You are currently browsing the tag archive for the ‘μεταίχμιο’ tag.

andros_1

 

Καμιά φορά αρκούν δυο φωτάκια για να σχίσουν μέσα μας τη βαριά αθυμία, να ανοίξουν παράθυρο στην αισιοδοξία, να ξαναφέρουν την πίστη. Πίστη στη ζωή, στο θαύμα της· πίστη στις δυνάμεις μας· θάρρος ενώπιον του μέλλοντος.

Ενα φωτογραφικό λεύκωμα και ένα μουσικοθεατρικό έργο. Φτιαγμένα από σημερινούς ανθρώπους, αντλημένα από το βιωμένο παρελθόν ή απ’ τη λόγια παράδοση, απευθυνόμενα στους συνανθρώπους του σήμερα, στο θυμικό και τον νου αξεχώριστα, φτιαγμένα για να συγκινήσουν αλλά και για να προκαλέσουν στοχασμό, επώδυνο ίσως αλλά δημιουργικό, ενδεχομένως λυτρωτικό.

Το λεύκωμα το πρόσφερε το ευαίσθητο βλέμμα της Μαρίνας Καραγάτση: «Διαδρομές στην Ανδρο του ’70» (εκδ. Αγρα). Ασκημένο βλέμμα επίσης: η κυρία Καραγάτση έχει μάθει να βλέπει σαν ζωγράφος και σαν συγγραφέας, εκ μητρός και εκ πατρός. Οι φωτογραφίες της αφηγούνται την Ανδρο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: το νησί, τη Χώρα, τα ξωκλήσια, τα χτίσματα, μα προ πάντων τους ανθρώπους και τη ζωή, τη ζωή της καθεμέρας και της γιορτής, τη ζωή των παιδιών του σχολείου, τη ζωή των πανηγυριών και των εσπερινών, των παρελάσεων, της αγοράς, του καφενείου.

Συμβαίνει βέβαια, εκείνη τη δεκαετία να ζω κι εγώ στις Κυκλάδες, στην ολοχρονίς Σύρο και στη θερινή Μύκονο, άρα αυτό το σπαρταριστό ντοκυμαντέρ της κας Καραγάτση από τη γειτόνισσα Ανδρο το παίρνω σαν ντοκυμαντέρ της δικής μου ζωής. Εντούτοις, δεν είναι μόνο δική μου εμπειρία, αισθητική, πνευματική, συναισθηματική, αυτή η διαβίωση, αυτή η διαμονή· είναι κοινή εμπειρία πολλών Ελλήνων, ώριμων και μεσήλικων σήμερα, είναι το κοινό θρεπτικό υλικό πάνω στο οποίο βλάστησαν άνθη και αγκάθια. Μερικές σκέψεις λοιπόν:

Η Ανδρος της Μαρίνας Καραγάτση, χωρίς να έχει ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές φιλοδοξίες, διασώζει την Ελλάδα του μεταίχμιου, τη στιγμή που σβήνει ο παλιός κόσμος και αναδύεται φουριόζος ο νέος. Η ζωή στις Κυκλάδες έως και το ’70 ήταν περίπου ίδια με τη ζωή του 16ου ή του 19ου αιώνα ― εννοώ στη βίωση του κυκλικού χρόνου, στο νιώσιμο των εποχών και των γυρισμάτων του καιρού, στις τελετές και τα έθιμα. Είναι σαν τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη: στα ονόματα των γυναικών (Μαρουσώ, Μοσχούλα, Ορσα, Μηλιά, Φρατζέσκα), στη λαλιά, στα βλέμματα, στα μάλλινα, στα κασκέτα.

Εχει εν τω μεταξύ μπει ο ατμός, ο τηλέγραφος, ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο και δειλά η ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά όλα τ’ άλλα παρέμεναν λίγο-πολύ απαράλλαχτα και στέρεα, αυτάρκη και ολιγαρκή, λίγα και δύσκολα. Ακόμη και η Αθήνα απεκαλείτο «ξενιτιά», παρότι ήταν πρακτικά μια εποικισμένη ενδοχώρα των νησιωτών. Ο τουρισμός δεν είχε προφτάσει να κυριεύσει δια του πλούτου τις μικροκοινωνίες και να επιβάλει τη δική του πρώιμη παγκοσμιοποίηση.

Ολα αυτά τα αναγνωρίζεις στις φωτογραφίες του βιβλίου. Αναγνωρίζεις παλαιούς ανθρώπους, καθαρά βλέμματα, τράπεζες πανηγυριών, υπαίθριο βίο σε μουράγια και αυλές ορεινών ναϊσκων, αχειροποίητες ξερολιθιές, πλακόστρωτους δρόμους, θάλασσα, θάλασσα. Εδώ κι εκεί, το μεταίχμιο: σε μερικά ρούχα, σε χτενίσματα, στα βλέμματα των νεαρών, σπαθίζει ο καινούργιος κόσμος, το μέλλον που επελαύνει.

Σαράντα χρόνια από την ανδριακή ψυχογεωγραφία του ’70, ο σημερινός Ελληνας δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον τόπο, τους ανθρώπους, τον βίο. Ακόμη κι όσοι έζησαν αυτά τα μεταιχμιακά χρόνια. Κι όμως η περιπλάνηση σε αυτά τα ψυχοπνευματικά, πολιτισμικά τοπία, πολύ περισσότερο από νοσταλγία και συγκίνηση, προσφέρει ευκαιρίες αυτογνωσίας και τοποθέτησης εν χώρω και χρόνω, αυτό που έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τώρα στο δικό μας δραματικό μεταίχμιο.

Με αυτή τη δίψα πήγα να παρακολουθήσω προχθές την όπερα «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη. Και ξεδίψασα. Ο Κουμεντάκης της Τήνου συνάντησε τη Φραγκογιαννού της Σκιάθου· αναμετρήθηκε με το πιο στοιχειωμένο κείμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, μια σπουδή στο κακό και το δαιμονικό, στο μεταιχμιακό πρόσωπο, μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου. Καταδύθηκε στο πνεύμα του Παπαδιαμάντη, στη μουσική της πρόζας του, και ανέσυρε νανουρίσματα, μοιρολόγια, πολυφωνικά ρίγη, δημώδεις θησαυρούς, αρχαίες τραγωδίες, μαζί με τρόπους και ήχους του 21ου αιώνα.

Το εγχείρημά του έχει ιδιαίτερη αξία διότι κατορθώνει μια τολμηρή και λυσιτελή ανανέωση της παράδοσης, διότι κατορθώνει τη δική του σφριγηλή παράδοση, ορίζει νέα στάνταρ στο μουσικό θέατρο και τις παραστατικές τέχνες, ανάλογα με τις συνεισφορές των Κουν, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, του παλαιού του συνεργάτη Δ. Παπαϊωάννου.

Πέρα όμως από την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της όπερας «Φόνισσα», έχει ιδιαίτερη σημασία το τι , το πού, το πότε συμβαίνει., ποιος το πράττει Ο Κουμεντάκης είναι αναμφίβολα από τους πιο προικισμένους και καταρτισμένους καλλιτέχνες της γενιάς του (γ. 1959), αλλά ταυτόχρονα είναι ιστορικό πρόσωπο, δημιουργός και καθολικός διανοούμενος. Αντλεί από την παράδοση και την παγκοσμιότητα, αλλά και από το τοπικό και το βαθύ, το κρυμμένο. Η εργασία του, η στάση του, η σιωπή και ο λόγος του, ως όλον, φανερώνουν πίστη στη ζωή, μεταδίδουν πίστη, εγκαρδιώνουν.

Η όπερα «Φόνισσα» ως συμβάν του μεταιχμιακού 2014 στην πληγωμένη Ελλάδα λέει και αυτό: μες στην αθυμία και την πίκρα των Ελλήνων, μες στον φόβο, μες στην αναρώτηση της γραίας Χαδούλας περί του αίματος, ακούγεται η αγγελική πολυφωνία, «Παράγγειλέ μου, μάτια μου, το πόθε θέλεις να ‘ρθεις, να στρώσω ρόδα στα βουνά, τριαντάφυλλα στους κάμπους». Λύτρωση και υπόσχεση.

φωτ.: Μαρίνα Καραγάτση, Ανδρος, Καθαρή Δευτέρα, 1977.
Advertisements

fra_angelico

Συναντάς έναν γνωστό, ανταλλάσσετε χαιρετισμούς, μεσολαβεί μικρή σιωπή, κενός χρόνος· αισθάνεσαι τον δισταγμό, το μετέωρο βήμα, προτού ακουστεί το «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Ακούγεται ίδιο με παλιά, τετριμμένο, κοινότοπο, αλλά στον τωρινό καιρό έχει πια άλλο βάρος. Περιέχει αγωνία. Μια αγωνία που σωρεύεται χωρίς να εκτονώνεται, απεναντίας μεταλλάσσεται και πολλαπλασιάζεται. Μια αγωνία που αφορά το μέλλον, μάλιστα το απολύτως κοντινό.

Αρκετούς συμπολίτες η τέτοια αγωνία τους έχει οδηγήσει σε μια παραδοχή: η κρίση δεν είναι περαστική, έχει εγκατασταθεί μόνιμα και έχει αλλάξει ήδη τις υποκείμενες δομές του βίου. Εχουμε αλλάξει ιστορική πίστα και η πιθανότητα επανόδου στην προ κρίσης κατάσταση είναι μηδαμινή, ανύπαρκτη. Η παραδοχή αυτή, παρότι πραγματιστική, δεν παρηγορεί και βέβαια δεν φωτίζει το άδηλο μέλλον. Βοηθά όμως να μετουσιωθεί ο φόβος, να μεταμορφωθεί δυνητικά σε πιο δημιουργικές συμπεριφορές. Ορισμένως διαλύει τις αυταπάτες και αποδυναμώνει την ποικιλόμορφη προπαγάνδα. Δεν παρηγορεί.

Αλλοι πάλι αρνούνται να παραδεχτούν ότι όλα έχουν αλλάξει και ότι δεν θα επανέλθουμε σε μια κατάσταση ίδια ή παρόμοια με την προ κρίσης. Η διάγνωσή τους: η κρίση είναι παροδική, η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση είναι δύσκολη, επίπονη, αλλά δεν αποκλείεται, είναι θέμα χρόνου. Αναγνωρίζουν το ζοφερό παρόν όπως και οι πραγματιστές, αλλά βλέπουν διέξοδο πάνω στο ίδιο επίπεδο πραγματικότητας, στην ίδια ιστορική πίστα, στο ίδιο παράδειγμα. Η τέτοια στάση απέναντι στο παρόν είναι παρηγορητική, στο μέτρο που ορίζει το μέλλον ως ανάκαμψη, ως επαναφορά στα πρότερα· σε αυτή την προσέγγιση, ο χρόνος εκτυλίσσεται ελικοειδής επί του ιδίου επιπέδου. Οι συμπολίτες αυτοί δεν βλέπουν ότι έχουμε αλλάξει ιστορική πίστα ― μάλλον: δεν θέλουν να δουν. Κι είναι πολύ περισσότεροι από τους προηγούμενους.

Η δεύτερη στάση είναι πλησιέστερη προς την αυθόρμητη αντίδραση των ανθρώπων ενώπιον μιας αλλαγής, μιας ανατροπής, μιας διάρρηξης της κανονικότητας. Η διάρρηξη εκλαμβάνεται ως παροδική και ανατάξιμη: με πόνο και κόπο ενδεχομένως, αλλά εντέλει θα επανέλθει η κανονική ροή, θα αποκατασταθεί η γραμμική πορεία προς το ολοένα καλύτερο. Αυτό συμβαίνει πράγματι σε αρκετές περιπτώσεις, όχι όμως στην παρούσα περίπτωση, όχι σε ό,τι συντελέσθηκε και συνεχίζει να συντελείται.

Καθώς διανύουμε τον τέταρτο χρόνο της κρίσης ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον αυτό: η κρίση έχει λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η ζωή, ατομική και κοινωνική, στο προβλεπτό μέλλον θα κυλάει με κρίση, σαν κρίση. Κρίση διττά: ως διαταραχή και ρήξη, και ως εξέταση, ζύγισμα, λογάριασμα. Αρνούμενοι να δούμε την κρίση ως νέα μόνιμη κατάσταση αρνούμαστε τη δυνατότητα να κρίνουμε τη νέα κατάσταση, να την εξετάσουμε, να τη ζυγίσουμε, να προσαρμοστούμε, να εξοπλιστούμε με νέα εργαλεία. Μόνο έτσι όμως, με κριτική παραδοχή και γνωστικό εξοπλισμό, με ενσυναίσθηση, θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε τα δυσμενή δεδομένα για να πετύχουμε μια ευνοϊκή νέα ισορροπία.

Η φύση απεχθάνεται το κενό; Μάλλον οι άνθρωποι το φοβούνται, γι’ αυτό επινοούν πληρώματα, γεμίζουν το φοβερό ιστορικό κενό με ελπίδες, το επενδύουν με αυταπάτες. Ουσιαστικά αυτό που ζούμε δεν είναι καν κενό, είναι μετάβαση, μεταίχμιο, μετασχηματισμός, μια κατάσταση ασταθούς ισορροπίας· αυτό μας φοβίζει, όλους. Μια εκδήλωση αυτού του αρχέγονου φόβου, η οδυνηρότερη ίσως, είναι η αίσθηση αδυναμίας να ορίζουμε τις ζωές μας, σαν να μας αρπάζει ένα σιδερένιο χέρι και να μας τινάζει στο μέλλον ενώ ταυτόχρονα το ίδιο αυτό χέρι σβήνει όλα τα φώτα, τους φάρους και τις σταθερές.

O κίνδυνος του μέλλοντος μάς φέρνει ενώπιον του παρελθόντος: όλο το παρελθόν μας αναρριπίζεται μπρος στα μάτια μας, σαν έλλαμψη, γιατί κι αυτό κινδυνεύει μαζί μας. Ο πραγματιστής και ο αισιόδοξος συμμερίζονται το κοινό παρελθόν και τον κοινό κίνδυνο, γι’ αυτό συγκλίνουν, από διαφορετικούς δρόμους, στην κοινή ελπίδα της λύτρωσης· να λυτρωθούν από το χρονικό συνεχές των γεννητόρων της κρίσης, προσδοκώντας ένα ρήγμα που θα τους ξανοίξει σε ένα διαφορετικό μέλλον, ανακουφιστικό, απελευθερωτικό.

Η κρίση είναι η ιστορία· αποκτά νόημα αν τη δούμε μέσα από τα ρήγματα και τα ερείπια της, ιδίως αν τη δουν έτσι τα ανθρώπινα θύματα της κρίσης, τα οποία προσδοκούν μια διάρρηξη, μια ασυνέχεια λυτρωτική, ώστε να ισορροπήσουν στη νέα πίστα. Αυτό, ναι, μπορεί να ονομάζεται ελπίδα.

Fra Angelico, Ευαγγελισμός, 1442-43

Στην Αθήνα, παραμονές του 2014, επάλληλα και ταυτοχρόνως: εσπρέσο Κεντρικής Αμερικής, νταούλια και ζουρνάδες ισλαμοβαλκάνια, συμφόρηση αυτοκινήτων, συζητήσεις για μέλλον Ευρώπης, θεολογία εικόνας, συναίρεση παράδοσης και συγχρονίας, αυθαίρετα άλματα από τον εβραϊκό μυστικισμό στη μεταμοντέρνα συνθήκη, περιδιαβάσεις στις μητροπόλεις του κόσμου, μικροανατομίες της οικογένειας και των προσωπικών προσδοκιών, διαρκείς επιστροφές στο ρευστό παρόν, στις τροπές του πολιτικού, στο έτος που ανατέλλει, πώς θα είμαστε, πώς ιστορούμε τις ζωές μας. Ολα συμβαίνουν ταυτοχρόνως, σε μια δίνη που νομίζουμε ότι την ορίζουμε εμείς, οι συνομιλητές, αλλά που ουσιαστικά την ορίζουν το περιβάλλον και ο καιρός, ο χώρος και ο χρόνος, σαν να μας αρπάζουν και μας βάζουν στην επιφάνεια ενός στίλβοντος δίσκου μπακιρένιου, κινούμενου γύρω από όλους τους άξονες. Κι εμείς παρ’ όλ’ αυτά ισορροπούμε, σαν ακροβάτες ασκημένοι μέσα από πόνους και αγωνία, εξωτερικά ήρεμοι αλλά με την καρδιά πάντα ν’ αγρυπνά.

Ιδιαίτερη χώρα, ιδιαίτεροι άνθρωποι. Με τον απόηχο του ζουρνά στ’ αυτιά διαβάζω τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να περιγράφει πώς συνέθεσε την πρώτη μεγάλη μελέτη του για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή, 1830-1922», τη διατριβή υπό την καθοδήγηση του Νίκου Σβορώνου: «Είχα προσπαθήσει να απαντήσω στο ερώτημα ‘πώς γίνεται η Ελλάδα να εμφανίζεται τόσο ιδιαίτερη’ ήδη τον 19ο αιώνα. […] Επιχειρούσα να εξηγήσω τις θεαματικές στατιστικές και αποκλίσεις της Ελλάδας σε σχέση τόσο με τις χώρες της Ευρώπης όσο και με τα Βαλκάνια και την εγγύς Ανατολή με απτά υλικούς όρους. Το απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων, ένας καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, μια χαρακτηριστική πολιτική σταθερότητα που συνάπτεται με τα πελατειακά συστήματα και κυρίως η εντελώς ιδιαίτερη εξέλιξη του νεοελληνικού Κράτους για έναν ολόκληρο αιώνα μου δημιουργούσαν απορίες». (Μορφές συνέχεια και ασυνέχειας. Από την ιστορική εθνεγερσία στην οικουμενική δυσφορία. Εκδ. Θεμέλιο.)

Η οιδιπόδεια περιέργεια του Τσουκαλά, που γέννησε αυτή τη μελέτη, παραμένει ακόρεστη και σήμερα, για τον ίδιο, για μας τους αναγνώστες του, σαράντα-τόσα χρόνια από τότε που πρωτοδιατυπώθηκε, πάνω στη ράχη της ασυνέχειας που βιώνουμε, και τώρα όχι πια μόνο με όρους εθνικούς αλλά και με όρους μιας παγκοσμιοποιημένης δυσφορίας. Από το αυτοβιογραφικό κείμενο του κοινωνιολόγου ωστόσο αυτό που κράτησα ήταν τρεις παρατηρήσεις ανθρωπολογικού-κοινωνιολογικού προσανατολισμού, με διαχρονική αξία, στα μάτια μου τουλάχιστον: πρώτον, το «απίστευτα υψηλό ποσοστό των εκπαιδευμένων», δεύτερον, ο «καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα», τρίτον, το «πολυσθενές» κοινωνικό υποκείμενο, δηλαδή οι Ελληνες του ύστερου 20ού αιώνα που επιβιώνουν «ταυτόχρονα ως δημόσιοι υπάλληλοι, ως κληρούχοι αγρότες, ως ευκαιριακοί μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες και ως εποχιακοί επιχειρηματίες».

Ξαναθυμήθηκα όσα είχα διαβάσει στον Τσουκαλά και τους συνομηλίκους του, τον Κωστή Μοσκώφ, τον Κώστα Βεργόπουλο και άλλους, για τη συγκρότηση της νεοελληνικής κοινωνίας, του κράτους, της οικονομίας· όταν τα διάβαζα στη δεκαετία ’80, τα προσέγγιζα σαν αφηρημένα σχήματα, σαν θεωρία, σαν απορροφητέα ύλη· τώρα, μέσα απ’ τα χείλη του ιστορικού ρήγματος, τα βλέπω να αναδύονται πάλι σαν εμπειρικά επαληθευόμενη ανθρωπολογία, επικουρούμενα από τον εκπληρωμένο κασσανδρισμό του Παναγιώτη Κονδύλη, τις ποιητικές διεισδύσεις του Χρήστου Βακαλόπουλου, τις λοξές αναγνώσεις του Κωστή Παπαγιώργη, τέτοια σκόρπια και έκκεντρα, τέτοια που δεν προσφέρουν έναν ενιαίο μαγικό μίτο για να προσπελάσουμε την Ιστορία, αλλά πολλές επιμέρους αφηγήσεις, πολύτιμες η καθεμιά γι’ αυτό που ιστορούν, γι’ αυτό που ζωγραφίζουν, κι όλες μαζί να συνθέτουν έναν θραυσμένο πολυσχιδή ιστό με χάσματα και μισοκρυμμένα πατήματα.

Ό,τι βιώνουμε οδυνηρά ως ασυνέχεια, ό,τι καλούμε κρίση, μάς οδηγεί να σκεφτούμε την πορεία μας, τους εαυτούς μους, μέσα από μικρότερες αφηγήσεις, με πολλά μικρά ποτάμια αδύναμης σκέψης, χωρίς μια μεγάλη κεντρική πίστη, χωρίς ένα τέλος, έναν μεγάλο σκοπό. Ομως μια υπόγεια θέρμη μας παρακινεί διαρκώς σε εντοπισμό μερικών αληθειών, που μας επιτρέπουν να συντάσσουμε ευέλικτες στρατηγικές επιβίωσης, πολύτροπες, πολυμήχανες, ακόμη και αντινομικές, πάντα δραστικές, λυσιτελείς.

Αυτός ο πολύμιτος ιστός ο σχισμένος, με τα χάσματα και τις λαβές, τους παραπόταμους και τα φυκόγεντρα ρυάκια, είναι το παρ’ ημίν μεταίχμιο απ’ το οποίο θα κρατηθούμε για να του φύγουμε.

Βαδίζουμε πάντα σε διαρκές μεταίχμιο. Ελπίζοντας ότι η πτώση θα ανακοπεί επιτέλους, ότι ο τζίρος του τουρισμού θα είναι ανεβασμένος και θα βελτιώσει το κλίμα και τη ρευστότητα, ότι οι ξένοι επενδυτές θα πεισθούν για το καλό σενάριο της Ελλάδας και θα το αγοράσουν. Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις του ΔΝΤ για τις εσκεμμένα μοιραίες απόφασεις κατά τη συγκρότηση του προγράμματος διάσωσης κλονίζουν την, έστω βεβιασμένη, αισιοδοξία· ξαναβάζουν στη συζήτηση την υποτιμημένη παράμετρο της πολιτικής βούλησης και του συσχετισμού δυνάμεων. Και επιπλέον σύννεφα: νέοι φόροι ακινήτων, χρηματοδοτικό κενό το 2015-16, ενδεχόμενο νέο δάνειο και νέες περικοπές, συνέχιση του φαύλου κύκλου δανεισμού και ύφεσης. Κι εν τω μεταξύ: ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από την αυξανόμενη αστάθεια της μεγάλης γείτονος Τουρκίας, σε μια Μεσόγειο ήδη φλεγόμενη;

Μπορούμε να βρούμε πολλές πηγές ανησυχίας. Η ουσία όμως είναι πώς αντιδρούμε· μάλλον, πώς δρούμε, πώς απαγκιστρωνόμαστε από την αδράνεια και το παραλυτικό σοκ, και πώς προχωράμε επιτέλους μπροστά, με λάθη και πειράματα, με αποτυχίες, αλλά μπροστά, διαμορφώνοντας τους όρους επιβίωσης κατά το δυνατόν, και όχι υποτασσόμενοι σε εξωγενή συμβάντα. Αυτό σημαίνει πράξη, πράξεις, από μια κοινωνία που σκέφτεται, που στοχάζεται τον εαυτό της και το περιβάλλον.

Αυτό σημαίνει πολιτική. Πολιτική πέραν του άγονου ή και καταστροφικού διπόλου «εναντίωση-υποταγή». Διότι έως τώρα, και όλη την παρελθούσα τριετία, ευεξήγητα, πολωθήκαμε ανάμεσα στον λόγο της πλήρους εναντίωσης και τον λόγο της πλήρους υποταγής· είτε καταγγελία πάντων και πασών, είτε αποδοχή τους. Και οι δύο στάσεις με τον τρόπο τους δεν παράγουν τίποτε· μόνο υλικά ερείπια και αυτοτροφοδοτούμενο μίσος, ψυχοπνευματική διαίρεση. Ωστε, τώρα, περισσότερο παρά ποτέ τα τελευταία εξήντα χρόνια, χρειαζόμαστε λόγο συναίρεσης και σύνθεσης, πράξεις υπέρβασης και δημιουργίας. Η αλληλοκαταγγελία μάς βουλιάζει βαθύτερα στην ετερονομία και τον φαταλισμό.

Η μακρά αγωνία, που άρχισε το φθινόπωρο στις Κάννες και κορυφώθηκε με την ψήφιση του Μνημονίου ΙΙ, φαίνεται να υποχωρεί προσώρας. Οι επικείμενες εκλογές, παρότι δεν προσδιορίζονται ακόμη επακριβώς, ελπίζεται να δράσουν εκτονωτικά στη δυσφορία και την απόγνωση του κοινωνικού σώματος. Αλλά μέχρι εκεί: ο ορίζοντας κοινωνικής ειρήνης δεν υπερβαίνει τους ολίγους μήνες. Διότι, ακόμη κι αν δεν ακούγαμε τις σαφείς προειδοποιήσεις για το τι περιμένει τους Ελληνες, από τα πιο αρμόδια χείλη, των εκπροσώπων της τρόικας λόγου χάριν, η ίδια η σκληρή πραγματικότητα δίνει τα δικά της μηνύματα. Το χρέος δεν θα καταστεί βιώσιμο στους χρόνους που υποσχέθηκαν η κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι, κατά τη λήξη της κρίσιμης τριετίας 2012-14 η χώρα θα χρειαστεί επιπλέον χρηματοδότηση έως και 67 δισ., η ύφεση θα συνεχιστεί, η ανεργία καλπάζει, το ασφαλιστικό καταρρέει εξαιτίας της ύφεσης και της ανεργίας αλλά και λόγω του κουρέματος των διαθεσίμων των ταμείων. Εν τω μεταξύ, με φόντο την παγωμένη αγορά, βιώνουμε και τη βίαιη συρρίκνωση κοινωνικών υποδομών: σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί, προνοιακές δομές υποχρηματοδοτούνται, υπολειτουργούν, καταργούνται ή καταρρέουν.

Η αγωνία λοιπόν δεν περνά. Και οι πιο ανυποψίαστοι πολίτες έχουν συνειδητοποιήσει πια ότι η κρίση δεν θα περάσει σε τρία-τέσσερα χρόνια και, κυρίως, θα περάσει αφήνοντας πίσω της θύματα και βαθιές ουλές, θα μετασχηματίσει την κοινωνική ζωή. Αρκετοί πολίτες επίσης συνειδητοποιούν με ανησυχία ότι η γενικευμένη κρίση και οι διαρκείς δεσμεύσεις έναντι δανειστών, εφόσον διαρκέσουν, μπορούν να οδηγήσουν σε οδυνηρή απομείωση του γεωπολιτικού βάρους της χώρας, σε φινλαδοποίησή της. Πράγματι, η Ελλάδα κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια περιοχή μεγάλου στρατηγικού και οικονομικού ενδιαφέροντος, πάνω στους ενεργειακούς δρόμους της αναβαθμιζόμένης ΝΑ Μεσογείου, αλλά και πλάι σ’ έναν ισχυρό και επιθετικό γείτονα, την Τουρκία, και με τη Μέση Ανατολή σε αποσταθεροποίηση. Η ίδια η χώρα είναι βαριά λαβωμένη οικονομικά, με πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση, χωρίς ηγεσία, σχεδόν ξέπνοη. Ωστε τα δυνητικά της πλεονεκτήματα, γεωπολιτικά και γεωοικονομικά, εφόσον δεν αξιοποιηθούν ευφυώς και βάσει εθνικού σχεδίου, μπορούν να απωλεσθούν ή να εκχωρηθούν άνευ ουσιαστικών ωφελημάτων για τον δοκιμαζόμενο τώρα ελληνικό λαό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή και ιστορική καθυστέρηση.

Ολο και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο ιστορικό μεταίχμιο. Και παρ΄όλη την αγωνία για την ατομική και οικογενειακή τύχη, αναγνωρίζουν ότι η ανάσχεση της πτώσης είναι δυνατή μόνο με ένα μίνιμουμ ομοθυμίας, με συνένωση δυνάμεων και κατασκευή του μέλλοντός μας. Η ιστορική πρόκληση πλέον είναι η υπέρβαση του διλήμματος «Μνημόνιο ή Αντιμνημόνιο», διότι κατ΄ουσίαν δεν απειλούμαστε από έναν τυπικό Διχασμό, αλλά από έναν διάχυτο, άτυπο, διαρκή εμφύλιο, από πολυκερματισμό και θρυμματισμό των κοινωνικών δυνάμεων, που γίνονται αισθητά σαν γενικευμένη δυσφορία, ασφυξία, πνιγμός, κατάθλιψη και απόγνωση. Ο τέτοιος θρυμματισμός της κοινωνίας κατοπτρίζεται στην υγροποίηση των κρατικών δομών και στον κοινωνικό αυτοματισμό.

Σε τι μπορούν να ελπίζουν οι Ελληνες για ανάσχεση της πτώσης; Μάλλον όχι στο παρόν πολιτικό σύστημα, όπως εκφράζεται από φθαρμένα πρόσωπα και εξαχρειωτικές δομές. Το πολιτικό σύστημα, τροφοδοτούμενο από φενακισμένους ψηφοφόρους-πελάτες, δεν μπορεί να συγκροτήσει εθνικό σχέδιο διάσωσης· και δεν θέλει εντέλει, στο βαθμό που η διάσωση θα προϋπέθετε την πολιτική αναγέννηση και την καταστροφή των παλαιών παθογενών ριζωμάτων. Οι εκλογές, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα δώσουν μια αδύναμη κυβέρνηση, εκ συνασπισμού ή εξ ανοχής, η οποία μόνο προσωρινά θα ανασχέσει την ασφυξία. Αναγκαστικά λοιπόν, θα περιμένει τη λύση έξωθεν, αν και εφόσον αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός στην Ευρώπη, και αν οι όποιες αλλαγές περιλαμβάνουν την Ελλάδα επωφελώς.

Εν τω μεταξύ όμως; Η χώρα χρειάζεται επειγόντως να ανακόψει τη βύθιση στην ύφεση. Προς τούτο δεν μπορεί να περιμένει πότε θα αποκτήσει την περιβόητη ανταγωνιστικότητα με μισθούς Ρουμανίας και απαξιωμένα τα εθνικά assets κ.λπ. Εως ότου συμβούν τα προβλεπόμενα στα μάνιουαλ των μάγων της εσωτερικής υποτίμησης, απλώς δεν θα υπάρχουν Ελληνες. Η Ελλάδα πρέπει να βρει τρόπους να εργαστούν οι πολίτες της και να παράγουν πλούτο, πρέπει να ξυπνήσει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, να ξυπνήσει τα δημόσια έργα, να αντλήσει πόρους από τις ευρωπαϊκές δεξαμενές του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων, όπως τουλάχιστον υπόσχονται οι εταίροι μας: αυτό είναι το πεδίο για σκληρή διαπραγμάτευση.

Οτιδήποτε ξυπνά την πραγματική οικονομία και κρατάει ζωηρούς τους ανθρώπους, πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Να δημιουργηθούν ευκαιρίες για κοινωνική εργασία, για απασχόληση ανέργων και νέων με κοινωνικό μισθό, με προσφορά εθελοντικής εργασίας σε αδύναμους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Η αυτοδιοίκηση, από τη γειτονιά έως την περιφέρεια, μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για την συνέγερση του κόσμου. Η αυτοδιοίκηση διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση, έχει καθορισμένη θητεία, ελέγχεται από τους πολίτες και εν πολλοίς την εμπιστεύονται· υπό όρους μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης και φυτώριο ηγετών, αλλά χρειάζεται στήριξη και πόρους.

Οι συνεταιρισμοί να αποκτήσουν νέο, ελπιδοφόρο και παραγωγικό, περιεχόμενο, σε κάθε τομέα: γεωργία, βιοτεχνία, υπηρεσίες, καινοτομίες. Αυτό θα μπορούσε να είναι το όχημα για τους νέους και τα start-ups. Η Task Force της Κομισιόν τέτοια βοήθεια θα έπρεπε να δίνει, αυτά πρέπει να της ζητηθούν: να μεταφέρει πόρους και τεχνογνωσία στην παραγωγή, για ανάνηψη της κοινωνίας.

Αυτά τα ελάχιστα περί παραγωγής, θα ήθελαν να δουν οι πολιτες στα προγράμματα των πολιτικών δυνάμεων που ζητούν ψήφο. Για αρχή.

Πιστεύουμε ότι κάθε ψήφιση Μνημονίου, Μεσοπρόθεσμου κ.λπ. είναι ιστορική και κορυφαία στιγμή, τελική. Δεν είναι. Πάντα υπάρχει μια ακόμη πιο ιστορική και κορυφαία ψήφιση, ενός ακόμη πιο ιστορικού νόμου, που θαμπώνει περαιτέρω το παρόν και δεσμεύει ακόμη περισσότερο μέλλον για τις επερχόμενες γενιές. Τέτοια ήταν η χθεσινή νύχτα. Κορυφαία στιγμή, έως ότου έρθει μια άλλη.
Και θα έρθει. Με το κούρεμα και τη νέα δανειακή σύμβαση η Ελλάδα αγοράζει χρόνο, πανάκριβα. Αλλά αυτό το απόθεμα θα εξαντληθεί γρήγορα, όσο γρήγορα εξαντλήθηκε ο χρόνος σωτηρίας του πρώτου Μνημόνιου. Ας είμαστε έτοιμοι λοιπόν και γι΄ άλλες ιστορικές νύχτες, με αγωνία και κρίσιμες αποφάσεις, πολύ σύντομα. Κι ας είμαστε έτοιμοι και για πολλές αργόσυρτες ημέρες και νύχτες, που δεν θα περιέχουν κορύφωση και δράμα, αλλά θα περιέχουν δυσχέρεια και πόνο.

Διότι είναι οδυνηρά πρόδηλο πλέον ότι τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος, οι φούσκες της φαυλοκρατίας και της κλεπτοκρατίας, μετακυλίονται ταχύτατα και με σφοδρότητα επί της κοινωνίας. Αυτές τις μέρες παρακολουθούμε live και σε real time, από τα ηλεκτρονικά και ψηφιακά μέσα, την τήξη πολιτικών προσώπων, κομμάτων και συστημάτων. Μαζί τους τήκονται νοοτροπίες, βεβαιότητες, τρόποι ζωής και εργασίας, εξαερώνεται όλο το κοινωνικό συμβόλαιο που συνείχε ανθρώπους και θεσμούς. Κάποιοι πολιτικοί μάλιστα χθες, την υστάτη ώρα, βρεγμένοι, καμένοι, αποτόλμησαν κάποια ίχνη αυτοκριτικής για την παρελθούσα τριακονταετία. Εως και αυτό: Αποτύχαμε, δεν φτιάξαμε κράτος, δεν σχεδιάσαμε παραγωγή. Αλλά ποιος το λέει αυτό; Το λένε τα πρόσωπα που όλη τη συγκεκριμένη τριακονταετία κυβέρνησαν τη χώρα, ήσαν υπεύθυνοι για τη λειτουργία του κράτους και το σχεδιασμό της παραγωγής. Ακόμη και οι αυτοκριτικές διαπιστώσεις τους λοιπόν ηχούν τώρα κούφιες, άνευ αντικειμένου. Και επιπλέον, είναι αργά, πολύ αργά.

Η κρίση επιταχύνει εντυπωσιακά την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και οδηγεί αναπόφευκτα σε πολιτική αστάθεια. Το δικομματικό σύστημα, επί του οποίου στηρίχτηκε η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, πνέει τα λοίσθια, τουλάχιστον όπως το ξέραμε έως σήμερα. Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι θα συντριβεί εκλογικά, υπό το βάρος της διαχείρισης του Μνημονίου. Παρόμοια φθορά απειλεί και τη Νέα Δημοκρατία, μετά τη στήριξη που πρόσφερε στη δεύτερο Μνημόνιο χθες. Η πολυκομματική Βουλή που προδιαγράφουν οι δημοσκοπήσεις ασφαλώς θα εκφράζει τη λαϊκή βούληση, αλλά είναι σαφές ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση προκύψει, αφενός, θα είναι κυβέρνηση συμμαχίας, αφετέρου, θα κινδυνεύει να «καεί» πολύ σύντομα, με δεδομένα τα σκληρότατα μέτρα που θα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει.

Η πολιτική αστάθεια φέρνει αποσταθεροποίηση του κράτους ― ζούμε ήδη τη χαλάρωση ή και τη δυσλειτουργία κρατικών δομών απαραίτητων για ομαλή διαβίωση. Ακόμη χειρότερα, ρηγματώνεται το κοινωνικό σώμα, το οποίο ήδη επί δύο χρόνια υποφέρει από την ύφεση και τη φτωχοποίηση, και έχει χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο στο πολιτικό σύστημα αλλά και στους θεσμούς. Αυτή η ρηγμάτωση είναι το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα της κρίσης: η ραγισμένη κοινωνία αντιδρά εντελώς απρόβλεπτα, και αυτοκαταστροφικά, όταν οι μόνες δυνάμεις που την κινούν είναι η απόγνωση και η τυφλή οργή, όταν το πολιτικό σύστημα δεν της παρέχει σχέδιο και ελπίδα.

Η Ελλάδα ψήφισε χθες το Μνημόνιο ΙΙ, ένα σχέδιο δυσβάστακτο, το οποίο της επεβλήθη, χωρίς η ίδια να το έχει διαπραγματευτεί και χωρίς βέβαια να έχει εκπονήσει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Στην κρισιμότερη ίσως στιγμή της μεταπολεμική ιστορίας της, η Ελλάδα φάνηκε απροετοίμαστη και ανίκανη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να δώσει μάχες, να διασώσει κάποια ράκη αξιοπρέπειας. Η αποτυχία βαρύνει κυρίως την ανίκανη ηγεμονεύουσα ελίτ, αλλά και τον λαό που την ανέχθηκε και την έθρεψε. Η ήττα επιπλέον έδειξε ότι την ανικανότητα της ελίτ πολλαπλασιάζει εφιαλτικά η υποτέλεια της, πνευματική και ψυχική, μαζί με την ιδιοτέλειά της. Η πολιτική τάξη στην πλειονότητά της είναι υποτελής ψυχοπνευματικά και υπαρξιακά στον ξένο παράγοντα, και ασκεί εξουσία αναπαράγοντας τούτη την εξάρτησή της. Η ιστορική συγκυρία βοήθησε την υποτελή ελίτ να συγκαλύψει την ανικανότητα και την ανυπαρξία της, έως ότου προσέκρουσε στην διεθνή κρίση, και τότε φάνηκε ανήμπορη ακόμη και να διαπραγματευτεί στοιχειωδώς την τύχη της χώρας και του λαού.

Τώρα βρισκόμαστε σε ένα μεταίχμιο. Το παλαιό ξεψυχάει αφήνοντας πίσω του ερείπια και στάχτες. Το μέγα ζητούμενο, το απολύτως αναγκαίο, είναι ακριβώς να μη θαφτεί η κοινωνία από ερείπια και στάχτες. Να τα αποφύγει, να τα ελαχιστοποιήσει, να επηρεαστεί όσο το δυνατόν λιγότερο από την κατάρρευση του παλαιού καθεστώτος. Και οπωσδήποτε να βρει επειγόντως τις δυνάμεις και τη διαύγεια να αναδείξει νέα πρόσωπα, νέα σχήματα, νέες ιδέες για την Ελλάδα που θα ανατέλλει μέσα από τις στάχτες της. Αυτό δεν θα συμβεί αύριο, αλλά είναι ανάγκη να συμβεί μεθαύριο, δηλαδή όσο θα τρέχει ο πανάκριβος χρόνος του Μνημονίου ΙΙ, ο αγορασμένος με αίμα και δάκρυα.

Ηδη πολλοί Ελληνες σκέφτονται, συνομιλούν, βρίσκονται, κινούνται, πράττουν, σε μικρές παρέες, σε μικρούς κύκλους που διαρκώ ς μεγαλώνουν και αρχίζουν να εφάπτονται, να τέμνονται. Οι μικροκύκλοι αυτοί μεγαλώνουν διαρκώς, και τα ρυάκια συγκλίνουν. Χρειαζόμαστε επειγόντως το ποτάμι.

Μπλέ πλακίδια ιζνίκ, Νικαίας, πλάι στον μεσογειακό αστικό κήπο, σε ένα σπίτι ανοιχτό από παντού, πλάι σε θερμές ζωγραφιές α λά Ματίς και βιβλία, πολλά βιβλία, και με ανθρώπους που αφουγκράζονταν τα βάσανα του χρεωμένου ελληνισμού, τα βάσανά τους. Ο κήπος τύλιγε το ορθάνοιχτο σπίτι, έμπαινε μέσα του, κι η νυχτερινή ψύχρα υπενθύμιζε ότι ακόμη και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο ο Οκτώβριος οδηγεί προς τον χειμώνα. Σ’ ένα τέτοιο σπίτι-αγκαλιά, σπίτι-φυτό, στην καρδιά της Λευκωσίας, σαν αυτά που αποθαύμαζε ο Σεφέρης παλιότερα στην Αμμόχωστο, μια σύναξη Ελλήνων αναζητούσε ειδήσεις απ΄το παρόν και πατήματα για το μέλλον, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου.

Τηλεφωνήματα, τουίτερ, sms ολονύχτια. Εφερναν θραύσματα ειδήσεων και ευχές για τον Δημήτρη, καθώς η συζήτηση φιδοσερνόταν αμφίβουλη ανάμεσα στην επανεκτίμηση του παρελθόντος, το ψηλάφισμα του παρόντος και τις προβολές στο μέλλον. Οι Κυπραίοι ανησυχούσαν για τη μητρόπολη και για τις τράπεζες τους, οι Αθηναίοι τους συμβούλευαν να μην κάνουν ίδια λάθη στο ελληνικό κρατίδιο του Νότου. Ανασαίνοντας Ανατολή, ακούγοντας Βρυξέλες και Αθήνα, νιώσαμε το πολλαπλό μεταίχμιο: ιστορικό, γεωγραφικό, ψυχικό. Νιώσαμε ότι ο ελληνισμός είναι ευρύτερος του κράτους των Αθηνών, είναι, όπως μου έγραφε ο Βρυξελιώτης φίλος, μια μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, που επέζησε κρατών και καταστροφών, υποδουλώσεων και αλλοιώσεων και συμφυρμών. Εκεί στο άκρο της Μεσογείου όπου μιλιέται η ελληνική, μπορείς να νιώσεις βαθύτερα την ιστορία, να σου αποκαλυφθεί παρούσα και συνεχής, δρώσα και επείγουσα. Ζούσαμε πάντα με αυτή τη γλώσσα, σε αυτές τις συντεταγμένες, σε αυτή τη λεκάνη. Θα συνεχίσουμε να ζούμε.

Το τωρινό μεταίχμιο, πολλαπλό, σφοδρό, οξύστομο, μάς καλεί να αναλογιστούμε πώς θα συνεχίσουμε να ζούμε. Μέσα στο ρήγμα, ανάμεσα στις κοφτερές αιχμές του βαρύτατου χρέους και της απειλούμενης απομείωσης της εθνικής κυριαρχίας. Με βάρος και απειλή, φτωχοί και περιορισμένοι. Χωρίς να μπορούμε να διαλέξουμε μεταξύ πλούτου και ελευθερίας ― τα χάνουμε και τα δύο. Ομως όχι όλα κι όχι για πάντα. Αλλά πρόσκαιρα και εν μέρει. Τα είχαμε άφθονα, πληθωρισμένα, και την ειρήνη και την ευμάρεια και την ανεξαρτησία και την ελευθερία, και τα νομίσαμε αυτονόητα από καταβολής, χαρισμένα χωρίς αγώνα, διατηρούμενα χωρίς τίμημα. Σφάλαμε. Η ελευθερία δεν δίδεται.

Ακούγεται, όλο και πυκνότερα: Να έρθει ο ξένος να αναλάβει, να βάλει τάξη, εμείς αποτύχαμε. Δηλαδή, για να σωθεί η απολεσθείσα ευμάρεια, ας θυσιαστεί η ελευθερία· για να γλιτώσουμε από τον φαύλο εαυτό, ας υποδουλωθούμε. Ακούγεται και πυκνώνει.
Η ελευθερία είναι ευθύνη, η βαρύτερη όλων. Και είναι επιλογή. Κανείς δεν σώζεται αν δεν το θέλει, κανείς δεν είναι ελεύθερος χωρίς θυσίες. Απ’ το μεταίχμιο δεν θα βγούμε ίδιοι, η κρίση μάς δοκιμάζει και ήδη μας δείχνει άλλους. Αλλά θα ζήσουμε μες στη μεγάλη μας διάρκεια, είμαστε δεμένοι μαζί της: «O κόσμος / ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας / με τον καιρό και με το χώμα». (Γ. Σεφέρης, Εγκωμη)

Οι αυριανές αυτοδιοικητικές εκλογές λαμβάνουν χώρα σε μια ιστορική στιγμή για την Ελλάδα, σε ένα μεταίχμιο. Ο παλιός κόσμος ψυχορραγεί από καιρό, και θα συνεχίσει για πολύ ακόμη. Ταυτοχρόνως, ο νέος κόσμος δεν ξεπροβάλλει, κανείς δεν μπορεί να διακρίνει το πρόσωπό του. Ολοι αισθάνονται όμως ότι η νέα Ελλάδα θα είναι πολύ διαφορετική· οι αλλαγές θα είναι βαθιές, και θα συντελεστούν γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα και δραματικά απ’ όσο μπορούμε να σκεφτούμε τώρα, γιατί τώρα σκεφτόμαστε ακόμη με παλιά δεδομένα, παλιούς όρους.
Διάβασε παρακάτω

Σαν τον λαγό, τυφλωμένοι από τους φάρους αόρατου θηρευτή, παγωμένοι, αδυνατούμε να αντιδράσουμε με σκέψη, ούτε καν με ένστικτο· σερνόμαστε να κρυφτούμε κάτω από τα φώτα, ολοένα πλησιάζοντας το όπλο του θηρευτή, τον αφανισμό. Καμία σκέψη, ούτε καν το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Αυτή είναι η εικόνα του πολιτικού σώματος.

Διαβασε παρακάτω

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Το τεράστιο δημόσιο χρέος εξερράγη στα κεφάλια των πολιτών, μετετράπη σε ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών. Τα 2-3 πρώ… twitter.com/i/web/status/9… 4 hours ago
  • Γιατί λέμε τέλος στη Σαρία, τέλος στην εξαίρεση. Άρθρο μου στη Νέα Σελίδα της Κυριακής xydakis.gr/?p=10131 2 days ago
  • Σήμερα στην Ολομέλεια για τον προϋπολογισμό 2018: Να επιστρέψει στους πολίτες η αυτοπεποίθηση, να δώσουμε στους νέο… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,226 hits
Αρέσει σε %d bloggers: