταχθεί η χώρα με όρους συνοχής και δικαιοσύνης.

Υπό αυτή την έννοια, οι αλλαγές ρητορικής, ιδεών, συμμαχιών, οι μετατοπίσεις και οι ανασυνθέσεις, προοικονομούν μια βαθύτερη αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής, πολύ βαθύτερη από όσο καταγράφηκε στις εκλογές του 2012 και από όσο φαίνεται στις δημοσκοπήσεις. Στο σημείο ζέσεως η πολιτική καλείται να ακολουθήσει την κοινωνία, λαχανιασμένα, σχεδόν πανικόβλητα. Η κοινωνία, με τη σειρά της, είναι πολυδιαιρεμένη, υλικά και βουλητικά· οι γονατισμένοι δεν ελπίζουν τίποτε, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το πολιτικό, ακόμη και τις υποσχέσεις στήριξης από την Αριστερά, ακόμη και την αντισυστημική βαναυσότητα της Χρυσής Αυγής. Αλλοι, όχι τόσο απελπισμένοι, θέλουν να εκφραστούν, αλλά ταλαντεύονται άθυμα ανάμεσα σε ριζοσπαστικές, μετριοπαθείς και τυχοδιωκτικές φωνές· κι εδώ όμως ζυγίζει βαριά η δυσπιστία προς την πολιτική, παρότι δεν εγκαταλείπεται το πολιτικό. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, πάνω σε κοινωνικά ερείπια, η πολιτική δεν μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω, με παραδοσιακούς τρόπους επιρροής ή χειραγώγησης.

Η φορολόγηση επί της κατοχής ακίνητης περιουσίας, αδιακρίτως και χωρίς κλιμάκωση, και όχι επί της προσόδου από αυτή την περιουσία, και μάλιστα επί αντικειμενικών αξιών που δεν έχουν πια καμία σχέση με τις αγοραίες αξίες, και μάλιστα σε μια αγορά ακινήτων όχι παγωμένη αλλά ανύπαρκτη, μπορεί να αποδειχθεί κομβική πράξη, με απρόβλεπτες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Ουσιαστικά πρόκειται για δυνάμει δήμευση της ατομικής ιδιοκτησίας, στο μέτρο που πολλοί, παρά πολλοί Ελληνες πολίτες, ήδη με απομειωμένο είσόδημα, έως και 50%, δεν θα μπορέσουν να πληρώσουν τους καταλογιζόμενους φόρους. Δηλαδή, αψηφώντας κάθε έννοια αναλογικότητας και κάθε εκτίμηση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας, το κράτος αμφισβητεί έργω το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Μα είναι δυνατόν; Είναι, αν φθάσουμε στα άκρα τη λογική αυτής της φορολόγησης. Κι αν αναλογισθούμε επίσης ότι ήδη έχει καταστρατηγηθεί το δικαίωμα στην εργασία: ενάμισι εκατομμύριο άνεργοι είναι το ζωντανό παράδειγμα.

Είναι φανερό ότι για τον διττό στόχο της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της εξυπηρέτησης του δυσβάστακτου χρέους προκαλείται μια βίαιη κοινωνική αναδιάταξη, ένας βαθύς και ταχύτατος μετασχηματισμός: ο παραγωγικός κορμός της ελληνικής κοινωνίας είναι μικροϊδιοκτήτες, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, ιδιωτικοί υπάλληλοι. Αυτοί είναι η μεσαία τάξη, αυτοί κινούσαν και κινούν την χώρα. Αυτοί οι άνθρωποι τώρα κινδυνεύουν να τα χάσουν όλα· όχι μόνο την εργασία τους, το επάγγελμά τους, το μαγαζί ή την επιχείρησή τους, το σπίτι τους και την ακίνητη περιουσία τους. Κινδυνεύουν να χάσουν την ταυτότητά τους, τις συντεταγμένες της ύπαρξής τους, τις προσδοκίες του βίου τους.

Υποψιάζομαι ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι και δανειστές δεν αντιλαμβάνονται την έκταση και το βάθος της συντελούμενης κοινωνικής εξάρθρωσης. Ισως δεν έχουν τον απαιτούμενο χρόνο ή αρκετά δεδομένα για να κατανοήσουν τι ακριβώς συμβαίνει στην πτωχευμένη Ελλάδα. Ισως δεν τους βοηθούν και οι πανικόβλητοι Ελληνες αξιωματούχοι, έτσι στριμωγμένοι που είναι ανάμεσα στους άτεγκτους ξένους και τον απεγνωσμένο ντόπιο πληθυσμό. Δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου, υπάρχει μόνο σχέδιο συμπίεσης, τριάμισι χρόνια τώρα.
Ισως στα μυαλά κάποιων ολίγων, ξένων και εγχώριων, να υπάρχει ένα σχέδιο, με ιδεοληψία ή υστεροβουλία: να μετατραπεί το πλήθος των μκρομεσαίων μικροϊδιοκτητών σε πλήθος ακτημόνων φτηνοεργατών· μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια να ανατραπεί εκ θεμελίων μια κοινωνική διάταξη που σχηματίσθηκε σταδιακά σε περισσότερο από μισό αιώνα. Ισως. Αλλά αυτό πια είναι σχέδιο ανδραποδισμού.

Σε κάθε περίπτωση, η βιαίως επιχειρούμενη υπαλληλοποίηση και ακτημοσύνη θα διαμορφώσει, διαμορφώνει ήδη, πολιτικά υποκείμενα εντελώς απρόβλεπτα, που θα εκφραστούν αναλόγως απρόβλεπτα, οδηγούμενα μόνο από το ένστικτο επιβίωσης, εκτός συμβάσεων και κανόνων. Αυτά τα νεοπαγή υποκείμενα κανείς πολιτικός λόγος εκ των υπαρχόντων δεν θα καταφέρει να τα εκφράσει λυσιτελώς και ομαλά, όταν η διαρκής συμπίεση τα φτάσει στο σημείο θραύσεως.

H 39η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ λειτουργεί σαν πρόβα κηδείας του συγκεκριμένου πολιτικού σχηματισμού, αλλά και σαν ευκαιρία ιστορικού απολογισμού σε εθνικό επίπεδο. Οι συνιδρυτές και κληρονόμοι του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, οι λαθρεπιβάτες και οι εκσυγχρονιστές, οι αποσυνάγωγοι και οι αποδράσαντες, έχουν να πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Σε καμία απ’ όσες ακούστηκαν εντούτοις δεν περείχετο αυτοκριτική· περίσσεψαν η αυταρέσκεια, η αμηχανία κι ένας μόλις κρυπτόμενος πανικός για το άδηλο μέλλον, ευνοήτως: το κόμμα συγκροτήθηκε διαχρονικά ως αυτοαναπαραγόμενο απαράτ, ως συμπαγής συντεχνία προεστών, οι οποίοι ενέμοντο όχι μόνο την κυβερνητική εξουσία αλλά κάθε πεδίο του δημόσιου χώρου, από τις ΔΕΚΟ και τα συνδικάτα έως την αυτοδιοίκηση και τις τράπεζες. Ιδου ο πανικός: ο ανθρωπότυπος ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να επιζήσει εκτός εξουσίας. Ούτε μπορεί να παράγει πολιτική. Ως εκ τούτου, τα φρόνιμα, πλην ανιαρά και προβλέψιμα, λόγια του Κ. Σημίτη για ανασύσταση της κεντροαριστεράς με νέες ιδέες όπως το 1974, απευθύνονταν σε μια σάλα γεμάτη ερείπια και στάχτες. Και το κυριότερο: σε μια ριζικά διαφορετική ιστορική συγκυρία από του ’74.

Το ΠΑΣΟΚ εφάρμοσε ένα μείγμα σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος και λαϊκισμού. Η μαζική δημόσια παιδεία, που είχε ξεκινήσει από τη μεταρρύθμιση Παπανούτσου, το ΕΣΥ, η δειλή αλλά υπαρκτή αναδιανομή εισοδήματος, η διαχείριση ελλειμμάτων και χρέους, ήταν η καθυστερημένη εφαρμογή του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος, μετά τις ανώμαλες περιόδους του μετεμφυλίου και της δικτατορίας. Ελλιπώς και αδόμητα. Σημαντικότερες ήταν οι μεταρρυθμίσεις που επηρέασαν το συλλογικό φαντασιακό: η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου. Και βέβαια η μερική ανανέωση των ηγεμονικών ελίτ με νέα πρόσωπα, που εξέφραζαν τα ανερχόμενα μικρομεσαία στρώματα, την ατμομηχανή του ΠΑΣΟΚ.

Η παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη παρέσυρε αφεύκτως και το ΠΑΣΟΚ, ιδίως μετά το ιστορικό ρήγμα του 1989. Η πολιτική του εφεξής τροφοδοτήθηκε από την παραδοσιακή δεξαμενή του λαϊκισμού και του κορπορατισμού, εμπλουτιζόμενη από την ευρωλατρία και έναν εκλεκτικιστικό μπλερισμό. Σοσιαλισμός συν χρηματιστήριο. Τσάροι οικονομίας και τραπεζίτες όμνυαν στους θεούς των αγορών που έφερναν φτηνό χρήμα, και το ΠΑΣΟΚ κέρδισε δύο εκλογές υποσχόμενο ευρωπαράδεισο και κινητοποιώντας τις φυλές των ΔΕΚΟ.

Η πολιτική, ηθική και διανοητική φθορά είχε επέλθει πολύ πριν την μοιραία κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Οι κορυφές είχαν παραδοθεί ή αλωθεί στις δυνάμεις της διαπλοκής προ πολλού, από τη δεκαετία του ’90. Ο πλουτισμός και ο καθεστωτισμός είχαν διαποτίσει τα στελέχη μέχρι μυελού, το μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης είχε χάσει κάθε ηθικό έρεισμα, και η κατάρρευση του 2009-10 ουσιαστικά έδειξε και τη διανοητική αποσάθρωση.

Αυστηροί, σκληροί, οργισμένοι, απορριπτικοί ― είμαστε με το ΠΑΣΟΚ. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι η 39χρονη ιστορία του είναι εν πολλοίς και η ιστορία μας, η ιστορία της ελληνικής μεταπολίτευσης, οι αντινομίες, τα επιτεύγματα, οι προσδοκίες, οι διαψεύσεις. Και η ώριμη στιγμή για το ξεπέρασμά του.

balibar POLITIS[1] elefantis

Καθώς κοντεύουμε να κλείσουμε τρία χρόνια βύθισης στην κρίση, και ενώ διανύουμε ήδη την δεύτερη μνημονιακή εποχή, με την τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση, αντιλαμβανόμαστε ότι, παρ’ όλα τα πάθη και τον πόνο, είμαστε τουλάχιστον λίγο σοφότεροι πολιτικά. Μετά το παρατεταμένο σοκ, αντιλαμβανόμαστε ότι ο πρώτος χωρισμός σε φιλομνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, που προσέλαβε εμφυλιακούς χαρακτήρες, έχει λίγο-πολύ ξεθυμάνει. Σήμερα, μέσα από τα σωρευόμενα ερείπια του παλαιού συστήματος διακρίνονται ήδη άλλοι διαχωρισμοί και άλλες συγκρούσεις, στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο.

Στο κοινωνικό πεδίο επανεμφανίζονται οι ταξικοί διαχωρισμοί με πρωτοφανή σφοδρότητα, σχεδόν ξεχασμένη κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του ευδαιμονισμού και ενός ιδιότυπα «βολεματικού» κοινωνικού συμβολαίου. Η κρίση ανέστειλε βιαίως τους όποιους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς, τους πελατειακούς έστω, εξοντώνοντας τους αδύναμους και βάζοντας τους μικρομεσαίους σε κατάσταση διαρκούς απειλής. Η τέτοιας έντασης και βάθους υπονόμευση του κοινωνικού συμβολαίου κινητοποιεί αναλόγως σφοδρά τους απειλούμενους: το αμέριμνο πλήθος καταναλωτών/πελατών αναγκάζεται να θυμηθεί την ιδιότητα του πολίτη, να γίνει λαός. Ή να μεταπέσει σε όχλο, έρμαιο της μνησικακίας.

Αυτές οι διαδοχικές μεταπτώσεις μάς φέρνουν ενώπιον νέων διακρίσεων και διαχωρισμών στο πολιτικό πεδίο. Εδώ βλέπουμε, από τις απαρχές ήδη της κρίσης, να φουντώνει η διάκριση σε λαϊκιστές και αντιλαϊκιστές. Πολύ αδρά, οι αντιλαϊκιστές, συνήθως υποστηρικτές ή ανεχόμενοι τα μνημόνια, χαρακτηρίζουν υποτιμητικά λαϊκιστές τους συνήθως πολέμιους των μνημονίων. Υπό τους όρους αυτούς συναθροίζονται γενικευτικά και απλουστευτικά δεξιοί, αριστεροί, ακροαριστεροί, φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, κομμουνιστές, νεοναζί, εθνικιστές, ακόμη και μετριοπαθείς. Είναι η νέα διαχωριστική γραμμή, μια μαγική, αποτροπαϊκή κορδέλα διαρκώς μετατοπιζόμενη και διαστελλόμενη για να τους χωρίζει όλους σε όλα.

Βεβαίως η συζήτηση περί λαϊκισμού δεν είναι τόσο νέα όσο η εμπειρία ύφεσης και πτώχευσης, όσο η εμπειρία μνημονιακής λιτότητας. Είναι πολύ παλαιότερη. Με μια μεγάλη διαφορά: στο παρελθόν, το φαινόμενο του εγχώριου λαϊκισμού, όπως αυτός εκφράστηκε κυρίως στην πασοκική πρακτική στη δεκαετία ’80, απασχόλησε αριστερούς διανοουμένους και επιστήμονες, μεταξύ άλλων τους Αγγελο Ελεφάντη (Στον αστερισμό του λαϊκισμού, 1991), Αντώνη Λιάκο (1989), Λυριτζή και Σπουρδαλάκη (1990). Σήμερα, αντιθέτως, παλαιοδεξιοί, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, πρώην και νυν πασόκοι, κατηγορούν για λαϊκισμό τους αριστερούς κυρίως, και μια μερίδα της λαϊκής δεξιάς. Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: οι κυβερνώντες αδιαλλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θεμελιωτές της λαϊκιστικής διακυβέρνησης και τροφοδότες του πελατειακού κράτους, βγάζουν τους εαυτούς τους έξω από το ιστορικό συνεχές, και κατηγορούν τους αντιπολιτευόμενους επί λαϊκισμώ.

Αλλά ποιον ακριβώς λαϊκισμό; Τον ακροδεξιό, αντιδραστικό, εθνορατσιστικό, εσωστρεφή, μισαλλόδοξο λαϊκισμό του ΛΑΟΣ ή της Χρυσής Αυγής; Ή τον αριστερό λαϊκισμό που ρητορεύει για την απώλεια της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας; O Ετιέν Μπαλιμπάρ ορίζει ακόμη και έναν «θετικό λαϊκισμό», και ο κάθε άλλο παρά λαϊκιστής Ντανιέλ Κον Μπεντίτ βρίσκει σε αυτόν τον «θετικό λαϊκισμό» μια χρήσιμη λειτουργία υπό τις παρούσες συνθήκερς αποπολιτικοποίησης.

Ο λαϊκισμός δεν είναι ένας, ομοούσιος, στατικός και ουσιοκρατικός· ως έκφραση του πολιτικού είναι δυναμικός και διαρκώς ανασημασιοδοτούμενος. Στη σημερινή συγκυρία ερειπίων επιπλέον, μια πολιτική αφήγηση που βασίζεται σε στατικές εννοιολογήσεις κινδυνεύει να αποβεί περισσότερο αντιδραστική από τον καταγγελόμενο εχθρό: εν προκειμένω, η αντιλαϊκιστική ρητορική αλληθωρίζει έναντι της ποικιλόμορφης ζέουσας πραγματικότητας, πετώντας μαζί με τα βρωμόνερα του λαϊκισμού και τον λαό.

Κι εδώ φτάνουμε στον κρίσιμο πυρήνα της συζήτησης: τι σημαίνει σήμερα λαός, λαϊκή κυριαρχία, νομιμοποίηση πηγάζουσα από τη λαϊκή βούληση; Η κρίση κατέδειξε τις αδυναμίες και τον φενακισμό της μεταδημοκρατίας, όσες εκάλυπτοντο ή ελάνθαναν κάτω από την ευμάρεια των δανεικών· κατέδειξε δραματικά τις ανισότητες, τα δημοκρατικά ελλείμματα στην αντιπροσώπευση, ακόμη και την απειλητική υποκατάσταση της ισοπολιτείας από την κυριαρχία ανεξέλεγκτων ελίτ, κατ’ ευφημισμόν αρίστων. Τη στιγμή της ρήξης, οι ελίτ αναδιπλώθηκαν, αλλά όχι για ανανέωσή τους με νέες δυνάμεις και νέες ιδέες, αλλά για να επιβάλουν μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση έναντι μιας πολιτικής κυβέρνησης, δηλαδή για να επιβάλουν ένα κλειστό αυτοαναπαραγόμενο σύστημα εξουσίας, που λογοδοτεί περιορισμένα ή και καθόλου, και να αποκλείσουν ένα ανοιχτό, διαρκώς ανανεούμενο και ανακλητό σύστημα εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την εγχώρια αργκό, το ανοιχτό ονομάζεται λαϊκιστικό, ανατολικό, βαλκάνιο, κοντολογίς κακό· το κλειστό και ελεγχόμενο από αυτοοριζόμενους «άριστους», ονομάζεται αντιλαϊκιστικό, εκσυγχρονιστικό, φιλοευρωπαϊκό κ.ο.κ.

Ας κινηθούμε προς τα εμπρός, πέραν των διαχωρισμών. Το μέγα πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, δεν είναι το δίπολο λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός. Το πρόβλημα είναι η επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο, δραστικής, και η επαναθεμελίωση της δημοκρατίας.

Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου των Νικόλα Σεβαστάκη και Γιάννη Σταυρακάκη, «Λαίκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση», εκδ. Νεφέλη.

Η πρωτοφανής κρίση που πλήττει την Ελλάδα, ακόμη κι ενταγμένη στο διεθνές περιβάλλον κρίσης, καταδεικνύει εγχώριες αδυναμίες και ασθένειες του πολιτικού συστήματος, του δημόσιου βίου, της παραγωγικής δομής. Σχεδόν όλοι κάνουν λόγο για το τέλος της μεταπολίτευσης· πολλοί μάλιστα σπεύδουν να εντοπίσουν όλες τις πηγές της κρίσης στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και στις νοοτροπίες που αναπτύχθηκαν. Κάποιοι φτάνουν να υποστηρίζουν ότι όλη η μεταπολίτευση ήταν ένα τεράστιο και διαρκές σφάλμα· ο τρόπος που έζησαν και πολιτεύθηκαν οι Ελληνες οδηγούσε αναπόδραστα στην παρούσα καταστροφή.

Ηταν όλη η μεταπολίτευση ένα λάθος; Πήραμε τη ζωή μας λάθος; Υπάρχει καταφανής ανάγκη για αυτοκριτική και αναχώνευση των όσων ζήσαμε μετά το 1974. Η ανάλυση και κατανόηση είναι το πρώτο βήμα για ανάκαμψη και υπέρβαση της κρίσης. Χρειάζεται όμως προσοχή: η σφοδρότητα των συμβαινόντων θολώνει την κρίση· ο πόνος, η οργή, η κατάπληξη μπορεί να οδηγούν σε βιαστικά συμπεράσματα, σε ισοπεδωτικές κρίσεις, σε μαζικές απορρίψεις. Αναλύοντας τα τερατώδη λάθη της μεταπολίτευσης μπορεί να οδηγηθούμε σε άλλα τερατώδη λάθη, αναλόγως μοιραία.

Ενα πρώτο λάθος σε αυτή την σαρωτική κριτική της μεταπολίτευσης είναι η αυθαίρετη και αδιαφοροποίητη περιοδολόγηση: η πτώση της δικτατορίας είναι αναμφίβολα ένα πολιτικό ορόσημο, αλλά οι κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες δεν ξεκίνησαν αιφνιδίως το 1974 ούτε διακόπηκε όλη η ζωή το 1967. Πολλές κοινωνικές διεργασίες που είχαν αρχίσει στη δεκαετία του ’60 έχασαν την ορμή τους με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αλλά δεν εξαφανίστηκαν· άλλαξαν κοίτη και δυναμική. Εξάλλου μέσα στην επταετία εμφανίζονται καινοφανείς συμπεριφορές, αναδύονται νέες κοινωνικές ομάδες ευνοημένων, αρχίζει να εμπεδώνονται νέες τάσεις καταναλωτισμού και διασκέδασης. Η χώρα μπορεί να υπέφερε από έλλειψη πολτικών ελευθεριών, αλλά δεν ήταν στεγανή στα μηνύματα της διεθνοποιημένης ποπ κουλτούρας, ούτε καν στο πνεύμα αμφισβήτησης του Μάη ’68 και των χίππις.

Υπό αυτή την έννοια, πολιτισμικά και κοινωνικά η «χαμένη άνοιξη» του ’60 προβάλλει μέσα στην επταετία 1967-74: τα λαϊκά-εργατικά στρώματα συνεχίζουν να μικροαστικοποιούνται, η ανοικοδόμηση και η αστυφιλία εντείνονται, η κοινωνική κινητικότητα συνεχίζεται απρόσκοπτα. Η δωρεάν παιδεία, η επέκταση της μέσης εκπαίδευσης και τα πανεπιστήμια προσφέρουν στα παιδιά των ασθενέστερων στρωμάτων όχι μόνο μόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση, αλλά και τα ασφαλή μέσα για κοινωνική-οικονομική άνοδο. Και ακριβώς αυτή η πληθυσμιακή ομάδα με τα ρευστά κοινωνικά χαρακτηριστικά, οι απρόβλεπτοι φοιτητές, θα διαδραματίσουν ρόλο καταλύτη στις πολιτικές εξελίξεις όταν η χούντα θα έχει πια κουραστεί.

Οι φοιτητές, περιβεβλημένοι την αίγλη της αντιδικτατορικής αντίστασης και του Πολυτεχνείου, θα πρωταγωνιστήσουν και τα πρώτα χρόνια μεταπολιτευτικά χρόνια: από τις τάξεις τους θα αντλήσουν νέο αίμα τα αριστερά κόμματα, τα οποία επανέρχονται στο προσκήνιο της νομιότητας αποδεκατισμένα και γερασμένα, έχοντας χάσει επαφή τόσο με την μεταλασσόμενη ελληνική κοινωνία, όσο και με τα νέα πολιτιστιτικά ρεύματα του ’60-’70. Μαζί τους οι ποικίλης προέλευσης και νοοτροπίας αντιστασιακοί.
Από αυτές τις δεξαμενές, και από τη δεξαμενή του προδικτατορικού ανδρεϊκού Κέντρου, θα αντλήσει στελέχη και ιδεολογία το ΠΑΣΟΚ, συγκροτούμενο γύρω από τη χαρισματική και ριψοκίνδυνη προσωπικότητα του αρχηγού του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε το προειρηθέν συνεχές, από το ’60 ώς το ’80, συμπεριλαμβάνοντας στους κόλπους του νοοτροπίες, συμπεριφορές, ιδέες και ήθη υπό διαμόρφωσιν, αλλά κυρίως τις πυρακτωμένες προσδοκίες των διευρυνόμενων και ανερχόμενων μικρομεσαίων. Το ΠΑΣΟΚ τους έδωσε όνομα, πρόσωπο και χώρο.

Το μικρομεσαίο πλήθος διεκδίκησε πρωταγωνιστική θέση στην κοινωνία με το σφρίγος του, με την ενισχυμένη οικονομική και επαγγελματική του θέση, και με την πανεπιστημιακή μόρφωσή του. Η συμβατικά ονομαζόμενη γενιά του Πολυτεχνείου και η αμέσως επόμενη γενιά της Μεταπολίτευσης απαρτίζονται εν πολλοίς από άτομα με πτυχίο ανώτατης σχολής. Εχουν από πολύ νωρίς εμπειρίες πολιτικών αναμετρήσεων, εξουσίας και διοίκησης. Αναπόφευκτα, αρκετοί απ’ αυτούς θα εισέλθουν στις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ και θα τις ανανεώσουν εν μέρει. Μαζί τους θα κουβαλήσουν και τις αποσκευές της καταγωγής τους, μικροαστικής ή αγροτικής-επαρχιακής, τις πολιτιστικές αναζητήσεις τους, το γούστο τους. Ολα αυτά κυμαίνονται: από τη δημώδη και λαϊκή παράδοση, αμετουσίωτη ή περασμένη από τις επεξεργασίες της Γενιάς του ’30 και της ηττημένης μεταπολεμικής Αριστεράς, έως τα ελαφρολαϊκά και τα ντίσκο της χούντας, έως τη ροκ κουλτούρα που βαθμαία προβάλλει ηγεμονική στους νεότερους.

Μετά τη δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, και ιδίως μετά το άλλο μεταπολιτευτικό ορόσημο, το βρώμικο ’89, που συμπίπτει με την ιστορική πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όλα τα προηγούμενα ρευστά, ταξικά, ιδεολογικά, πολιτιστικά, συγκροτούνται σε μια νέα δυναμική. Το μικρομεσαίο πλήθος οργανώνεται σε συντεχνίες, με την παρότρυνση του ΠΑΣΟΚ και προς όφελός του: από εκεί και από το υπερτροφοδοτούμενο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, το ΠΑΣΟΚ αντλεί στελέχη, νομιμοποίηση και ισχύ. Η Ευρώπη προσφέρει αφειδώς οικονομικούς πόρους για συνοχή και σύγκλιση. Η Νέα Δημοκρατία αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ.

Το τελευταίο ορόσημο πριν την παρούσα πτώση, είναι η κορύφωση της φενάκης, από τα τέλη της δεκαετίας ’90, με την έκρηξη του Χρηματιστηρίου έως την ένταξη στην ευρωζώνη το 2002 και το καλοκαίρι της ολυμπιακή και ποδοσφαιρικής μέθης. Το 2004 το κύμα, που φούσκωνε από τη δεκαετία του ’60, έσκαγε αυτάρεσκα στον κόλπο της Ισχυράς Ελλάδος, δαφνοστεφούς και ευρωπαίας.

Εξι χρόνια αργότερα, το μικρομεσαίο πλήθος, πληβειοποιημένο και διαψευσμένο, έκαιγε την Αθήνα. Είχε περάσει μισός αιώνας.

«Απαγορεύεται να σου μιλάω». Στίχοι: Ντέλλα Ρουφογάλη. Μουσική: Χάρης Παμφίλης. Πρώτη εκτέλεση: Τόλης Βοσκόπουλος. Φωτ.: Η Ντέλλα με τον τότε σύζυγό της, υποστρατηγό Μιχάλη Ρουφογάλη, διοικητή της ΚΥΠ επί δικτατορίας.

[…]

Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική μεσαία τάξη, απέραντη και αδιαφοροποίητη, είδε να καταστρέφεται ανεπανόρθωτα η συνθήκη ευπρεπούς διαβίωσης και να απειλείται η συνθήκη αξιοπρεπούς επιβίωσης. Η κατάσταση ραγδαίας αποπτώχευσης επιδεινώνεται από την απουσία κοινωνικού διχτυού προστασίας και από την ταυτόχρονη αποδυνάμωση του κράτους λόγω δημοσιονομικής αποστράγγισης.

Αυτή η απότομη μετάπτωση των υλικών προϋποθέσεων του βίου δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί ομαλά· το ένστικτο επιβίωσης αφυπνίζεται βίαια και εκβάλλει ορμητικά, ανά πίδακες: σαν αγανάκτηση, σαν τυφλή οργή, σαν φόβος, σαν απόγνωση. Την πολυτέλεια της έλλογης αντίδρασης έχουν πλέον μόνο όσοι διατηρούν την εργασία τους, κάποια υλικά αποθέματα: αυτοί διαπνέονται από φόβο, μήπως χάσουν και αυτά τα λίγα που διαθέτουν. Ως εκ τούτου ο φόβος μετριάζει την οργή και υπαγορεύει μια συμπεριφορά πιο συντηρητική. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε, διότι τα έχουν χάσει όλα, δεν έχουν καν την πολυτέλεια της οργής: παραδίδονται στην απόγνωση.

Η διάκριση θυμικού – λογικής άρα, που ακούγεται τώρα σαν ερμηνευτικό σχήμα του θρυμματισμένου και πολωμένου πολιτικού τοπίου, πρέπει να τεθεί ορθότερα με τέτοιους όρους: φόβος – απόγνωση. Οσοι μπορούν ακόμη να νιώσουν φόβο κι όσοι είναι τόσο απελπισμένοι που δεν φοβούνται τίποτε χειρότερο.

Ισως είναι άκαιρο, αλλά ας το επιχειρήσουμε: Κάτω από το υλικό ρήγμα, το ρήγμα στη βιοτή και στην ύπαρξη, χάσκει κι άλλο ρήγμα πιο σκοτεινό και βαθύ· ρήγμα στην κοινωνική συνοχή, στην αίσθηση του συνανήκειν, ρήγμα πολιτισμικό και ψυχικό. Η ραγδαία επιδεινούμενη ανισότητα καταδεικνύει νέους ταξικούς διαχωρισμούς, με πρωτοφανή ένταση, τέτοια που η νεοελληνική κοινωνία δεν θυμόταν επί σχεδόν μισό αιώνα. Ο διαχωρισμός μάλιστα βιώνεται ψυχικά όχι μόνο βάσει της διάκρισης “έχοντες και μη έχοντες”, αλλά πολύ βαθύτερα, στο πεδίο της γυμνής ύπαρξης: σαν διάκριση μεταξύ αυτών που σώζονται και αυτών που βουλιάζουν. Αυτή η ελλοχεύουσα διάκριση δρα σαν βόμβα διασποράς στο κοινωνικό σώμα, στο μέτρο που θραύει τις συμβατικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και μετασχηματίζει βίαια τη συλλογική ψυχή.

Μετά το κατώφλι του φόβου, στην περιοχή της απόγνωσης, αίρονται οι αυτοπεριορισμοί, οι αναστολές, οι ενοχές, οι μετουσιώσεις των αρχέγονων ενορμήσεων, όλα τα σχήματα που παράγουν πολιτισμό. Τώρα ο πολιτισμός, ο δύσθυμος πολιτισμός της πτώχευσης και της χρεοκοπίας του βίου, προσλαμβάνεται σαν πηγή δυστυχίας. Σε κατάσταση αθυμίας, σε υπαρξιακό limbo, όταν η ύπαρξη βιώνεται σαν διαρκές ρήγμα και πτώση, χωρίς προσδοκία φωτός, όλα μπορούν να συμβούν.

Κάπως έτσι μπορεί να αναγνωσθεί η λεγόμενη ακραία πολιτική συμπεριφορά, η ακραία ψήφος λόγου χάριν, η ψήφος εναντίον του συστήματος ― ό,τι κι αν εννοεί σύστημα ο εκλογέας μέσα σε τέτοια θυμική-υπαρξιακή καταιγίδα. Κάπου εκεί θα ανιχνεύσουμε το υλικό υπόστρωμα της πολιτικής αστάθειας: σε ένα κοινωνικό σώμα που το διατρέχουν ηλεκτρικά φορτία φόβου και απόγνωσης.

Ενώπιον αυτής της πολυρηγμάτωσης υπάρξεων και συνειδήσεων, τα καθήκοντα όποιας ηγεσίας αναδυθεί, όποιας κυβέρνησης προκύψει από την εκλογή της 17ης Ιουνίου, είναι τεράστια και πολύμορφα. Το πιο επείγον όμως είναι η άμεση υλική ανακούφιση των απελπισμένων και η ψυχική τους επανασύνδεση με το σώμα των επιπλευσάντων. Αυτή είναι η ουσιώδης επαναδιαπραγμάτευση: η ανάκτηση της ανθρωπιάς. Τα θύματα της κρίσης δεν είναι οι ανάξιοι, οι χειρότεροι, οι απόβλητοι, όπως πιθανότατα αισθάνεται ένας νοικοκύρης οικογενειάρχης που έμεινε άνεργος. Ο κοινωνικός βίος δεν είναι άλογος, δεν είναι αρένα μίσους, δεν είναι το χομπσιανό σύμπαν του bellum omnium contra omnes: αυτό πρέπει πρώτα να αποκατασταθεί.

Αυτή η αποκατάσταση, που τίποτε δεν έχει να κάνει με αποκατάσταση της παλαιάς ερειπωμένης τάξης, είναι δυνητικά έναρξη αναγέννησης. Είναι οι σπίθες μες στη στάχτη.

Ζητιάνοι, πρεζάκια, πλανόδιοι πωλητές, φυλές των φαναριών. Ανάμεσά τους, με το φως της μέρας, κυκλοφορούν και μικρομεσαίοι Ελληνες, από ανάγκη, επειδή πρέπει να βρίσκονται εκεί, επειδή περνούν απ’ εκεί, επειδή ξέμειναν οι δουλειές τους εκεί. Οταν πέσει η νύχτα, οι μικρομεσαίοι εξαφανίζονται, εκτός από όσους έχουν τα σπίτια τους εκεί: είναι αυτοί που ζουν εκτός πολιτεύματος, όπως περιγράφει τον εαυτό του φίλος κάτοικος Πατησίων.

Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2010-11. Καθρεφτίζεται ένα κράτος, μια διοίκηση, ένα πολιτικό σύστημα και ένας λαός, που περιφρόνησαν τον δημόσιο χώρο, τον συλλογικό βίο, το κοινό καλό, το σχέδιο, την ταυτότητα, που στρουθοκαμήλισαν ενώπιον της ζωής με κλισέ ορθοφροσύνης, που φάνηκαν οπισθόβουλοι, συμφεροντολόγοι, απαθείς, κυνικοί, κατά συρροήν και κατ΄εξακολούθησιν.

Η μεσαία τάξη, παγωμένη και έμφοβη, δεν θέλει να δει την προεικόνισή της: Εξω από κάθε μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας, που κλείνει και μένει ξενοίκιαστο, πένθιμο, στήνεται σκουπιδαριό και δημόσιο ουρητήριο. Το άφησε ο μαγαζάτορας, ο ιδιώτης, έγινε οιονεί δημόσιο, το άφησαν όλοι: ακόμη και οι οδοκαθαριστές του δήμου. Αυτή η εικόνα, βγαλμένη από δυστοπικά μυθιστορήματα και ταινίες, βγαλμένη από βίαια ντοκιμαντέρ και βίντεο ειδήσεων, θα ‘πρεπε να στοιχειώνει τον ύπνο των Ελλήνων. Με υπερφορτωμένες και υποβαθμιζόμενες υποδομές, με σχολεία και νοσοκομεία σε φθίση, με τον κοινωνικό μισθό ισχνό ή ανύπαρκτο, με το νόμιμο εισόδημα συρρικνούμενο, με την παραοικονομία υπό πίεση, με το κράτος χρεοκοπημένο, με τους κυβερνήτες λίγους και άσχετους, ελπίζει άραγε ο Ελληνας ότι τα πράγματα θα φτιάξουν; Μαγικά;

Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνιδα, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι έχοντες δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι πάνω από τη φτώχεια, αλλά μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του. Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 997.564 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: