You are currently browsing the tag archive for the ‘μελαγχολία’ tag.

Το καλοκαίρι του 2004 έφτασα αεροπορικώς στη Ρόδο, καθ’ οδόν προς Σύμη. Λίγο μετά το ξημέρωμα. Ηταν η μέρα του τελικού του Euro. Θυμάμαι ακόμη την ατμόσφαιρα του σιγαλού πρωινού, το ραδιόφωνο που τιτίβιζε, την κατάφυτη διαδρομή, τις ατέλειωτες σειρές τουριστικών καταστημάτων και ξενοδοχείων, κυρίως αυτό που συνέδεε την ακριτική μεγαλόνησο με τη μητροπολτική Αθήνα: όλοι κρατούσαν την ανάσα τους ενόψει του τελικού. Ολοι πίστευαν στο θαύμα. Κι όλα ήσαν σιγανόφωνα και αγουροξυπνημένα. Κατόπιν πήραμε το πλοίο και το βράδυ χορεύαμε με φανελάκια Hellas.

Τον χειμώνα του 2013 ξαναβρέθηκα στη Ρόδο. Αλλος. Ολη η Ελλάδα είναι άλλη. Λίγες μέρες νωρίτερα άνθρωποι είχαν τη ζωή τους στον αυτοκινητόδρομο που περνούσε μέσα απ’ το ρέμα. Πέρασα κι εγώ, χωρίς καταιγίδα.

Η πολιτεία είχε βυθιστεί στη χειμερία φάση· τα γιγάντια ξενοδοχεία είναι κλειστά, οι πινακίδες τυλιγμένες στα νάιλον, τα έπιπλα στα σαλόνια σκεπασμένα με σεντόνια. Σαν μπούνκερ σιωπηλά αντικρίζουν το πέλαγος τα μεγαξενοδοχεία, κυκλώπειες κατασκευές με το ύφος του ’60 και του ’70, του νεομπρουταλισμού και της υπερμεγεθυμένης πολυκατοικίας, με την πρόσοψη να προσπαθεί πεισματικά να βλέπει θάλασσα. Ο δρόμος που διασχίζει τα μεγαθήρια, στέφεται με χιλιάδες πινακίδες και μικρομάγαζα, όλη η δραστηριότητα εν εκτάσει, χωρίς βάθος· αρχετυπική οργάνωση χώρου σαν σκηνικό Τσινετσιτά, χωροταξία τουρισμού, οργάνωση του κόσμου σε σεζόν. Στα διάκενα η φύση ρωμαλέα ακόμη υποβάλλει· εκβιασμένη Μεσόγειος, όμως τόσο ανθεκτική.

Στο κέντρο τα εμπορικά ήταν φωτισμένα, πολλά, φανταχτερά, σαν εικόνες από το παρελθόν. Mε μετρημένα πράγματα στις βιτρίνες. Ομως: Δεν φέρνουμε πια παπούτσια των εκατό ευρώ, δεν τα παίρνει κανείς, ένα πενηντάρι μπορεί να δώσει ο πελάτης, εξηγεί ένας μαγαζάτορας. Τα καφέ μισοάδεια-μισογεμάτα· πέρυσι δεν έπεφτε καρφίτσα εδώ που βλέπεις, εξηγεί άλλος. Νέοι άνθρωποι, οι περισότεροι με iphone.

Το βραδινό μπαρ ανοίγει Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο. Ενα άλλο, την Κυριακή προσφέρει Sunday Nights Ελληνικές Φοιτητικές Βραδιές, στα deck o dj Tassos, τιμή φιάλης 50€, τιμή ποτού 5€. Πάνω στην καλοκαιρινή αφίσα του Καζίνου, επένθετη η χειμερινή αφίσα του Στέλιου Ρόκκου, η μια εποχή διαδέχεται την άλλη, καθεμιά με το ύφος της, η κρίση δεν φανερώνεται παντού με την ίδια ένταση, με την ίδια μορφή. Το Σάββατο προ πάντων δεν φανερώνει τίποτε. Μόνο στο σούρουπο, μαζί με την υγρασία, μια κυριακάτικη μελαγχολία αρχίζει να απλώνεται ψιλή-ψιλή στα προάστια, στα μίνι μάρκετ που περιμένουν τους τελευταίους εργένηδες και στις ψησταριές που ανάβουν τα φώτα.

Το πρωί μες στην ανεμοθύελλα το μεγάφωνο έφερνε από νωρίς θρυμματισμένες ψαλμωδίες. Ενας ιεροκήρυκας ακουγόταν με διαλείψεις: ιταλική κατοχή, τουρκοκρατία, προδοσία. Προς το τέλος έψαλε τον Εθνικό Υμνο.

Στην μεγαλόπρεπη μεσαιωνική καστροπολιτεία όλα κλειστά· το φως της συννεφιασμένης Κυριακής ξέπλενε τη σκόνη του τουρισμού, οι γάτες κυριαρχούσαν στο πεδίο, εδώ κι εκεί ένας ανθρώπινος ήχος. Το μόνο ανοιχτό εστιατόριο μάς υποδέχτηκε με γαλανόλευκες επιγραφές και φωτογραφικά στιγμιότυπα σίξτις με Ωνάση, Μπιθικώτση, Μελίνα ― υπήρξε πράγματι αυτός ο κόσμος της αμεριμνησίας, της αισιοδοξίας, της άνοιξης; Από μια ολόκληρη εξηκονταετία ξεδιαλέγουμε μερικές δεκάδες ενσταντανέ, ασπρόμαυρα ή ektachrome, μια γελαστή επιφάνεια, με ντεκαποτάμπλ αυτοκίνητα, καΐκια, λευκά πουκάμισα, παντελόνια κάπρι, νιάτα, τραγούδια, όλα είναι τραγούδια και φιλμ. Δεν δάκρυζε κανείς στο βάθος; Ποιος να το πεί, αυτά δεν είναι ιστορία, είναι η ζώσα φαντασμαγορία για μεσήλικες, ακατανόητα λείψανα για τους νεαρούς.

Γευματίσαμε μόνοι, σαν να βρισκόμασταν σε αστική τραπεζαρία άλλου χρόνου, άλλου τόπου. Στα μεγάφωνα ένας θρηνώδης Πουλόπουλος σέβεντις, «μην του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το να κλάψει», σαν να σχολίαζε την αναμμένη τηλεόραση με φόρους και πλειστηριασμούς. Ρευστά σέβεντις, χούντα, μπουζούκια και παντελόνια καμπάνα γέμιζαν τα κενά του τουρισμού· ένας χείμαρρος εσωστρέφειας και αναδίπλωσης πλημμύριζε επίμονα, αθόρυβα την άδεια πόλη, την άδεια χώρα.

Η ανεμοθύελλα συνεχιζόταν στη βαρύθυμη μητρόπολη. Στο λεωφορείο οι commuters είναι αποσυρμένοι στην κούραση, ισορροπούν ασταθώς με τα ακουστικά του smartphone στ’ αυτιά, ο ύπνος τους παίρνει το κεφάλι, μια τετράδα τριαντάρηδων περιγράφει με ένταση πώς κόπηκαν οι συντάξεις των γονιών τους, οι γραβάτες είναι λυμένες, το κραγιόν σβησμένο.

Advertisements

FamilyShopping

Το καλοκαίρι προεκτείνεται αλλόκοτα μες στον Νοέμβριο. Στους δρόμους της πόλης άλλοι κυκλοφορούν με κοντομάνικα και μαύρα γυαλιά κι άλλοι με καμπαρντινάκια και μπότες. Η διχοστασία δείχνει τους ποικίλους δισταγμούς, μια ψευδαίσθηση πολλών επιλογών, τις πολλές παράλληλες στρατηγικές επιβίωσης· ο καθείς κοιτάει πώς να βολευτεί, πώς να διαπλεύσει τον πολλαπλώς ανησυχητικό χειμώνα του 2014 χωρίς καίριες απώλειες.

Η πολύμορφη, πλην καχεκτική, ατομικότητα εκδηλώνεται στους δρόμους. Ο φθινοπωρινός ήλιος φωτίζει από χαμηλά τα πρόσωπα και τα δείχνει σχεδόν πέτρινα, σμιλεμένα σε πάγο. Η αιθρία μαλακώνει τη δυσθυμία, αλλά μέχρι εκεί· δεν κατορθώνει να απογειώσει τα αισθήματα, τη λαχτάρα για ζωή. Υπό άλλες συνθήκες… Υπό άλλες συνθήκες, τα ραδιόφωνα θα παπαγάλιζαν από όρθρου βαθέος “καλά να περνάτε”. Υπό τις παρούσες συνθήκες, τα ράδια αναλύουν τους φόρους ακινήτων, κι όσοι έχουν ακόμη δουλειά και εισόδημα λογαριάζουν τους φόρους· οι άλλοι δεν νοιάζονται για φόρους, λογαριάζουν μόνο πόσο κοστίζουν δυο τσάντες στο σούπερ μάρκετ.

[Τα παιδιά του γυμνασίου φέρονται πιο ώριμα, σε κοιτάνε στα μάτια, είναι πιο μελαγχολικά, άλλαξαν τα τελευταία χρόνια, μου έλεγε φίλη καθηγήτρια στο Θησείο, έμπειρη και ευαίσθητη λειτουργός. Πιο ώριμα στα δεκατρία, δεκατέσσερα, τα υπερχαϊδεμένα και κακομαθημένα παιδιά της υπογεννητικής υπερχρεωμένης Ελλάδας. Ξεδιάλεγα αντιβιοτικά στο τραπέζι της κουζίνας και στ’ αυτιά μου αντηχούσε η λιτή περιγραφή της ωρίμανσης στα δεκατρία-δεκατέσσερα.]

Τα τραπεζάκια καταλαμβάνουν άπληστα τους πεζόδρομους, αλλά είναι τόσο πολλά τα καφενεία που δεν γεμίζουν ποτέ. Παρ’ όλ’ αυτά, διεκδικούν με πείσμα τον δημόσιο χώρο και τον κερδίζουν, τον καταπατούν. Οι διαβάτες ελίσσονται αυτοματικά σε στενούς διαδρόμους, πάνω από ποτήρια φρέντο. Περπατούν ξεκούρδιστα, μηχανικά.

Στα φτηνομάγαζα Tiger οι κυρίες της Ερμού βομβούν συγκρατημένα. Δανέζικο ντιζάιν και κόνσεπτ, ένα Ικέα τσέπης, όλα σελφ σέρβις, κανένας πωλητής, οι αγοραστές τριγυρνάνε σαν θηρευτές ευκαιριών, όλα ημιχρήσιμα, όλα ημικαλαίσθητα ημιορεκτικά, ορισμένως όλα να φαίνονται φτηνά, να γεμίζεις μια τσάντα με δέκα-είκοσι ευρώ για μια shopping therapy καθολικά made in China, υπόκωφα απεγνωσμένη. Στις ουρές η ευρωστωικότητα ραγίζει, τα ψώνια των ολίγων ευρώ έχουν εξαντλήσει ήδη το θεραπευτικό τους αποτέλεσμα. [Η Γερμανοαθηναία Σουζάνε μου είχε περιγράψει προ ετών την έκπληξή της όταν είδε ότι οι συμπατριώτες της μικρομεσαίοι Γερμανοί, μετά την Ατζέντα 2000 του Σρέντερ, μπορούν πια να ψωνίζουν μόνο από τα κινέζικα.]

Σε τέτοια μαγαζιά με περιττά φτηνά κινέζικα θα πάνε να ψωνίσουν κυριακάτικα οι νεόπτωχοι. Αντί για τη Θεία Λειτουργία ή τον καφέ με εφημερίδες, αντί της εκδρομούλας με ταβέρνα, αντί του οικογενειακού γεύματος, θα σπεύσουν να διασκεδάσουν τη φτώχειά τους με ψώνια, να βουτηχτούν στην ειρωνεία: να αγοράσουν ό,τι δεν πρόλαβαν όλη την εργάσιμη εβδομάδα ― όσοι έχουν ακόμη εργασία.

Το πάρτυ της αφθονίας είναι ανάμνηση θαμπή, ματαιωμένη βουλιμία. Στο τεράστιο σούπερ μάρκετ, ζητάνε φρέσκια ρικότα, η υπάλληλος χαμογελά με συγκατάβαση “πάνε αυτές οι εποχές, τώρα φέτα…” Σ’ έναν όροφο πολυκαταστήματος της Ιπποκράτους, εκεί που πρόπερσι συνωστίζονταν οι πελάτισσες ανάμεσα σε  κατάμεστα ράφια, τώρα ερημιά. Όλα τα ράφια άδεια· τα λιγοστά προϊόντα, τα ίδια και τα ίδια, είναι απλωμένα στους πάγκους, αραιά, στολισμένα για να δείχνουν πολλά. Σε τέτοια άδεια μαγαζιά θα πάνε, λέει, οι νεόπτωχοι να σουλατσάρουν τις Κυριακές της Ύφεσης. Θα βγουν από τα δανεικά επισφαλή σπίτια και θα μπαινοβγαίνουν σε φούρνους που ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιακό με πρώην υψηλό ενοίκιο, θα προσπερνούν μισοάδεια καφενεία και βιτρίνες, σαν τα ζόμπι του Ρομέρο στο ανωφελές mall.

Εικόνες από το παρελθόν των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, εικόνες από το χρεοκαπιταλιστικό παρόν. Η ενδόρρηξη μάς συνδέει υποδόρια με τη Ρωσία του Γέλτσιν. Ένας κόσμος ραγισμένος βυθίζεται εντός του, χωρίς φωνή, χωρίς λυγμό. Υπόκωφα, σχεδόν βουβά, η ενδόρρηξη έρπει στους ηλιόλουστους δρόμους, γεμίζει τα αστικά διάκενα, ορίζει τις συμπεριφορές. Στα μουδιασμένα χείλη διαβάζεις ίδια μουρμουρητά “δεν πάει άλλο έτσι”, “να βρω τη δόση”, “ευτυχώς είμαι κοντά στο μετρό”, “ήρθε η ΔΕΗ”, “καλά που δεν πιάσανε τα κρύα” “έχει υπόλοιπο ο λογαριασμός μισθοδοσίας;” “γιατί μου το ‘πε αυτό;” “θα προλάβω το εφάπαξ;” “τις Κυριακές τα μαγαζιά θα μένουν ανοιχτά”.

Στις δύσκολες ώρες αναζητούμε παρηγοριά στην τέχνη. «Της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά» αναζητεί ο Καβάφης· τέτοια κι εμείς. Η ζωή κυλάει σαν βράχος πάνω μας, βαριά, αργή, συνθλίβουσα. Αγνώριστη, φέρουσα καταπλήξεις και πλήγματα, καταθλίβουσα. Και όσο κι αν μελαγχολείς, αυτή κυλάει, ποτάμι ορμητικό φουσκωμένο κι εσύ κλαράκι· μόνο αν αφεθείς έχεις ελπίδα να γλιτώσεις. Ανασύρεις από τα προ Κρίσεως χρόνια, μια μελαγχολική στάση, καθώς αργόσβηνε μια εποχή, ήταν 2005:

«Είσαι ένα κλαράκι, μπορεί κομψό, κι ανθεκτικό ίσως, μα κλαράκι – και αρμενίζεις ανεξέλεγκτα στα νερά του ποταμού. Οσο πιο νέος, τόσο πιο χαρίεν το κλαράκι, τόσο πιο παιγνιώδες το αρμένισμα, οι πτώσεις στον καταρράκτη, οι προσκρούσεις στις όχθες. Οσο μεγαλώνεις, οι πτώσεις πονάνε, δυσκολεύεσαι να κρατήσεις το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η ανάσα λιγοστεύει. Το ποτάμι, θολό. Το ποτάμι, ο χρόνος. Σε διαπερνά το πέρας, αισθάνεσαι ότι η ροή κάπου τελειώνει για σένα, σε περιμένει η εκβολή, στο σχεδόν ορατό βάθος περιμένει η θάλασσα.»

Είμαστε σε θάλασσα τώρα, φουρτουνιασμένη. Ολες οι καταιγίδες, σαν μία, δέρνουν το γυμνό κλαράκι. Πίσω από το αμήχανο μουρμουρητό του 2005, ακούω απόηχους προπατόρων, τον Διονύση Σαββόπουλο και πίσω κι απ΄αυτόν, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Αρη Αλεξάνδρου:

«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει / τη δική σου μελαγχολία / κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις / με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.»
(Δ.Σ., Οι παλιοί μας φίλοι)

«Το θέμα είναι τώρα τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας // Το θέμα είναι τώρα τι λες.»
(Μ.Α., Ο στόχος)

«Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα / χαράζοντας γραμμές / εδώ θα επιμένεις δίχως βία / χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση.»
(Α.Α., Θα επιμένεις)

Κρατάω αυτό: «χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση». Ταιριάζει στη δική μας περίσταση· να μη γείρεις ούτε στη μια ούτε στην άλλη βολική εκδοχή, να μην αφεθείς, να μην παραδοθείς στις ευκολίες της θρηνωδίας ή του μίσους.

Δεν ακούς τέτοια στις τηλεοράσεις και στα ίντερνετ, ούτε στους δρόμους. Ο δημόσιος χώρος πλημμυρίζει απόγνωση και περιφρόνηση, θλίψη, βαναυσότητα. Τα υφιστάμεθα, κεντάνε το πετσί μας. Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή δεν είναι μόνο αυτά, η ζωή ανθίζει στα κρίσιμα διάκενα, ακόμη και τώρα. Ανατρέχω στον παντοτινά προσφιλή Αλμπέρ Καμύ, τον συντοπίτη μας της Μεσογείου, με την αγράμματη μάνα που τον έφτασε στο Νόμπελ. Πρίν από περίπου μισό αιώνα, το 1957, παραλαμβάνει το μεγάλο βραβείο και λέει στους συγκαιρινούς του, τους ανθρώπους που έζησαν ολοκληρωτισμούς, γενοκτονίες και πολέμους:

«Μπορούμε πάντα να αντιτάξουμε στην παρούσα κατάσταση τον θρήνο των ανθρωπιστών, να γίνουμε αυτό που ο Στέφαν Τροφίμοβιτς στους Δαιμονισμένους θέλει πάση θυσία να γίνει: η ενσάρκωση της μομφής. Μπορούμε να φτάσουμε, επίσης, σε εξάρσεις κοινωνικής θλίψης, όπως ο εν λόγω ήρωας. Αλλά η θλίψη αυτή δεν θα αλλάξει καθόλου την πραγματικότητα».

Ανάμεσα στη μομφή και τη θλίψη, λοιπόν, στο μίσος και την αυτοκατάργηση. Τι αντιπροτείνει ο Καμύ;

«Κάθε τοίχος είναι μια πόρτα εξόδου, λέει σωστά ο Εμερσον. Ας μην ψάχνουμε αλλού την πόρτα εξόδου παρά στον τοίχο όπου είμαστε στριμωγμένοι. Αντιθέτως, ας αναζητήσουμε την ανάπαυλα εκεί όπου βρίσκεται, δηλαδή στο κέντρο της μάχης. Γιατί, κατ’εμέ εκεί βρίσκεται. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, οι μεγάλες ιδέες έρχονται αθόρυβα στον κόσμο σαν πάτημα περιστεράς. Αν τείνουμε ευήκοον ους, ίσως αφουγκραστούμε, λοιπόν, σαν απαλό θρόισμα φτερών εν τω μέσω της βοής αυτοκρατοριών και εθνών, τον τερπνό σαματά της ζωής και της ελπίδας. Αλλοι θα πουν ότι αυτή την ελπίδα τη φέρνει ένας λαός· άλλοι, ένας άνθρωπος. Πιστεύω αντιθέτως ότι αυτή η ελπίδα υποκινείται, αναπτερώνεται και συντηρητείται από χιλιάδες μοναχικούς, η δράση και το έργο των οποίων αναιρούν καθημερινά τα σύνορα και τα πιο χονδροειδή προσχήματα της Ιστορίας, ώστε να λάμψει φευγαλεά η αενάως απειλούμενη αλήθεια που ο καθένας τρέφει, μες στις πίκρες και τις χαρές του, για το καλό όλων.»

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.


Ποια προσμονή φέρνουν οξύτερη οι γιορτές; Πάνω απ’ όλα θα έβαζα τον χρόνο. Τον χρόνο της σχόλης, τον χρόνο των επισκέψεων και των τραπεζωμάτων, τον χρόνο που παγώνει για λίγο και αργοκυλάει και σταλάζει σε καναπέδες και φορτωμένες ροτόντες, σε καφενεία και φωτεινούς πεζοδρόμους, που καθυστερεί γενναιόδωρα ακόμη και σε πολύβουα γραφεία όταν με σηκωμένα μανίκια οι χαρτογιακάδες προσομοιώνουν ένα τσούγκρισμα με το κύπελλο του βιαστικού ουίσκι και ανταλλάσσουν ευχές. Είναι ειλικρινείς. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 3 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.437 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: