You are currently browsing the tag archive for the ‘μετανάστες’ tag.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

Πέρυσι αισθάνθηκα αύρα παλαιοβαλκάνια να πνέει πάνω από το μαραμένο κέντρο της Αθήνας. Το ξανάνιωσα. Κατήφεια και εσωστρέφεια, εγκατάλειψη, καθυστέρηση, φτώχεια. Ολο το Σάββατο και την Κυριακή περπατούσα πάλι στο κέντρο. Εξάρχεια, Χαυτεία, Στουρνάρη, Κάνιγγος, Βάθη, Ομόνοια, Ακαδημίας, Σόλωνος, Χ. Τρικούπη, Ασκληπιού. Από την Αθηναϊκή Τριλογία έως την πλατεία Βάθη, κι από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας έως την Ιερά Οδό.

Αρκετά μαγαζιά στα Χαυτεία ήταν ανοιχτά την Κυριακή, τα περισσότερα κλειστά. Πολύς κόσμος στους δρόμους, λίγος στα μαγαζιά για ψώνια. Γεμάτοι οι φούρνοι, γεμάτα τα καφενεία με τραπέζια στη λιακάδα. Η πλατεία Ομονοίας έλαμπε, παράξενα ωραία, κυριακάτικη. Στους δρόμους που δεν τους λάμπρυνε ο ήλιος, δυσοίωνη υγρασία τρύπωνε στα κόκαλα: σπασμένα ρείθρα, βρώμικα πεζοδρόμια, κλειστές βιτρίνες σκεπασμένες με αφίσες και γκράφιτι, αραιά και πού κανένα πωλείται ή ενοικιάζεται, σχισμένα, δεν περιμένουν πια αγοραστές και ενοίκους. Πόλη παρατημένη.

Η αγορά στο υπογάστριο του ιστορικού κέντρου έχει χαρακτήρα τριτοκοσμικό, μικρό Κάιρο· τα φτηνοεμπορεύματα απλωμένα στον δρόμο, κινέζικα με χάρτινες ταμπέλες φωνάζουν την τιμή, πέντε ευρώ φούτερ, είκοσι ευρώ παπούτσια, τυρόπιτες, σουβλάκια, φραπέδες όλα ένα ευρώ. Οι κυριακάτικοι πελάτες σε αυτό το παζάρι μιλούν γλώσσες της μετανάστευσης, τη μοναδική ημέρα σχόλης ξοδεύουν φειδωλά τα λιγοστά του μόχθου.

Το βράδυ της Κυριακής, η Ακαδημίας είναι σκοτεινή, έρημη, μόνο τα σινεμά και η Λυρική κρατούν φως και ανθρώπους. Αδεια, σκοτεινά τα Εξάρχεια, η Νεάπολη, μέχρι την Αλεξάνδρας. Στις σκαλωσιές, Βουλής και Κολοκοτρώνη, άστεγοι-στρουθία έχουν καταλάβει τις θέσεις στα μαδέρια της σκαλωσιάς, έστρωσαν το κρεβάτι τους, κλείνουν τα μάτια κι ακούνε τις μουσικές απ’ τα μπαρ.

Η θλίψη αυτής της πτωχευμένης, αχτένιστης, παρατημένης πόλης αντισταθμίζεται από κρυφές χάρες, αυτές που δεν πολυνιώθαμε στους αμέριμνους καιρούς. Πόλη σε μέτρα ανθρώπινα, μια γειτονιά, αγκαλιά, ακόμη και το κέντρο, μικρές πολυκατοικίες, απρόοπτα ξέφωτα όπου προβάλλουν με χάρη και μεγαλείο οι λόφοι, ο Βράχος. Πόλη με κλίμα διαρκώς γλυκύ, θερμή άνοιξη με διαβαθμίσεις. Πόλη διαρκώς αναμμένη – να, αυτό λιγοστεύει τώρα, το φως, ο βόμβος, η κίνηση, αυτοί οι ζωτικοί χυμοί εγκαταλείπουν τις αρτηρίες του κέντρου. Αυτή η εγκατάλειψη πλακώνει το στήθος και πονάει. Πόλη μου παρατημένη.

Τη Δευτέρα η πόλη ξυπνάει άλλη. Το πρωινό την ωθεί, της σταλάζει κουράγιο. Να όμως και η συμφόρηση: στα χαμηλά της Σόλωνος η αριστερή λωρίδα είναι μονίμως κατειλημμένη από σταθμευμένα οχήματα· λεωφορεία και γιώτα-χι ελίσσονται, αργοπορούν, εκνευρίζονται, το ποτάμι φρακάρει στο δέλτα αντί να ανοίγει. Στην Ακαδημίας τα φορτηγά ξεφορτώνουν μέρα μεσημέρι. Στο κέντρο δεν υπάρχει Τροχαία, ποτέ. Δεν χρειάζεται. Μόνο πάνοπλοι φρουροί.

Η Κομνηνών είναι όρυγμα σε πεδίο πολέμου, ο χειρότερος δρόμος των Αθηνών. Από την Αλεξάνδρας και μετά, σε όλα τα φανάρια που αργούν, άνθρωποι συνωστίζονται για μερικά δεκάλεπτα. Καποδιστρίου: Λεωφόρος της Επαιτείας και της Πρέζας. Αθόρυβα, ταπεινά πλησιάζουν τ’ ανοιχτά παράθυρα των οδηγών. Λέει: «Με τα πενήντα λεπτά, κύριε, συμπλήρωσα να πάρω τσιγάρα, είμαι εκατομμυριούχος, υγεία να ’χετε…». Ενας κούριερ ξεπεζεύει σοβαρός, ανοίγει το πορτ μπαγκάζ της βέσπας, στο εσωτερικό του καπακιού τρεις εικόνες προσεκτικά κολλημένες, η μεγάλη του Χριστού, οι μικρές των προστατών αγίων.

Στην Πειραιώς μια γυναίκα: «Ευλογημένος του Θεού να είσαι, καλό δρόμο, υγεία στην οικογένειά σου, όλες τις ευλογίες του Θεού, κύριε».

Η πόλη λειτουργεί μαγικά, με την εγκαρτέρηση των κατοίκων.

Advertisements

Oταν χάνονται δώδεκα ψυχές στη θάλασσα, τρεις μανάδες και εννέα μωρά και νήπια, μπρος στα μάτια των συγγενών τους, το πρώτο που νιώθεις είναι η παγωνιά ενώπιον του ανείπωτου. Σιωπάς. Προσεύχεσαι για τις ψυχές τους. Δεν λες τίποτε. Μεταφέρεσαι νοερά στη θέση των μανάδων και των πατεράδων, προσπαθείς να αποδιώξεις τον γόο των παιδιών.

Αν χρειαστεί να πεις κάτι, ως δημόσιος άνδρας, λες κάτι που να πλησιάζει το μέγεθος της τραγωδίας, εκφράζεις κάπως τη συλλύπηση, βρίσκεις δυο λόγια συμπόνιας για τους πενθούντες, να περισώσεις την ανθρωπιά των διασωθέντων, όλων ημών. Ο Πάπας Φραγκίσκος, στην πρώτη του έξοδο από το Βατικανό το περασμένο καλοκαίρι, ετέλεσε λειτουργία στη Λαμπεντούζα υπέρ των χιλιάδων πνιγμένων προσφύγων στα νερά της Μεσογείου.

Μίλησε για την παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας, έτσι: «Νεκροί μετανάστες στη θάλασσα, πάνω στα πλοία αυτά, τα οποία αντί να οδηγούν σε έναν δρόμο ελπίδας, οδηγούν στον δρόμο προς τον θάνατο. Αυτή η σκέψη που έρχεται ξανά και ξανά, γίνεται αγκάθι στην καρδιά και προκαλεί πόνο».

Τις μέρες των Χριστουγέννων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συνέφαγε στον ξενώνα της Εκκλησίας με προσφυγόπουλα ασυνόδευτα, με τα ορφανά των πολέμων, που κυνηγημένα από τον θάνατο διέσχισαν βουνά, φαράγγια και θάλασσες· τους είπε τον δικό του λόγο συμπόνιας και εγγύτητας: «Ο Χριστός γεννήθηκε ως πρόσφυγας, ως ξένος».

Ας μην έλεγε τέτοια βαθυστόχαστα ο υπουργός Ναυτιλίας Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης για τα νήπια και τις μανάδες του Φαρμακονησιού· ίσως αγνοεί και τον λόγο του Ευαγγελίου. Ας ψιθύριζε ένα λιτό συλλυπητήριο, ότι τέτοια τραγικά συμβάντα δεν αρμόζουν στον ελληνικό πολιτισμό και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ότι διεξάγεται ήδη έρευνα, ΕΔΕ, τέτοια. Αντ’ αυτών, ο υπουργός θαλασσών τα έβαλε με τον Ευρωπαίο επίτροπο και όσους κάνουν «χαζή εκμετάλλευση» των νεκρών. Μετά τη φρίκη, η ντροπή. Ας σώπαινε καλύτερα.

Οταν ξεπήδησαν από κάποια παραδιπλανή τηλεόραση οι λέξεις Μανωλάδα και φράουλες, πήγαν και στοιχήθηκαν πλάι σε άλλες ίδιες λέξεις παλιότερες: Ασιάτης, Αιγύπτιος, εργάτης γης, τον έσερνε με το αγροτικό, απλήρωτα δεδουλευμένα, παραπήγματα, φράουλες της ντροπής, βιαιοπραγίες κατά δημοσιογράφων. Είναι πέντε-έξι χρόνια τώρα, τουλάχιστον, που οι ειδήσεις από τις φράουλες της Μανωλάδας περιέχουν όση βία και ρατσισμό θα περιείχε ένα αμερικανικό φιλμ για τις βαμβακοφυτείες και τα καλαμποκοχώραφα του Νότου, με καραμπίνες, φλεγόμενους σταυρούς και κουκούλες Κου Κλουξ Κλαν.

Αλλά είναι τόσο πολλές οι παρόμοιες ειδήσεις, με απλήρωτους ή ληστευμένους μετανάστες, που τους σταυρώνουν στη Σαλαμίνα, τους ξυλοκοπούν οικογενειακώς στο Πέραμα, τους σέρνουν σαν τρόπαια με τα αγροτικά 4Χ4, τους καταδιώκουν σε θαλάμους νοσοκομείων. Είναι πολλές οι ειδήσεις. Τόσο, που δεν είναι πια ειδήσεις. Είναι το μη ορατό φόντο της ζωής μας· σαν να ξεφτίζει διαρκώς μια παλιά ταπετσαρία αποκαλύπτοντας τον σκελετό σκουληκόβρωτο, και χώμα. Χώμα και λάσπη και νάιλον, σαν τα παραπήγματα των εργατών, μ’ ένα βαρέλι νερό για πλύσιμο, μια γκαζιέρα κι ένα τσουκάλι για φαΐ. Με τέτοιες δουλειές πέφτει το ποσοστό ανεργίας.

Αλλη παρόμοια είδηση. Στη φρουτοπαραγωγό Μακεδονία γύρευαν εποχικούς εργάτες για τη συγκομιδή των ροδάκινων. Είχαν δυσκολέψει οι βίζες  των Αλβανών και Βουλγάρων εργατών, και έγιναν εκκλήσεις προς τους κρατικούς μηχανισμούς να διευκολύνουν την εισαγωγή. Κάποιοι είπαν: Μα γιατί δεν πάνε οι Ελληνες άνεργοι να δουλέψουν εκεί; Φαντάστηκα τότε έναν άνεργο υπάλληλο γραφείου, έναν σαραντάρη μηχανικό, έναν φαλιριμένο καταστηματάρχη, να ξεκινούν απ’ την Αθήνα για τους οπωρώνες της Εδεσσας, γι’ αυτό το μεροκάματο: από επτά έως είκοσι ευρώ· να κοιμούνται σε παραπήγματα και να πλένονται στο βαρέλι. Ωστε με τέτοιο μεροκάματο θα ενισχύονταν η πρωτογενής παραγωγή και οι εξαγωγές. Με τέτοια mini jobs. Και θα μειωνόταν η ανεργία.

Και θα αβγάτιζε η καινοτομία. Στις 31.3.2011 ο τότε πρωθυπουργός Γ.Α. Παπανδρέου περιέγραφε πώς «Η ελληνική γεωργία καινοτομεί». Ετσι: «οι φράουλες στην Ηλεία, ο ‘κόκκινος χρυσός’ της Μανωλάδας και της Βάρδας, κρύβει ανθρώπους πρωτοπόρους και αναπτύχθηκε εκτατικά. Υπήρξαν ειδικές καλλιεργητικές πρακτικές…»

Ολα εικόνες από το μέλλον. Της δυστοπίας μας. Το απλήρωτο μεροκάματο, τα παραπήγματα, η βαρβαρότητα, φοβάμαι, δεν αφορούν μόνο εποχικούς Μπαγκλαντέζους. Τον δυσοίωνο Σεπτέμβριο 2010, γράφαμε: «Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.»

Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν δύο κόσμοι, που κινούνται παράλληλα και ασύμπτωτα. Ο ένας κόσμος είναι αυτός στον οποίο κινείται η κυβέρνηση και αναμεταδίδουν τα μαζικά μέσα· ένας κόσμος όπου η μόνη ένδειξη ζωτικότητας είναι η διαπραγμάτευση με την τρόικα για την επόμενη δόση και τις προαπαιτούμενες δράσεις. Πρόκειται περί παντομίμας διαπραγμάτευσης: βάσει της τριετούς εμπειρίας, όλες οι διαπραγματεύσεις καταλήγουν με επιβολή των όρων της τρόικας. Παρενθέτως, η τρόικα μπορεί να αλλάξει ρότα και να ερμηνεύσει διαφορετικά όσα είχε επιβάλει αρχικά. Η κυβέρνηση ωστόσο θα δείξει εντόνως ότι ανθίσταται, ότι επιχειρεί να αντιπαραθέσει ισοδύναμα μέτρα, ότι παλεύει, θα εμπεδώσουμε όλη την επιχειρηματολογία της τρόικας, θα δοθούν αριθμοί διαστελλόμενοι και συστελλόμενοι κατά το δοκούν, τα συγκυβερνώντα κόμματα θα τουφεκάνε σε γραμμές Μαζινό, υπουργοί θα υποσκάπτονται και θα ταπεινώνονται, και εντέλει όλες οι απαιτήσεις της τρόικας θα ικανοποιηθούν, με ευφημισμούς, μετωνυμίες, και αναλύσεις περί του μικρότερου δυνατού κακού.

Εστω. Τι συμβαίνει όμως στον άλλο κόσμο; Στο κόσμο της πραγματικής οικονομίας, των πραγματικών αναγκών, της πραγματικής ζωής; Εδώ οι αριθμοί είναι τρομακτικοί, και πίσω από κάθε αριθμό υπάρχουν άνθρωποι, ζωές, επιχειρήσεις, πλούτος, που καταστρέφονται καθημερινά. Ας πούμε: κάθε μέρα προστίθενται 3 χιλιάδες άνεργοι, στην υπάρχουσα στρατιά των 1,3 εκατομμυρίου. Ενα εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους από το 2008. Αυτοί οι αριθμοί διαρκώς διαστέλλονται.

Στον πραγματικό κόσμο της ύφεσης και της ανεργίας, διακρίνουμε ότι ο πυρήνας της φιλοσοφίας του τριπλού μνημονίου, η εσωτερική υποτίμηση, έχει ήδη εκπληρωθεί. Οι στόχοι του μνημονίου επιτυγχάνονται με ταχύ ρυθμό: το εισόδημα από εργασία έχει απομειωθεί δραματικά, διά της κατάρρευσης των μισθών και της απασχόλησης, και δια της υπερφορολόγησης· οι παραγωγικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνθλίβονται και κλείνουν, στη θέση τους ανοίγουν καφενεία ανέργων με τα τελευταία χρήματα αποζημιώσεων και εφάπαξ · η μικροϊδιοκτησία συρρικνώνεται από τα χαράτσια και την απαξίωση. Και τα τρία θεμέλια, που κρατούσαν τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό, αποσαθρώνονται. (Μαζί τους και το κράτος πρόνοιας.) Στη θέση τους μπαίνουν τα νέα θεμέλια: μειωμένο κόστος εργασίας, συγκέντρωση σε μεγάλες επιχειρήσεις, ιδιοκατοίκηση για ολίγους.

Υπό αυτή την έννοια, οι μείζονες μεταρρυθμίσεις, που απαιτούσαν τα μνημόνια, έχουν επιτευχθεί. Η Ελλάδα του 2013 είναι εντελώς διαφορετική από την Ελλάδα του 2008. Απομένουν μερικές ρυθμίσεις ακόμη: η πώληση της Εθνικής Τράπεζας και η ολοκλήρωση της καταστροφής των εγχώριων θεσμικών μετόχων, η πώληση όσων κρατικών περιουσιακών στοιχείων έχουν κάποια αξία, η ενεχυρίαση όσων άλλων προσδοκώνται ότι θα βρεθούν. Το πρόγραμμα διάσωσης έχει πετύχει τους στόχους του· η τρόικα πιέζει για να προσθέσει απλώς τις τελευταίες γραμμές στο νέο ευρωπαϊκό πατρόν.

Στον πραγματικό κόσμο απομένει μια χώρα γυμνή, με χρέος που θα βαραίνει τις επόμενες δυο-τρεις γενιές, με άνεργους και μετανάστες, με κράτος ερείπιο. Με φρόνημα μηδενικό, που όμως είναι ίδιο με τον ιερό μηδενικό πληθωρισμό.

Ακόμη και πριν από τα πρώτα φανερώματα της κρίσης, το κέντρο της Αθήνας είχε μεταμορφωθεί σε ιδιότυπο αρθρωτό γκέτο φτωχών μεταναστών και προσφύγων, άλλοτε νόμιμων μα συχνότερα παράνομων, μια μαύρη τρύπα εκτός νόμου και εκτός πολιτεύματος, μέσα στην οποία κυκλοφορούσαν μαύρο χρήμα, μαύρα εμπορεύματα, μαύρη εργασία, φυλετικές συμμορίες, σκουρόχρωμες φιγούρες τυλιγμένες σε τσαντόρ, σμάρια αρσενικών σε ρυπαρούς δημόσιους χώρους, και παντού άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς υπόσταση, γυμνές υπάρξεις σε μια βιόσφαιρα όλο και περισσότερο γυμνή.

Τα γκέτο στέριωσαν σε γειτονιές που ήδη υπέφεραν από σταδιακή υποβάθμιση, δάση πολυκατοικιών του ’60 – ’70 που τα εγκατέλειπαν οι ανερχόμενοι μικροαστοί, αφήνοντας πίσω τους άφθονο εκμεταλλεύσιμο χώρο, τα μαζικής ενοικιάσεως διαμερίσματα στα οποία τώρα στοιβάζονται περαστικοί και ημιμόνιμοι, πληρώνοντας με τη νυχτιά και το κεφάλι.

Η γεωγραφική και δημογραφική μεταβολή άρχισε με την πτώση της Α. Ευρώπης. Η κάτωθεν της Πατησίων Αθήνα κυριαρχήθηκε από μετανάστες ευρωπαϊκής προελεύσεως για τουλάχιστον μια δεκαετία. Βαθμιαία όμως, και όσο εκτείνονταν οι πόλεμοι, οι ανθρωπιστικές καταστροφές ή και η «απλή» φτώχεια στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Ανατολική Αφρική, τις χώρες του Μαγκρέμπ, η δημογραφία άλλαζε. Οι Ευρωπαίοι αποχωρούσαν από το γκέτο, είτε για τις πατρίδες τους είτε για άλλες γειτονιές.

Στο γκέτο ξέμειναν και πολλοί Ελληνες, όσοι είχαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους εκεί, αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσουν σε προάστια και μεζονέτες. Η ζωή τους υποτάχτηκε στους τρόπους του γκέτο. Ας το πούμε: Η ανώνυμη, χωρίς χαρτιά και όνομα μάζα των ανθρώπων των φαναριών, των ρακοσυλλεκτών, των υπαίθριων μικροπωλητών παρέσυρε στο βούρκο της γυμνής ζωής της και τη μάζα των φτωχών Ελλήνων που είχαν ξεμείνει εντός του γκέτο. Η κρίση απλώς επέτεινε και επιτάχυνε ό,τι είχε ήδη ξεκινήσει τουλάχιστον προ δεκαετίας.

Και η ελληνική πολιτεία; Οι θεσμοί της, οι νόμοι της, τα όργανά της; Απουσίαζαν, λουφάριζαν, εθελοτυφλούσαν, κάποτε χρηματίζονταν· αφήνονταν στην τυφλή αυτορρύθμιση, ανέχονταν την παρανομία ως ρουτίνα και όταν η αθλιότητα ξεχείλισε ήταν πια αργά, το γκέτο κατέτρωγε την πρωτεύουσα. Η κρίση, η πτώχευση, η αποσύνθεση, αποτέλειωσαν.

Σε αυτή την ιλύ του γκέτο ευδοκίμησε ο εγχώριος νεοναζισμός, ώς τότε μια δραξ περιθωριακών και υποκοσμικών, παρακρατικών υπαλλήλων και μπράβων, εμφορούμενων από μίγμα αποκρυφιστικών, σατανιστικών και χιτλερικών δοξασιών. Ντύθηκε τώρα την προβιά του εθνικιστή πρόσκοπου που ξεβρωμίζει τον τόπο από τους αλλόδοξους σκούρους. Και θάλλει. Και υπαγορεύει την ατζέντα του μίσους, του λιντσαρίσματος και της αυτοδικίας, σε ένοχους δειλούς πολιτικούς και σε εξαθλιωμένους πολίτες.

Τώρα: Η μετανάστευση και τα συνοδά της φαινόμενα, η παρανομία, το μίσος και η μισαλλοδοξία, μαζί με τη χρεοκοπία που όλα τα φουντώνει, αποτελούν τη λυδία λίθο για την εύθραυστη δημοκρατία και τον κουρασμένο πολιτισμό μας. «Είμαι δημοκράτης επειδή πιστεύω στην Πτώση του Ανθρώπου», έγραφε πριν από αρκετά χρόνια ο σπουδαίος Ιρλανδός λόγιος της Οξφόρδης C.S. Lewis. Αυτή τη δοκιμασία της Πτώσης βιώνουμε σήμερα, σε αυτόν τον αγώνα υπέρ δημοκρατίας καλούμαστε.

Πριν από έξι μήνες άκουγα εμβρόντητος στο βαπόρι έναν παλιό μου συμμαθητή, κάτοικο της οδού Ηπείρου, να ξεσπάει:

«Ολα άλλαξαν ραγδαία μετά το 2004, ξαφνικά ξύπνησα στο Ισλαμαμπάντ… Στα διαμερίσματα του ορόφου μου, δυάρια και τριάρια, μένουν δέκα-είκοσι-τριάντα άνθρωποι, δεν ξέρω πια, δεν ξέρω ποιοι είναι, πούθε έρχονται, τι γλώσσα μιλάνε, πηγαινοέρχονται και αλλάζουν, δεν τους καταλαβαίνω και δεν με καταλαβαίνουν, δεν μπορούμε καν να τσακωθούμε όταν θορυβούν στις 2 η ώρα τα μεσάνυχτα, όταν κοπανάνε το καταμεσήμερο, όταν το εστιατόριο απέναντι έχει μετατραπεί σε ντισκοτέκ· δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε με ωτοασπίδες, δεν μπορώ να δω τηλεόραση, μου έχουν ανοίξει το σπίτι δυο φορές, μ’ έχουν ληστέψει στην Αχαρνών· το πουλάω 35 χιλιάδες, ό,τι πιάσει, είναι εφιάλτης, ντρέπομαι που το λέω, μένω στη γειτονιά από τη δεκαετία ’70, το σπίτι το αγόρασα το ’90, ντρέπομαι που σου τα λέω, θα νομίζεις ότι είμαι χρυσαυγίτης, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας πια, δεν αντέχω…»

Εκεί, πέριξ της οδού Ηπείρου, κατοικούσε ο άτυχος 44χρονος οικογενειάρχης που σφάχτηκε από αγνώστους, ξημερώματα Τετάρτης, για μια βιντεοκάμερα, τη μέρα που θα γεννιόταν το παιδί του. Μεταξύ Ηπείρου και Ιουλιανού, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, μεταξύ Ομονοίας και Βικτώριας, κάτι μέτρα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στα σπλάχνα της πρωτεύουσας.

Ο φίλος μου έχει μετακομίσει ήδη, στα βουνά της Πετρούπολης, «όσο πιο μακριά από την παλιά μου γειτονιά, να την ξεχάσω…» Ο γείτονας του, ο οικογενειάρχης, ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, δεν πρόλαβε.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»


Η εγκατάσταση των 250 μεταναστών εργατών στο κτίριο της Νομικής Σχολής, η απεργία πείνας, και ή άρση του πανεπιστημιακού ασύλου πυροδοτούν αλυσιδωτά φαινόμενα, τα οποία επί μακρόν ελάνθαναν και σιγόκαιγαν. Το μεταναστευτικό είναι ο καταλύτης, αλλά και το καυτό υπόστρωμα της σοβούσας κρίσης.

Η υποβοήθηση και η έμμεση καθοδήγηση των μεταναστών απεργών πείνας στη Νομική Σχολή, από μέρος του αριστερίστικου χώρου, παρά τις όποιες εναρκτήριες προθέσεις και τα ανθρωπιστικά κίνητρα, είναι οπορτουνισμός και παιχνίδι με τη φωτιά. Σε περιβάλλον βαριάς οικονομικής ύφεσης και ψυχικής αναδίπλωσης του πληθυσμού, οι μετανάστες οδηγούνται σε μετωπική σύγκρουση όχι με το κράτος και τους μηχανισμούς του, αλλά σε σύγκρουση με την ανήσυχη, έμφοβη και αναδιπλωμένη κοινωνία, η οποία, ακριβώς επειδή τελεί υπό πίεση και απειλή, μπορεί εύκολα να στραφεί εναντίον αποδιοπομπαίων τράγων. Και οι μετανάστες, οι ξένοι, οι αδύναμοι, οι άλλοι, εύκολα στοχοποιούνται ως συναυτουργοί της ύφεσης, εφόσον τα αντανακλαστικά φόβου ερεθιστούν κατάλληλα από κραυγές δημαγωγών.

Το άσυλο και η χρήση του, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, δεν είναι το πρωτεύον ζήτημα. Το άσυλο των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου χρησιμοποιούν, μήνες τώρα, Ιρανοί και Αφγανοί πρόσφυγες που ζητούν πολιτικό άσυλο. Ουδείς τους ενόχλησε. Ακόμη περισσότερο, τα Προπύλαια κατελήφθησαν προ ημερών από πλήθος Μουσουλμάνων μεταναστών για την ετήσια δημόσια προσευχή τους, καθοδηγούμενη από επιφανή ιμάμη εξ Αιγύπτου. Η δημόσια προσευχή ήταν ειρηνική πράξη και είχε ζητηθεί άδεια, όπως πληροφορηθήκαμε. Από δημοσιεύματα μάθαμε επίσης ότι οι Μουσουλμάνοι της Αθήνας δεν είχαν αρκετά χρήματα για να νοικιάσουν ένα στάδιο για την προσευχή τους, κι έτσι κατέληξαν στη λύση των παναπιστημιακών Προπυλαίων· αυτό δύσκολα γίνεται πιστευτό, πιο πειστική ακούγεται η εκδοχή να επελέγησαν τα Προπύλαια ακριβώς λόγω της δεσπόζουσας θέσης τους στο ελλαδικό συμβολικό σύμπαν.

Καμία πανεπιστημιακή ή κρατική αρχή δεν διαμαρτυρήθηκε για τη δημόσια προσευχή στα Προπύλαια, στην κλασικιστική Αθηναϊκή Τριλογία, συμβολικό κέντρο του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Η πολιτεία και η κοινωνία επέδειξαν αξιοθαύμαστη ανοχή· μάλιστα αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για την ανέγερση μητροπολιτικού τεμένους στην περιφέρεια των Αθηνών. Η μουσουλμανική πολυεθνική παροικία των Αθηνών, κατ’ αυτό τον τρόπο, επέβαλε δυναμικά την παρουσία της και προέβαλε το αίτημά της.
Η συμβολική και πολιτική σημασία της μαζικής προσευχής στα Προπύλαια είναι ανάλογη τουλάχιστον της ομαδικής απεργίας πείνας των μεταναστών εργατών στη Νομική. Διαφέρουν οι συνδηλώσεις και το περίβλημα: οι μεν προβάλλουν ως αιχμή το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, οι δε προβάλλουν ως αιχμή το δικαίωμα στην παραμονή και την εργασία· οι μεν επιβάλλονται δια της προσευχής, οι δε πιέζουν με τη σωματική τους παρουσία· οι μεν συνδηλώνουν το πλήθος και την οικουμενικότητά τους, οι δε μπαίνουν στο παιχνίδι ατομικά, με τα σώματά τους.

Σε κάθε περίπτωση, το μεταναστευτικό πλημμυρίζει πάνω σε μια ήδη ξέχειλη κοινωνία.

Η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, νομίμως κατοικούντες ή και παρανόμως εισελθόντες, πυροδοτεί θερμές συζητήσεις, και όχι μόνο στο opengov.gr. Προφανώς: με άγνωστο αριθμό νομίμων, ημινομίμων και παρανόμων μεταναστών, με καθημερινές αφίξεις βασανισμένων ανθρώπων χωρίς διαβατήρια από χώρες σε ανθρωπιστική κρίση ή απλώς σε πολιτική-οικονομική κρίση, με πτώματα μεταναστών στις ακτές, με την Ελλάδα να έχει μετατραπεί για τους απεγνωσμένους του Τρίτου Κόσμου σε δραματικό τράνζιτ και καθαρτήριο, με τη χώρα πιασμένη στη μέγγενη της οικονομικής δυσπραγίας και με τον πληθυσμό ανήσυχο ή και έμφοβο, η συζήτηση για έναν μείζονα ιστορικό μετασχηματισμό, τέτοιο που η Ελλάδα έχει να ζήσει από την εποχή του 1912-22, ασφαλώς θα είναι θερμή.

Η συζήτηση ας είναι θερμή. Οι νομοθετικές πράξεις όμως πρέπει να εξελιχθούν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ψυχραιμία και αίσθηση των ιστορικών μεγεθών· όχι με βολονταρισμό, ιδεολογήματα και ανθρωπιστικές κορώνες άνευ περιεχομένου. Μια κοινωνία στριμωγμένη οικονομικά, απειλούμενη στην αγορά εργασίας, εύκολα μπορεί να στραφεί εναντίον κάθε μεταρρύθμισης, ακόμη και της πιο ορθολογιστικής και ωφέλιμης, εφόσον η ανασφάλειά και η οργή παροχετευτούν εκεί, στον Ξένο.

Μετά την αφαίμαξη των αλλοδαπών εργατών για την ένταξη στην ΟΝΕ και τις ολυμπιακές υποδομές, το λιμνάζον δυναμικό ανταγωνίζεται τις εγχώριες κατώτερες τάξεις στην αγορά εργασία και συμπιέζει τους μισθούς. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν σκοτεινό μέλλον, το ασφαλιστικό σύστημα τελεί υπό κατάρρευση, τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία είναι εξουθενωμένα εξαιτίας και της πίεσης που ασκούν (ένα, ενάμισι εκατομμύριο;) οι μετανάστες, η νεολαία πορεύεται ήδη με χαμηλωμένες προσδοκίες και υψηλή οργή.

Αυτή η πολύμορφα πιεζόμενη κοινωνία πρέπει να πεισθεί ότι η “ελληνοποίηση” θα διεξαχθεί με μακροχρόνιες προβλέψεις και αυστηρούς κανόνες. Και ότι θα ωφεληθεί ουσιαστικά: ηθικά, ψυχολογικά, δημογραφικά, οικονομικά. Η διαδικασία ενσωμάτωσης μεγάλου πλήθους ετερόδοξων, από πολύ διαφορετικά πολιτισμικά συγκείμενα, σε μια χώρα έως πρόσφατα ομοιογενή πολιτισμικά, είναι λεπτή, μακρά και επίπονη. Η μαζική απόδοση ιθαγένειας είναι δημογραφικός και ιστορικός μετασχηματισμός, δεν είναι δράση για ερασιτέχνες μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Τρεις πρόσφατες ταινίες, τρία δράματα, μας υπενθυμίζουν πόσο δραστικός και καίριος μπορεί να είναι ο αμερικανικός κινηματογράφος, πόσο καλά αφουγκράζονται το παρόν και τους κοινωνικούς κραδασμούς οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούν να μετουσιώσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο σε αφήγημα, σε δράμα, σε έργο τέχνης. Οι τρεις ταινίες είναι το “Παγωμένο ποτάμι”, to “Gran Torino” και το “The Visitor”. Ολες οι ταινίες είναι παραγωγές μικρομεσαίου κόστους και ολιγοπρόσωπες, και όλες καλογυρισμένες, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου, με σχετικά άγνωστους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, εκτός του Κλιντ Ιστγουντ (Gran Torino).

Σε όλες τις ταινίες θέμα είναι η μετανάστευση, ο ξένος, ο φτωχός, ο σε αποκλεισμό ή κατατρεγμό, και η σχέση του ξένου με τον γηγενή, που τραβάει κι αυτός παρόμοια βάσανα, άλλης κλίμακας, αλλά ίδιου πυρήνα: φτώχεια, μοναξιά, φθορά, δυσκολίες προσαρμογής στο καινοφανές περιβάλλον.

Το θέμα των ταινιών είναι ο καιρός μας, η ανθρώπινη συνθήκη στον 21ο αιώνα: οι ανισότητες, οι μετακινήσεις, οι αποκλεισμοί, ο αμήχανος άνθρωπος ενώπιον του απειλητικά αναδυόμενου νέου, οι άνθρωποι σε μεταιχμιακή κατάσταση, η μοναξιά, η δύσκολη διατήρηση της αξιοπρέπειας, η σκληρή δοκιμασία των παλαιών ηθικών αρχών.

frozen-river

Στο Παγωμένο Ποτάμι μια γυναίκα της εργατικής τάξης παλεύει να κρατήσει ενωμένη και σώα την οικογένειά της, δυο ανήλικα αγόρια, στα παγωμένα αμερικανοκαναδικά σύνορα, με -28 βαθμούς σ’ ένα φτενό λυόμενο που μπάζει, με μερική απασχόληση, με σύζυγο τζογαδόρο που έχει αποδράσει. Σε τρεις σκηνές, περιγράφεται όλο το δράμα των πληβείων της πλουσιότερης χώρας. Για να τα βγάλει πέρα, συνεργάζεται με μια μοναχική Ινδιάνα: περνούν στις ΗΠΑ λαθρομετανάστες, διασχίζοντας το παγωμένο ποτάμι, το σύνορο. Γιατί έρχονται εδώ οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί, αναρωτιέται η γυναίκα, ποιον παράδεισο περιμένουν να δουν; Δεν υπάρχει παράδεισος. Για την λευκή Αμερικανίδα, όλα είναι κόλαση, όλα κρέμονται σε μια κλωστή, η απόλυτη φτώχεια, η ζωή των παιδιών της, προ πάντων η αξιοπρέπειά της και η πίστη στη ζωή. Μια αποκαλυπτική εμπειρία, μια παρ’ ολίγον τραγωδία, ενώνει τις δυο γυναίκες, λευκή και ινδιάνα, δυο μητέρες που κινδυνεύουν να χάσουν τα παιδιά τους, δυο not good enough μάνες που βυθίζονται στην ενοχή και την αναξιότητα. Με μια θυσία, κερδίζουν τα παιδιά τους και την υστάτη νησίδα, την ανθρωπινότητα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.

Στο Παγωμένο Ποτάμι, οι μετανάστες είναι στο φόντο, ανθρώπινα φορτία που στιβάζονται στο πορτ-μπαγκάζ· κι από εκεί όμως δρουν καταλυτικά πάνω στους ήρωες. Στο Gran Torino και στο Visitor, οι μετανάστες είναι στο προσκήνιο, πρωταγωνιστές. Με άλλο, ομιλητικό τρόπο, δρουν κι αυτοί καταλυτικά στις ζωές των γηγενών που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Ο μοναχικός γερόλυκος Ιστγουντ, απομεινάρι της πατρίδας του Ψυχρού Πολέμου και της Βιομηχανικής Εποχής, ξεκουκκίζει τις τελευταίες μέρες του σε μια γειτονιά που έχει ξεπέσει σε γκέτο συμμοριών. Οι τελευταίες μέρες του, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει, θα φωτιστούν από δυο Κινεζάκια γειτονόπουλα, μια ακατανόητη νιότη, μια νέα Αμερική· και θα τον οδηγήσουν σε μια επική έξοδο από τον παλιό κόσμο, συμβολικά και σωματικά· σε μια θυσία υπέρ των νέων φίλων, της οιονεί οικογένειας.

Αντίο χαμπίμπι...

Αντίο χαμπίμπι...

Στο Visitor, ο γηγενής είναι ένας μονόχνωτος WASP, καθηγητής στο Γιέιλ, ένας άνθρωπος ηττημένος και στείρος, πικράντερος, μονάχος, που παρακολουθεί τη ζωή του να τελειώνει χωρίς νόημα. Η απρόοπτη εισβολή δυο νεαρών λαθρομεταναστών στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ανατρέπει τη θλιβερή κανονικότητά του και τον αφήνει έκθετο στα κύματα της ζωής, στα αισθήματα, στη μουσική, στη φιλοξενία, ακόμη και στον έρωτα για την ώριμη χήρα από τη Συρία. Δίνει φιλοξενία, προσφέρει· και του δίδεται: φιλία, αγάπη. Ο νεαρός τον μαθαίνει μουσική, να ακούει με το σώμα τη μουσική, να την ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται. Ο WASP ανταποδίδει, αποκολλάται από την ερημιά του εγωτισμού του, γίνεται αρωγός και ικέτης· επισκέπτης φυλακών, επισκέπτης της άλλης πραγματικότητας, των γκρίζων ανθρώπων sans papiers. Αλλάζει. Η μητέρα του νεαρού, βγαλμένη από θάνατο και στέρηση, του δίνει τα δώρα της αξιοπρέπειας και της αγάπης, αποκαλεί αυτόν τον στερεμένο, ”χαμπίμπι”, αγαπημένο. Τα κύματα της ζωής τούς παίρνουν και τους πετούν σαν καρυδότσουφλα, ο καθένας μονάχος και πάλι, οι κόσμοι χωριστά, κι ο καθένας να κουβαλάει μια ουλή, ένα άγγιγμα, μια αστραπή ονείρου.

Εργα συγκινητικά και αληθινά. Εργα για τον καιρό μας, και τον καιρό που έρχεται. Σκέφτηκα: Τι έργα αναλόγως δραματικά κι αληθινά φτιάχνουν οι Ελληνες κινηματογραφιστές;  Πώς αφηγούνται τον δύσκολο καιρό μας; Σκέφτομαι.

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.325 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: