You are currently browsing the tag archive for the ‘Μεγάλη Υφεση’ tag.

katagatsi

Θέλω να φύγω από αυτή τη μαύρη τρύπα… Εννοούσε την Ελλάδα. Εξήγησε: όχι τη γλώσσα, τον πολιτισμό, το περιβάλλον· δεν θέλω να έχω σχέση με το ελληνικό κράτος, προτιμώ να γίνει μια πολιτεία της Ευρώπης, της Γερμανίας, οτιδήποτε, αρκεί να μην κυβερνούν την Ελλάδα Ελληνες.

Μορφωμένος άνθρωπος, έχει καλή δουλειά και εισόδημα. Εχει ένα σκεπτικό, αλλά η κατάληξή του είναι σκοτεινή, μηδενιστική, σαν να ακούς λόγια ενός μακροχρόνιου άνεργου, ενός απελπισμένου νεοπληβείου. Και καλά, να κατανοήσουμε τη μαυρίλα του χτυπημένου απ’ την κρίση, αλλά δυσκολευόμαστε να συμμεριστούμε τον μηδενισμό του σωσμένου. Σε πρώτη ανάγνωση.

Σε δεύτερη ανάγνωση, διακρίνουμε ότι ακόμη και οι σωσμένοι, οι διασωθέντες της κρίσης, έχουν χάσει κι αυτοί την πίστη τους, το φρόνημα, την αίσθηση ότι μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον. Αυτή η απώλεια τούς οδηγεί σε καθολική απόρριψη του υπάρχοντος κοινωνικού και κρατικού σχηματισμού, εφόσον σε αυτόν εντοπίζουν την αιτία της δυσφορίας τους, την πηγή του φόβου.

Ας μη σπεύσουμε να πούμε ότι ο άνθρωπός μας κάνει αναγωγές και απλουστεύσεις. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι σε κάθε πεδίο, κάθε χαραμάδα της κοινωνίας απλώνεται γενικευμένη δυσφορία, πικρή απόρριψη, απόσυρση, απόσυρση όχι μόνο από το ερειπωμένο κοινό παρόν, αλλά και από την διεκδίκηση του μέλλοντος. Παρατηρείται μια αναδίπλωση στον ατομικό πυρήνα, μια επιχείρηση ατομικής διάσωσης γεμάτη πίκρα: Θα στείλω τα παιδιά μου έξω. Με μνησικακία για την Ελλάδα που τον πρόδωσε, για το ανίκανο, διεφθαρμένο κράτος, για την πατρίδα που διέψευσε τις προσδοκίες του. Τόση πίκρα, τόση ματαίωση, που οδηγεί στον σολιψισμό: ο άνθρωπός μας απορρίπτει την υλική πραγματικότητα, την υπάρχουσα Ελλάδα, και κρατάει μόνο τον εαυτό του και τις ιδεατές αναπαραστάσεις του της Ελλάδας, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ποίηση.

Ας μη σπεύσουμε να εξετάσουμε πώς ο άνθρωπός μας εξαιρεί τον ευατό του από όλη την προτέρα και την υπάρχουσα Ελλάδα. Εδώ, μάς ενδιαφέρει η παρούσα αντίδρασή του: αυτή η συμπαγής πικρία που εκτοξεύει, η καθολική απόρριψη του ένυλου, η απόδραση στην απολύτως υποκειμενική συνείδηση, και η λυσσώδης διάσωση του εγώ. Είναι ένας ορισμένος τύπος αντίδρασης των ανθρώπων της Μεγάλης Υφεσης, πολύ συγκεκριμένος, εκφραζόμενος υπό διάφορες εντάσεις και μορφές.

Μια άλλη αντίδραση είναι η νοσταλγία. Σε πρόσφατες συζητήσεις, διαπίστωσα ότι οι οποιεσδήποτε αναφορές στο καλοκαίρι, στον υπαίθριο βίο, στη θάλασσα, στην επαφή με τη φύση, στο έθος του μεσογειακού θέρους, στις οικείες εκδηλώσεις ψυχαγωγίας, προξενούν κύματα νοσταλγίας, ως εάν το καρπούζι με φέτα να ανήκει οριστικά στο προ κρίσης παρελθόν, στον απολεσθέντα παράδεισο.

Κι εδώ προσοχή: να ξεχωρίσουμε τη στερεοτυπική νοσταλγία του «παλιά όλα ήταν καλύτερα», από τη νοσταλγία του έμφοβου, του ραγισμένου ανθρώπου της Μεγάλης Υφεσης, ο οποίος νιώθει τη ζωή του να χωρίζεται στα δύο, στο πριν και το μετά. Η νοσταλγία του μεσήλικα για τα αγλαϊσμένα χρόνια της εφηβείας και της νιότης είναι θεμιτή και ευεξήγητη, απολύτως αναμενόμενη. Είναι διαφορετικό όμως τούτο το άλγος του αποχαιρετισμού: ο άνθρωπος της κρίσης αισθάνεται ότι στερείται ακόμη και τη δυνατότητα να επαναλάβει τις τελετές του πρότερου βίου. Πρόκειται, ούτως ειπείν, για το άλγος του μέλλοντος, ο χρόνος που έρχεται σκοτεινός τού γεννάει υπαρξιακή αγωνία, angst.

Σε μια τέτοια συζήτηση περί μεσογειακού καλοκαιριού, ελάχιστοι πια το σκέφτονται αφαιρετικά με βάση τις εμπειρίες τους ή με τους αισθητικούς-υπαρξιακούς όρους του Ελύτη, του Λακαριέρ ή ακόμη και με τον θείο Ιούλιο του Καβάφη. Δεν εμβολιάζουν το παρόν καλοκαίρι με αυτό το βλέμμα, με αυτή τη διάθεση. Οι περισσότεροι το εκλαμβάνουν αυτόχρημα σαν παλιό, λήξαν, χαμένο. Και συνεκδοχικά στομώνουν οι αισθήσεις. Στομώνει η δυνατότητα να συνεχιστεί η ζωή υπεράνω του ρήγματος· μπαίνει κι εδώ ο χωρισμός σε πριν και μετά, την κρίση. Οπως το διατύπωσε προσφυώς μια συνομιλήτρια: Μετά το μπάνιο στη θάλασσα, καθίσαμε όλοι μαζί να φάμε όπως παλιά, όπως πάντα· αλλά ξέραμε όλοι ότι δεν ήταν ίδιο· μας πήρανε το καλοκαίρι.

Μα ποιος μπορεί να σου πάρει το καλοκαίρι, το τρέμισμα της κάψας, το τρέμολο του τζίτζικα, του τριζονιού, τη δίψα του; Το καλοκαίρι σου το παίρνει η ενδοβολή της κρίσης, η αυτοδηλητηρίαση, η απόσυρση από τη μάχη και τη δόξα της ζωής.

ζωγραφική: Νίκη Καραγάτση, Το καραβάκι για την Αίγινα
Advertisements

H εν εξελίξει ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, η κρισιμότερη ίσως όλης της πρόσφατης περιόδου, θέτει, εκτός των άλλων, ένα ερώτημα: Ποιος ωφελείται εντέλει από την ιδιωτικοποίηση των πάντων; Η συνήθης απάντηση είναι: ο καταναλωτής. Αλλά δυστυχώς αυτό μένει να αποδειχθεί· η διεθνής εμπειρία από ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών βιομηχανιών και υπηρεσιών δεν είναι τόσο πλούσια ως προς την πτώση των τιμών, τη βελτίωση των υπηρεσιών ή τη βελτίωση των επενδύσεων.

Μπορούμε να βρούμε πολλά ζεύγη επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, αλλά το ουσιώδες στην παρούσα περίπτωση δεν είναι να διαπράξουμε ένα ακόμη άγονο ντιμπέιτ επί των ερειπίων της χώρας. Δύο είναι τα ουσιώδη: Πρώτον, να κατανοήσουμε σε βάθος την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και του κράτους, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους. Ακόμη κι αν δεν συμφωνούμε στους τρόπους υπέρβασης της κρίσης, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η κατάσταση είναι τραγική.

Τούτου δοθέντος, πρέπει, δεύτερον, να υπερβούμε τις ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και την ορθοδοξία της μίας και μόνης εναλλακτικής, προκειμένου να βρούμε τις πιο πρόσφορες λύσεις, τις πιο αποτελεσματικές, τις ιστορικά δοκιμασμένες, έστω και σε μη τυπικά όμοιες συγκυρίες.

Αν λοιπόν δεχθούμε ότι όλοι οι βασικοί δείκτες της χώρας είναι δυσμενέστεροι από τους ανάλογους δείκτες των ΗΠΑ τον καιρό της Μεγάλης Υφεσης, τότε φρόνιμο θα ήταν να εξετάσουμε πώς την αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί. Μια απλή αναδρομή στην ιστορία του New Deal του Ρούσβελτ πείθει και τον πιο αδαή ότι κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πολιτικής ήταν η τόλμη, η φαντασία, η πρωτοφανής παρέμβαση του κράτους. Το κράτος λειτούργησε ως μηχανισμός έσχατης καταφυγής για την κυκλοφορία χρήματος, και ως εργοδότης έσχατης καταφυγής, δημιουργώντας μαζικά θέσεις απασχόλησης. Οι ιστορικοί λένε ότι η πολιτική Ρούσβελτ επεξέτεινε δραματικά τον ρόλο του κράτους, δίνοντας του όχι μόνο τον ρόλο του υπέρτατου ρυθμιστή, αλλά συμβάλλοντας και σε μια άνευ προηγούμενου τόνωση του πατριωτικού αισθήματος και του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού. Η αμερικανική δημοκρατία έδειξε εν τοις πράγμασι ότι φρόντιζε τα τέκνα της.

Ο πόνος της Μεγάλης Υφεσης είναι ίδιος στην Ελλάδα του 2010-2014. Εντούτοις υπάρχουν και δομικές διαφορές: το ελληνικό κράτος, για ενδογενή μα κυρίως για εξωγενή αίτια, δεν μπορεί να κινηθεί με τους ίδιους βαθμούς ελευθερίας. Η Ελλάδα ανήκει σε μια ένωση κρατών, οικονομική και πολιτική. Εχει εκχωρήσει οικειοθελώς μεγάλο μέρος της εθνικής κυριαρχίας της: δεν έχει νόμισμα, δεν μπορεί να ασκήσει ανεξέλεγκτη δημοσιονομική πολιτική, τώρα πλέον δεν μπορεί καν να καταρτίσει προϋπολογισμό χωρίς την προτέρα έγκριση των εταίρων δανειστών. Τελεί υπό επιτήρηση.

Η σοβαρότερη διαφορά όμως είναι ότι έχουν αλλάξει οι κυρίαρχες ιδέες. Η τρέχουσα ορθοδοξία στη Γηραιά Ηπειρο, η οποία τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια από την ευρωπαϊκή ηγεσία, δεν μοιάζει σε τίποτε με τις εφαρμοσθείσες ιδέες του New Deal, ούτε καν με τις πρακτικές που ακολούθησαν άλλες χώρες σε κρίση ή σε χρεοκοπία, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, λ.χ. στη ΝΑ Ασία, στη Σκανδιναβία, στο Μεξικό και αλλού. Η ανελαστική δομή, οι άκαμπτες παραδοχές και κυρίως η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν επιτρέπουν καμία περέκκλιση από τον Μωσαϊκό Νόμο όπως σμιλεύθηκε στο Μάαστριχτ, στη Λισαβώνα και στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Η διαρκής, οδυνηρή και εντέλει καταστροφικά υφεσιογόνος λιτότητα, ως μέσον θεραπείας των ελλειμμάτων και της υπερχρέωσης, είναι μία απόρροια αυτής της πολιτικής ακαμψίας.

Η απομείωση του κράτους έως εσχάτης ταπεινώσεως είναι μία άλλη ιδεοληψία ― εφαρμοζόμενη πάντως επιλεκτικά, κυρίως στις πιο αδύναμες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η κρατική ισχύς λ.χ. στη Γερμανία δεν περιορίζεται, απεναντίας: οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης υπερισχύουν έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, στο οποίο συμμορφώνονται όλοι οι άλλοι. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έσπευσε μάλιστα πρόσφατα να θεσπίσει κατώτατο μισθό σε όλη την επικράτεια ― τελευταία από τις μεγάλες χώρες.

Ας επιστρέψουμε. Η Ελλάδα κείτεται ξέπνοη οικονομικά· η κοινωνία μετασχηματίζεται, φτωχοποιείται. Πώς θα τεθεί σε φάση ανάταξης; Με ποια εργαλεία; Της λείπει ένα βασικό, το νόμισμα. Πέραν αυτού, μπορεί το κράτος να παίξει ρόλο εργοδότη έσχατης καταφυγής, ώστε να αναταχθεί γρήγορα η ανθρωποβόρος ανεργία; Φυσικά μπορεί, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση, εντός και εκτός· από την εθνική κυβέρνηση και από τους υπερεθνικούς επιτηρητές. Σε περίπτωση συμφωνίας για ανάληψη τέτοιου έργου, η εθνική οικονομία θα χρειαστεί έναν κορμό παραγωγικών δραστηριότητων και κάποια βασικά εργαλεία: ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις με κρατική συμμετοχή, μια επενδυτική τράπεζα, νεοπαγή παραγωγικά σχήματα σε σύμπραξη με ιδιώτες επενδυτές, πειστικά παραγωγικά σχέδια που θα προσελκύουν ευρωπαϊκά θεσμικά κεφάλαια και θα μοχλεύουν ακόμη περισότερα.

Κανείς ιδιώτης επενδυτής δεν μπορεί να προκαλέσει το αναγκαίο σοκ επανεκκίνησης στην Ελλάδα της ανεργίας του 28%, μάς έλεγε πρόσφατα έμπειρο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Υπολογίζεται ότι για να δημιουργηθούν 100.000 θέσεις εργασίας, απαιτούνται επενδυμένα κεφάλαια περίπου 7 δισ. ευρώ, μάλιστα μακροπρόθεσμα επενδυμένα κεφάλαια, όχι τα νομαδικά των hedge funds που πετάνε σε μερικούς μήνες, μόλις αποκομίσουν την απόδοση-στόχο. Πόσα χρήματα απαιτούνται για να αποκατασταθούν οι ένα εκατομμύριο άνεργοι της κρίσης; Περίπου 70 δισ. ευρώ.

Ποιοι ιδιώτες θα επενδύσουν μακροπρόθεσμα αυτά τα κεφάλαια, για να ανακουφιστεί άμεσα ο πληθυσμός; Για να μη χαθούν οριστικά 15 χρόνια και μια γενιά, όπως είχε προφητέψει το 2010 ο Τομάζο Πάντοα Σιόπα, για να μη χαθούν 25 χρόνια όπως υπολόγισε πρόσφατα η οργάνωση Endeavour. Μόνο το κράτος μπορεί να αναλάβει τέτοιας κλίμακας πρωτοβουλία. Αυτό έχει δείξει η ιστορική εμπειρία: την εγγύηση της ισότητας και της αξιοπρέπειας των πολιτών δεν θα την αναλάβει η αόρατος χειρ της αγοράς.

Η πώληση της τεμαχισμένης ΔΕΗ, με την οποία διαφωνούσε σφοδρά ο Αντώνης Σαμαράς το 2011, αφαιρεί εργαλεία από το κράτος για την ανάταξη της οικονομίας και την ανακούφιση των πολιτών. Καλή κυβέρνηση είναι αυτή που εξυγιαίνει το κράτος για να λειτουργεί εύρυθμα και αποτελεσματικά, για να συμβάλλει στην παραγωγή πλούτου, όχι η κυβέρνηση που ταπεινώνει το κράτος και πουλάει την περιουσία του. Κάθε ιδιωτικοποίηση, κάθε πράξη απορρύθμισης, θα κριθεί από την κατάσταση της ανεργίας και της φτώχειας τα επόμενα χρόνια ― ελπίζουμε να μην είναι δεκαπέντε ή είκοσι πέντε.

stoa_elias

Η Αθήνα δεν χαρακτηρίζεται από στοές. Εχει λίγες και μικρές, δεν τη σφραγίζουν. Δεν είναι σαν το Μιλάνο, σαν το Παρίσι, τόπο έμπνευσης του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που είδε την αστική φαντασμαγορία να ανθίζει μες στις στοές και τα περάσματα της πόλεως.

Οι αθηναϊκές στοές, πλην ελαχίστων, απολήγουν τυφλά ή ημίτυφλα, είναι μισοσκότεινες, ελάχιστα μεγαλοπρεπείς, έχουν κυρίως χρηστικό χαρακτήρα. Συγκεντρώνουν, μάλλον συγκέντρωναν, ομοειδή μαγαζιά και εργαστήρια, που ομαδώνονται σε λειτουργικές πιάτσες, με χαμηλότερα ενοίκια και δυνατότητες συνεργιών. Χαράκτες και σφραγιδοποιοί, κλειδαράδες, χρηματιστηριακά γραφεία, ραφεία, αργυροχρυσοχοεία, ρολογάδικα, γραμματόσημα, δίσκοι, μικροηλεκτρονικά, βαλίτσες, κάθε εμπόριο και τέχνη στήνει μια δική του πιάτσα. Αλλά ελάχιστες αθηναϊκές στοές λειτουργούν σαν πέρασμα, ελάχιστες τροφοδοτούν τη φαντασμαγορία της πόλης μες στην πόλη, δεν ειναι ένα στεγασμένο δίκτυο δρόμων για περιπλάνηση, για flânerie. Στις αθηναϊκές στοές εισέρχεσαι με έναν σκοπό, να επιτελέσεις μια λειτουργία. Και εξέρχεσαι συνήθως από το ίδιο φωτεινό στόμιο.

Γιατί έτσι; Ισως διότι ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος, πετάγεται ένας. Διότι το φως διαρκώς σε καλεί να περιπλανιέσαι στ’ ανοιχτά, στα ξέφωτα. Ισως διότι η ανάπτυξη του αστικού ιστού διεξάγεται με υστερήσεις και χάσματα, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό· ο υπέρτατος σχεδιαστής είναι το ζωηρό μικροεμπόριο. Ισως διότι οι αρχαιοκλασικές ημιανοιχτές στοές διεσώθησαν στην κλασικιστική Αθήνα ως στενοί πλην ανοιχτοί δρόμοι. Υπό μία έννοια, όλο το σύμπλεγμα των δρόμων του ιστορικού τριγώνου είναι μια δαιδαλώδης ασκεπής στοά, ένα υβριδικό παζάρι που διαχέεται και πολυμορφίζει: Ευαγγελιστρίας, Αγίου Μάρκου, τώρα πια Αιόλου, και τα δεκάδες-εκατοντάδες παρακλάδια, με αρχαιοδοξασμένα και χριστιανικά ονόματα αναμίξ.

Πίσω στις στοές. Μέσα τους. Η λαμπρότερη ίσως, η στοά Αρσακείου, φθίνει· η ιστορία την πλήττει βάναυσα, κι εμάς μαζί της. Οι σημαίες του Κοκκώνη δεν αρκούν να διασκεδάσουν την θλίψη. Η στοά Φέξη, ναός για τους χασομέρηδες των γκάτζετ, έχει μισοαδειάσει από μαγαζιά· Σάββατο πρωί, σουλατσάρουν φύλακες. Ρημαγμένη η στοά Ειρηνοδικείου στην Ομόνοια, νεκρή. Κενή η στοά Τρικούπη στα Χαυτεία, η και Πιγκουίνου ονομαζομένη, ανοίκειο πέρασμα για βιαστικούς διαβάτες. Μισοσβησμένη η λάμψη στη στοά Σπυρομήλιου· η κρίση νίκησε την ανακαίνιση. Ούτε η εμπορική Ορφανίδου έχει τη βουή του παρελθόντος. Ούτε η Λέκκα. Κρατάει λίγο η στοά της Οπερας, η στοά Λαιμού. Η Νικολούδη ήταν πάντα κομψή και σύντομη, έγινε ακόμη συντομότερη. Η Κοραή σχεδόν βουβάθηκε.

Κλειστά μαγαζιά και εργαστήρια, ξενοίκιαστα, αποικισμός από καφενεία, μπαρ και ουζερί, κομμένη κίνηση. Κι όμως οι στοές των Αθηνών εξακολουθούν να είναι γοητευτικές, και τώρα περισσότερο, έτσι εσωστρεφείς και γυμνές που μείναν· σαν να μιλούν ευκρινέστερα στον εισερχόμενο, τώρα που δεν είναι πια πελάτης αλλά περιπλανητής. Οι πολύβουες στοές έχουν μεταπέσει ηχητικά και κινητικά προς ένα intime ψιθύρισμα, που είναι όμως πιο εύγλωττο για το πρόθυμο αυτί. Είναι αστικά διάκενα, που αφηγούνται τον κυματισμό της ιστορίας: αλλάζουν οι χρήσεις, οι αξίες, η πρόσληψη, οι σημασίες, αλλάζουμε εμείς.

Περιποιημένα καφενεία καταλαμβάνουν τις εξωτερικές γωνίες και ύστερα εξαπλώνονται προς τα μέσα, ίσκιος το καλοκαίρι, προστασία το χειμώνα· όσο προχωράς στο βάθος, η φθορά αναδύεται φανερή και επικρατούσα, αλλά μαζί της μια βαθύτερη αίσθηση του χρόνου. Ο χρόνος ρέει διαφορετικός στο ρολογάδικο του βάθους, στο επιμεταλλωτήριο του πρώτου ορόφου, στο ραφείο του συνταξιούχου. Η σκόνη του χρόνου πάνω στις περίτεχνες σιδεριές της κουπαστής, τα λιωμένα μάρμαρα του δαπέδου, τα ραγισμένα κρύσταλλα, είναι πλούτος.

Με όλες τις δυσκολίες νέοι άποικοι φτάνουν και ξαναφτάνουν, ανανεώνουν τη ζωή, τη νιώθεις, τη μυρίζεις, την ακούς σαν μικρό έντομο αισιόδοξο. Φτιάχνουν ακόμη βέρες, φαρδαίνουν ξεχασμένα δαχτυλίδα οικογενειακά, επισκευάζουν φερμουάρ, ντύνουν κουμπιά, ξαναδίνουν ζωή στα χαλασμένα και τα παλιά. Σερβίρουν μυρωδάτους ελληνικούς με φουσκάλες και εσπρέσο ριστρέτο, το βράδυ νεγκρόνια και ντακίρια, για όλες τις γενιές όλες τις τάξεις. Αγκαλιάζουν οι στοές.

Μέσα-έξω, φως-ημίφως, βουητό ψίθυροι και σιγαλιά, τεντωμένη χορδή χωμένη στις τσέπες, οι άνθρωποι της Μεγάλης Υφεσης δεν φωνάζουν στις στοές, πατάνε σεβαστικά σαν να σέρνουν παντόφλες σε μωσαϊκά νοσοκομείου, στήνουν αυτί και αφουγκράζονται το παρόν, ότι αυτό τα περιέχει όλα. Χωνεύεται ο πλάνης μες στο πλήθος, αφήνεται στο κύμα.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

kondylis kastoriadis

Βυθιζόμενοι στην κρίση βλέπουμε ευκρινέστερα διανοητικές λειτουργίες και κοινωνικούς μηχανισμούς που λίγο νωρίτερα ελάνθαναν μισοκρυμμένα απ’ το βλέμμα μας, ή δεν τους αναγνωρίζαμε όπως τους άξιζε. Ας πούμε, η λειτουργία του πολιτισμού και της κουλτούρας μες στο πολιτικό-κοινωνικό ολοκλήρωμα, και η θέση των διανοουμένων. Συνηθίζαμε να λέμε και προ κρίσεως για την απουσία των διανοουμένων από τον δημόσιο βίο· αλλά τώρα, ακούγονται πιο βαριές κουβέντες: μιλούν για προδοσία των διανοουμένων, όπως έθεσε το ζήτημα πρώτος στη δεκαετία του 1920 ο Ζυλιέν Μπεντά. Ωστόσο από το 1920 έχει περάσει ένας αιώνας ― στη διάρκεια αυτή άλλαξαν πολλά.

Το ποτάμι πήγε και ήρθε σε πολλές κοίτες. Οι διανοούμενοι βρέθηκαν στην πρωτοπορία, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τη Γαλλική Επανάσταση έως τα ιστορικά ρήγματα του 1848 και των εθνικοαπελευθρωτικών και δημοκρατικών κατακτήσεων· αποσύρθηκαν «προδίδοντας» τους εξουσιαζόμενους και τις μάζες, ξαναβρέθηκαν στην πρώτη γραμμή στη Ρωσία και στην Ευρώπη σαν καλλιτεχνική πρωτοπορία, σαρώθηκαν απ’ τους πολέμους και τους ολοκληρωτισμούς, ξαναπρόβαλαν μεταπολεμικά, με φωτεινότερη περίοδο τη δεκαετία του 1960.

Πράγματι, η μεταπολεμική περίοδος, γεμάτη αποστροφή για τον πόλεμο και τον ολοκληρωτισμό, και παρ’ όλο τον Ψυχρό Πόλεμο, σφραγίζεται σταδιακά από την παρουσία προσωπικοτήτων των τεχνών, της επιστήμης και του πνεύματος. Είναι ο καιρός των εμπνευσμένων προσώπων: Μπέρτραντ Ράσελ, Μαρκούζε, Καμύ, Σαρτρ, Μερλό Ποντύ, Φουκώ, Μπουρντιέ, Σαΐντ, οπλισμένοι με την υψηλότερη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, εμπνέουν και συμπαρασύρουν τους νεότερους μαθητές τους να ορίσουν τον δημόσιο χώρο σύμφωνα με τα προτάγματα του διαφωτισμού και του ορθολογισμού ή με τις ουτοπίες του ρομαντισμού.

Κι ύστερα; Τίποτε. Ολοι οι παραπάνω πέθαναν, μερικοί στην ακμή τους, μερικοί πολύ νέοι. Κανείς δεν πήρε τη θέση τους, ίσως διότι οι διάδοχες κοινωνίες δεν χρειάζονται τέτοιους ηγέτες και δασκάλους, τέτοια ηθικά παραδείγματα. Ισως διότι οι σταρ της ποπ κουλτούρας αντικατέστησαν τους φιλοσόφους και τους συγγραφείς· τα τραγούδια και οι ταινίες μιλούν άλλη γλώσσα. Απέμειναν ελάχιστοι υπερήλικες: ο μοναχικός γέρων Νόαμ Τσόμσκι, ο αυστηρός γέρων Χάμπερμας. Τέλος.

Ο δρων δημόσιος διανοούμενος σήμερα είναι ένα μείγμα ακαδημαϊκού, δημαγωγού και περφόρμερ. Μπορεί να κατάγεται από την ακαδημία, αλλά ο τρόπος του, το discours του οφείλει πολλά στους τρόπους της ποπ κουλτούρας. Φέρνω στο νου μου τον Ζίζεκ, τις εμμονικές αναφορές του στις συγχρονες μυθικές αφηγήσεις της ποπ, από το Star Τrek και το Matrix έως τον χολιγουντιανό Τιτανικό, και τη σύμφυρσή τους με τον Λακάν, τον Απόστολο Παύλο και τον Λένιν.

Αλλά ακόμη κι έτσι, στην υπερνεωτερική εποχή μας, και μάλιστα εδώ, τώρα, στη ελληνική Μεγάλη Υφεση, υπάρχει δρώσα ιντελιγκέντσια, αυτό το μόρφωμα ρωσικής καταγωγής; Και, αν υπάρχει, τι ρόλο μπορεί να παίξει;

Υπό την έννοια του διανοούμενου της νεωτερικότητας, του 19ου και του 20ού αιώνα, τέτοια πρόσωπα με ευρεία ακτινοβολία και επιρροή δεν υπάρχουν. Οι αμφισβητίες διανοούμενοι, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, εξέλιπαν, μαζί με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά εξέλιπαν και οι οξυδερκείς συντηρητικοί, όπως λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης. Οι σαφώς μικρότερης εμβέλειας και αποδοχής δημόσιοι γραφιάδες σήμερα, ακόμη κι όταν λένε ενδιαφέροντα πράγματα, χάνονται μες στον τεράστιο βόμβο των μεγαλομήντια της ασημαντότητας και της χειραγώγησης, μες στον ακόρεστο πληθωρισμό των λαϊκών σόσιαλ μήντια, εκεί όπου συμβαίνει η διαρκής αυτοπραγμάτωση των μυριάδων μοναχικών ψυχών. Η αυθεντία, η πρωτοτυπία, η γοητεία του διανοούμενου αραιώνει έως διαλύσεως μέσα σε αυτό τον πολυμοριακό ωκεανό. Το Facebοok, όπως και οι συναυλιακές αρένες, έχει τους δικούς του σταρ. Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε τον κόσμο ούτε τις ιδέες· δεν μπορούν καν ν’ ακουστούν.

Μένει η φενάκη μιας πρώην αριστεράς, την οποία συμμερίζεται ασμένως η εγχώρια δεξιά: ότι δήθεν η αριστερά ηγεμόνευε έως πρόσφατα στο πνευματικό πεδίο. Πόθεν το στερεότυπο; Οι πρώην ΚΚΕ-εσωτερικού και μετα-ΚΚΕ πιστεύουν στην μπολσεβίκικη πρωτοπορία, και είναι πεπεισμένοι ότι αυτοί είναι η πρωτοπορία, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμέτωποι με μια άξεστη και απνευμάτιστη δεξιά, αυτοί οι ναρκισσευόμενοι πρωτοπόροι συγκροτήθηκαν σαν λόμπι πίεσης και σαν λόμπι νομής χρήματος και εξουσίας.
Πολύ πριν διαρραγεί το μεταπολιτευτικό συμβόλαιο δια της χρεοκοπίας και της πληβειοποίησης, η αριστερώνυμη ιντελιγκέντσια ήταν ήδη γενεσιουργό μέρος της κρίσης.

naomi

Δεν είδα τα σημάδια της κρίσης στους δρόμους της Αθήνας, όπως τα είχα δει στους δρόμους του Μπουένος Αϊρες, μάς είπε προχθές η Ναόμι Κλάιν. Είναι ίσως αυτή η διαφορά της παλαιάς Ευρώπης από τη νέα Λατινική Αμερική, συμπλήρωσε η διάσημη Καναδέζα συγγραφέας, η βαθύτερα ριζωμένη κοινωνική συνοχή. Ισως επειδή οι μηχανισμοί της οικογένειας διασώζουν τα πληγέντα μέλη, συμπληρώσαμε εμείς. Η Κλάιν βρίσκεται στην Ελλάδα για μια διάλεξη και για τα γυρίσματα μιας ταινίας με θέμα την περιβαλοντική και οικονομική κρίση ανά τον κόσμο. Δεν είχε δει πολλά, γ’ αυτό μιλούσε προσεκτικά και άκουγε εξίσου προσεκτικά τη μικρή νυκτερινή παρέα.

Κατά τη συζήτηση, κάναμε υποθέσεις: Συνηθίζουν οι άνθρωποι στην ανεργία και στην πτώχευση; Μετά το σοκ και τις σφοδρές αντιδράσεις του πρώτου καιρού, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού συμπεριφέρεται σαν να υποτάσσεται στη νέα κατάσταση, να προσαρμόζεται, να το παίρνει απόφαση. Ως εάν η κρίση, αυτή η διαρκής κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, να γίνεται η νέα κανονικότητα.

Από μια άποψη, αυτό συμβαίνει συνήθως μετά μία καταστροφή· η ζωή συνεχίζεται, το ποτάμι κυλάει σε νέα κοίτη. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να βολτάρουν, να απολαμβάνουν ένα τραγούδι, να συγκινούνται με μια χειρονομία, να ερωτεύονται, να κάνουν παιδιά, να αστειεύονται. Φέρνουν τη ζωή στα μέτρα τους, πιο στενόχωρα ίσως, διαφορετικά, αλλά αυτό είναι.

Βέβαια, προσαρμόζονται όσοι μπορούν να προσαρμοστούν: όσοι περισώζουν ακόμη μια δουλειά και κάποιο εισόδημα, έστω μειωμένο. Οσοι δεν έχουν απορριφθεί ολοσχερώς. Διότι, όπως μετά από κάθε καταστροφή, έναν πόλεμο λ.χ., πίσω μένουν πολλά θύματα. Στην περίπτωση της Μεγάλης Υφεσης, που δεν είναι μόνο ελληνική, τα θύματα είναι τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Και οι περισσότεροι νέοι. Αυτοί έχουν πέσει τώρα, κι αυτοί θα μείνουν πίσω, πεσμένοι ή βραδυπορούντες, όταν θα έρθει η σταθεροποίηση και η ανάκαμψη. Γι΄αυτούς η κρίση λειτουργεί σαν ένα αχανές διαρκές πουργατόριο· το νέο περιβάλλον, όταν και όπως διαμορφωθεί, δεν θα τους χωράει όλους, κάποιοι θα περισσεύουν και θα ξεμείνουν σε άλλη βιοτική πίστα, στις παρυφές, στα χαμηλά, κοντά στους sans papier μετανάστες, ένα σκαλί πάνω από τους ανώνυμους των τράνζιτο. Πόσοι; Μισό, ένα, ενάμισι, δύο εκατομμύρια; Αγνωστο.

Οι υπόλοιποι θα προχωρούν, θα ανοίξουν το βήμα· οι περισσότεροι θα ρίξουν ένα βλέμμα πίσω και μετά δεν θα ξανακοιτάξουν. Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι τόσο απλή, όσο ακούγεται· το κοινωνικό τραύμα δεν επουλώνεται τόσο απλά και τόσο γρήγορα, αφήνοντας απλώς μια αντιαισθητική ουλή. Το τραύμα ενδέχεται να παραμείνει χαίνον. Σε κάθε περίπτωση, θα έχουν χαθεί η όποια συνοχή και η όποια ομοιογένεια του παλαιού σώματος, προ Υφεσης. Θα έχουν αλλάξει οι όροι της συμβίωσης και οι προσδοκίες ― μα ήδη αυτό συμβαίνει για πολλούς. Το σοκ παράγει αφειδώς νέα ανισότητα, βίους κινούμενους σε παράλληλες ασύμπτωτες πίστες.

Η Ναόμι Κλάιν περιέγραψε την κοινωνική μηχανική του σοκ. Ζούμε μια εφαρμοσμένη εκδοχή του.

photo-Le-Guepard-Il-Gattopardo-1963-9

Αν η ζωή εμπνέει την τέχνη, ισχύει και το αντίστροφο: συχνά η ζωή προοικονομείται μέσα στα έργα τέχνης. Στην προσπάθειά μου να συλλάβω στοιχειωδώς το σπασμένο ελληνικό μωσαϊκό, με ψηφίδες από τη μεγάλη πολιτική, από τη φανερή καθημερινή ζωή, από τα αφανή συμβαίνοντα πίσω από κλειστά παράθυρα διαμερισμάτων και επαύλεων, από τα θραύσματα ομιλιών και από πληροφορίες εξωχώριες, έλαμψαν μπρος στα μάτια μου δύο μεγάλα έργα του Λουκίνο Βισκόντι, μεγάλα ως προς το περιεχόμενο των αφηγήσεων και ως προς τη φόρμα.

Είναι δύο έργα που πραγματεύονται ιστορικούς και ανθρωπολογικούς μετασχηματισμούς, χωρίς ωστόσο εύκολα συμπεράσματα, χωρίς διδακτισμό, αλλά με διεισδυτικότητα και με όλο το δράμα και την αμφισημία της ανθρώπινης κατάστασης. Το ένα παρακολουθεί τη δύση της αριστοκρατίας και την ανάδυση της μπουρζουαζίας, το άλλο, την άνοδο του ναζισμού και την επικράτησή του στην καρδιά της μεγαλοαστικής τάξης. Πρόκειται προφανώς, για τον «Γατόπαρδο», βασισμένο στο περίφημο μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι Ντι Λαμπεντούζα, και για τους «Καταραμένους».

Η Μεγάλη Υφεση μετασχηματίζει ήδη την ελληνική κοινωνία, βαθιά και ανεπίστρεπτα. Ενα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το πιο αδύναμο, που κρεμόταν γαντζωμένο στο χείλος της ευημερίας, έπεσε πρώτο, και δεν θα ξανασηκωθεί· αισθάνονται αποκλεισμένοι και εφεξής είναι άγνωστο πώς θα αυτοαναγνωριστούν κοινωνικά και πολιτικά. Η μεσαία τάξη θρυμματίζεται, αλλάζει υλική συνθήκη, ολισθαίνει βιαίως προς την ένδεια, και μαζί αλλάζει ο αυτοπροσδιορισμός, θρυμματισμένος ομοίως και ρευστός.

Από τον ψυχικό μετασχηματισμό δεν μένουν άθικτα ούτε τα ανώτερα και ανώτατα στρώματα· η γενική απαισιοδοξία και ο φόβος οδηγούν σε αναδίπλωση και εσωστρέφεια. Η αναδίπλωση εν προκειμένω προέρχεται από την απειλή μείωσης της υλικής ισχύος, αλλά και από τις ραγδαίες εξελίξεις στη νομή της εξουσίας· η κυριαρχία της παλαιάς τάξεως δεν είναι διόλου δεδομένη, όλα αλλάζουν.

Εδώ θυμόμαστε τον Γατόπαρδο: «Εάν θέλουμε να παραμείνουν όλα ως έχουν, πρέπει όλα να αλλάξουν», λέει ο νεαρός αριστοκράτης Τανκρέντι στον θείο του, πρίγκιπα της Σαλίνα. Ο νεαρός γατόπαρδος δεν αφήνει εύκολα απ’ τα νύχια του τον πλούτο και την εξουσία. Θα ελιχθεί, θα συμμαχήσει με την ανερχόμενη τάξη πραγμάτων, θα επωφεληθεί: μ’ ένα γαμήλιο σμίξιμο θα εξασφαλίσει καταρχάς την οικονομική γαλήνη, που είναι παντοτινή. Κατόπιν, θα έχουν τον χρόνο να συνεχίσουν στην επόμενη πίστα της ιστορίας, άθικτοι από την ρεπούμπλικα και τον αστικό χείμαρρο: «δεν θα τα καταφέρουν, γιατί είμαστε θεοί», παρατηρεί ο πρίγκιπας.

kataramenoi_visconti

Αν ο ένας κρυφός πίνακας του ιστορικού παρασκηνίου είναι η μετατόπιση της άρχουσας ελίτ, ο άλλος, διόλου κρυφός, είναι η άνοδος του ναζισμού. Στους βισκοντικούς Καταραμένους, ο ναζισμός ενοφθαλμίζεται στην πανίσχυρη οικογένεια της χαλυβουργίας Εσεμπερκ. Κλιμακωτά, το κακό εξοντώνει τα πιο ηθικά και φιλελεύθερα στοιχεία, και καταλαμβάνει όλο το πεδίο, εκφράζεται πλήρως μέσω του πιο βίαιου, του πιο έκφυλου προσώπου, που οδηγείται πέραν πάσης αναστολής και φόβου τιμωρίας. Είναι μια ελεγεία του κακού: η πορεία προς την μοιραία κατίσχυση του κακού.

Στο καθ΄ημάς πεδίο, ο ερζάτς ναζισμός είναι προσώρας χυδαίος και λούμπεν, και φουσκώνει διαρκώς προσελκύοντας σαν φανός τις απελπισμένες πεταλούδες, τα συντρίμμια της Μεγάλης Υφεσης. Αλλά η φυλετική μισαλλλοδοξία του και ο υπερεθνικισμός του μολύνουν σταθερά την κεντρική πολιτική σκηνή, υπαγορεύουν συνθήματα και κραυγές. Το κατάκοπο κοινωνικό σώμα απορροφά τώρα το δηλητήριο σαν φάρμακο, και οι δόσεις μεγαλώνουν.

Η τάξη των γατόπαρδων προς το παρόν περιφρονεί τους λούμπεν ακραίους· άλλωστε αυτοί δρουν στα γκέτο και στις λαϊκές, όχι στα πράσινα προάστια. Δεν αποκλείεται όμως ο μετασχηματισμός των γατόπαρδων σε καταραμένους· απούσης της αναδυόμενης αστικής τάξης, ο ελιγμός τούτη την ιστορική στιγμή δεν μπορεί να είναι προς το απόν ρωμαλέο καινοτομικό στρώμα, αλλά προς την αναδυόμενη κακία. Ούτε καν ελιγμός, αλλά μοιραία μόλυνση, στο μέτρο που το ναζιστικό κακό πατροκτονεί, αιμομικτεί, κατατρώγει ακόμη και τις σάρκες του.

[Από την τέχνη στη ζωή: Μένω κατάπληκτος από την απληστία και τη σκληρότητα των πλούσιων γερόντων ― μου είπε πρόσφατα ένας σοφολογιώτατος φίλος, βαθύς γνώστης της αθηναϊκής ανώτερης κοινωνίας. Ηταν η απάντησή του στην κοινή διαπίστωση για το μαύρο μέλλον που περιμένει τους σημερινούς νέους, την ήδη ονομαζόμενη χαμένη γενιά. Τότε έλαμψαν εντός μου ο Γατόπαρδος και οι Καταραμένοι.]

guepard-1963-tou-01-g

 

Ολες οι σκέψεις είναι ριψοκίνδυνες, οταν ζεις στην κόψη ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος. Διακινδυνεύεις να παρασυρθείς σε ατραπούς ανοιγμένες από το θυμικό, σκαμμένες από την έγνοια για το σπίτι σου και τα παιδιά σου, στα άβατα της πιο προσωπικής, της πιο υπαρκτικής αγωνίας. Αλλά θα σταματήσεις να σκέφτεσαι, να συλλογάσαι; Το αντίθετο. Η κινδυνώδης συνθήκη είναι η πιο γόνιμη για τη σκέψη· μόνο τότε δοκιμάζεις in vivo τις διανοητικές σου αντοχές, τις ψυχικές δυνάμεις, ό,τι ήσουν και ελάνθανε. Μόνο οι νεκροί δεν σφάλλουν.

Ο στοχασμός πάνω στην κρίση της δημοκρατίας και την παράλληλη ανάδυση του νεοναζισμού είναι ένα τέτοιο επικίνδυνο πεδίο. Το ένα φαινόμενο προϋποθέτει το άλλο; Μάλλον ναι. Παίρνω αφορμή από τη λαμπρή μελέτη του Μαρσέλ Γκωσέ, «Η δημοκρατία υπό τη δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914-1974» (εκδ. Πόλις, μετ.: Αλεξ. Κιουπκολής). Στο εμβριθές αυτό έργο ο Γκωσέ, εξετάζοντας την ανάδυση του ναζισμού στη Γερμανία, του φασισμού στην Ιταλία και του σταλινισμού στη Ρωσία, εντοπίζει τρεις πηγές που αρδεύουν τους συγκεκριμένους ολοκληρωτισμούς: τη συγκυρία και το περιβάλλον, την ψυχοπολιτική κληρονομιά της ήττας, και την απονομιμοποίηση της εξουσίας.

Ως κοινό ιστορικό περιβάλλον, από το 1917 ώς το 1933, ο Γκωσέ περιγράφει την οξεία κρίση του φιλελευθερισμού, αλλά και την κρίση του Λαού, την κρίση της Προόδου και της Επιστήμης. Μια κρίση λοιπόν των θεμελίων της νεωτερικότητας και τη βιομηχανικής επανάστασης, φανερή ήδη στα μεγάλα έργα του ρομαντισμού αλλά και στα έργα τέχνης αμέσως μετά τον Πρώτο Πόλεμο, οδηγεί στην εκρηκτική ανάδυση των ολοκληρωτικών καθεστώτων σε ανθρωπογεωγραφικά πεδία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Στη σημερινή συγκυρία αντιστοίχως, παρόμοια κρίση περνούν ο κοινοβουλευτισμός, ο λαός ως υποκείμενο αντιπροσωπευόμενο και πολλαπλώς διαμεσολαβούμενο, αλλά και η Πρόοδος και η Τεχνική υπό την έννοια του υπερκορεσμού, αφενός, και της έλλειψης νοήματος, αφετέρου. Πολύ περισσότερο που υπεισέρχεται και το στοιχείο της ματαίωσης-διάψευσης: ο μετανεωτερικός άνθρωπος ερχόμενος από περιβάλλον υπερκατανάλωσης και πλησμονής μεταπίπτει βιαίως σε περιβάλλον σπάνης, στη Μεγάλη Υφεση.

Η σπάνη προετοιμάζει ένα ανθρωπολογικό σοκ: ο νεοπληβείος και χωρίς φωνή φέρει στο πετσί του μια ταπείνωση πραγματική και συμβολική, ταπείνωση όρων διαβίωσης και ταπείνωση προσδοκιών. Κι αυτή η ταπείνωση ζητά να ξεπλυθεί. Στο βαθμό που η πτώχευση και η Υφεση βιώνονται σαν ατομική και συλλογική ταπείνωση, τα υποκείμενα ζητούν να διοτεχετεύσουν τη στομωμένη ζωτικότητα, τη ματαιωμένη ύπαρξη, τις διαψευσμένες προσδοκίες. Η καταφυγή-συσπείρωση στο φυλή, η υποταγή στον Ηγέτη, λειτουργούν ανακουφιστικά, σαν θρησκευτικό υποκατάστατο· ένα καταφύγιο αρχαϊκό σε μετανεωτερικό περιβάλλον, κάπως σαν τις φυλές-συμμορίες και τις εθνοτικές μαφίες που νέμονται μητροπόλεις και κράτη, από το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Μέξικο Σίτυ και το Λος Αντζελες, μέχρι το Κόσοβο και τη Σομαλία.

[Παρένθετα: Ο νεοναζισμός του 2012 είναι μια αρχαϊκότητα με ποπ περίβλημα, είναι βαναυσότητα με μεταμοντέρνο στυλ. Η στολή με τι-σερτ, μπότες και αλυσίδες, η ερυθρομέλανη παλέτα, τα κουρέματα, η μυική δύναμη, κατάγονται όχι μόνο από τον ναζιστικό μεσοπόλεμο, αλλά κυρίως από το σύμπαν των πολεμικών βίντεο γκέιμ, των υπερηρώων του fantasy και εκδοχών του χέβι μέταλ. Μ’ αυτά τα μορφότυπα άλλωστε είναι περισσότερο εξοικειωμένοι οι έφηβοι κάγκουρες, και όχι με τα παραληρήματα περί Πανός του κάθε μεσήλικος φυρερίσκου.]

Η συγκυρία της Υφεσης και η εμπειρία της διττής ταπείνωσης συνοδεύονται από την τρίτη, κατά Γκωσέ, πηγή του ολοκληρωτισμού: την απονομιμοποίηση της εξουσίας. Ασφαλώς η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία δεν φέρει τη δομική αστάθεια των μεσοπολεμικών δημοκρατιών, ωστόσο και στις μέρες μας παρατηρείται μια κρίση νομιμοποίησης της αντιπροσωπευτικής εξουσίας, αποδιδόμεμη αδρά σε διαφθορά και ανικανότητα των φορέων της. Το οικονομικό αδιέξοδο και ο παραδεδεγμένος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας πολλαπλασιάζουν το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς το εξασθενημένο νομοθετικό σώμα και προς την ηθικά τραυματισμένη εκτελεστική εξουσία. Οι αδυναμίες και οι αμαρτίες των φορέων εξουσίας εκλαμβάνονται σαν αδυναμίες και αμαρτίες της ίδιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στα διάκενα της ανηθικότητας φυτρώνει ο κομπασμός για τα καθαρά χέρια που χαιρετούν ναζιστικά.

Οι αναλογίες είναι παρακινδυνευμένες· κάθε ιστορική αναγωγή είναι επισφαλής. Εντούτοις, διακρίνουμε ανησυχητικά σπέρματα: την οδυνηρή συγκυρία της Υφεσης, έναν ψυχισμό ταπείνωσης εν εξελίξει, δυσχερή νομιμοποίηση της συλλογικής εκπροσώπησης.

illustration: John Heartfield. Ο σταυρός δεν ήταν αρκετά βαρύς.

Την περασμένη Τετάρτη η ελληνική τηλεδημοκρατία έζησε μια κορύφωση: ο νυν συγκυβερνών και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τερμάτισε λάιβ, στο Δελτίο των Οκτώ. Ο λάλος και πάντα αγέρωχος Β. Βενιζέλος γκρεμίστηκε από το θρονί του ιθαγενούς αγά αφρίζοντας στο παράθυρό του σαν δικολάβος των καφενείων της Ευελπίδων.

Το acting out Βενιζέλου σημειώνεται σε μια φάση κατά την οποία το εγχώριο σύστημα νομής εξουσίας απειλείται και ραγίζει, κάτω από το βάρος των ερειπίων που το ίδιο προκάλεσε. Η μετάθεση της Μεγάλης Υφεσης στις πλάτες σύμπαντος του ελληνικού λαού, πλην των αρχόντων της παρακμής, είναι πλέον δυσχερέστατη έως αδύνατη. Οι λόγοι; Πολλοί. Πρώτα-πρώτα, η ίδια η κρίση αποσυναρμολογεί βίαια το σύστημα διαπλοκής, παραπλάνησης, συγκάλυψης και λεηλασίας· ο καραγκιόζ μπερντές δεν μπορεί να κρύψει την αθλιότητα της πελατειακής αναδιανομής, πόσω μάλλον που τώρα δεν υπάρχει ούτε ψίχουλο για μοιρασιά.

Δεύτερον, το πεδίο λεηλασίας συρρικνώνεται εξωγενώς: οι δανειστές απαιτούν τοκοχρεωλύσια από το χρεοκοπημένο κράτος και παρεμβαίνουν ενεργά στη διοίκησή του. Η συνεπαγόμενη απορρύθμιση του συστήματος επιφέρει ρήξη της ομερτά και των πρωτοκόλλων συνεργασίας των εγχώριων νομέων· τα επιμέρους καρτέλ σπάνε και στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου, σε έναν λυσσώδη αγώνα επιβίωσης.

Σταδιακά, οι ξένοι εταίροι-δανειστές στρέφονται εναντίον της ηγετικής ελίτ, την οποία θεωρούν αναποτελεσματικό και αναξιόπιστο συνομιλητή σε μια εξαιρετικά κρίσιμη φάση του ευρωπαϊκού προβλήματος. Βεβαίως, οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν κόπτονται υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού λαού, αλλά προδήλως προτιμούν έναν πολιτικά νομιμοποιημένο και ορθολογικό συνομιλητή, που θα εκπροσωπεί τα εθνικά συμφέροντα, και όχι τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας, πολύ περισσότερο που τώρα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα αφίστανται των συμφερόντων των ντόπιων καρτέλ.

Σε αυτά τα συμφραζόμενα πρέπει να αντιληφθούμε επίσης ότι ούτε η τρόικα είναι συμπαγής και ομοιογενής: στο εσωτερικό της δεν εκπροσωπούνται ταυτόσημα συμφέροντα και δεν προσεγγίζει το ελληνικό πρόβλημα με ίδιες συνταγές και νοοτροπίες. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λ.χ., από την αρχή φαίνεται να πρότεινε άλλη λύση συνολικά, βασισμένη στα δικά του εργαλεία αντιμέτωπισης κρίσεων χρέους. Αλλη είναι η αντίληψη του επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ, Ολιβιέ Μπλανσάρ, και άλλες οι αντιλήψεις των Γερμανών τραπεζιτών και του Γερμανού υπουργού Β. Σόιμπλε. Η αναδιάρθρωση του χρέους, ας πούμε, δεν έγινε βάσει του χρονισμού και του πρωτοκόλλου του ΔΝΤ, αλλά βάσει των γαλλογερμανικών σκοπιμοτήτων, και πάντως εις βάρος της ουσιαστικής ανακούφισης της Ελλάδας.

Ανευ δυνατότητος υποτίμησης του νομίσματος και διόγκωσης του πληθωρισμού, η μόνη εφαρμοσθείσα αγωγή ήταν η πιο επιζήμια: η εσωτερική υποτίμηση. Η οποία μάλιστα εσωτερική υποτίμηση εφαρμοζόμενη ταυτοχρόνως με ευρείες διαρθρωτικές αλλαγές, κατά μια σαδιστική-τιμωρητική αντίληψη, για παραδειγματισμό άλλων αδύναμων Ευρωπαίων, βύθισε τη χώρα στη μεγάλη ύφεση και αποδιοργάνωσε το εγχώριο σύστημα νομής εξουσίας.

Το σοκ, που εξαπολύθηκε την άνοιξη του 2010 επί της αμέριμνης και απροετοίμαστης ελληνικής κοινωνίας, ήταν τέτοιας σφοδρότητας και έκτασης που αιφνιδίασε όχι μόνο τους πολίτες αλλά και τους πολιτικούς που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια ― κι ίσως αυτούς πολύ περισσότερο, δεδομένης της εκ των υστέρων αποδειχθείσας ολιγωρίας και ανικανότητάς τους. Σύντομα το ντούο Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου, συνοδευόμενο από το υπόλοιπο παρηκμασμένο ΠΑΣΟΚ, έχασε κάθε έλεγχο. Μετά το πρώτο κύμα αποπροσανατολισμού και προπαγάνδας, το πολιτικό σύστημα άρχισε να κλονίζεται και, από το καλοκαίρι του 2011, να καταρρέει. Η πολιτική (αυτο)εξουδετέρωση του Αντώνη Σαμαρά, δια της εισόδου του στην κυβέρνηση Παπαδήμου και της συνυπογραφής του Μνημονίου ΙΙ, ολοκλήρωσε την αμετάκλητη υπομόνευση των αστικών κομμάτων, όπως εδέσποσαν στις τέσσερις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης.

Την παρακμή του πολιτικού συστήματος διαδέχεται, τώρα πλέον φανερά, η αποσάθρωση των θεσμών και η αποκάλυψη των κρυφών αρμών του συστήματος διαπλοκής και πελατειακής εξαχρείωσης. Το ΔΝΤ και η τρόικα, για τους δικούς τους λόγους, απαιτούν το σπάσιμο των εγχώριων ομάδων-rackets· κι αυτά αμύνονται με κάθε μέσο, ακόμη και επιτιθέμενα στη χώρα, επιχειρώντας πλιάτσικο επί των ερειπίων, όσο μπορούν να δρουν με έναν βαθμό αυτονομίας, σαν τον παλιό καλό καιρό. Τα αλληλοκαρφώματα, τα συμβόλαια, οι ομηρίες, οι αγγελιαφόροι, η κόπρος που απλώνεται στον δημόσιο βίο, είναι τα βίαια επεισόδια ενός πολέμου βασάλων και φύλαρχων, οι οποίοι νιώθουν βαρύ το χέρι της αυτοκρατορίας και καυτή την ανάσα του πλήθους. Στα μήντια θα φανούν κι άλλα.

Παγωμένη σιγή απλώνεται στη χώρα. Αναμονή με σφιγμένα δόντια. Αρχισε τον Φεβρουάριο, μετά την ψήφιση στη Βουλή του δεύτερου Μνημονίου, συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια των δύο αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων και διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Φυσιολογικά: οι άνθρωποι κουράστηκαν να διαμαρτύρονται, να αμύνονται, συχνά να συγκρούονται, να ανησυχούν διαρκώς, να βυθίζονται στην κατάθλιψη. Το καλοκαίρι πρόσφερε την αναγκαία ανάπαυλα για ξεκούραση και ανασύνταξη, για σκέψη και οργάνωση στρατηγικών επιβίωσης σε ένα μέλλον που διαγράφεται ζοφερό μετά βεβαιότητος.

Το φετινό καλοκαίρι ήταν βαρύ, τα κύματα καύσωνος παρατεταμένα και διαδοχικά· με τον τρόπο του, υπενθύμιζε ότι όλα βαραίνουν, όλα αλλάζουν βαθιά, πολύ βαθιά, και όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη. Δεν είναι μια περιοδική κρίση, μια παροδική ύφεση, που αντιμετωπίζεται με διορθωτικές κινήσεις και τεχνικά οικονομικά μέτρα. Είναι κρίση δομική, που πλήττει τον πυρήνα του μοντέλου παραγωγής και του μοντέλου διακυβέρνησης. Κατά τούτο είναι κρίση πολιτικής, υπό την έννοια ότι αναδιατάσσονται βίαια η πολιτική πράξη και η πολιτική σκέψη, γκρεμίζονται οι προσδοκίες και η αυτονόητη κανονικότητα που όριζε τους βίους εκατομμυρίων ανθρώπων σε ανεπτυγμένες δημοκρατικές χώρες της Δύσης. Και στον πυρήνα της συντελείται βεβαίως μια βίαιη αναδιάταξη σχέσεων κυριαρχίας. Η αχαλίνωτη, αρρύθμιστη επέκταση της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας, ιδίως στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, εξελίσσεται πλέον εις βάρος των κρατών, των κοινωνιών και εντέλει εις βάρος της δημοκρατίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στον δυτικό κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι διαπιστώσεις αυτές, οπωσδήποτε γενικευτικές, πηγάζουν δυστυχώς από την καθημερινή εμπειρία. Ιδίως στην Ελλάδα, που επλήγη πρώτη και με ιδιαίτερη σφοδρότητα από τη Μεγάλη Υφεση και την κρίση χρέους, έχουμε το θλιβερό προνόμιο να παρακολουθούμε από πρώτο χέρι, πάνω στο σώμα μας, τον ραγδαίο μετασχηματισμό: τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, την ερήμωση της οικονομίας, την καλπάζουσα ανεργία, την απόγνωση των νέων, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την πληβειοποίηση των κατώτερων και των μικρομεσαίων στρωμάτων· τέλος, την εξαθλίωση των περιθωριακών ομάδων να απλώνεται και να τρομοκρατεί τους πάντες σαν προεικόνιση κοινού μέλλοντος.

Ακριβώς αυτή η εξαθλίωση, περιορισμένη ακόμη σε μειονοτικές ομάδες πληθυσμού, είναι ένα όριο συναγερμού. Το άλλο όριο είναι η περιστολή των δημοκρατικών λειτουργιών και η περιστολή των ελευθεριών στο όνομα της οικονομικής ανάγκης. Και οι δύο συναγερμοί έχουν σημάνει. Μπορεί η υλική εξαθλίωση να είναι περισσότερο ευδιάκριτη και αισθητή, εντούτοις το ίδιο επικίνδυνη για τον κοινωνικό βίο είναι και η ηθική παρακμή και η αναδυόμενη δυσπιστία προς τη δημοκρατία εξαιτίας ανίκανων, φαύλων ή επίορκων λειτουργών της δημοκρατίας. Μια τέτοια ηθική και πολιτική αποσάθρωση, εφόσον δεν ανασταλεί, μπορεί να οδηγήσει αφενός σε συμμοριοποίηση του κοινωνικού χώρου, αφετέρου σε αυταρχισμό στο πολιτικό πεδίο.

Δυστυχώς, στην πράξη αλλά και στον λόγο των εκλεγμένων κυβερνώντων και των ηγετικών ελίτ διακρίνεται, όλο και εντονότερα, μια διαρκής υποχώρηση και ηττοπάθεια: ο όγκος των προβλημάτων τους καταπλακώνει, συμπεριφέρονται σαν να αδυνατούν να διαχειριστούν τα προβλήματα, σαν να περιμένουν από τον ξένο παράγοντα να υπαγορεύει διαρκώς μέτρα, τρόπους, λύσεις, τεχνικές. Ολα έρχονται απέξω: σκέψη, στρατηγική, πολιτικές οδηγίες – και ρευστότητα σαν κορτιζόνη στον αναίσθητο ασθενή.

Δυόμισι χρόνια τώρα, η εγχώρια ηγεσία έχει χάσει κάθε κύρος και αξιοπιστία, εντός και εκτός. Και έχει αποτύχει να αποκαταστήσει στοιχειωδώς το αίσθημα δικαίου. Την ίδια ώρα, όμως, παρατηρούμε ότι εξελίσσεται με αμείωτη ένταση μια λαφυραγωγία επί των άδηλων πόρων και των φανερών ερειπίων, είτε με τη διαιώνιση του καρκινογόνου κομματικού κράτους είτε με μαζικές, βιαστικές και τελεσίδικες εκχωρήσεις δημόσιων αγαθών, χωρίς να εντάσσονται σε ένα ανακοινωμένο σχέδιο. Επιπλέον, τρομάζει πλέον η εικόνα που εκπέμπεται από τους κυβερνώντες, από τα λόγια και τα έργα τους: συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν καμία αίσθηση της πραγματικότητας, των αντοχών και των ορίων της κοινωνίας. Σαν να θεωρούν ότι η κατάρρευση είναι μακριά ακόμη, ότι «δεν γίναμε ακόμη Αργεντινή», σαν να ροκανίζουν τον χρόνο έως ότου μεταστραφεί η Ευρώπη και επέμβουν οι ξένοι και μας σώσουν με ένα Ναυαρίνο. Οικτρός τακτικισμός και εθελοτυφλία.

Δεν υπάρχουν λύσεις εύκολες ή ανώδυνες. Ούτε τοπικές. Θα βυθιστούμε κι άλλο. Και θα αρχίσουμε να αναδυόμαστε μόνον εφόσον αναδειχτούν νέοι ηγέτες, νέες ιστορικές στοχεύσεις, νέα συλλογική αφήγηση και ανανεωμένοι δεσμοί συνοχής.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @nikoxy: 1/2 «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» @naf9 hours ago
  • 1/2 «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» @naftemporikigr 10 hours ago
  • (2/2) Ωστόσο το παρεμπόριο και το λαθρεμπόριο εξακολουθούν να πλήττουν την ελληνική παραγωγή & οικονομία naftemporiki.gr/finance/story/… 12 hours ago
  • @naftemporikigr «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» (1/2) 12 hours ago
  • Πώς ξεγυμνώθηκε η χώρα και έγιναν πλούσιοι εισαγωγείς, αεριτζήδες και όσοι γιγαντώθηκαν με θαλασσοδάνεια @ERTsocial xydakis.gr/?p=9825 1 day ago
  • O Ντράγκι το... μυρίστηκε: Κίνδυνος για τη δημοκρατία η >30% ανεργία των νέων ως 24 ετών σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία naftemporiki.gr/finance/story/… 2 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,385 hits
Αρέσει σε %d bloggers: