You are currently browsing the tag archive for the ‘ματαίωση’ tag.

FamilyShopping

Το καλοκαίρι προεκτείνεται αλλόκοτα μες στον Νοέμβριο. Στους δρόμους της πόλης άλλοι κυκλοφορούν με κοντομάνικα και μαύρα γυαλιά κι άλλοι με καμπαρντινάκια και μπότες. Η διχοστασία δείχνει τους ποικίλους δισταγμούς, μια ψευδαίσθηση πολλών επιλογών, τις πολλές παράλληλες στρατηγικές επιβίωσης· ο καθείς κοιτάει πώς να βολευτεί, πώς να διαπλεύσει τον πολλαπλώς ανησυχητικό χειμώνα του 2014 χωρίς καίριες απώλειες.

Η πολύμορφη, πλην καχεκτική, ατομικότητα εκδηλώνεται στους δρόμους. Ο φθινοπωρινός ήλιος φωτίζει από χαμηλά τα πρόσωπα και τα δείχνει σχεδόν πέτρινα, σμιλεμένα σε πάγο. Η αιθρία μαλακώνει τη δυσθυμία, αλλά μέχρι εκεί· δεν κατορθώνει να απογειώσει τα αισθήματα, τη λαχτάρα για ζωή. Υπό άλλες συνθήκες… Υπό άλλες συνθήκες, τα ραδιόφωνα θα παπαγάλιζαν από όρθρου βαθέος “καλά να περνάτε”. Υπό τις παρούσες συνθήκες, τα ράδια αναλύουν τους φόρους ακινήτων, κι όσοι έχουν ακόμη δουλειά και εισόδημα λογαριάζουν τους φόρους· οι άλλοι δεν νοιάζονται για φόρους, λογαριάζουν μόνο πόσο κοστίζουν δυο τσάντες στο σούπερ μάρκετ.

[Τα παιδιά του γυμνασίου φέρονται πιο ώριμα, σε κοιτάνε στα μάτια, είναι πιο μελαγχολικά, άλλαξαν τα τελευταία χρόνια, μου έλεγε φίλη καθηγήτρια στο Θησείο, έμπειρη και ευαίσθητη λειτουργός. Πιο ώριμα στα δεκατρία, δεκατέσσερα, τα υπερχαϊδεμένα και κακομαθημένα παιδιά της υπογεννητικής υπερχρεωμένης Ελλάδας. Ξεδιάλεγα αντιβιοτικά στο τραπέζι της κουζίνας και στ’ αυτιά μου αντηχούσε η λιτή περιγραφή της ωρίμανσης στα δεκατρία-δεκατέσσερα.]

Τα τραπεζάκια καταλαμβάνουν άπληστα τους πεζόδρομους, αλλά είναι τόσο πολλά τα καφενεία που δεν γεμίζουν ποτέ. Παρ’ όλ’ αυτά, διεκδικούν με πείσμα τον δημόσιο χώρο και τον κερδίζουν, τον καταπατούν. Οι διαβάτες ελίσσονται αυτοματικά σε στενούς διαδρόμους, πάνω από ποτήρια φρέντο. Περπατούν ξεκούρδιστα, μηχανικά.

Στα φτηνομάγαζα Tiger οι κυρίες της Ερμού βομβούν συγκρατημένα. Δανέζικο ντιζάιν και κόνσεπτ, ένα Ικέα τσέπης, όλα σελφ σέρβις, κανένας πωλητής, οι αγοραστές τριγυρνάνε σαν θηρευτές ευκαιριών, όλα ημιχρήσιμα, όλα ημικαλαίσθητα ημιορεκτικά, ορισμένως όλα να φαίνονται φτηνά, να γεμίζεις μια τσάντα με δέκα-είκοσι ευρώ για μια shopping therapy καθολικά made in China, υπόκωφα απεγνωσμένη. Στις ουρές η ευρωστωικότητα ραγίζει, τα ψώνια των ολίγων ευρώ έχουν εξαντλήσει ήδη το θεραπευτικό τους αποτέλεσμα. [Η Γερμανοαθηναία Σουζάνε μου είχε περιγράψει προ ετών την έκπληξή της όταν είδε ότι οι συμπατριώτες της μικρομεσαίοι Γερμανοί, μετά την Ατζέντα 2000 του Σρέντερ, μπορούν πια να ψωνίζουν μόνο από τα κινέζικα.]

Σε τέτοια μαγαζιά με περιττά φτηνά κινέζικα θα πάνε να ψωνίσουν κυριακάτικα οι νεόπτωχοι. Αντί για τη Θεία Λειτουργία ή τον καφέ με εφημερίδες, αντί της εκδρομούλας με ταβέρνα, αντί του οικογενειακού γεύματος, θα σπεύσουν να διασκεδάσουν τη φτώχειά τους με ψώνια, να βουτηχτούν στην ειρωνεία: να αγοράσουν ό,τι δεν πρόλαβαν όλη την εργάσιμη εβδομάδα ― όσοι έχουν ακόμη εργασία.

Το πάρτυ της αφθονίας είναι ανάμνηση θαμπή, ματαιωμένη βουλιμία. Στο τεράστιο σούπερ μάρκετ, ζητάνε φρέσκια ρικότα, η υπάλληλος χαμογελά με συγκατάβαση “πάνε αυτές οι εποχές, τώρα φέτα…” Σ’ έναν όροφο πολυκαταστήματος της Ιπποκράτους, εκεί που πρόπερσι συνωστίζονταν οι πελάτισσες ανάμεσα σε  κατάμεστα ράφια, τώρα ερημιά. Όλα τα ράφια άδεια· τα λιγοστά προϊόντα, τα ίδια και τα ίδια, είναι απλωμένα στους πάγκους, αραιά, στολισμένα για να δείχνουν πολλά. Σε τέτοια άδεια μαγαζιά θα πάνε, λέει, οι νεόπτωχοι να σουλατσάρουν τις Κυριακές της Ύφεσης. Θα βγουν από τα δανεικά επισφαλή σπίτια και θα μπαινοβγαίνουν σε φούρνους που ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιακό με πρώην υψηλό ενοίκιο, θα προσπερνούν μισοάδεια καφενεία και βιτρίνες, σαν τα ζόμπι του Ρομέρο στο ανωφελές mall.

Εικόνες από το παρελθόν των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, εικόνες από το χρεοκαπιταλιστικό παρόν. Η ενδόρρηξη μάς συνδέει υποδόρια με τη Ρωσία του Γέλτσιν. Ένας κόσμος ραγισμένος βυθίζεται εντός του, χωρίς φωνή, χωρίς λυγμό. Υπόκωφα, σχεδόν βουβά, η ενδόρρηξη έρπει στους ηλιόλουστους δρόμους, γεμίζει τα αστικά διάκενα, ορίζει τις συμπεριφορές. Στα μουδιασμένα χείλη διαβάζεις ίδια μουρμουρητά “δεν πάει άλλο έτσι”, “να βρω τη δόση”, “ευτυχώς είμαι κοντά στο μετρό”, “ήρθε η ΔΕΗ”, “καλά που δεν πιάσανε τα κρύα” “έχει υπόλοιπο ο λογαριασμός μισθοδοσίας;” “γιατί μου το ‘πε αυτό;” “θα προλάβω το εφάπαξ;” “τις Κυριακές τα μαγαζιά θα μένουν ανοιχτά”.

Advertisements

Η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών και η κατάκτηση του πρωταθλήματος Ευρώπης στο μπάσκετ από τον Ολυμπιακό σφράγισαν τα περασμένα εικοσιτετράωρα. Συνέβησαν στην ίδια χώρα, προκάλεσαν αντίθετα συναισθήματα· άλλοι τα συσχετίζουν, άλλοι όχι· άλλοι επιλέγουν να δουν το αισιόδοξο συμβάν, άλλοι το απαισιόδοξο, πολλοί βιώνουν και τα δύο εξίσου. Μερικοί μένουν ανέγγιχτοι απ’ όλα. Συμβαίνουν και τα δύο ταυτοχρόνως.

Μου άρεσε το παιχνίδι του Ολυμπιακού, η ανάκαμψή του απ’ το κακό ξεκίνημα, το πείσμα, η αφοσίωση, το πάθος. Μου άρεσε που η φτωχότερη ομάδα φέτος, από το φτωχότερο πρωτάθλημα της πιο πτωχευμένης χώρας, με άσημο Ελληνα προπονητή στον πάγκο και Ελληνα ηγέτη στο παρκέ, έπαιξε ωραίο μπάσκετ και νίκησε καθαρά. Με τον τρόπο του ο μπασκετικός Ολυμπιακός έστειλε ένα μήνυμα: Μπορούμε να σταθούμε όρθιοι, αν πιστέψουμε στους εαυτούς μας και παλέψουμε. Τα ομαδικά σπορ έχουν αυτή την ψυχικά ανακουφιστική, συχνά και καθαρτήρια λειτουργία.

Βεβαίως ο καθείς το εκλαμβάνει κατά την επιθυμία του και κατά δύναμιν. Ο οπαδοκάγκουρας θα υπάρχει πάντα, και πάντα θα καίει και θα καίγεται μες στη μονοδιαστάτη χαρά του, αλλά ακόμη κι έτσι αναρωτιέμαι: Σάμπως του έχουν απομείνει πολλές άλλες πηγές χαράς, για να σπάσει τον ζόφο που τον τυλίγει; Βρίσκει την άγρια χαρά του νικητή, βρίσκει προσώρας και λίγη περηφάνια, που τόσο πολύ του λείπει, σε ένα τρίποντο όταν παγώνει ο χρόνος. Για όσο διαρκεί το ματς και ο πανηγυρισμός, η ζωή παίρνει άλλη τροπή, φανερώνονται κρυμμένες δυνατότητες· η ζωή μπορεί να είναι και αλλιώς.

Οταν κοπάσουν οι πανηγυρισμοί, όλοι γυρνάμε στην εξωγηπεδική πραγματικότητα· είναι μουντή και αργή, προβλέψιμα βασανιστική. Αλλά τώρα, κάπως την αντέχουμε καλύτερα ― ακόμη κι αν είναι στη φαντασία μας η αυξημένη αντοχή. Ετσι μπορούμε να αντιληφθούμε μακροσκοπικά και την ματαιωμένη απεργία των εκπαιδευτικών, που ματαιώθηκε βιαίως προτού καν εκδηλωθεί: σαν έναν χαμένο αγώνα σε μια μακρά αλυσίδα αγώνων, και όχι σαν οριστική ήττα.

Αλλωστε αυτός ο αγώνας μάλλον είχε στηθεί εξαρχής λάθος: σε λάθος πεδίο, σε λάθος χρόνο, από λάθος κόουτς και ηγέτες. Οι εκπαιδευτικοί στήθηκαν από τους συνδικαλιστές τους για να χάσουν, σε μια μετωπική σύγκρουση όχι με την κυβέρνηση, αλλά σε σύγκρουση με τα τεντωμένα νεύρα χιλιάδων μαθητών και των οικογενειών τους, δηλαδή βάζοντας σε δοκιμασία τους πραγματικούς φίλους και συμμάχους.

Κι όμως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί φέτος και πέρυσι ξεπέρασαν τους εαυτούς τους, πάσχισαν, πρόσφεραν ενισχυτικές διδασκαλίες, έστησαν κοινωνικά φροντιστήρια, έτρεξαν να στηρίξουν οικογένειες άπορων μαθητών, να στήσουν συσσίτια και δίκτυα αρωγής. Βρέθηκαν στο πλάι των μαθητών, πραγματικοί δάσκαλοι και φίλοι. Δεν τους άξιζε λοιπόν η προληπτική επιστράτευση, δεν τους άξιζε η ματαίωση, η γεύση ήττας, η στενόχωρη αντιπαράθεση με τους μαθητές τους. Είπαμε όμως: μια προσωρινή ήττα δεν σημαίνει ότι χάθηκε ο μακρύς διαρκής αγώνας, το πρωτάθλημα συνεχίζεται, στα εξεταστικά κέντρα, στις σχολικές αίθουσες, στα προαύλια, στα γήπεδα της ζωής.

Οι γιορτές είναι τα φώτα τους, η προσδοκώμενη θέρμη των τραπεζιών, τα ρεβεγιόν, τα στολίσματα των δρόμων και των πολυκατοικιών. Είναι οι άοκνοι σηματωροί στα μπαλκόνια, που αναβοσβήνουν οληνυχτίς, παλλόμενες αρτηρίες σκυθρωπών κτιρίων.

Μα πιο πολύ γιορτές είναι τα ψώνια, τα δώρα, τα καινούργια παπούτσια, οι ζελατίνες περιτυλίγματος που ριγούν καθώς σκίζονται, η μέθη της κατανάλωσης. Οι τράπεζες το ξέρουν: τηλεφωνούν κάθε μέρα και προσφέρουν δάνεια με μόλις 12,5%, χρεωστικές κάρτες με ισόβια προέγκριση, πιστωτικές χωρίς συνδρομή. Τα μαγαζιά το ξέρουν: έχουν φωτοστολιστεί ήδη, αναβοσβήνουν σαν καθεδρικοί και καλούν τους προσκυνητές. Στις παρυφές, τα καφέ προσφέρουν μικρές δόσεις ανάπαυλας με αφρόγαλα, προς 3,5 ευρώ, κομψά σάντουιτς, lounge μουσικές. Στην Ιερά Οδό, οι μύστες στριμώχνουν κι άλλο τα τραπέζια γύρω απ’ τις πίστες της νύχτας. Ολα τα σκέπουν οι γιορτές, όλα κινούνται με την προσδοκία του 13ου μισθού, όλα τα θερμαίνει η κατανάλωση.

Σκέφτομαι πόσες φορές ιδρωκόπησα στα μαγαζιά αναζητώντας δώρα. Πόσο άχαρες είναι οι τελευταίες μέρες, οι τελευταίες ώρες, καθώς σαρώνεις τα ράφια κι όλα τα παιχνίδια φαίνονται ίδια, πληκτικά, φτηνιάρικα, κι άλλα πανάκριβα, και ιδρώνεις να βρεις κάτι για όλους. Πόση μοναξιά κυκλοφορεί κάτω από τα φώτα, πόση μελαγχολία κατεβάζουν τα ποτάμια των ανθρώπων. Ολοι πρέπει να είναι έξω, εκεί, εκτεθειμένοι, κι όλοι σπεύδουν να κρυφτούν, κρέμονται σε στάσεις λεωφορείων, εκλιπαρούν για ταξί, σέρνουν σακούλες.

Καταναλώνεις και μελαγχολείς. Αυτές τις μέρες ψωνίζεις καταναγκαστικά, γιατί όλοι ψωνίζουν, όλοι θύουν, όλοι λιβανίζουν με τις πιστωτικές τους στους πάμφωτους βωμούς. Κι όλοι μένουν με μια στυφάδα, ανεκπλήρωτοι και πεινασμένοι: το shopping δεν χορταίνει· ερεθίζει, αλλά δεν χορταίνει, δεν ανακουφίζει. Η κατανάλωση κατακλύζει τον νου, κυριεύει τις νευρικές ίνες, στήνει λίστες, υποχρεώσεις, εφευρίσκει αχόρταγες πτυχές, σε καταλαμβάνει σαν πυρετός και σε κατατρώει. Κι ύστερα σ’ αφήνει λιώμα, ματαιωμένο και αχόρταγο, βουλιμικό και μόνο, ένα μοναχικό αγρίμι μετά το μάταιο πλιάτσικο.

Ψυχολογισμός… Ενδεχομένως. Η τέτοια θέαση εκκινεί από την ψυχική κατάσταση του καταναλωτή. Αλλά η κατανάλωση, σαν ατμομηχανή που ζητάει διαρκώς κάρβουνο, έχει και μια υλική, εξόχως πολιτική διάσταση. Ευρισκόμενη στα σπλάχνα των δυτικών κοινωνιών παίζει διπλό παιχνίδι: αφενός θερμαίνει τις αγορές, αφετέρου παγώνει τη δημοκρατία. Ο επιφανής Αμερικανός πολιτικός επιστήμων Ρόμπερτ Νταλ, στη μελέτη του «Περί πολιτικής ισότητας», αντιπαραθέτει την κουλτούρα της κατανάλωσης στο ευ ζην, στην ποιότητα ζωής, στην ιδιότητα του πολίτη. Ο φιλελεύθερος καθηγητής του Γέιλ εμφανίζεται απαισιόδοξος για το πραγματικό βάθος της δημοκρατίας και εντοπίζει μερικές αιτίες του δημοκρατικού ελλείμματος· μια απ’ αυτές είναι η κατανάλωση:

«Η πραγματική αντίφαση του καπιταλισμού», γράφει, «είναι η εξής: το γεγονός ότι καταφέρνει να ικανοποιήσει την ισχυρή ενόρμηση του ανθρώπου προς την ολοένα και μεγαλύτερη κατανάλωση προϊόντων της καπιταλιστικής επιχείρησης, έρχεται σε αντίθεση με μια άλλη ακόμη πιο ισχυρή ανθρώπινη ενόρμηση: την αναζήτηση της ευτυχίας ή, αν προτιμάτε, μιας αίσθησης ευημερίας».

Ο Νταλ εξετάζει κριτικά την κυρίαρχη κουλτούρα της κατανάλωσης και εξετάζει επίσης τα κινήματα της αντικουλτούρας, του ’60 και του ’70, που φύτρωσαν ενάντια ή πλάι στην κατανάλωση. Είναι πικρός: τα περισσότερα μέλη του κινήματος της αντικουλτούρας, από το Σαν Φρανσίσκο έως τη Νέα Υόρκη, δεν στράφηκαν εναντίον της καπιταλιστικής κατανάλωσης, αλλά λάτρεψαν τη δική τους εναλλακτική κατανάλωση: σεξ, ντραγκς και ροκ-εν-ρολ, κοινόβια και κλειστές κοινότητες. «Η επιτομή του εγωιστή καταναλωτή», καταλήγει.

Ο εγωιστής καταναλωτής είναι το περιφερόμενο πρότυπο σήμερα. Είναι ο cool νέος της διαφημιστικής εικονογραφίας, που χοροπηδάει έξω από τις αλυσίδες μαγαζιών κινητής και γκάτζετ, που μιλάει σαν καμένος, που ντύνεται emo και περιπλανιέται στο Mall.

Η εικονογραφία γίνεται ζωή. Ο δυστυχής εγωιστής καταναλώνει, καταναλώνει, καταναλώνει, όσο μπορεί, όσο αντέχει η πίστωση, κι ολοένα περισσότερο νιώθει άδειος και πεινασμένος, όλο και περισσότερο φτωχός. Εχει απολέσει την πολιτική του υπόσταση, έχει ξεχάσει τι σημαίνει ελευθερία επιλογών, πολιτική ισότητα, κοινοτικός βίος, δημιουργικότητα, αυτάρκεια, πολιτική δράση.

Τα έχει χάσει όλα. Αλλά μπορεί να τα ψωνίσει…

Ενα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 09.12.2007

Ζωγραφική: Αλέξης Βερούκας

buzz it!

Μιλούσα με τον φίλο μου, ενός είδους αδελφοποιτό. Δεν μιλάμε συχνά, αλλά κάθε φορά συνεχίζουμε μια διακεκομμένη ανασκαφή, σε μεγαλύτερο βάθος, χωρίς προλόγους και εισαγωγές. Αρχίσαμε να μιλάμε για τους έφηβους γιους μας και καταλήξαμε στους έφηβους εαυτούς μας.

Μιλούσαμε διακεκομμένα και ελλειπτικά, μα χωρίς χάσματα. Οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα «να μιλάμε, ν’ ακούμε, αλλά και με κάθε αυστηρότητα» ― τι συμπέρασμα, δηλαδή, μάλλον λήψις ζητουμένου. Κι έπειτα;

Το ζητούμενο είναι το όριο της ελευθερίας και ο χρόνος: ο δικός μας χρόνος που περνά και φυραίνει, και ο χρόνος των παιδιών που έρχεται και φουσκώνει. Τι λέμε στους φουρτουνιασμένους έφηβους για την πολιτική, την ελευθερία, την ευθύνη, τη δουλειά, τη μόρφωση, τον έρωτα, τη φιλία, τη σύγκρουση, τη δικαιοσύνη; Πώς αφηγούμαστε το δικό μας παρελθόν, τη μικροϊστορία μας; Πώς μιλιούνται η ουτοπία και η ματαίωση, οι μικρομάχες και οι συμβιβασμοί;

Υπήρξαμε τρελόπαιδα, ερωτευμένα με στίχους και ιδέες, μεθυσμένα από ζωή, αφηνιασμένα από ορμόνες. Πρόσφατα… Ημασταν οι διαδάξαντες τις καταλήψεις πανεπιστημίων ― σαν υπαρξιακή μέθη μάλλον, παρά σαν πολιτικό σχέδιο. Εκεί φτιάξαμε συνείδηση ομάδας και φυλής, εκεί πήξαμε ατομικότητα. Τώρα όμως δεν καταλαβαίνω τις καταλήψεις των λυκείων.

Τις κάνουν οι τελειόφοιτοι για να πάρουν ανάσα από τον βρόχο σχολείο-φροντιστήριο, μου εξήγησε ο φίλος. Δεν το ‘χα σκεφτεί έτσι. Μια χωματερή: το σχολείο ― μουρμούρισα. Χωματερή, νταμάρι άξενο, ένας διάδρομος για το πανεπιστήμιο, πέρασμα. Και το πανεπιστήμιο; Αλλο νταμάρι. Κι έπειτα;

Αλλαξαν όλα. Μέσα σε δύο δεκαετίες το πανεπιστήμιο έγινε λύκειο και το λύκειο τίποτε. Μορφωτικά, πνευματικά, επαγγελματικά και κοινωνικά. Είμαστε απ’ τις τελευταίες γενιές που κάπως σεβάστηκε το σχολείο, ακόμη κι όταν το πετροβολούσε ή το καταλάμβανε· που κάτι αποκόμισε: ολίγα γράμματα, αίσθηση του ανήκειν.

Λίγο το σεβαστήκαμε, πολύ το πετροβολήσαμε. Δεν αξιολογώ, περιγράφω. Το σχολείο ήταν η κολυμπήθρα της πολιτικής. Κι ήταν ο κυματοθραύστης: πάνω του έσκαγαν οι υπαρξιακές μας περιπέτειες, οι πυρετοί. Γύρω από το κλειστό πεδίο του σχολείου ανοίγονταν κάμποι και ακρογιάλια, πειρασμοί, άρχιζαν οι λαβύρινθοι της ενηλικίωσης. Κι έπειτα;

Παραμείναμε πεισματικά έφηβοι. Ως τα τριάντα και τα σαράντα. Παλινδρομούντες ανάμεσα σε φαντασιώσεις, ναρκισισμούς, προδοσίες και ματαιώσεις. Παντρευόμασταν, μπαίναμε σε καριέρες, κάναμε παιδιά, κι ακόμη δεν το παίρναμε απόφαση: ο Ρεμπώ και ο Τζιμ Μόρισον στοίχειωναν την ολοένα πιο πεζή καθημερινότητα, τα νοίκια, τις δόσεις, τα δίδακτρα, τα επαχθή ωράρια της εργασίας. Κι έπειτα;

Επειτα, άλλοι έφηβοι, ολοζώντανοι και απαιτητικοί, ψήλωσαν απότομα κι άρχισαν να μας σπρώχνουν. Ηταν οι όντως έφηβοι, με το χνούδι και τη βραχνή φωνή, αναγνωρίσαμε τον πυρετό στα μάτια, τις μεταπτώσεις και την ποιητική μελαγχολία, ό,τι πια έλειπε σε μας από χρόνια πολλά. Οι όντως έφηβοι. Οι άλλοι. Αυτοί μάς τέλειωσαν την εφηβεία αρχίζοντας μιαν άλλη.

Τι να του πεις τώρα αυτού του αθάνατου με το μπλαζέ βλέμμα; Τι να τον κανοναρχήσεις; Τι λουρί να του βάλεις; Κατά βάθος τον ζηλεύεις· τον καμαρώνεις και τον ζηλεύεις, λαχταράς τη γεύση του χρόνου του του απέραντου, μια κουρασμένη αρτηρία σφύζει αιφνίδια και σε ζαλίζει.

Τι να του πεις; Για το ’79 και το ΄81; Για την πυρπόληση της αδρεναλίνης; Τους στίχους και τα τυπογραφεία; Για τις μυήσεις ηδυτάτης ματαιότητας στο Μπράιτ Σου και το Βιτόφσκι, τις καταδύσεις επέκεινα της ρωγμής, την ντεκαντάνς των λόφων, το μπλέ βελούδο; Για την κλινοπάλη των σεισμών;

Δεν τα λες ― έτσι. Ο καθείς φλέγεται απ’ τη δική του εφηβεία, και η καθεμιά είναι πιο γοητευτική, πιο ριψοκίνδυνη απ’ την προηγούμενη. Καίει. Μόνο αφουγκράζεσαι, πατέρας και ληγμένος έφηβος, ματαιωμένος Ρεμπώ και σώφρων μεσήλιξ. Αφουγκράζεσαι νύχτα τη σκάλα να τρίζει, το κλειδί στην κλειδαριά. Αφουγκράζεσαι πάνω απ’ τ’ ανταριασμένα κρεβάτια. ‘What then?’ sang Plato’s ghost. ‘What then?’

Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις γλυκόπικρα το τραγούδι του Γιέιτς, να το αποδεχθείς:

«Το έργο μου επιτεύχθηκε», σκέφτηκε όταν γέρασε
«Σύμφωνα με το σχέδιο το νεανικό,
Ας εξεγείρονται οι ανόητοι, ποτέ δεν παρεκτράπηκα,
Την τελειότητα άγγιξα.»
Ομως το φάντασμα του Πλάτωνα πιο δυνατά τραγούδησε: Κι έπειτα;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 04.11.2007

Μετάφραση W. B. Yeats: Μαρία Αρχιμανδρίτου

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 3 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.350 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: