You are currently browsing the tag archive for the ‘μετανάστευση’ tag.

Η είσοδος μεταναστών και προσφύγων στην Ελλάδα έχει απασχολήσει με πολλούς τρόπους την ελληνική κοινωνία και την πολιτική διοίκηση, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλην, τις περισσότερες φορές, ατελέσφορα. Στις προσεγγίσεις συχνά περίσσευαν η προχειρότητα και οι βραχυπρόθεσμες διευθετήσεις, μαζί με συγκάλυψη των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος. Συχνά επίσης το μεταναστευτικό έγινε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και χειρισμού φοβιών. Ελλειψε η ολοκληρωμένη μελέτη και ένα σχέδιο διαχείρισης με συνοχή, διάρκεια και προσαρμοστικότητα.

Μόνο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και τη δοαφοροποιημένη ροή, έχουμε μια πρώτη απόπειρα ολοκληρωμένης πολιτικής: αυστηρός έλεγχος των συνόρων, οργανωμένα κέντρα κράτησης και επαναπατρισμός, εθελούσιος και υποβοηθούμενος ή αναγκαστικός. Σε αυτή τη στροφή συνέβαλε η αύξηση της κοινοτικής χρηματοδότησης, για υποδομές και νέες λειτουργίες.

Για πρώτη φορά από τότε, μια πρωτότυπη έρευνα αξιολογεί τις εφαρμοσθείσες πρακτικές, δίνοντας έμφαση στην κοστολόγηση και στην αποτελεσματικότητα. Πρόκειται για το άρτι ολοκληρωθέν Σχέδιο Μίδας (Midas Project), των ερευνητριών του ΕΛΙΑΜΕΠ κ. Αννας Τριανταφυλλίδου, Αγγελικής Δημητριάδη και Δανάης Αγγελή, το οποίο θα παρουσιαστεί δημοσίως στις 30 του μηνός, στο Impact Hub, στου Ψυρρή. Ουσιαστικά πρόκειται για το πρώτο εργαλείο-μόνιτορ πάνω στην ασκηθείσα μεταναστευτική πολιτική του διαστήματος 2008-2013, με σύνδεση κόστους-αποτελέσματος.

Πολλά τα ενδιαφέροντα ευρήματα και οι παρατηρήσεις των ερευνητριών. To πιο ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμα: η παρατεταμένη κράτηση, σε χώρους όπως το στρατόπεδο της Αμυγδαλέζας, εκτός από αντιανθρώπινη και συχνά παράνομη, είναι και μάταιη, είναι αναποτελεσματική και πανάκριβη. Το κόστος της Αμυγδαλέζας υπολογίζεται σε 10,5 εκατομμύρια ετησίως. Σε σύγκριση, η Ελλάδα το διάστημα 2008-2013 απορρόφησε από την Ε.Ε. (Ταμείο Επαναπατρισμών) 130 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο το 50% διατέθηκε για επαναπατρισμό. Το 32% διατέθηκε για τις εγκαταστάσεις κράτησης. Συνολικά, κατά τη συγκεκριμένη πενταετία, η Ελλάδα διέθεσε μισό δισεκατομμύριο ευρώ για συνοριακή επιτήρηση (61%), χορήγηση ασύλου (10%) και επαναπατρισμό (29%). Ο έλεγχος του Αιγαίου είναι το πιο δαπανηρό πεδίο: 76 εκατομμύρια ευρώ το 2014, 62,3 εκατ. το 2013, σύμφωνα με το υπουργείο Ναυτιλίας.

Η αχίλλειος πτέρνα της τρέχουσας πολιτικής είναι η κράτηση, κι αυτό πέραν των αιτιάσεων για τις άθλιες συνθήκες και τον συνήθως παράλογο χρόνο κράτησης. Σύμφωνα με την έρευνα, κάθε κρατούμενος κοστίζει 16 ευρώ ημερησίως· για τους περίπου 5.000 κρατούμενους σήμερα, το κόστος είναι 28,7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η πρόβλεψη είναι για 7.500 κρατούμενους, με κόστος 43,2 εκατ., σχεδόν όσος όλος ο προϋπολογισμός του 2013 για κράτηση και επαναπατρισμό.

Σε αντιπαραβολή, το κόστος επαναπατρισμού είναι 1.240 ευρώ ανά άτομο. Απαξ. Ο ναύλος σε αεροσκάφος της γραμμής είναι 404 ευρώ, με συνήθεις προορισμούς Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αφγανιστάν, Ιράκ, Κίνα. Στο κόστος οικειοθελούς επαναπατρισμού περιλαμβάνεται χρηματικό βοήθημα 400 ευρώ. Πολλοί οικονομικοί μετανάστες δέχονται να επιστρέψουν εθελοντικά. Οι προερχόμενοι από εμπόλεμες ζώνες (Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία) αρνούνται φυσικά· αλλά αυτοί πρέπει να θεωρούνται πρόσφυγες πολέμου. Η ροή από τις εμπόλεμες ζώνες αναμένεται να ενισχυθεί, χωρίς εύκολες λύσεις. Μόνο η συντονισμένη και μοιραζόμενη ευθύνη των χωρών της Ε.Ε. μπορεί να βοηθήσει.

Ευλόγως, προτείνεται να ενισχυθούν οι εργασίες αναγνώρισης και ταυτοποίησης κατά την είσοδο, η παροχή βοήθειας και η όσο το δυνατόν συντομότερη επιστροφή των μεταναστών στις πατρίδες τους. Η κράτηση γεννά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει ― η παροδική ενίσχυση της μικροοικονομίας που προκαλούν δεν πρέπει να επηρεάζει τη μακρόπνοη πολιτική.

Advertisements

Rembrandt_Harmensz._van_Rijn_135

Μια από τις σοβαρότερες ανησυχίες των Γερμανών αναλυτών για το μέλλον της πατρίδας τους είναι η σταθερή και επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού της, ο δημογραφικός μαρασμός. Προβάλλοντας την παρούσα κατάσταση στο μέλλον, η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Έτος ενεργού γήρανσης 2012, περιέγραψε ότι το εργατικό δυναμικό της Γερμανίας θα μειώνεται κατά 200.000 ετησίως, για τη δεκαετία 2010-2020. Η περαιτέρω προβολή δείχνει ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάποια ανατροπή, στη Γερμανία οι συνταξιούχοι, από το 31% του πληθυσμού που ήταν το 2010, θα φτάσουν το εφιαλτικό 57% το 2045.

Το ίδιο συμβαίνει στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης: σήμερα αντιστοιχούν τέσσερα άτομα παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών) ανά έναν συνταξιούχο (άνω των 65 ετών), το 2060 όμως θα αντιστοιχούν μόνο δύο παραγωγικά άτομα για κάθε συνταξιούχο. Για όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ οι εκτιμήσεις για τις δημογραφικές μεταβολές του εργατικού δυναμικού μεσοπρόθεσμα, το 2020-2060, είναι αρνητικές. Μόνο η Ιρλανδία θα καλπάζει δημογραφικά, ακολουθούμενη από τη Μ. Βρετανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία.

Δυστυχώς και σε αυτό το κρίσιμο πεδίο, η Ελλάδα είναι ο αρνητικός πρωταθλητής. Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η χώρα μας έχει τον περισσότερο γηράσκοντα πληθυσμό μεταξύ των κρατών της Ε.Ε.: οι γέροι αυξάνονταν με ρυθμό 21,4% στα έτη 2001-2006, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 17,2%. Κατά την Eurostat, το 2050 το 32,1% του ελληνικού πληθυσμού θα έχει ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών, έναντι 16,6% που ήταν το 2000. Η εκτίμηση έγινε το 2007, πολύ πριν η χώρα χτυπηθεί από την κρίση και επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο οι δείκτες γεννητικότητας και μετανάστευσης. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα είχε τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων στην Ε.Ε.: 9%, μαζί με την Ιταλία. Χειρότερες ήταν μόνο η Γερμανία και η Πορτογαλία, με 8,4% και 8,5% αντίστοιχα. Η εκτίμηση για την εξέλιξη του εργατικού δυναμικού (ηλικίας 20-64) είναι εξόχως ανησυχητική: από το 2020 έως το 2060, δηλαδή σε μιάμιση γενιά περίπου, το παραγωγικό δυναμικό θα είναι μειωμένο κατά 15%.

Οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού είναι προφανείς και δύσκολα αντιστρέψιμες. Επηρεάζει δυσμενώς το συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό σύστημα, τις υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας, μειώνει το νέο δυναμικό που εντάσσεται στην εργασία, εξασθενεί την εθνική άμυνα, εξασθενεί την εσωτερική ζήτηση, προσανατολίζει την επιχειρηματικότητα στη γεροντική ζήτηση, εξασθενεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Με δυο λόγια, μια κοινωνία γερόντων σκέφτεται και δρα γεροντικά, αμυντικά, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, χωρίς τόλμη και οραματισμό, χωρίς ρίσκα, χωρίς φαντασία.

Αυτή την παγίδα γήρατος και κοντόθωρου συντηρητισμού περιγράφουν οι Γερμανοί αναλυτές για τη χώρα τους και τα κέντρα λήψεως αποφάσεων: μια κοινωνία που ζει όπως ο Εμπενέζερ Σκρουτζ, γύρω από το πουγκί, ξορκίζοντας το μέλλον. Ομως δεν υπάρχει Πνεύμα των Χριστουγέννων για τα γηρασμένα έθνη.

Στην Ελλάδα η δομική δημογραφική κάμψη, εκφραζόμενη έως πρόσφατα ως υπογεννητικότητα, παίρνει απειλητικές διαστάσεις καθώς ενισχύεται από τη σφοδρή οικονομική και κοινωνική κρίση μετά το 2010. Οι μαζικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, η πρωτοφανής ανεργία, η μετανάστευση, δρουν σωρευτικά και ενισχυτικά πάνω στη δημογραφική κάμψη. Το 2011 για πρώτη φορά οι θάνατοι υπερέβησαν τις γεννήσεις· ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 4.671 άτομα. Το 2012 οι θάνατοι στην Ελλάδα υπερέβησαν τις γεννήσεις κατά 16.300, ενώ εμφανώς αρνητικό ήταν και το ισοζύγιο μετανάστευσης: έφυγαν 44.200 περισσότεροι από όσους ήρθαν.

Η φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού επιδρά καταλυτικά στη γεννητικότητα, η οποία είχε περάσει τα όρια συναγερμού ήδη πριν από την κρίση: ο δείκτης γονιμότητας σήμερα είναι 1,3 (παιδιά ανά μητέρα σε αναπαραγωγική ηλικία), έναντι του επιθυμητού δείκτη 2,3 και του απολύτως αναγκαίου 2,1. Ποιος θα φέρει στον κόσμο παιδιά, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τους δικούς του όρους επιβίωσης; Η υπογεννητικότητα και η σύστοιχη γήρανση, μαζί με την φτωχοποίηση και την έλλειψη προοπτικής, απειλούν τον ελληνικό λαό πολλαπλώς, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα, βιολογικά, αλλά και ιστορικά, στη μέση διάρκεια. Πλάι στους ορατούς, αθέατοι πλην βαθύτατοι μετασχηματισμοί συντελούνται στο κοινωνικό σώμα, φυγοκεντρήσεις και θραύσεις, καταστροφικές για τη συνοχή και την ελάχιστη αναγκαία αυτοσυνειδησία. Στα χρόνια της αμεριμνησίας του λαϊφστάιλ κυριάρχησε η ρηχή νεολαγνεία, στα χρόνια της Υφεσης τη διαδέχτηκαν η γεροντίλα και ο μαρασμός.

Ζωγραφική: Ρέμπραντ, Η τελευταία αυτοπροσωπογραφία.

Ακόμη κι αν δεν ήσουν ποτέ φίλος ή ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ, εφόσον έζησες στην τεσσαρακονταετία του, οφείλεις να το λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν, σε οποιονδήποτε απολογισμό ή ανάλυση της συγκεκριμένης περιόδου. Μα πολύ σοβαρά. Για να το πούμε πολύ αδρά: μελετώντας την πορεία και τους μετασχηματισμούς του ΠΑΣΟΚ, μελετούμε την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας, σε μια μακρά περίοδο με μοναδικά ιστορικά χαρακτηριστικά και με πρωτοφανέρωτες εκδιπλώσεις του κοινωνικού σχηματισμού.

Το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, με την περίοδο μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Υπό μία έννοια μάλιστα, την περίοδο 1974-81, έως την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν μεταβατική περίοδο, σαν αργή μετάβαση στην καθαυτή μεταπολίτευση που συντελείται με την ονομασθείσα Αλλαγή του ’81.

Η αλλαγή του ’81 σηματοδοτεί την ανάδυση και επικράτηση της πολιτικής έκφρασης των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, μια κοινωνική κίνηση που είχε ξεκινήσει δυναμικά στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’60, και η οποία ανεκόπη βιαίως από τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και την επταετή στρατιωτική δικτατορία. Σε εκείνη την περίοδο, που βαφτίστηκε εύστοχα από τον Στρατή Τσίρκα «χαμένη άνοιξη», μπορούμε να εντοπίσουμε ψυχοκοινωνικά τις πηγές της δυναμικής του ΠΑΣΟΚ, από τον Σεπτέμβρη του 1974 έως την πρωτη διακυβέρνηση του 1981-85.

Ισως ακούγεται υπερβολική η σύνδεση του 1981 με τα προδικτατορικά ’60s, αλλά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις ιστορικές περιόδους αποσπασμένες απ’ ό,τι προηγείται. Τα αιτήματα για απελευθέρωση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών, στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, είχαν διατυπωθεί από τότε με οξύτητα, αν όχι και με διαύγεια, από τα λαϊκά στρώματα. Ας μη λησμονούμε ότι στο μεταίχμιο, από το ’50 προς το ’60, παρ’ όλους τους ρυθμούς ανάπτυξης, οι προσφερόμενες οδοί ανέλιξης, προσωπικά και κοινωνικά, ήταν πολύ περιορισμένες: αναγκαστική αστυφιλία, μαζική μετανάστευση, ανισότητα, περιορισμένη πρόσβαση στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση, φτώχεια, μαζική ανεργία: το 1961 η ανεργία καταγραφόταν στο 27,6%, όσο και στη σημερινή χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Η κορύφωση της πανευρωπαϊκής χρυσής τριακονταετίας αρχίζει να συμβαίνει στην Ελλάδα μέσα στο ’60. Η ανάπτυξη της οικοδομής, η γενίκευση της υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας, το τραγούδι, το σινεμά, η εισαγόμενη ευφορία, όλα καταγράφουν τη διόγκωση των προσδοκιών για ευημερία, τη διαμόρφωση μιας νέας διάνοιας, το φούσκωμα του λαϊκού ποταμιού. Το μωσαϊκό της Ενωσης Κέντρου δεν κατόρθωσε να εκφράσει πλήρως και λυσιτελώς αυτό το πολύμορφο κοινωνικό ρεύμα. Επρεπε να περιμένουμε το ’74 και όλη την περίοδο έως το ’81.

Ο σχηματισμός του ΠΑΣΟΚ, το φθινόπωρο του ’74, μου θύμισε φίλος πολιτικός επιστήμων, εμβριθής μελετητής της μεταπολεμικής ιστορίας, συντελέσθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και με αυτοοργάνωση των μαζών. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, είχαν συγκροτηθεί αυθορμήτως περίπου τετρακόσιες επιτροπές πρωτοβουλίας πανελληνίως. Αυτό δεν είχε προηγούμενο σε περίοδο ειρήνης. Ας το πούμε και διαφορετικά: το κοινωνικό ποτάμι που είχε εκτραπεί το ’60-’70, έψαχνε να βρει την κοίτη του έκτοτε· θα την έβρισκε, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν δεν προσφερόταν η πρόσκληση ΠΑΣΟΚ. Οι κοινωνικές δυνάμεις των Ιουλιανών ’65, των χωριατόπαιδων που κατέκλυζαν τα πανεπιστήμια, των νεομικροαστών που αυτοαναγνωρίζονταν στο διαμέρισμα πολυκατοικίας με λουτρό και ηλεκτρικό ψυγείο, των baby boomers που μεγάλωναν με τους Κένεντι, τον Ωνάση, τους Μπιτλς και το Απόλλων 11 στη Σελήνη, όλο αυτό το πλήθος των αυτοδημιούργητων ανοικοδομητών απαιτούσε χώρο, όλο τον κοινωνικό χώρο, με δημοκρατία, ισότητα, ελευθερία λόγου και σκέψης, πολιτικές ελευθερίες. Τα πήρε. Με παλινωδίες, κόπο, παραμορφώσεις, παρανοήσεις, άθλους και αθλιότητες. Πήρε περίπου είκοσι χρόνια.

Ακόμη κι έτσι πάντως, η νέα πολιτική έκφραση, που γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 από την παλαιά θρεπτική ιλύ του ’60, χρειάστηκε επτά χρόνια, ώς το ’81, για να καταστεί ηγεμονική και να ολοκληρώσει τη μεταπολίτευση. Ο,τι συνέβη μετά την πρώτη, ορμητική και ελπιδοφόρα διακυβέρνηση, με προφανή ορόσημα το 1989 και το 2004, και κατάληξη την πτώχευση του 2010, είναι εν πολλοίς μια πορεία αναδιάταξης των δυνάμεων εξουσίας και αναδιανομής του πλούτου, και μια διαδικασία μετασχηματισμού των πλειοψηφικών μικρομεσαίων, σε επίπεδο συνείδησης, αναπαράστασεων και προσδοκιών. To ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία…

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαιώνουν ό,τι σωρεύει η καθημερινή εμπειρία: το ρεύμα μετανάστευσης αυξάνεται εντυπωσιακά. Από το 2009 έως το 2011, η μετανάστευση Ελλήνων προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης αυξήθηκε κατά 170%. Το 2012, ένας στους τέσσερις Ελληνες επιθυμούσε να μεταναστεύσει μόνιμα, το 4% το σχεδίαζε για τον επόμενο χρόνο.

Μόνο στη Γερμανία, την τελευταία τριετία μετανάστευσαν 25.000 Ελληνες, πολλοί εκ των οποίων είναι γιατροί, μηχανικοί, εκπαιδευμένοι επιστήμονες και επαγγελματίες. Προ μηνών υπουργός του κρατιδίου Β. Ρηνανίας – Βεστφαλίας μου περιέγραφε την κατάσταση στην κοιλάδα του Ρουρ, την βιομηχανική καρδιά της Γερμανίας· πώς προσπαθούν να κάνουν πιο άνετη και ενδιαφέρουσα τη ζωή στις κωμοπόλεις της περιοχής για να προσελκύσουν εργαζόμενους στη βιομηχανία. Θέλουμε πολύ να έρθουν τεχνικοί απ’ όλη την Ευρώπη, η Γερμανία αντιμετωπίζει οξύ δημογραφικό πρόβλημα, ο πληθυσμός της γερνάει. Παρατήρησα ότι πολλοί νέοι Ελληνες αναζητούν εργασία στη Γερμανία, ιδίως οι πολυπροσοντούχοι επιστήμονες. Αχ, θέλουμε πολύ να έρθουν! απάντησε. Και η επίσης γερασμένη Ελλάδα, με το τρύπιο ασφαλιστικό σύστημα, τι θ’ απογίνει; ρώτησα. Εχετε δίκιο, αλλά τι να κάνουμε; Κι εμείς τους χρειαζόμαστε πολύ, απάντησε. Ηταν ειλικρινής και ευγενέστατη. Εργαζόταν με θέρμη για το μέλλον της πατρίδας της.

Σκέφτηκα αν συνειδητοποιούμε το μέγεθος της δημογραφικής καταστροφής, την απειλή εθνικού μαρασμού που ορθώνεται μπροστά μας. Οι Ελληνες μεταναστεύουν μαζικά για τρίτη φορά μέσα σε έναν κύκλο αιώνα: αρχές του 20ού αιώνα προς Αμερική, 1950-60 προς Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, δεκαετία 2010 προς πάσα κατεύθυνση. Την παρούσα φάση χαρακτηρίζει η φυγή όχι ανειδίκευτων εργατών αγροτικής καταγωγής, αλλά επιστημόνων και τεχνικών με πανεπιστημιακή εκπάιδευση, η οποία έχει πληρωθεί αδρά από τις οικογένειες καταγωγής και το ελληνικό κράτος.

Επιπλέον, το brain drain διεξάγεται σε έδαφος σοβαρής από χρόνια υπογεννητικότητας, προκληθείσας από άλλους κοινωνικούς παράγοντες, η οποία όμως φαίνεται να επιδεινώνεται ραγδαία εξαιτίας της κατάρρευσης των εισοδημάτων και της γενικευόμενης ανασφάλειας των μεσοστρωμάτων. Και χειρότερα: η έκρηξη της ανεργίας φέρνει το ασφαλιστικό σύστημα ακόμη πλησιέστερα στο σημείο μηδέν, στο μέτρο που οι εργαζόμενοι είναι πια λιγότεροι από της μη εργαζόμενους. Οταν οι νέοι φεύγουν και όσοι μένουν είναι εκτός εργασίας ή σε mini jobs, ποιοι θα πληρώσουν τις συντάξεις των ηλικιωμένων και την περίθαλψη όλων;

Για να διακοπεί εγκαίρως αυτή η πολλαπλώς θανάσιμη αιμορραγία σε εθνική-ιστορική κλίμακα, δεν αρκεί προφανώς να περιμένουμε να γεννηθούν έξι-εφτά χιλιάδες θέσεις εργασίας, όταν και όπως θα αποφασίσουν κάποια funds. Οι νέοι και οι άνεργοι πρέπει να οπλιστούν με κίνητρα, διευκολύνσεις και ευκαιρίες για να μπουν τώρα, αμέσως, στην εργασία· σε μεταβατικές δουλειές που θα οργανώσει το κράτος, ως μεγάλος εργοδότης ανάγκης, αλλά και σε δουλειές που πρέπει να ξαναδημιουργηθούν επειγόντως στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, στο πεδίο που υπέστη το τρομερότερο πλήγμα, στο πεδίο που προσφέρει το 85% των θέσεων εργασίας στην Ελλάδα. Το ισχύον περιβάλλον της φοροεπιδρομής απαγορεύει σε οποιονδήποτε να ανοίξει επιχείρηση ή να εργαστεί σαν ελευθεροεπαγγελματίας έντιμα. Με 27% φόρο από το πρώτο ευρώ, με 4.000 αναγκαστική ετήσια εισφορά ΤΕΒΕ, και αβάσταχτο ΙΚΑ υπαλλήλων, κανείς δεν τολμά να σκεφτεί να ανοιχτεί στο επιχειρείν· οι Ελληνες κάθονται αδρανείς, παγωμένοι, και φυτοζωούν με συντάξεις γερόντων. Παγωμένοι γύρω από το ξόδι της Ελλάδας..

Yπερωκεάνιον Πατρίς

Yπερωκεάνιον Πατρίς

Στο τέταρτο ταξίδι μου στην Αμερική, αξιώθηκα να επισκεφθώ το Ελις Αϊλαντ. Στο πλοίο γιαπωνέζες ντυμένες χάι-τεκ Μπάρμπι φωτογραφίζονταν αδιάκοπα. Περιπλανηθήκαμε με δέος στις μεγάλες αίθουσες και στα φωτογραφικά τεκμήρια, φουστανελάδες με μουστάκες, εβραίοι χασιδίτες, μαντιλοδεμένες βαλκάνιες με σαλβάρια.

Περισσότερο από περιέργεια, κάθισα στον υπολογιστή να βρω στα αρχεία τα ίχνη του Ελληνα προγόνου μου, που είχε φτάσει εδώ έναν αιώνα πριν από μένα, μετανάστης και όχι περιηγητής. Τον βρήκα.

***

Την 14η Μαρτίου 1911, ο παππούς μου Γεώργιος (Γιώρης) Ξυδάκης αποβιβάστηκε από το υπερωκεάνιο ‘Πατρίς’, της Εθνικής Ατμοπλοΐας της Ελλάδος, στο Ελις Αϊλαντ της Νέας Υόρκης. Ηταν 29 ετών. Τον παρέλαβε ο αδελφός του Νικηφόρος και αναχώρησαν για το Spokane, Washington, στο Βορειοδυτικό άκρο της αμερικανικής ηπείρου. Μου τύπωσαν τη σχετική σελίδα από το κατάστιχο.

Spokane, Washington. Τι να έκανε εκεί το 1911; Τόπος για κυνηγούς και χρυσοθήρες. Πού δούλεψε, πώς ζούσε; Ορυχεία, υλοτομία, σιδηρόδρομοι; Λίγο απ’ όλα.

Δύο χρόνια αργότερα ο Γεώργιος επέστρεψε στη γενέτειρά του Μύκονο. Παντρεύτηκε την Κατερίνα Γαλάτη, καταγόμενη από οικογένεια μαστόρων του Αϊβαλιού, τάζοντάς της ότι θα την πάρει στην Αμερική. Αντ΄αυτού, ο ΓΞ αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των αμπελιών, στην Κούτελα, πατρογονικών από τον 17ο αιώνα, και στην αγροκτηνοτροφία στις Μεγάλες Δήλες (Ρήνεια).

Θεοσεβής και πράος, έχων στην έρημο Ρήνεια ως απογευματινή συντροφιά ένα εξημερωμένο γεράκι (τον ‟Ζουγανέλο”), έκανε έξι παιδιά και δεκάδες εγγόνια και δισέγγονα, κι έφτασε τα ενενήντα τρία, πίνοντας κρασί και καπνίζοντας μισαδάκια Εθνος άφιλτρο σε καλαμένια πίπα.

Πολλές δεκαετίες μετά το μόνον της ζωής του ταξίδιον, έλεγε στα εγγόνια του ότι όπου να ‘ναι θα ξαναπάει στην Αμερική, υπαινισσόμενος τον Αλλο Κόσμο. Τέτοια, σκοτεινή, ήταν η Νέα Γη, στην εμπειρία του. Ο αδελφός του Νικηφόρος δεν επέστρεψε ποτέ ούτε έμαθαν πότε πέθανε.

Η γιαγιά μου η γαλανομάτα μέχρι που απόθανε, στα ενενήντα εφτά της, έλεγε: Ο κύρης σας με εγέλασε και αντί να με πάει στην Αμερική, μ’ έκλεισε στο χωριό.

***

Eνας αιώνας από το πρώτο κύμα μετανάστευσης· μισός αιώνα από το δεύτερο. Η ξενιτιά έχει περιοδικότητα μισού αιώνα. Τώρα άρχισε το τρίτο κύμα.

Στα δικά μας χρόνια, για δύο γενιές περίπου, η ξενιτιά έστεκε μισοαπολιθωμένη στα δημοτικά τραγούδια, στα ρεμπέτικα του μετανάστη Κατσαρού το Μεσοπόλεμο, και στα λαϊκά του 1960. «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο / η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ‘χω τον καημό σου / Τα ξένα τρων τα νιάτα σου, τρώνε την λεβεντιά σου», και «Μη με στέλνεις μάνα στη Αμερική / θε να μαραζώσω, να πεθάνω εκεί».

Την είχαμε απωθήσει. Μάλιστα ως μοντέρνοι και κοσμοπολίτες, χλευάζαμε τη νοσταλγία των αποδήμων, τον παλαιάς κοπής πατριωτισμό τους, το kitsch των μπρούκληδων, τα γκρίκλις της Αστόριας και της Μελβούρνης. Τους θεωρούσαμε καθυστερημένους, κολλημένους στα χρόνια της φτωχής πικρής Ελλάδας, όπως την άφησαν και μίσεψαν για να επιζήσουν. Διότι εν τω μεταξύ η χώρα αναπτύχθηκε, τόσο που οι Ελλαδίτες της ευμάρειας να πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη για ψώνια και να τα βρίσκουν όλα φτηνά με το ισχυρό ευρώ τους. Εως πρόσφατα.

Αυτά τα πρόσφατα χρόνια οι Ελλαδίτες υποδέχονταν άλλους φτωχούς αναγκεμένους, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, που έπαιρναν τις βαριές δουλειές, χωρίς πράσινη κάρτα, χωρίς χαρτιά. Παράνομοι μα χρήσιμοι, όπως ο σχεδόν μυθιστορηματικός Ανδρέας Κορδοπάτης, που απεπέμφθη στα λιμάνια εισόδου και απελάθηκε και ξαναπροσπαθούσε αδιάκοπα να πάει στην Αμερική. «Ταξίδευα τριάμισι μερόνυχτα. Χωρίς φίλους, χωρίς Έλληνες να κουβεντιάζω, μόνος μου σαν σακί δεμένο» (Θανάσης Βαλτινός, Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη). Φοβισμένοι και σκοτεινοί, όπως ο Τσερκεζής στο Λος Αντζελες: «Οι φίλοι μου με ηρώτων τι είχα και διατί τόσον σκεπτικός, αφού άλλοτε όταν ευρισκόμεθα εις τας Αθήνας ήμην πάντοτε εύθυμος και διασκεδαστικός εις την παρέαν, διατί τώρα μελαγχολώ;» (Σάββας Τσερκεζής, Ημερολόγιον του βίου μου: Αρχόμενον από του 1886).

Ανά πενήντα έτη ξεριζωμός και ξαναρίζωμα. Ο φίλος ποιητής Νίκος μου απαγγέλλει Λόρκα καθώς νυχτοπερπατάμε στο Μπάτερι, και Νικόλα Κάλα στην Αστόρια· ο Στέλιος μου δείχνει πού ήταν τα ελληνικά ανθοπωλεία και τα tenements, οι εργατικές πολυκατοικίες του πρώτου κύματος· ο Βαγγέλης μου αποκαλύπτει τις ενορίες και τους μπίζνεσμεν της Φιλαντέλφια. Ριζώματα σε ντάινες και Ivy League πανεπιστήμια: το τρίτο κύμα είναι γιατροί, μηχανικοί, υπερπροσοντούχοι επήλυδες και ικέτες. Κάθε πενήντα χρόνια, το υπερωκεάνιον Πατρίς μεταφέρει ένα κύμα νοσταλγών.

Mια διχογνωμία διατρέχει τον νεότερο ελληνισμό τους δύο τελευταίους αιώνες, απ’ τον καιρό του Ξεσηκωμού του 1821 ώς τις μέρες μας. Ανατολή ή Δύση; Πίσω από το αδρό αυτό δίλημμα στοιχίζονται πολλά συμφέροντα, ιδεασμοί, προκαταλήψεις. Και φυσικά η διχοστασία δεν είναι γεωγραφική· είναι πολιτική, γεωστρατηγική, οικονομική, ταξική, πολιτιστική, πνευματική, ψυχοϊστορική. Στη διπολική αυτή σύγκρουση κατασταλάζει συχνά η αναζήτηση ταυτότητας, διαρκής, κοπιώδης, αγωνιώδης· με ένταση κυμαινόμενη από την αμπελοφιλοσοφία έως τη βαριά συλλογική νεύρωση, κάποτε με χαρακτήρες εμφύλιας σύρραξης· με ποιότητα κυμαινόμενη, από τα υψηλά επιτεύγματα της τέχνης έως την ανταλλαγή ύβρεων και αφορισμών.

Η σοβούσα κρίση δεν κλονίζει μόνο τα σαθρά θεμέλια της κλεπτοκρατούμενης οικονομίας, και του πολιτικού συστήματος που τη διευθύνει· ταυτοχρόνως συνταράσσει τη συλλογική ψυχή, ξυπνάει πρωτόγνωρους φόβους, φόβους ένδειας, μνήμες υποτέλειας και ταπείνωσης, αισθήματα αυτοϋποτίμησης, αγωνία ταυτότητας εντέλει. Οταν η επίσημη Γερμανία αμφισβητεί τη δυνατότητα της Ελλάδας να κυβερνήσει τον εαυτό της, όταν τα λαϊκά ταμπλόιντ του Βορρά περιγράφουν τους Ελληνες σαν τεμπέληδες πονηρούς και κλέφτες, όταν η τραγωδία ταυτίζεται με την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, τότε οι Ελληνες ευλόγως αναρωτιούνται σε ποια Ευρώπη ανήκουν, τι είναι Ευρωπαίος, και, εκτείνοντας τη βάσανο, τι είναι Ελληνας και ελληνισμός.

Από τη βάσανο στα βάσανα. Η ίδια η αναζήτηση ταυτότητας είναι βάσανο, που χαρακτηρίζει κυρίως τα μικρά έθνη, και περισσότερο λαούς με μακρά ιστορία, βαριά παράδοση, αλλά αδύναμη θέση στο παρόν. Χαρακτηρίζει τους Ιρλανδούς, που αναζήτησαν την κέλτικη ρίζα τους κι έφτιαξαν κράτος υπό τη βαριά σκιά του Αγγλοσάξονα γείτονα και δυνάστη. Χαρακτηρίζει τους Εβραίους, που ξανάπλασαν τη γλώσσα τους και έχτισαν κράτος στον 20ό αιώνα, υπό το βάρος περιπλανήσεων και διωγμών. Χαρακτηρίζει και άλλους ανάδελφους, ξεμοναχιασμένους σε γλώσσες και τόπους, σε άλλοτε άλλο βαθμό, λ.χ. τους Σέρβους ή τους Ούγγρους.

Ο Μίλαν Κούντερα, Τσέχος της καφκικής Πράγας αλλά και παραμυθάς όλης της Ευρώπης, το περιγράφει έτσι: «Τα μικρά έθνη δεν είναι έννοια ποσοτική· δηλώνουν μια κατάσταση, ένα πεπρωμένο· τα μικρά έθνη δεν γνωρίζουν την ευτυχή αίσθηση του να βρίσκονται εδώ από πάντα και για πάντα· […] πάντοτε αντιμέτωπα με την αδαή αλαζονεία των μεγάλων, βλέπουν την ύπαρξή τους διαρκώς να απειλείται ή να αμφισβητείται· διότι η ύπαρξή τους είναι πρόβλημα» (P. Casanova, H παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων, εκδ. Πατάκη).

Την Ελλάδα το πεπρωμένο της την έφερε συχνά στο πεδίο όπου πάλευαν οι μεγάλοι. Ποδοπατήθηκε, χωρίς πάντα να φταίει, και χωρίς να μπορεί να το αποφύγει. Η γεωστρατηγική θέση της συχνά απέβαινε κατάρα, αυτή η θέση στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, Νότου και Βορρά. Η ίδια η γένεση του νεολληνικού κράτους συντελείται πάνω σε έναν μείζονα μετασχηματισμό: ενόσω η Δύση προβάλλει αιχμηρή και επιθετική πάνω στην τηκόμενη, υποχωρούσα Ανατολή. Το υπερδανεισμένο Πρότυπον Βασίλειον καθρέφτιζε περισσότερο τις προσδοκίες των Προστάτιδων Δυνάμεων και λιγότερο τις αντικρουόμενες προσδοκίες του πολύμορφου ελευθερωμένου ελληνισμού. Η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα σε φραγκοφορεμένους και φουστανελάδες εγκαθιδρύεται από τις πρώτες στιγμές του αγώνα για ελευθερία και υπονομεύει την ίδια την ελευθερία.

Ελλειψη αλληλοκατανόησης, σύγκρουση συμφερόντων, παραδόσεις που αφίστανται: από τη μια, η καταγωγή του μεσαιωνικού ελληνισμού, με γλωσσική και θρησκευτική ενότητα, από την άλλη, ο νεωτερικός εθνικισμός και ο διαφωτισμός, εντόπιοι διά μετακενώσεως. Αγροτοποιμένες, οργανωμένοι σε οικογένειες και κοινότητες· αστοί και έμποροι οργανωμένοι σε συντεχνίες και εταιρείες. Ολοι μαζί συγκρότησαν έθνος· δίγλωσσο, δίβουλο, διχασμένο, που εντούτοις ενώνεται και εκδιπλώνεται συντιθέμενο σε ώρες ανάγκης, και σταδιακά μιλάει την ίδια γλώσσα, αφομοιώνει παλαιότατους Ελληνες πρόσφυγες της Ανατολής, και πλουτίζει απ’ αυτούς, συνθέτει τολμηρά έναν μοντέρνο εαυτό μες στον αιματηρό 20ό αιώνα. Κινούμενοι πάντα αμφίπλευρα: πρόσφυγες εξ Ανατολών, μετανάστες προς Δυσμάς. Μόνο στην 50ετία 1960–2010 παύει η μετανάστευση – αλλά φουντώνει η μετακένωση.

Τώρα; Ο Τζέιμς Τζόις, προικίζει τον ήρωά του Στίβεν Δαίδαλο με τρία όπλα: τη σιωπή, την εξορία και την πονηριά. Τα όπλα και οι κατάρες του Οδυσσέα.

Η προαναγγελθείσα απεργία πείνας των μεταναστών, που αρχίζει σήμερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με αίτημα τη νομιμοποίησή τους, υπενθυμίζει με δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα τα οποία αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία. Η οικονομική κρίση και η συνακόλουθη ύφεση, που πλήττουν τη χώρα, επικάθονται πάνω σε ένα πρόβλημα ήδη εκρηκτικό, το μεταναστευτικό, το οποίο επιδεινώνεται σταθερά, ιδίως μετά το 2004.

Οι μετανάστες ζητούν νομιμοποίηση και άδεια εργασίας, είτε επειδή δεν έχουν είτε επειδή η άδειά τους έχει λήξει λόγω μη συμπλήρωσης των αναγκαίων ημερομισθίων. Το αίτημα για ανθρώπινη μεταχείριση των μεταναστών είναι δίκαιο, και η ελληνική κοινωνία έδειξε να το αποδέχεται και να συμμορφώνεται επί μακρόν, σε γενικές γραμμές. Ωστόσο η έλλειψη οργανωμένης αντιμετώπισης του μαζικού μεταναστευτικού κύματος εξ Ανατολών, το οποίο δεν έχει πλέον τελικό προορισμό την Ελλάδα, αλλά όλη τη Δυτική Ευρώπη, άφησε τους μετανάστες ανυπεράσπιστους στην κακομεταχείριση, και άφησε επίσης ανυπεράσπιστη την ελληνική κοινωνία. Πολύ περισσότερο, που τα τελευταία χρόνια εξέλιπαν και οι ευκαιρίες απασχόλησης, χάθηκαν ακόμη και τα «μαύρα» μεροκάματα.

Στην ολιγωρία των ελληνικών κυβερνήσεων προστίθεται η απροθυμία ή και η υποκρισία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν δραστικά το μείζον πρόβλημα της μετανάστευσης. Η συνθήκη του Δουβλίνου-2 υποχρεώνει ουσιαστικά την Ελλάδα, ως πρώτη χώρα εισόδου, να παρακρατεί εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστάτες, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής και οι οποίοι συχνά ζουν υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς χαρτιά και χωρίς εργασία. Τι μπορεί όμως να προσφέρει η Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων, αντικειμενικά, σε 1,5 και πλέον εκατομμύριο μετανάστες, όταν η χώρα πλήττεται από τη σφοδρότερη κρίση των τελευταίων πολλών δεκαετιών και ο ιθαγενής πληθυσμός έχει μπει σε ένα τούνελ λιτότητας από το οποίο δεν γνωρίζει πότε και πώς θα βγει; Πόσους μετανάστες μπορούν να αντέξουν οι υποδομές της χώρας, υγειονομικές, σχολικές, οικιστικές; Οταν μάλιστα εργασίες δεν υπάρχουν και όταν οι δαπάνες για τις δημόσιες υποδομές περιστέλλονται δραστικά σε κάθε τομέα;

Το μεταναστευτικό δεν έχει εύκολη λύση. Είναι πρόβλημα που παράγεται εκτός συνόρων, και εκδηλώνεται εντός. Είναι μείζων ιστορική μεταβολή, είναι μαζική και διαρκής μετακίνηση φτωχών ανθρώπων από τον Τρίτο Κόσμο προς τον Πρώτο, η οποία δεν πρόκειται να ανασχεθεί εφόσον δεν αρθούν τα αίτια της δυστυχίας και της άνισης ανάπτυξης επιτόπου, στις χώρες προέλευσης.

Εξ ου και είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί εδώ· εδώ, απλώς μεταφέρεται η πενία μακριά από την πηγή της, και λιμνάζει, σε μια πύλη εισόδου, σε έναν χώρο τράζιτ, σε μια χώρα που έχει πια τα δικά της δυσεπίλυτα προβλήματα. Ο έσχατος πένης, ο εξόριστος, ο μέτοικος, ζητάει βοήθεια από τον νεόπτωχο γηγενή, από τον έμφοβο άνθρωπο της κρίσης. Η φτώχεια προσκρούει στην απειλή φτώχειας.

Η διαρροή άξιων Ελλήνων προς το εξωτερικό συνεχίζεται αυξανόμενη και τίποτε δεν φαίνεται ικανό να την ανακόψει. Εκτός ίσως από μια άλλη διαφαινόμενη τάση: τη ροή νέων ανθρώπων προς την περιφέρεια. Τον τελευταίο καιρό, της ύφεσης και της ανεργίας, όλο και περισσότεροι άνθρωποι των πόλεων, εκπαιδευμένοι, μορφωμένοι, διψασμένοι για εργασία και προκοπή, διψασμένοι για δημιουργική ένταξη στον κοινωνικό κορμό, εγκαταλείπουν τα μεγάλα αστικά κέντρα και αναζητούν την τύχη τους στα χωριά, στην ύπαιθρο, σε μικρές πόλεις.

Πηγαίνουν, δεν επιστρέφουν στα χωριά – διότι, απλούστατα, δεν έχουν όλοι χωριό και αν έχουν, πιθανότατα δεν έχουν πια κλήρο, περιουσία, σπίτι. Εχουν τη μνήμη κάποιων καλοκαιριών, τις διηγήσεις των γονιών τους, ώς εκεί. Αυτό που τους παρακινεί προς το χωριό δεν είναι ο νόστος σε κάτι που δεν θυμούνται γιατί δεν υπήρξε, δεν είναι το μεταφυσικό κάλεσμα της ρίζας, δεν είναι μια νεοχίπικη διάθεση για ανέμελη περιπλάνηση σε ιδεώδεις Αρκαδίες· όχι. Αυτό που τους παρακινεί είναι εξόχως υλικό, σωματικό, είναι ανάγκη: το άστυ τους διώχνει. Το άστυ δεν τους προσφέρει εργασία, δεν τους προσφέρει κοινωνικό μισθό, δεν τους προσφέρει υλικές προϋποθέσεις για ζωή με αξιοπρέπεια. Το άστυ δεν υπόσχεται πια τίποτε· το παρόν είναι ζοφερό και πανάκριβο, το μέλλον αβέβαιο. Η επαρχία, αντιθέτως, εμφανίζεται προσιτή, βατή, ήμερη. Η καθημερινότητα είναι πολύ πιο εύκολη, το κόστος διαβίωσης αισθητά χαμηλότερο, οι οικιακές οικονομίες κλίμακος και οι συνέργειες εφικτές, τα οφέλη από την επαφή με τη Φύση είναι απτά και ανεκτίμητα, τα παιδιά μεγαλώνουν με παιχνίδι και ελευθερία, οι τηλεπικοινωνιακές δυνατότητες είναι σχεδόν ίδιες παντού. Και εντέλει, οι αποστάσεις από το άστυ έχουν βραχυνθεί θεαματικά.

Πολλοί νέοι έχουν ήδη εγκατασταθεί στην επαρχία. Οι πιο τολμηροί και αποφασισμένοι, οι πιο δυναμικοί, έχουν ξεκινήσει πρότυπες καλλιέργειες και μικρές μεταποιητικές μονάδες, οικοτεχνικής ή μικρής βιοτεχνικής κλίμακας: αμπέλια, κρασιά, μέλια, κηπευτικά, κτηνοτροφία, τυροκομία, σαπωνοποιία, χειροτεχνήματα κ.λπ. Παράλληλα, αναπτύσσουν τεχνογνωσία, εισάγουν νέες μεθόδους, πειραματίζονται· προσπαθούν να στήσουν δίκτυα διανομής και εμπορίας, το δυσκολότερο. Πάρα πολλοί άλλοι θα ήθελαν να ακολουθήσουν, για να απομακρυνθούν από την ύφεση και την ανεργία. Δεν αποτολμούν την κίνηση γιατί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εργασία και εισόδημα. Δεν μπορούν όλοι να γίνουν ακτήμονες καλλιεργητές, δεν έχουν όλοι ρίζες και σπίτι. Κι όμως, έχουν μόρφωση, εκπαίδευση, ειδικά προσόντα, ενεργητικότητα, νιάτα – ανθρώπινο κεφάλαιο που θα μπορούσε να μεταμορφώσει λ. χ. σε μικρή Ελβετία παραδείσιες ορεινές περιοχές, όπως η Ηπειρος, με ανάπτυξη πρότυπων μονάδων έρευνας, επιστήμης, τεχνολογίας, οικοτουρισμού, μεταποίησης για εκλεκτά προϊόντα με ονομασία προελεύσεως.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ξαναβρίσκουμε μπροστά μας την απουσία σχεδιασμού, σκέψης, στρατηγικής, γνώσης και βέβαια πολιτικής βούλησης εκ μέρους του κράτους των Αθηνών. Περιφερειακή ανάπτυξη στα μυαλά τεχνοκρατών και πολιτικών σημαίνει μοιρασιά επιδοτήσεων με ρουσφετολογικά ή εντελώς καιροσκοπικά κριτήρια, διασπορά γραφειοκρατίας υπό το κάλυμμα γενικών ευρωπαϊκών οδηγιών, ίδρυση λαθρόβιων επαρχιακών σχολών ΑΕΙ και ΤΕΙ, πριμοδότηση του άγριου τουρισμού.

Καμία ουσιαστική εθνική πολιτική για περιφερειακή ανάπτυξη, με ρεαλιστικούς και πρακτικούς στόχους, για προσέλκυση νέου αίματος και αποτροπή της αστυφιλίας, δεν έχει σχεδιαστεί και εφαρμοστεί εδώ και δεκαετίες, πλην της ανάπτυξης υποδομών με κοινοτικά κονδύλια. Αυτή η ακηδία, η ανικανότητα, η αδιαφορία, στο παρόν περιβάλλον ύφεσης και δομικής κρίσης, παίρνουν χαρακτηριστικά προδοσίας και διαστάσεις εγκλήματος. Ο εγκλωβισμός των νέων και της μικρομεσαίας τάξης σε ένα παρόν ανεργίας, ύφεσης και μαρασμού, με μόνη εναλλακτική οδό τη μετανάστευση ή την παραμονή με εξαθλίωση, είναι αυτοχειριασμός ιστορικών διαστάσεων.

Η Ελλάδα διαθέτει ενδοχώρα, που τώρα τελεί εν υπνώσει ή μαρασμώ, διαθέτει αναξιοποίητους και δυνάμει αναξιοπαθούντες ανθρώπους υψηλής ποιότητας, που τώρα πια διάγουν εν κρίσει, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Μια οδός σωτηρίας ή και αναγεννήσεως θα ήταν ο επανεποικισμός της ενδοχώρας με σύγχρονους όρους ανάπτυξης, με τόλμη και φαντασία, με αναθεώρηση προτύπων βίου και συμπεριφοράς. Προς τούτο απαιτείται αφενός μια διοίκηση ευφάνταστη και ευέλικτη, κοντά στους πολίτες και στην πραγματικότητα· αφετέρου, πολίτες που θα πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, θα πιέσουν το κράτος, θα υπερβούν το κράτος, θα υπερβούν τους παλαιούς εαυτούς τους, θα δώσουν νέο περιεχόμενο, νέο νόημα στον χώρο, στη χώρα, στον συλλογικό βίο, στον συλλογικό εαυτό: αυτά προπάντων.

Κανείς δεν γνωρίζει με τι θα μοιάζει η Ελλάδα σε λίγα χρόνια. Η κρίση που μας πλήττει τώρα φαίνεται να είναι οικονομική και πολιτική· πολύ σύντομα θα φανεί και σαν κρίση κοινωνική και ανθρωπολογική. Η αναμενόμενη ύφεση ―για δύο,τρία, πέντε, περισσότερα χρόνια;― όταν και όπως αποδράμει, θα αφήσει πίσω της μια Ελλάδα διαφορετική, τέτοια που αδυνατούμε να φανταστούμε τώρα. Θα ΄ναι μια δεκαετία δακρύων.

Η μετανάστευση των νεότερων και πιο ευέλικτων ομάδων του πληθυσμού, ίσως είναι το πρώτο φαινόμενο που θα εκδηλωθεί αλυσιδωτά μετά την αναμενόμενη ανεργία και την ύφεση. Η μετανάστευση αυτή πολύ λίγο θα μοιάζει με τη μετανάστευση της δεκαετίας 1910 ή της δεκαετίας 1960· τότε τη χώρα εγκατέλειπαν αγρότες και εργάτες, τώρα θα φύγουν επιστήμονες, στελέχη, μορφωμένοι. Οι συνέπειες μιας τέτοιας μετανάστευσης, που πλήττει ήδη χώρες με παρόμοια προβλήματα, όπως η Ιρλανδία, θα είναι δημογραφική αλλοίωση: όπως μετά έναν πόλεμο, θα παρατηρηθεί “λειψανδρία” στην κρίσιμη ηλικιακή ζώνη 20-35.

Αυτή ακριβώς η γενιά είναι πιθανότερο να θυσιαστεί στο βωμό της ύφεσης. Ποια θα είναι η τύχη μιας χώρας απαρφανισμένης και στραγγισμένης, όταν επιτέλους θα τελειώσει η δεκαετία των δακρύων; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Δεν χωρούν προβλέψεις. Η Ελλάδα τούτη τη στιγμή είναι το πιο προχωρημένο πεδίο πειραματισμού στην δυτικό κόσμο, ένα εργαστήριο κοινωνικής μηχανικής. Θα αντέξει το σοκ της μαζικής φτώχειας και της βίαιης πειθάρχησης μια δυτική μεσαιοστρωματική κοινωνία; Θα μπορέσει να αυτοαναπαραχθούν τα μεσαία στρώματα μέσα στη μέγγενη της πτώχευσης και της κατάστασης έκτακτης ανάγκης; Ή θα ζήσουμε διαδικασίες πληβειοποίησης και βιαιότατης αναδιανομής του πλούτου; Θα εξακολουθήσει εν ισχύι το κοινωνικό συμβόλαιο του μεταπολέμου, με την τοπική ιδιομορφία του έστω; Θα αντέξουν οι θεσμοί και ο συνταγματικός χάρτης υπό τούτη την ιδιότυπη μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης, που ανομιμοποιεί ραγδαία το τρέχον πολιτικό σύστημα;

Τις απαντήσεις σε αυτά τα πρωτοφανή ερωτήματα είμαστε υποχρεωμένοι να τις δώσουμε εμείς, οι Ελληνες, να τις ανακαλύψουμε ή τις επινοήσουμε. Είναι η ιστορική μας μοίρα. Στους νεότερους χρόνους πορευτήκαμε πάντα υπό την σκιάν της Ακροπόλεως, με το δυσβάστακτο βάρος αυτής της κληρονομημένης σκιάς. Οταν χρειαζόμασταν ιδέες και απαντήσεις, σπανίως κοιτάζαμε προς τους εαυτούς μας, κοιτάζαμε πάντα προς την Ευρώπη. Τώρα, η Ευρώπη κοιτάζει προς εμάς. Οι απαντήσεις, οι ιδέες, θα είναι πρωταρχικά δικές μας, γιατί η βόμβα έσκασε πρώτα στα δικά μας χέρια.

Ασφαλώς, θα αναζητήσουμε συμμάχους παντού, ιδίως στους λαούς που θα ακολουθήσουν, πιθανόν συντομότατα, τον δικό μας χορό του ζόφου. Και σύμμαχοι θα βρεθούν, αργά ή γρήγορα, γιατί το ντόμινο, που άρχισε από την Ιρλανδία και την ισλανδία, συνέχισε στη Βαλτική, πήγε στην Ουγγαρία, συνέχισε προς τη Ρουμανία, ήρθε με νέο ντύμα και σφοδρότητα στην Ελλάδα, ήδη απειλεί όλο τον Μεσογειακό Νότο και την ίδια την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αλλά το ότι θα υπάρξουν συμμαχίες στο μέλλον και ότι και άλλοι λαοί θα υποφέρουν σαν κι εμάς, δεν μας απαλλάσσει ούτε από την οδυνηρή επίγνωση του τι πρέπει να περιμένουμε ούτε από την κατεπείγουσα υποχρέωση να οργανώσουμε στρατηγικές και τακτικές επιβίωσης. Ωστε όταν θα μετρηθούμε, να βρούμε πολύ περισσότερους αυτούς που σώθηκαν, από αυτούς που βούλιαξαν.

Σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης το πολυτιμότερο κεφάλαιο που πρέπει να διαφυλαχθεί είναι το φρόνημα. Είναι το αναντικατάστατο κεφάλαιο, και υπό όρους το πιο ακαταμάχητο όπλο. Το πνεύμα· η διάνοια· το ψυχικό σθένος. Να παραμείνουμε διαυγείς και αναλυτικοί, να μπορούμε διαρκώς να αναστοχαζόμαστε τη θέση μας, το περιβάλλον, τις δυνατότητες. Να είμαστε διαρκώς έτοιμοι να διαφυλάσσουμε το κοινωνικό συμβόλαιο, τους θεμελιώδεις κοινωνικούς δεσμούς, τον συλλογικό βίο.

Εφόσον διασώσουμε το φρόνημα, πρέπει να οργανώσουμε εκ βάθρων και να τελειοποιήσουμε νέες τακτικές στην καθημερινή ζωή. Η ζωή θα είναι βίαια διαφορετική, άρα κι εμείς θα είμαστε διαφορετικοί. Ο φιλόσοφος Μισέλ ντε Σερτώ, που πρώτος στοχάστηκε τις πρακτικές της καθημερινής ζωής στην ώριμη νεωτερικότητα, λέει:

«Μοναδικός τόπος της τακτικής είναι ο τόπος του άλλου. […] H τακτική, επειδή δεν έχει τόπο, εξαρτάται από το χρόνο, επαγρυπνώντας για να ‘πιάσει στον αέρα’ τις δυνατότητες κέρδους. Ό,τι κερδίζει, δεν το φυλάει. Πρέπει διαρκώς να παίζει με τα συμβαίνοντα για να τα μετατρέψει σε ‘ευκαιρίες’. Πρέπει αδιάκοπα ο αδύνατος να αντλεί οφέλη από δυνάμεις που του είναι ξένες.» (μεταφρ.: Κική Καψαμπέλη)

Τόπος της τακτικής για ατομική επιβίωση είναι ο άλλος. Ατομική και συλλογική επιβίωση έχουν κοινό τόπο τον άλλο. Στο άξενο περιβάλλον που ανοίγεται μπρος μας, πρωταρχική έγνοια ας είναι η διάσωση του κοινού τόπου· όπλο μας ας είναι η μήτις, η πολύτροπη νόηση, η διαρκής μετατόπιση, ο ελιγμός, το τέχνασμα και η προσποίηση, το δώρο και το αντίδωρο, η κατίσχυση του αδύνατου επί του δυνατού, η αδιάκοπη εύρεση του περάσματος παρά τα εμπόδια, η νίκη επί της απορίας.

Δίκτυα αλληλεγγύης, δίκτυα τοπικά και υπερεθνικά, αραχνωτές μοριακότητες, δίκτυα αόρατα και φανερά, κοινότητες μοιράσματος, τελετές δώρων. Δίκτυα μοιραζόμενης και πολλαπλασιαζόμενης ευφυΐας· δίκτυα διασποράς αγαθών και ενίσχυσης φρονήματος. Ολα τούτα τα σκόρπια, τα σχεδόν ακατανόητα θραύσματα τώρα, ας είναι σπέρματα για ένα σωτήριο αντιπαράδειγμα, που θα μας κρατήσει όρθιους τα χρόνια του ζόφου, να μη βουλιάξουμε. Με την μήτιν προς τον πόρο: Αν ορθώσουμε το ανάστημα του αντιπαραδείγματος, αν εφαρμόσουμε τολμηρές τακτικές επιβίωσης, ο χρόνος θα είναι στο πλευρό μας, θα τον διαπλεύσουμε. Και μάλλον δεν έχουμε άλλη επιλογή:

Οι απειλές είναι τόσο καινοφανείς, τόσο υπερμοντέρνες, τόσο τρομακτικές, ώστε είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε υπερμοντέρνοι, ριζοσπάστες, καινοτόμοι. Μόνο ως πολυμήχανοι παρτιζάνοι μπορούμε να ελπίζουμε: ότι θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε, και ότι μέσα από τον μακρύ ζοφερό πόρο, θα φανεί σώος ο κοινός τόπος, άλλος, και εμείς, άλλοι.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 997.037 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: